Φώτη Φραντζέσκου ν. Αντώνη Καλλένου κ.α., Αρ. Αγωγής: 14/07, 25.5.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 14/07 Μεταξύ: Φώτη Φραντζέσκου Ενάγοντος -και-
- Αντώνη Καλλένου
- Παναγιώτη Γέριμου Εναγομένων Ημερομηνία: 25.5.
- Εμφανίσεις: Για αιτητή: Ο κ. Ζιντίλης για ν΄ ακούσει απόφαση για κ. Θ. Θωμά. Για καθ΄ων η αίτηση: Η κα Μ. Χατζηκωνσταντή. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας λέγει ότι από το 2004 είναι ο νόμιμος κάτοχος ενός τεμαχίου κρατικής γης και ότι ο εναγόμενος 2 επεμβαίνει σ΄ αυτό παράνομα. Με την αγωγή ζητά διάταγμα να σταματήσει η παράνομη επέμβαση. Την ίδια θεραπεία, ως προσωρινή εκκρεμούσης της αγωγής, ζητά με την υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση. Ο ενάγοντας έχει παρουσιάσει ως τεκμήριο τη σύμβαση μίσθωσης που επικαλείται. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται πως «αν υπεγράφη οποιαδήποτε συμφωνία ενοικίασης είναι άκυρη ή/και ακυρώσιμη ή/και παράτυπη ή/και εν πάση περιπτώσει δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του». Όλα αυτά όμως είναι νομικοί χαρακτηρισμοί που δεν έχουν θέση σε μια ένορκη δήλωση. Ο εναγόμενος δεν εξηγεί με γεγονότα γιατί η σύμβαση είναι άκυρη κλπ. Ούτε είναι επιτρεπτή η διαζευκτική επίκληση θέσεων σε μια ένορκη δήλωση. Έτσι, δεν υπάρχει έγκυρος αντίλογος για τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι νομιμοποιείται ως κάτοχος δυνάμει της εν λόγω σύμβασης. Εκείνος δε, που νομιμοποιείται κατά κανόνα ως ενάγοντας σε αγωγή για παράνομη επέμβαση είναι ο κάτοχος.[1] Πέραν τούτου ο εναγόμενος δεν φαίνεται να αρνείται την επέμβαση. Η θέση του είναι ότι δεν επενέβη παράνομα και ότι είναι εν γνώσει και με την άδεια των αρμοδίων κρατικών αρχών που από το 1991 έχτισε εκεί φάρμα αλόγων που χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα. Δεν έχει όμως παρουσιάσει τέτοια άδεια, ούτε έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες. Ενώ αυτός είναι, εφόσον ο ενάγοντας στοιχειοθετήσει δικαίωμα κατοχής, που θα έχει το βάρος να καταδείξει ότι η ενέργεια του δεν είναι παράνομη. (άρθρο 43
(2)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, Adamou v. Christofi ανωτέρω). Από την άλλη, ο ενάγοντας δέχθηκε αντεξεταζόμενος ότι η παρουσία του εναγόμενου προϋπήρχε της δικής του κατοχής. Δεν είναι το κατάλληλο στάδιο να συζητηθούν τα ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων. Εκείνο που τώρα μπορεί να λεχθεί είναι ότι για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται στην αιτουμένη θεραπεία, όπως είναι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για να εκδοθεί ενδιάμεσο διάταγμα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Νόμος 14/60) οι οποίες έχουν εξηγηθεί στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557. Τρίτη προϋπόθεση είναι η δυσκολία ή η αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως έχει εξηγηθεί στην Odysseos, η προϋπόθεση αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων ως τελικής θεραπείας. Γενικώς ομιλούντες αν η επιδίκαση αποζημιώσεων προκρίνεται ως επαρκής κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε δεν είναι κατάλληλη περίπτωση να δοθεί ενδιάμεσο διάταγμα. Οπότε υπεισέρχεται το στοιχείο της οικονομικής δυνατότητας του εναγομένου να καταβάλει αποζημιώσεις. Αναγνωρίζεται όμως ότι ο κάτοχος του οποίου το δικαίωμα δεν αμφισβητείται, νομιμοποιείται prima facie σε διάταγμα προστασίας της κατοχής του, ανεξάρτητα από το εάν υφίσταται οικονομική ζημία ή όχι.[2] Σε τέτοια περίπτωση όπως εξηγείται στην Κοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169, το θέμα δεν είναι η οικονομική δυνατότητα του εναγόμενου να ικανοποιήσει ενδεχόμενη επιτυχή αξίωση του ενάγοντα για αποζημιώσεις, αλλά το κατά πόσο η μη άμεση παράδοση κατοχής στον ενάγοντα θα καθιστούσε δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Εν προκειμένω ο ενάγοντας επιχειρεί να εξηγήσει τον κίνδυνο από μη άμεση παροχή θεραπείας. Επικαλείται όμως δύο διαφορετικές καταστάσεις πραγμάτων. Έχει καταχωρίσει δύο ένορκες δηλώσεις. Στην αρχική εξηγεί την άμεση ανάγκη ως εξής: «
- Η εν λόγω κατάσταση είναι πάρα πολύ επιζήμια για μένα καθ΄ ότι έχω λάβει μια προσφορά που αφορά εργασίες οι οποίες θα γίνουν στο εν λόγω ακίνητο και οι οποίες θα μου αποφέρουν κέρδη πέραν των Λ.Κ.100.000,- και στην οποία προσφορά πρέπει να απαντήσω εντός λίγων ημερών διαφορετικά θα αποταθούν σε άλλο ακίνητο. Ως εκ τούτου δεν μπορώ πλέον να περιμένω και να υφίσταμαι ζημιές από την παράνομη και/ή αυθαίρετη επέμβαση των καθ΄ ων η αίτηση στο ακίνητο.» Στη δεύτερη ένορκη δήλωση, συμπληρωματική της πρώτης, αναφέρει ότι έχει εγκριθεί για επιδοτήσεις από το κράτος και την Ευρωπαϊκή Ένωση για την κατασκευή κτηνοτροφικής μονάδας, οι οποίες, αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα τώρα, θα χαθούν οριστικά και αμετάκλητα. Έχει επισυνάψει επιστολή ημερ. 27.2.2007 από το Τμήμα Γεωργίας περί του ότι μια αίτηση του για συμμετοχή στο «Καθεστώς-ενίσχυση επενδύσεων στον τομέα της αιγοπροβα- τοτροφίας» έχει εγκριθεί προκαταρκτικά. Όμως η επιστολή έπεται του χρόνου καταχώρισης της αίτησης (11.1.2007). Η εξήγηση που δόθηκε από το δικηγόρο του, όχι από τον ίδιο τον ενάγοντα όπως θα έπρεπε, ήταν ότι ο ενάγοντας είχε κατά το χρόνο καταχώρισης της αίτησης γνώση ότι «θα εδίδετο σίγουρα η έγκριση». Μάλιστα, συνέχισε, είχε τέτοια γνώση ήδη από το
- Ενώ όμως υποτίθεται ότι είχε γνώση εξ αρχής, στην αρχική ένορκη δήλωση επικαλείται, ως άνω, άλλο λόγο. Η παράθεση αντιφατικών ή εν πάση περιπτώσει διαφορετικών χωρίς επεξήγηση ισχυρισμών ως προς την ανάγκη άμεσης προστασίας, έχει ως αποτέλεσμα την αποτυχία του ενάγοντα να εξηγήσει την ανάγκη αυτή. Πέραν τούτου δημιουργείται εξ αντικειμένου εικόνα προσπάθειας να παραπλανηθεί το Δικαστήριο ή εν πάση περιπτώσει να μην τεθούν ενώπιον του εξ αρχής όλα τα σχετικά ουσιώδη δεδομένα. Αυτό μπορεί να αποτελέσει περαιτέρω λόγο άρνησης της ζητουμένης θεραπείας. (Armstrong v. Sheppard & Short Ltd [1959] 2 All E. R. 651). Θα πρέπει ακόμα να συνεκτιμηθούν τα ακόλουθα δεδομένα. Ο ενάγοντας ζητά απαγορευτικό, λεκτικά, διάταγμα («όπως παύσουν να επεμβαίνουν»). Προσδιορίζει όμως ότι η επέμβαση συνίσταται σε οικοδομές και υποστατικά. Άρα υπό τον μανδύα της απαγόρευσης ζητείται, κατ΄ ουσία, επιτακτικά η άρση των όσων συνιστούν την επέμβαση. Ενδιάμεσα επιτακτικά διατάγματα δεν δίδονται παρά υπό ειδικές περιστάσεις και μάλιστα μόνο σε καθαρές υποθέσεις και περιπλέον όπου το Δικαστήριο αισθάνεται υψηλού βαθμού ασφάλεια ότι στο τέλος θα φανεί πως ορθά εδόθη ενδιαμέσως το διάταγμα.[3] Δεν είναι αυτή η περίπτωση, τόσο λόγω του ότι ο ενάγοντας δεν έχει θέσει με σαφήνεια τα γεγονότα, όσο και για τους λόγους που ακολουθούν. Ως άνω, η επέμβαση υπήρχε ήδη προ του 2004 που ο ενάγοντας ανέλαβε κατοχή. Καταχώρισε όμως αγωγή και ζήτησε κατεπείγουσα θεραπεία το
- Η καθυστέρηση στην υποβολή μιας αίτησης για ενδιάμεσο διάταγμα εξετάζεται σε συνάρτηση με το «ισοζύγιο της ευχέρειας ή της ταλαιπωρίας» («balance of convenience»)[4] ή με άλλα λόγια σε συνάρτηση με το κατά πόσο η καθυστέρηση καθιστά την έκδοση του διατάγματος καταπιεστική (oppressive)[5]. Όπως εξηγείται στην Bacardi, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo, υπό την έννοια ότι η καθυστέρηση δεν μπορεί να είναι τέτοια ώστε η επίδικη πράξη να αποτελεί πλέον μέρος του status quo. Ο εξ ορισμού σκοπός ενός προσωρινού διατάγματος είναι, υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας, όπως ελέγχθη στην Κοσμά. Η έννοια αυτή εξηγήθηκε στην τελευταία αυτή απόφαση σε συνάρτηση και σε αντιδιαστολή με τα γεγονότα της υπόθεσης Odysseos, όπου ο ενάγοντας είχε την κατοχή, οπότε η διατήρηση της μέσω του ενδιαμέσου διατάγματος ήταν θεμελιακής σημασίας ως διατήρηση του status quo. Εν προκειμένω ο ενάγοντας λέγει, ως άνω, ότι όταν ανέλαβε κατοχή ο εναγόμενος ήταν ήδη εκεί. Εξ αυτού προκύπτει ότι ο ενάγοντας δεν ανέλαβε ποτέ πραγματική κατοχή εκείνου που κατείχε και κατέχει ο εναγόμενος ως μέρος του εξ αρχής status quo. Κατά συνέπεια τώρα ο ενάγοντας δεν ζητά την προστασία του status quo μέχρι τη δίκη, αλλά την ανατροπή του. Και μάλιστα, προς ικανοποίηση, στην πράξη, της τελικής του αξίωσης. Οπότε ισχύουν τα ακόλουθα όπως ελέγχθησαν στην Κοσμά: «Στην προκειμένη περίπτωση όμως ο εφεσείων δεν στερήθηκε τέτοιας κατοχής, αφού ποτέ δεν την είχε, και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα συνιστούσε συντήρηση του status quo ante, ούτε η μη έκδοση του θα του στερούσε οποιαδήποτε δικαιώματα απορρέοντα από την πραγματική νόμιμη κατοχή την οποία ποτέ δεν είχε. Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ίδε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, η έγκριση του αιτούμενου διατάγματος θα ισοδυναμούσε με απόδοση κατοχής στον εφεσείοντα και έτσι ανατροπή αντί διατήρηση του status quo ante με την ουσιαστική ικανοποίηση της θεραπείας που κατά κύριο λόγο επιδιώκεται με την ίδια την αγωγή, πράγμα που θα μπορούσε να γίνει μόνο επ΄ακροάσει των θέσεων των μερών επί της ουσίας εφ΄όσον ο εφεσίβλητος προβάλλει ουσιαστική υπεράσπιση.» Ο ενάγοντας όμως δεν έχει ακόμα καταχωρίσει έκθεση απαίτησης, παρά το ότι σημείωμα εμφάνισης του εναγομένου καταχωρίστηκε την 1.2.2007. Έτσι εξ αντικειμένου δίδει την εικόνα ότι επιδιώκει την τελική, κατ΄ ουσία, θεραπεία, προς ανατροπή μάλιστα του status quo, έξω από το φυσιολογικό πλαίσιο της δίκης την οποία παραλείπει να προωθήσει, προσθέτοντας στην πρό της αγωγής καθυστέρηση. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι η συμπεριφορά του ενάγοντα συνιστά τελικά κατάχρηση της διαδικασίας. Για όλους τους παραπάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου 2 τα οποία να συμφωνηθούν μεταξύ των διαδίκων σε 15 μέρες, διαφορετικά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, με μέριμνα του εναγομένου 2, οπότε και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)................. Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ [1] Cooper v. Crabtree [1881-85] All E. R. 1057, Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, Liasidou v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, Λάμπρου ν. Κεφάλα
(2000)1 Α.Α.Δ.
- [2] Shelfer v. City of London Electric Lighting Co [1891-4] All E.R. Rep. 838, 847-848, C.A. (ανωτ. σελ.
- «. a person by committing a wrongful act .. is not thereby entitled to ask the Court to sanction his doing so by purchasing his neighbour´s rights, by assessing damages in that behalf, leaving his neighbour with the nuisance, or his lights dimmed, as the case may be .» Patel and Others v. W.H. Smith (Eziot) Ltd and another [1987] 2 All E.R. 569, 572 C.A., Jaggard v. Sawyer and another [1955] 2 All E. R. 189, 199 C.A. [3] Locabail International Finance Ltd v. Agroexport and others [1986] 1 All E.R.
- [4] Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ.
- [5] Jaggard, ανωτ., σελ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο