← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΚΩΣΤΑ ΛΕΩΝΙΔΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 458/03, 29/05/2007

ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΚΩΣΤΑ ΛΕΩΝΙΔΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 458/03, 29/05/2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 458/03 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, εκ Παραλιμνίου Εναγόντων - και - ΚΩΣΤΑ ΛΕΩΝΙΔΑ, από Χλώρακα Πάφου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΖΙΝΤΙΛΗ, από Αγία Νάπα Εναγομένων Ημερομηνία: 29/05/2007 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Χ¨Κωνσταντή για κο Πιττάτζη Εναγόμενος 1: Αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολούνται με τραπεζικές εργασίες. Με την αγωγή της αξιούν το ποσό των Λ.Κ.6.000 δυνάμει ατίμητης επιταγής από τον εναγόμενο 1 ως εκδότη της επιταγής, ο οποίος έδωσε οδηγίες για μη πληρωμή της. Εναντίον του εναγομένου 2, οπισθογράφου της επιταγής, εκδόθηκε απόφαση λόγω μη εμφάνισης του. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι ενάγοντες κάλεσαν μάρτυρα τον Ανδρέα Μαύρου ο οποίος ανάφερε ότι είναι υποδιευθυντής στο υποκατάστημα που διατηρούν οι ενάγοντες στο Παραλίμνι. Στο εν λόγω κατάστημα διατηρεί λογαριασμό ο εναγόμενος

  1. Ο λογαριασμός αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο ένα σοβαρό ποσό. Ο εναγόμενος 2 κατά ή περί τις 10.04.02 αφού οπισθογράφησε παρέδωσε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 2, με εκδότη τον εναγόμενο 1, και πληρωτέα την 01.01.03, στους ενάγοντες. Οι ενάγοντες τοποθέτησαν την επίδικη επιταγή σε ειδικό γι΄ αυτό το σκοπό λογαριασμό με απώτερο σκοπό μετά την εκκαθάριση της και αφού ετιμήτο να κατατεθεί στο λογαριασμό του εναγομένου
  2. Όταν κατέστη πληρωτέα κατετέθη για εξαργύρωση στην πληρώτρια τράπεζα αλλά αυτή επεστράφη απλήρωτη με την ένδειξη "Stop Payment". Το ποσό αυτό ως τράπεζα θα το αξιοποιούσε δανείζοντας το σε τρίτους με τόκο τουλάχιστον 9%. Έτσι υπέστη ζημιά στο ανάλογο ποσό. Δια τούτο εγείρουν την παρούσα αγωγή και αξιώνουν ως ανωτέρω. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1 Ο εναγόμενος 1 κατάγεται από την Πάφο. Περί τον Απρίλη του 2002 ο εναγόμενος 2 τον συνάντησε στην Πάφο παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως κτηματομεσίτη για να προωθήσει την πώληση τεμαχίου του που είχε στην Πάφο. Αφού έδειξε το τεμάχιο στον εναγόμενο 2 το πρόσωπο που ενδιαφέρετο απεφάσισε να το αγοράσει. Έτσι εξέδωσε την επίδικη επιταγή στον εναγόμενο 2 με ημερομηνία πληρωμής την 01.01.
  3. Όταν στις 20.12.02 ο εναγόμενος 2 μαζί με τον αγοραστή και τον ίδιο συναντήθηκαν στο κτηματολόγιο Πάφου για να γίνει η μεταβίβαση του εν λόγω τεμαχίου o εναγόμενος 2 του ανάφερε ότι απώλεσε την επιταγή και ζήτησε όπως του εκδώσει νέες επιταγές, πράγμα το οποίο έπραξε, για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση, αφού διαφορετικά δεν θα εγίνετο, εκδίδοντας τρεις επιταγές ήτοι τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 με δικαιούχους πρόσωπα που ο εναγόμενος 2 κατέγραψε στις επιταγές αυτές αργότερα αφού δεν τα έγραψε o ίδιος. Όπως δε του ανάφερε ο εναγόμενος 2 και συμφώνησε και ο ίδιος θα μπορούσε να δώσει εντολή όπως μη εξαργυρωθεί η επίδικη επιταγή. Την εντολή για μη πληρωμή της επίδικης επιταγής έδωσε στην τράπεζα του εντός 48 ωρών. Ο εναγόμενος 1 ήγειρε επίσης (α) θέμα τοπικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αφού ο ίδιος είναι από την Πάφο, η συμφωνία έγινε στην ίδια πόλη και η επιταγή δόθηκε στον εναγόμενο 2 στο ίδιο μέρος και (β) θέμα παρανομίας στη σύμβαση μεταξύ του και του εναγομένου 2 αφού ο τελευταίος δεν είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Η κα Χ¨Κωνσταντή στην αγόρευση της ζήτησε όπως κριθεί αξιόπιστος ο μάρτυρας της και αναξιόπιστος ο εναγόμενος 1 καθ΄ ότι ο τελευταίος δεν είπε την αλήθεια. Εισηγήθηκε ότι δεν δόθηκε μαρτυρία εάν εξαργυρώθηκαν ή όχι οι επιταγές Τεκμήρια 3, 4 και
  4. Όσον αφορά το νομικό ζήτημα της κατά τόπο δικαιοδοσίας ανέφερε ότι ο εναγόμενος 2 είναι κάτοικος Αγίας Νάπας και επομένως η αγωγή μπορούσε να εγερθεί στο Ε.Δ. Αμμοχώστου. Ο Εναγόμενος 1 στην δική του αγόρευση επανέλαβε (α) ότι η επίδικη επιταγή εξοφλήθηκε με την αντικατάσταση της από τις άλλες τρεις επιταγές (β) το Δικαστήριο δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα και (γ) η συμφωνία μεταξύ του και του εναγομένου 2 είναι παράνομη γιατί ο τελευταίος δεν είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ενώ κατέθεταν ενόρκως τόσο τον μάρτυρα των εναγόντων όσο και τον εναγόμενο 1 και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων, το προσωπικό συμφέρον, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα και την ειλικρίνεια τους. Ο Μ.Ε. Ανδρέας Μαύρου μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής, ευθύς, σαφής και απαντούσε χωρίς περιστροφές. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και η μαρτυρία του δεν εκλονίσθη κατά την αντεξέταση. Διέπετο από συνοχή και συνέπεια. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ο εναγόμενος 1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν ήταν ειλικρινής και δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κατ΄ αρχάς και πριν εξηγήσω την πιο πάνω διαπίστωσή μου, να αναφέρω ότι τα τεκμήρια 3, 4 και 5 είναι φωτοτυπίες και δεν θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Όμως επειδή ο εναγόμενος 1 την υπεράσπισή του την παρουσίασε αυτοπροσώπως θα σχολιάσω στην συνέχεια και τα τεκμήρια αυτά για να καταδείξω την πιο πάνω διαπίστωσή μου για την αναξιοπιστία του. Εκδότης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 2, είναι ο εναγόμενος
  5. Εκδότης των επιταγών τεκμήρια 3, 4 και 5 είναι η εταιρεία "COSTAS LEONIDOU DEVELOPERS LTD". Δεν εξηγήθηκε η σχέση του εναγομένου 1 με την αναφερθείσα εταιρεία. Δεν εξηγήθηκε γιατί το τεκμήριο 2 η οποία ήταν προσωπική επιταγή του εναγομένου 1 αντικαταστάθηκε με επιταγές της αναφερθείσας εταιρείας και όχι πάλι του εναγομένου
  6. Όσο εύλογη και εάν μπορεί να θεωρηθεί η σχέση τους από το όνομα της εταιρείας και το όνομα του εναγομένου 1 αφού δεν παρουσιάσθηκε μαρτυρία περί τούτου, δεν μπορεί να αποδειχθεί. Εάν πράγματι εκδόθηκαν οι τρεις επιταγές ταυτόχρονα στις 20.12.02 με ημερομηνία πληρωμής την ίδια ημερομηνία για να μην χαλάσει η πράξη με τον αγοραστή του τεμαχίου του γιατί στο τεκμήριο 4 αναγράφονται οι λέξεις "POST DATED"; Ακόμη εάν ήταν έτσι τα πράγματα γιατί δεν ζήτησε από τον εναγόμενος 2, τουλάχιστον σχετική δήλωση ότι τα τεκμήρια 3, 4 και 5 δίνονται σ΄ αυτόν προς αντικατάσταση του τεκμηρίου
  7. Επίσης αφού η πράξη της πώλησης έγινε με τον αγοραστή που ήταν παρών στις 20.12.02 για την μεταβίβαση και όχι με τον εναγόμενο 2, θα μπορούσε να ζητήσει από τον αγοραστή να προχωρήσουν στην μεταβίβαση του κτήματος αφού τούτο δεν ήταν άμεσα σχετικό με αυτά που του ανάφερε ο εναγόμενος 2 και να λύνετο το θέμα εκείνο αργότερα ήτοι μετά την 01.01.03 όταν θα ήταν σίγουρος για την τύχη της επίδικης επιταγής. Τέλος δεν προσφέρθηκε μαρτυρία εάν εξαργυρώθηκαν ή όχι οι επιταγές. Απορρίπτω και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματά μου είναι τα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασκεί τραπεζικές εργασίες. Ο εναγόμενος 2 διατηρεί λογαριασμό στο υποκατάστημα τους στο Παραλίμνι. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο λογαριασμός του εναγομένου 2 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο. Οι ενάγοντες είχαν αποδεχθεί όπως ο εναγόμενος 2 παραδίδει σ΄ αυτούς μεταχρονολογημένες επιταγές τις οποίες κατέθεταν σε ειδικό, δικό τους, λογαριασμό και όταν καθίστατο πληρωτέες και ετιμούντο τότε πιστώνετο ο λογαριασμός του εναγομένου 2 με το ισάξιο ποσό των επιταγών. Κατά ή περί τις 10.04.02 ο εναγόμενος 2 οπισθογράφησε και παρέδωσε στους ενάγοντες συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της την επίδικη επιταγή, τεκμήριο 2, της οποίας εκδότης ήταν ο εναγόμενος 1 και δικαιούχος ο εναγόμενος 2 και η οποία ήταν πληρωτέα την 01.01.
  8. Η επίδικη επιταγή τοποθετήθηκε σε ειδικό λογαριασμό των εναγόντων και όταν κατέστη πληρωτέα παρουσιάστηκε στην πληρώτρια τράπεζα πλην όμως δεν ετιμήθηκε και επεστράφηκε πίσω απλήρωτη με την ένδειξη "STOP PAYMENT". Παρ΄ όλες τις οχλήσεις των εναγόντων η επίδικη επιταγή δεν επληρώθηκε μέχρι σήμερα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κρίνεται σκόπιμο όπως το Δικαστήριο εξετάσει πρώτα τα δύο νομικά θέματα που ήγειρε ο εναγόμενος 1, ήτοι (Α) αυτό της κατά τόπο δικαιοδοσίας και (Β) της παρανομίας στη σύμβαση μεταξύ του και του εναγομένου 2, αφού επιτυχία οποιουδήποτε απ΄ αυτών θα τερματίζετο και η υπόθεση. (Α) ΚΑΤΑ ΤΟΠΟ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Το άρθρο 21(β) του Περί Δικαστηρίων Νόμου προνοεί τα εξής: 21.-

(1)Το Επαρχιακόν Δικαστήριον, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχη πρωτόδικον δικαιοδοσίαν ίνα ακούη και αποφασίζη οιανδήποτε αγωγήν συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 22 οσάκις- (β) Ο εναγόμενος ή οιοσδήποτε των εναγομένων, κατά τον χρόνον της εγέρσεως της αγωγής, διαμένη ή διεξάγη επάγγελμα εντός της επαρχίας δι΄ ην το δικαστήριον καθιδρύθη Η Δ.9 Θ.4, 6 και 7 προβλέπει τα ακόλουθα: Θ.
  1. Όλα τα πρόσωπα μπορούν να ενωθούν σαν Εναγόμενοι, όταν υπάρχει εναντίον των ισχυριζόμενο δικαίωμα για οιανδήποτε θεραπεία, είτε ομού ή κεχωρισμένα και απόφαση μπορεί να δοθεί εναντίον ενός ή περισσότερων Εναγομένων όσων φανεί ότι ευθύνονται ανάλογα με την ευθύνη τους χωρίς καμμιά τροποποίηση. Θ.
  2. Ο Ενάγοντας μπορεί, κατά τη κρίση του, να ενώσει σαν διάδικους στην ίδια αγωγή όλα ή μερικά από τα πρόσωπα κεχωρισμένα ή ομού και κεχωρισμένα που θα είναι υπόλογα σε οιονδήποτε συμβόλαιο, ή συναλλαγματική ή χρεωστικά γραμμάτια. Θ.
  3. Όπου ο Ενάγοντας είναι εις αμφιβολία ως προς τα πρόσωπα από τα οποία δικαιούται εις αποζημίωση, μπορεί, σύμφωνα με τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω, ή σύμφωνα με τον τρόπο που μπορεί να περιγράφεται σε οιονδήποτε ειδικό διάταγμα, να ενώσει δύο ή περισσότερους Εναγομένους με το σκοπό να βρεθεί ποιος από τους Εναγομένους (αν υπάρχει) είναι υπόλογος και σε πόσην έκταση και το ζήτημα να αποφασισθεί μεταξύ όλων των μερών. Από τα πιο πάνω καταδεικνύεται ότι οι ενάγοντες μπορούσαν να ενώσουν τους εναγομένους στην ίδια αγωγή και έτσι έπραξαν. Κατόπιν δύναντο, και έτσι ενήργησαν, να καταχωρήσουν την αγωγή στο Δικαστήριο της Επαρχίας όπου διαμένει ένα από τους εναγομένους. Ο εναγόμενος 2 διαμένει στην Αγία Νάπα της επαρχίας Αμμοχώστου. Επομένως ορθά κινήθηκε η αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Κατά συνέπεια το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου είναι κατά τόπο Αρμόδιο Δικαστήριο. (Β) ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ Είναι βασική αρχή ότι τα δικόγραφα τροχιοδρομούν τις θέσεις επί των οποίων διεξάγεται η δίκη και γι αυτό έχουν παρομοιαστεί σαν τις ράγες που κινείται το τρένο. (βλ. Coutris v. Iasonides,
(1970)1 CLR 180, Παπακοκκίνου ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Βραχίμης ν. Κουλουμπρή,
(1992)1 Α.Α.Δ. 836. Μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν εξετάζεται και αγνοείται από το Δικαστήριο (βλ. Χαραλάμπους ν. Κούτα
(1997)1 Α.Α.Δ. 23, Νικολάου ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ,
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 2088 και Χριστοφόρου ν. Ιακώβου
(2002)1 Α.Α.Δ. 33. Όταν όμως μια σύμβαση απαγορεύεται ρητά από μια συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια η σύμβαση ως παράνομη και ενάντια στη δημόσια πολιτική (τάξη) τότε το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το θέμα (βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Μουσκαλλή κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1595) (βλ. Glamor Development Ltd v. Christodoulou,
(1984)1 CLR 444). Παρανομία κατά την σύναψη ή την εκτέλεση συμφωνίας μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ανεξάρτητα από τη δικογραφία εφόσον προκύπτει από τη μαρτυρία ότι η απαίτηση στοιχειοθετείτε με αναφορά σ΄ αυτή (βλ. Αθηνοδώρου ν. Κωνσταντίνου,
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 615). Στο άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149 προνοείται ότι η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός στις περιπτώσεις που προβλέπεται σ΄ αυτό το άρθρο. Σε κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος είναι άκυρη. Λεπτομερής ανάλυση του άρθρου 23 του ΚΕΦ. 149 γίνεται από τον έντιμο Δικαστή κον Ηλιάδη στην υπόθεση Αγαθοκλέους ν. Λαππά
(1998)1 Α.Α.Δ. 2202 και δη στις σελίδες 2211 έως 2217. Κατ΄ αρχάς στην συγκεκριμένη περίπτωση στην έκθεση υπεράσπισης δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήταν εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης. Έπειτα, μαρτυρία περί τούτου δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Ο εναγόμενος 1 κρίθηκε αναξιόπιστος και η όποια μαρτυρία του, αν και δεν μπορεί να αποδείξει ένα τέτοιο ισχυρισμό, δεν έχει καμία αξία. Επομένως χωρίς μαρτυρία ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε ότι η σχετική διάταξη του Περί Κτηματομεσιτών Νόμου 273
(1)/04 είναι δημόσιας πολιτικής (τάξης) και θα μπορούσε να επιληφθεί, δεν υπάρχει προοπτική επιτυχίας. Συνεπώς ούτε αυτή η θέση μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ο όρος "Επιταγή" ερμηνεύεται στο άρθρο 73 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 ως ακολούθως: Άρθρο 73: "Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει". Το άρθρο 3 του ιδίου Νόμου περιέχει τον ορισμό της συναλλαγματικής: "3
(1): Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή". "Άρθρο 30.-
(1)Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.
(2)Κάθε κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο αλλά αν σε αγωγή για συναλλαγματική γίνεται δεκτό ή αποδεικνύεται ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία και φόβο, ή παρανομία, το βάρος απόδειξης μετατίθεται, εκτός αν και μέχρις ότου ο κάτοχος αποδείξει ότι, εν συνεχεία του ισχυριζόμενου δόλου ή της παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική". "Άρθρο 27.-
(1)Αντιπαροχή που έχει αξία για συναλλαγματική δύναται να συνίσταται - (α) Από οποιαδήποτε αντιπαροχή επαρκή να στηρίξει σύμβαση (β) Από προηγούμενο χρέος ή υποχρέωση. Το χρέος αυτό ή υποχρέωση θεωρείται αντιπαροχή που έχει αξία είτε η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εν όψει είτε σε μελλοντικό χρόνο.
(2)Όταν δόθηκε κατά οποιοδήποτε χρόνο αξία για τη συναλλαγματική ο κάτοχος θεωρείται ως κάτοχος για αξία σε σχέση με τον αποδέκτη και όλα τα μέρη της συναλλαγματικής που έγιναν μέρη πριν από το χρόνο αυτό.
(3)Όταν ο κάτοχος συναλλαγματικής έχει δικαίωμα επίσχεσης επί αυτής, το οποίο προκύπτει είτε από σύμβαση είτε από νόμο, θεωρείται ως κάτοχος για αξία που ανέρχεται στο ύψος του ποσού για το οποίο αυτός έχει δικαίωμα επίσχεσης". "Άρθρο 2 "αξία" σημαίνει αντιπαροχή, που έχει αξία. "έκδοση" σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος. "κάτοχος" σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών. "κομιστής" σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή". Στην υπόθεση Γεώργιος Ρωμανός ν. Μάριου Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 991 και δη στη σελίδα 994 λέχθησαν τα ακόλουθα: "Έγινε δεκτή και από τους δύο διάδικους η νομική αρχή πως ο κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται, εκ πρώτης όψεως ότι έδωσε και αξιόλογη αντιπαροχή γι΄ αυτή. Αυτό εξ άλλου προνοείται ρητά στο άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου ΚΕΦ. 262. Δημιουργείται επομένως εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο υπέρ του κατόχου της συναλλαγματικής, πως έδωσε δηλαδή αντιπαροχή για την έκδοση της, η κατάρριψη του οποίου βαραίνει αυτόν που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής". Στην ίδια υπόθεση και στη σελ. 995 πραγματεύεται το ζήτημα της παρελθούσης αντιπαροχής η οποία στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προβλέπουν πως παρελθούσα αντιπαροχή είναι καλή και νόμιμη (βλ Raif v. Dervish
(1971)1 Α.Α.Δ. 158). Το ίδιο προβλέπεται και στο άρθρο 27 (β) του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262. Όσον αφορά για το μαχητό Τεκμήριο της ύπαρξης αντιπαροχής χρήσιμα είναι και τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Pobust Trading Co. Ltd v. Γεώργιος Λεωνίδα
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. σε. 305, 308. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Συνεργατικής Ένωσης Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1208 επόμενα αναφέρθηκε ότι ο χρόνος δημιουργίας της οφειλής είναι ο χρόνος παρουσίασης της επιταγής στο τραπεζικό κατάστημα όπου διατηρείται ο λογαριασμός (Βλ. Άρθρο 45 του ΚΕΦ. 262). Στην υπόθεση Vasos Charalambides Limited v. Πάμπος Ψαρά
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 849 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος της για αξία (άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262). Δηλαδή κάθε κάτοχος συναλλαγματικής (ή επιταγής), θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο. Το βάρος απόδειξης μετατίθεται αν αποδειχθεί ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό, βία, φόβο ή παρανομία, εκτός αν, και μέχρις ότου, ο κάτοχος αποδείξει ότι εν συνεχεία του κατ΄ ισχυρισμόν δόλου και παρανομία, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική (άρθρο 30
(2)). Το τεκμήριο που δημιουργείται μεταθέτει στους ώμους των εναγομένων το βάρος απόδειξης (Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Georghiades v. Antoniou and Another
(1984)1 CLR 155 και Patsalides v. Afsharian
(1965)1 CLR 134. Βλέπε επίσης Papaellina v. EPCO (Cyprus) Ltd
(1967)1 CLR 338". "Κάτοχος", σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262, είναι ο δικαιούχος ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου έγινε η οπισθογράφηση της συναλλαγματικής ή του γραμματίου που έχει στην κατοχή του, ή ο κομιστής. "Κομιστής", σύμφωνα με το ίδιο άρθρο είναι το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο που είναι πληρωτέο στον κομιστή. Ο ενάγων απαλλάσσεται του βάρους να αποδείξει ότι είναι κάτοχος της επιταγής, αν στην υπεράσπιση γίνει από τον εναγόμενο σχετική παραδοχή. Το τεκμήριο του άρθρου 30
(2)δεν απαλλάσσει τον ενάγοντα από την υποχρέωση να αποδείξει ότι είναι κάτοχος της επιταγής. .......................... Εκείνο που οι εναγόμενοι παραδέχονται στην υπεράσπισή τους είναι απλώς ότι είναι οι εκδότες της επιταγής. Δεν παραδέχονται ότι ο ενάγων ήταν κάτοχος της επιταγής. Στην πραγματικότητα αρνούνται κάτι τέτοιο ρητά στην παράγραφο 3(α) της υπεράσπισης. Η άρνηση αυτή δημιούργησε στον ενάγοντα την υποχρέωση να αποδείξει το συγκεκριμένο ισχυρισμό. Συνεπώς χωρίς απόδειξη του ισχυρισμού ότι ο ενάγων είναι ο κάτοχος της επιταγής δεν ενεργοποιείται το τεκμήριο ότι εκ πρώτης όψεως είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο". Στην υπόθεση Μάριου Παπαγεωργίου ν. Πληροφορική και Πολιτιστική Εταιρεία ο "Λόγος" Λτδ κ. άλλου
(2002)1 (Β) ΑΑΔ 1344 ο ενάγων είχε παρουσιάσει την επιταγή στην Τράπεζα του η οποία και την εξαργύρωσε. Αργότερα 3-4 ημέρες η Τράπεζα του τον πληροφόρησε ότι χρέωσε τον λογαριασμό του με το ποσό της επιταγής γιατί αυτή είχε ακυρωθεί (Stop Payment) από τους εναγόμενους 1. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή με την αιτιολογία πως δεν υπήρχε μαρτυρία ότι όταν πληρώθηκε η επιταγή, αυτή είχε ακυρωθεί (Stop Payment), ότι δεν υπήρχε μαρτυρία πως η πληρωμή στον ενάγοντα ήταν απλή πίστωση με την προϋπόθεση εκκαθάρισης της επιταγής και ότι ο ενάγων είχε πει ότι πληρώθηκε την επιταγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την Πρωτόδικη απόφαση ανέφερε τα ακόλουθα: "Έχουμε μελετήσει από τα πρακτικά τη μαρτυρία που δόθηκε στην πρωτόδικη διαδικασία και έχουμε διαπιστώσει ότι οι πιο πάνω αιτιάσεις του εφεσείοντα είναι ορθές. Και οι δύο εφεσίβλητοι ρητά παραδέχονται ότι οι εφεσίβλητοι αρ. 1 με εντολή τους σταμάτησαν την πληρωμή της επίδικης επιταγής (stop payment). Περαιτέρω ουδαμώς αμφισβήτησαν το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν, καλή τη πίστει, νόμιμα κομιστής της επιταγής. Τα δεδομένα αυτά δεν τα έλαβε υπόψη το πρωτόδικο Δικαστήριο. Επιχείρησε δε, με δικούς του συλλογισμούς, να διαπιστώσει πότε έγινε "stop payment" η επιταγή πριν από την πίστωση και προσωρινή εξαργύρωση της προς τον εφεσείοντα ή μετά. Αλλά αυτό το ερώτημα ήταν τελικά χωρίς σημασία αφού ο εφεσείων δεν εισέπραξε το αντίτιμο της επιταγής αφού ο λογαριασμός του στην Τράπεζα Lombard χρεώθηκε με το αντίστοιχο ποσό. Είναι δε γι΄ αυτό το λόγο που ο εφεσίβλητος αρ. 2 αποδεχόμενος τα γεγονότα πλήρωσε στον εφεσείοντα έναντι του ποσού της επιταγής Λ.Κ.3.000 και ανέλαβε υποχρέωση όπως εντός καθορισμένου χρόνου να πληρώσει στον εφεσείοντα το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.1.312,99σεντ. Ο εφεσείων, ως καλόπιστος κομιστής της επιταγής, προέβη στις συνήθεις ενέργειες για την εξαργύρωση της επιταγής κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Καμία από τις πράξεις του δεν είχε σκοπό να παραβλάψει τα συμφέροντα των εφεσιβλήτων ή της τράπεζας". Στην υπόθεση AVACOM Computer SERVICES Ltd v. Χαράλαμπου Βυρίδη
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1424 το Πρωτόδικο Δικαστήριο αφού βρήκε ότι είχαν εξοφληθεί οι συναλλαγματικές και έτσι πέτυχε η υπεράσπιση της εξόφλησης των συναλλαγματικών απέρριψε την αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την Πρωτόδικη Απόφαση και επέρριψε την Έφεση των εναγόντων κάνοντας μνεία στο άρθρο 59 του ΚΕΦ.
  1. Στην συγκεκριμένη υπό εξέταση περίπτωση ο εναγόμενος 1 απέτυχε να ανατρέψει το μαχητό Τεκμήριο της έγκυρης ή αξιόλογης αντιπαροχής ή ανταλλάγματος. Ο Μ.Ε. των εναγόντων έγινε πιστευτός από το Δικαστήριο ενώ ο εναγόμενος 1 κρίθηκε αναξιόπιστος. Ο εναγόμενος 2 οπισθογράφησε την επιταγή και την παρέδωσε στους ενάγοντες. Οι ενάγοντες δεν πίστωσαν την επιταγή στο λογαριασμό του αλλά την τοποθέτησαν σε δικό τους ειδικό λογαριασμό γι΄ αυτές τις περιπτώσεις. Η επιταγή όταν κατέστει πληρωτέα κατατέθηκε στην πληρώτρια τράπεζα αλλά επεστράφη απλήρωτη. Η μη πληρωμή της επιταγής συνάγεται ευθέως τόσο από την μαρτυρία του Μ.Ε. όσο και από την επιστροφή της επιταγής στους ενάγοντες με την ένδειξη STOP PAYMENT. Άλλωστε είναι παραδεκτό τούτο και από τον εναγόμενο
  2. Το άρθρο 29
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου ΚΕΦ. 262 προνοεί: "29.-
(1)Νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, με τους πιο κάτω όρους, δηλαδή - (α) Ότι έγινε κάτοχος αυτής προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη και χωρίς ειδοποίηση ότι προηγουμένως δεν τιμήθηκε, αν τέτοια ήταν η περίπτωση, (β) ότι αυτός έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά το χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προσώπου το οποί μεταβίβασε αυτή". Σύμφωνα με τα πιο πάνω νομιμοποιημένος κομιστής καθίσταται κάποιος όταν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: (α) Η επιταγή να είναι συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, δηλαδή να περιέχει τα εξής στοιχεία:
(1)το όνομα της πληρώτριας τράπεζας,
(2)να κατονομάζει με εύλογη ακρίβεια το όνομα του δικαιούχου (άρθρο 74) ΚΕΦ. 62,
(3)να καθορίζεται το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς,
(4)να είναι χρονολογημένη και
(5)να είναι υπογραμμένη από τον εκδότη. (β) Η επιταγή να είναι οπισθογραφημένη (γ) Η επιταγή να μην είναι ληξιπρόθεσμη (δ) Ο κομιστής για να νομιμοποιείται δεν πρέπει να γνωρίζει ότι η επιταγή είχε εμφανιστεί προηγουμένως προς πληρωμή και δεν επληρώθει, (ε) Να αποκτήσει την επιταγή με καλή πίστη (άρθρο 90 του ΚΕΦ. 262) (στ) Να δώσει αξία στην επιταγή και (ζ) κατά τον χρόνο μεταβίβασης της επιταγής σ΄ αυτόν δεν είχε γνώση της ελαττωματικότητας του τίτλου του προηγούμενου κομιστή (άρθρο 29
(1)(β) του ΚΕΦ. 62. Ο κάτοχος γι΄ αξία (holder for value) διαφέρει από τον νομιμοποιημένο κομιστή (holder in due course) στο ότι ο τελευταίος έχει ένα αδιαμφισβήτητο τίτλο επί της επιταγής. Δεν μπορούν να προβληθούν εναντίον του ενστάσεις που θα μπορούσαν να προβληθούν κατά του προκατόχου του. Αντίθετα ο κάτοχος γι΄ αξία είναι μεν το πρόσωπο που δίδει αξία στην επιταγή, όπως και ο νομιμοποιημένος κομιστής, αλλά κατέχει την επιταγή με τα ελαττώματα που ενδεχομένως να έχει ο προκάτοχός του όπως όταν αποκτάται με δόλο, εξαναγκασμό, άσκηση βίας ή φόβου ή για παράνομη αιτία κ.λ.π. Τα δικαιώματα του νομιμοποιημένου κομιστή καθορίζονται στο άρθρο 38 του ΚΕΦ. 262 και είναι τα εξής: (α) Έχει αγώγιμο δικαίωμα (he may sue) κατά του εκδότη και όλων των πριν απ΄ αυτόν οπισθογράφων (άρθρο 38(α)(β) (β) Ο νομιμοποιημένος κομιστής κατέχει την επιταγή ελεύθερη παντός ελαττώματος του τίτλου των προηγηθέντων μερών καθώς επίσης ελεύθερη από οποιεσδήποτε υπερασπίσεις που υπάρχουν μεταξύ των προηγούμενων μερών της επιταγής. (άρθρο 38(β)) (γ) Εάν ο τίτλος του κατόχου της επιταγής είναι ελαττωματικός και μεταβιβάσει την επιταγή ο κάτοχος αυτός σε νομιμοποιημένο κομιστή, ο τελευταίος αποκτά καλό και πλήρη τίτλο επί της επιταγής (άρθρο 38(γ)(i). Η κύρια αποστολή της επιταγής, ως αξιόγραφο, είναι ότι αποτελεί μέσον κυκλοφορίας αξιών (βλ. Trans Middle East Trading v. Tiais
(1991)1 AAΔ 243). Για να εκπληρωθεί η αποστολή αυτή είναι απαραίτητο να προστατευθεί ο καλής πίστεως κομιστής που δέχεται την επιταγή με την πεποίθηση ότι θα εισπράξει το ποσό της επιταγής και να εξασφαλίσει την απαίτηση του και δεν θα βρεθεί προ ενστάσεων που θα ματαιώσουν την απαίτησή του. Έτσι δημιουργήθηκε και καθιερώθηκε η αρχή του αποκλεισμού κάποιων ενστάσεων έναντι του καλής πίστεως κομιστή οι οποίες είναι οι ακόλουθες. (α) Ενστάσεις που βασίζονται στις προσωπικές σχέσεις του εκδότη με τον δικαιούχο ή προηγούμενων κομιστών όπως για παράδειγμα της μερικής ή πλήρους έλλειψης αντιπαροχής (βλ. άρθρο 30
(1)και 38(α) του ΚΕΦ. 262). (β) Δεν μπορεί να προβληθεί κατά του νομιμοποιημένου κομιστή ένσταση εξόφλησης της επιταγής. (γ) Δεν μπορεί να προβληθεί η ένσταση ακύρωσης του τίτλου εάν δεν φαίνεται επί του τίτλου. (δ) Δεν μπορούν να προβληθούν ενστάσεις που μπορεί να προβάλει ο εκδότης κατά του δικαιούχου, όπως για παράδειγμα ότι ο δικαιούχος εξασφάλισε την επιταγή με δόλο, εξαναγκασμό, βία ή για παράνομη αιτία. Στην υπό εξέταση υπόθεση με βάση την αξιολόγηση και τα ευρήματα μου, η επιταγή είναι συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, είναι οπισθογραφημένη, δεν είναι ληξιπρόθεσμη, οι ενάγοντες (κομιστές) την απέκτησαν καλή τη πίστη, έδωσαν αξία στην επιταγή αφού την έλαβαν και την κατέθεσαν σε ειδικό, δικό τους, λογαριασμό με σκοπό όταν ετιμείτο να κατατεθεί στον χρεωστικό λογαριασμό του εναγομένου 2 και εν πάσει περιπτώσει και εάν ακόμη υποθετικά θεωρούσαμε ότι είχε ελάττωμα λόγω παρανομίας, που δεν υπάρχει αφού δεν δόθηκε τέτοια μαρτυρία, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης της επιταγής στους ενάγοντες ως κομιστές, οι ενάγοντες δεν είχαν γνώση της ελαττωματικότητας αυτής του τίτλου του προηγούμενου κομιστή. Ο εναγόμενος 1 δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι οι ενάγοντες ήταν καλή τη πίστη νόμιμα κομιστές της επιταγής. Οι ενάγοντες ως καλόπιστοι κομιστές της επιταγής προέβησαν στις συνήθεις ενέργειες για την εξαργύρωση της επιταγής κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Καμία από τις πράξεις τους δεν είχε σκοπό να παραβλάψει τα συμφέροντα του εναγομένου 1. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησαν να αναλύσω και εξηγήσω κρίνω ότι οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την υπόθεση τους και να επιτύχουν στην αξίωση τους. Η αξίωση για τόκο 9% επί του ποσού των Λ.Κ.6.000 από 01.01.03 ως απώλεια, καθ΄ ότι το ποσό αυτό θα το δάνειζαν σε τρίτους στα πλαίσια των εργασιών τους, δεν αποδείχθηκε αφού δεν δόθηκε μαρτυρία ότι εξαντλήθηκαν τα χρήματα που είχαν στην διάθεση τους για να δανείζουν τους τρίτους. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 1 για το ποσό των Λ.Κ.6.000 με νόμιμο τόκο από 02.07.03, ημέρα καταχώρησης της αγωγής, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.