Αράμ Καραογλανιάν κ.α. ν. Δημήτρη Κονή, Αρ. Αγωγής: 154/04, 31 Μαϊου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 154/04 Μεταξύ:
- Αράμ Καραογλανιάν,
- Κ.Μ. REALA ENTERPRISES CO LTD, Εναγόντων, και Δημήτρη Κονή, Εναγόμενου. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Μαϊου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Λάντος. Για τον Εναγόμενο: κ. Βαλιαντής. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία ν΄ αναγνωρίζεται ότι τα διάφορα αντικείμενα που καταγράφονται στην παράγραφο Α της Έκθεσης Απαίτησης είναι ιδιοκτησία των Εναγόντων καθώς και διάταγμα παράδοσής τους, από τον Εναγόμενο σ΄ αυτούς. Επιπρόσθετα, αξιώνουν ειδικές αποζημιώσεις για κάθε ένα αντικείμενο που ο Εναγόμενος οικειοποιήθηκε καθώς και την επιστροφή του ποσού των £21.487,17, το οποίο δάνεισαν στον Εναγόμενο. Είναι η θέση των Εναγόντων 1 και 2 όπως αυτή καταγράφηκε στην Έκθεση Απαίτησης, ότι ο Ενάγοντας 1 είναι επιχειρηματίας και ασχολείται με την εκμετάλλευση εστιατορίων και μπυραριών ενώ η Ενάγουσα 2 ασκεί τις ίδιες επιχειρηματικές δραστηριότητες με τον Ενάγοντα
- Ο Εναγόμενος, κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ήταν κάτοχος του υποστατικού στην οδό Καταλυμάτων 29 στην Αγία Νάπα, το οποίο μετονομάστηκε σε Woodoo Bar και λειτουργούσε ως μπυραρία. Η διαμόρφωση του συγκεκριμένου υποστατικού σε μπυραρία έγινε δυνάμει προφορικής συμφωνίας, που έγινε τον Δεκέμβριο του 2002 μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου, ότι αυτό θα λειτουργούσε επί συνεταιρικής βάσης, με μερίδιο 50% στα κέρδη για τον καθένα. Την ευθύνη για την λειτουργία της μπυραρίας θα την έφερε ο Εναγόμενος. Οι Ενάγοντες βασιζόμενοι στην προφορική συμφωνία προχώρησαν στην διαμόρφωση του υποστατικού ξοδεύοντας για την αγορά εξοπλισμού και επίπλωσης το ποσό των £19.935,
- Μεταξύ της επίπλωσης και του εξοπλισμού που αγοράστηκε ήταν και τα ακόλουθα αντικείμενα: KNC φωτορυθμικά, μια αντλία νερού, SGM φωτιστικά, SPS DUCTING, 7 βούρνες με πάγκους, ένα λάστιχο πιστολάκι νερού, φώτα τοίχου, σύστημα εξαερισμού, κινέζικο άγαλμα, 4 τραπεζάκια παμπού, 12 σκαμνάκια μικρά, 60 σκαμνάκια μεγάλα, 8 καναπέδες, 12 προβολείς μεγάλους, 9 σκαμνάκια μικρά και ηχητικά SGM. Η μπυραρία λειτούργησε αρχές Ιανουαρίου του 2003 υπό την διεύθυνση του Εναγόμενου μέχρι και τις 20.5.03 που καταρτίστηκε γραπτή συμφωνία μεταξύ των μερών λόγω διαφόρων διαφωνιών που υπήρχαν στον τρόπο λειτουργίας της. Λειτούργησε από τις 21.5.03 μέχρι και τις 30.9.03, δυνάμει της γραπτής συμφωνίας, όταν ο Εναγόμενος την έκλεισε λόγω της χειμερινής περιόδου καθώς και λόγω του ότι εκκρεμούσε εναντίον του, από τον ιδιοκτήτη του υποστατικού, διαδικασία έξωσης λόγω της ύπαρξης καθυστερημένων ενοικίων. Ο Ενάγοντας 1 μετά την 1.10.03 μπήκε στο υποστατικό και πήρε μερικά προσωπικά του αντικείμενα, πλην όμως ο ιδιοκτήτης του υποστατικού των ειδοποίησε να αφήσει το περιεχόμενο του υποστατικού όπως ήταν έτσι ώστε με την ανάκτηση της κατοχής να καταστεί ευχερής μια συμφωνία μεταξύ τους. Ο Εναγόμενος μετά την 1.10.03 εγκατέλειψε την Κύπρο και επέστρεψε από την Ουκρανία περί το τέλος Ιανουαρίου του
- Ο Ενάγοντας 1, όταν δεν επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ του και του ιδιοκτήτη του υποστατικού, δοκίμασε να εισέλθει σ΄ αυτό για να παραλάβει τον εξοπλισμό πλην όμως είχε αλλαχθεί η κλειδαριά. Στις 22.4.04 οι Ενάγοντες παρέλαβαν από το ΤΑΕ Αμμοχώστου μερικά από τα αντικείμενα που τους ανήκαν, πλην όμως δεν παρέλαβαν τα αντικείμενα τα οποία αξιώνουν με την παρούσα αγωγή και η αξία των οποίων ανέρχεται στις £16.
- Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες αξιώνουν την επιστροφή του ποσού των £21.487,17 το οποίο δάνεισαν στον Εναγόμενο ή και πλήρωσαν για λογαριασμό του σε τρίτα πρόσωπα, μεταξύ του Δεκέμβρη του 2002 και του Σεπτέμβρη του
- Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του εγείρει προδικαστικά ότι η Ενάγουσα εταιρεία 2 δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την υπό εκδίκαση αγωγή. Αρνείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία για συνεργασία μεταξύ του και του Ενάγοντα 1 για την εκμετάλλευση και λειτουργία της μπυραρίας στη οδό Καταλυμάτων 29 και ισχυρίζεται ότι γίνονταν μόνο συζητήσεις μεταξύ τους. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας 1 βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις, απευθείας, με τον ιδιοκτήτη του υποστατικού για την αποκλειστική χρήση και λειτουργία της μπυραρίας. Ισχυρίζεται, ότι η μεταξύ τους συνεργασία άρχισε με την υπογραφή της γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 20.5.03, στις 21.5.
- Όρος της συμφωνίας, κατά τον Εναγόμενο, ήταν ότι το 50% των κερδών θα διανέμετο κάθε μέρα μετά από αφαίρεση των καθημερινών εξόδων. Όσον αφορά τους λοιπούς ισχυρισμούς που καταγράφονται στις παραγράφους 7 μέχρι 17 της Έκθεσης Απαίτησης με την εξαίρεση, των παραγράφων 9 και 12 τις οποίες παραδέχεται, αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται σ΄ αυτές. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν συνολικά έξι μάρτυρες. Η εκδοχή των Εναγόντων προωθήθηκε πρώτιστα από την μαρτυρία του Ενάγοντα 1 (Μ.Ε.1), ο οποίος σε συντομία ανέφερε ότι η Ενάγουσα εταιρεία 2 του ανήκει και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 πιστοποιητικό εγγραφής της εταιρείας και ότι αυτή λειτουργεί μέχρι σήμερα και ως Τεκμήριο 2 πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας καθώς πιστοποιητικό των μετόχων της και των αξιωματούχων της. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ο ίδιος ήθελε να ανοίξει κάποια δουλειά στην Αγία Νάπα και όταν ο Εναγόμενος το πληροφορήθηκε τον επισκέφθηκε με εισήγηση όπως συνεργαστούν λόγω του ότι ο ίδιος είχε υποστατικό, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Όταν ο Ενάγοντας 1 επισκέφθηκε το υποστατικό, αυτό ήταν άδειο και λόγω του ότι του άρεσε κατέληξαν μεταξύ τους σε προφορική συμφωνία για την διαμόρφωσή του σε μπυραρία. Ο Εναγόμενος θα συνεισέφερε βάζοντας το ακίνητο και ο Ενάγοντας 1 θα έβαζε τον εξοπλισμό για να τεθεί σε λειτουργία ως μπυραρία. Ήταν η θέση του μάρτυρα (Μ.Ε.1) ότι περί τον Δεκέμβριο του 2002 επισκέφθηκαν μαζί με τον Εναγόμενο τα μαγαζιά που πωλούσαν εξοπλισμό για μπυραρίες και παρήγγειλαν αυτά που χρειάζονταν. Η πληρωμή γινόταν με επιταγή ή μετρητά, τα οποία καταβάλλονταν από τον ίδιον και η αρχική δαπάνη ανήρθε στο ποσό των £19.
- Κατέθεσε προς υποστήριξη της θέσης του οκτώ
(8)αποδείξεις. Η απόδειξη για την αγορά των φωτορυθμικών κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, της αντλίας του νερού ως Τεκμήριο 4, των φωτιστικών από την εταιρεία SGM ως Τεκμήριο 5, της κατασκευής του μπαρ από την εταιρεία SPS ως Τεκμήριο 6, των φωτιστικών από την εταιρεία Viofos ως Τεκμήριο 7, του φουγάρου ως Τεκμήριο 8 , των ηχητικών και φωτορυθμικών ως Τεκμήρια 9 και
- Για το άγαλμα παμπού πλήρωσε £97 ενώ για τους 4 καναπέδες και τις πολυθρόνες παμπού πλήρωσε £1.150 και κατέθεσε προς υποστήριξη της θέσης του το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.1, η μπυραρία τέθηκε σε λειτουργία στις 4 ή 5 Ιανουαρίου 2003 και υπεύθυνος ήταν ο Εναγόμενος, κ. Κονής. Από τις αρχές της λειτουργίας της υπήρχαν διαφωνίες για τον τρόπο διαχείρισής της, από τον Εναγόμενο, καθώς και προβλήματα με τις σχετικές άδειες και γι΄ αυτό τον λόγο, από κοινού οι εμπλεκόμενοι, αποφάσισαν να καταρτιστεί γραπτή συμφωνία για την συνεργασία τους. Ο μάρτυρας επισκέφθηκε τον δικηγόρο του κο Ποιητή για την κατάρτιση της συμφωνίας ο οποίος και την ετοίμασε. Η συμφωνία αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β για αναγνώριση. Όμως, ο Εναγόμενος δεν συμφωνούσε με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμφωνίας. Μετά από δύο-τρεις συναντήσεις κατέληξαν σε συμφωνία, η οποία καταρτίστηκε από τον δικηγόρο του Εναγόμενου και υπογράφτηκε το συμβόλαιο στις 20.5.03, τ΄ οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας (Μ.Ε.1) ισχυρίστηκε ότι η μπυραρία θα λειτουργούσε μέχρι τις 30.9.03 με διευθυντή τον Εναγόμενο, τα κέρδη θα μοιράζονταν σε ίσα μερίδια μεταξύ των δύο, πλην όμως όλος ο εξοπλισμός που αγοράστηκε από τον ίδιον θα του επιστρεφόταν με την λήξη της συμφωνίας. Όμως, κατά την υπογραφή της συμφωνίας, στις 21.5.03, είχαν τοποθετηθεί και νέα εμπορεύματα στην μπυραρία αξίας £8.500 για τα οποία είχε γίνει συμφωνία καταβολής του 50% από τον Εναγόμενο προς τον Ενάγοντα 1, πράγμα που δεν έγινε. Η μπυραρία λειτούργησε, όμως η πελατεία ήταν μειωμένη και οι εισπράξεις κάθε βραδιάς δεν ικανοποιούσαν του μισθούς των υπαλλήλων αλλά ούτε και τα έξοδα της ημέρας οπόταν συμπλήρωνε ο ίδιος ο Ενάγοντας 1 από δικά του λεφτά. Όταν η μπυραρία ήταν κλειστή ο Ενάγοντας 1 την επισκέφθηκε, λόγω του ότι κρατούσε και ο ίδιος κλειδιά, για να παραλάβει τον εξοπλισμό, ο οποίος του ανήκε, όμως οι κλειδωνιές είχαν αλλαχθεί και η πόρτα δεν άνοιγε. Ο Εναγόμενος όλο αυτό το διάστημα διατηρούσε διαμέρισμα πάνω από την μπυραρία, του οποίου η είσοδος ήταν δια μέσου της μπυραρίας. Μετά από πληροφορίες ότι ο Εναγόμενος πωλούσε τον εξοπλισμό της μπυραρίας, ο ίδιος (Μ.Ε.1) πέρασε από το υποστατικό και διαπίστωσε ότι έλειπε το φουγάρο με το μοτέρ και ο εξαεριστήρας. Κατάγγειλε την απουσία τους στην Αστυνομία. Παράλληλα, έβαλε δικούς του ανθρώπους να ψάχνουν για να βρουν που ήταν τα συγκεκριμένα αντικείμενα και έδωσε οδηγίες για καταχώρηση αγωγής. Από τον Σεπτέμβρη 2003 μέχρι τον Απρίλιο 2004 το υποστατικό ήταν κλειδωμένο και σύμφωνα με τον μάρτυρα δεν μπορούσε ν΄ εισέλθει σ΄ αυτό. Τον Απρίλιο του 2004 ο Μ.Ε.1 ειδοποιήθηκε από τον κο Νίκο Κλεάνθους, διευθυντή των επιχειρήσεών του, ότι εναντίον του Εναγόμενου είχε εξασφαλιστεί διάταγμα έξωσης και κλήθηκε να παραλάβει τα αντικείμενα τα οποία του ανήκαν. Λόγω του ότι απουσίαζε στο εξωτερικό έστειλε κάποιο κο Καλογήρου ως αντιπρόσωπό του. Δεν ήξερε με σιγουριά αν υπήρχαν άλλοι εκεί την ημέρα παράδοσης του υποστατικού στον ιδιοκτήτη του. Νόμιζε ότι παρόντες, την ημέρα εκείνη, ήταν και ο δικηγόρος του Εναγόμενου, ο ίδιος ο Εναγόμενος, ο ιδιοκτήτης του υποστατικού, ένας αστυνομικός και οι δικοί του εκπρόσωποι. Πήρε από το υποστατικό, την ημέρα εκείνη, τον εξαεριστήρα, τις βούρνες, την επίπλωση και τα σκαμνάκια και μετά από λίγες μέρες ειδοποιήθηκε από την Αστυνομία να παραλάβει τα αντικείμενα τα οποία καταγράφονται στο Τεκμήριο 12 τα οποία βρέθηκαν πεταγμένα. Όμως, έλειπαν από το υποστατικό τα ηχητικά αξίας £4.124, Τεκμήριο 3, οι προβολείς αξίας £300 και τα φωτορυθμικά αξίας £9.504, Τεκμήριο
- Επειδή παρέλαβε φωτορυθμικά αξίας περίπου £4.000 διεκδικεί τώρα μόνο £9.900, την αξία αυτών που λείπουν. Εκτός από την επιχειρηματική συνεργασία τους, τα εμπλεκόμενα μέρη είχαν και φιλικές σχέσεις και ο Ενάγοντας 1 δάνειζε διάφορα ποσά στον Εναγόμενο τα οποία και σημείωνε. Του δάνεισε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, το συνολικό ποσό των £11.
- Κατέθεσε το Τεκμήριο 13, το οποίο αφορά δικές του χειρόγραφες σημειώσεις για τα ποσά που δάνειζε στον Εναγόμενο. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 πρόχειρη απόδειξη για την πληρωμή δικηγόρου, για το ποσό των £600, για λογαριασμό του Εναγόμενου για δικές του υποθέσεις. Όλα τα ποσά τα οποία καταγράφονται στο Τεκμήριο 13, ήταν ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι πληρώθηκαν με οδηγίες του ίδιου του Εναγόμενου. Επίσης, πληρώθηκαν με οδηγίες του Εναγόμενου ένα αεροπορικό εισιτήριο του ίδιου για την Ουκρανία, για την αγορά του οποίου εκδόθηκε απόδειξη η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Γ για αναγνώριση. Πλήρωσε, τον άλλο δικηγόρο του Εναγόμενου, για λογαριασμό του, το ποσό των £1.500 και εκδόθηκε η απόδειξη που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αγοράστηκε ακόμα ένα εισιτήριο, για μια αλλοδαπή φίλη του Εναγόμενου, για το οποίο κατατέθηκε το Τεκμήριο Δ προς αναγνώριση. Παράλληλα, ο Ενάγοντας 1 του έστειλε στην Ουκρανία, όταν βρισκόταν εκεί ο Εναγόμενος, μέσω της εταιρείας Western Union, σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες, το ποσό των $1.
- Κατέθεσε, προς υποστήριξη του ισχυρισμού του, τα Τεκμήρια 16, 17 και
- Δόθηκαν και διάφορα άλλα ποσά σε μετρητά στον Εναγόμενο μεταξύ των οποίων και ένα ποσό της τάξεως των £1.000 για το οποίο εκδόθηκε η πρόχειρη απόδειξη η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Όλα αυτά τα λεφτά προήλθαν από την Ενάγουσα 2, ήταν ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1, τόσο τα δανεικά καθώς και οι πληρωμές για τον εξοπλισμό. Κατέθεσε ως Τεκμήριο Ε προς αναγνώριση, αντίγραφο του τραπεζικού λογαριασμού της Ενάγουσας
- Κατέληξε, ότι παρόλο που του ζήτησε τα προσωπικά λεφτά που του είχε δανείσει, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των £11.900, ο Εναγόμενος δεν του τα επέστρεψε γι΄ αυτό και τα ζητά με την αγωγή του. Ζητά επίσης την υπόλοιπη αξία των αντικειμένων που λείπουν από την μπυραρία, δηλαδή £9.900 περίπου καθώς και £4.250 που ο Εναγόμενος όφειλε να του επιστρέψει δυνάμει της συμφωνίας. Αντεξεταζόμενος, ο Ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) ανέφερε ότι ασχολείται με τις εισαγωγές βαραίου τύπου μηχανημάτων καθώς και με τουριστικές δουλειές όπως ενοικίαση διαμερισμάτων, συμμετοχή σε εστιατόρια, δισκοθήκες και άλλα νυκτερινά κέντρα. Ισχυρίστηκε, ότι ο Εναγόμενος μεταξύ του Οκτωβρίου και του Δεκεμβρίου του 2002 τον προσέγγισε γιατί ήξερε ότι ο ίδιος έψαχνε για μπυραρία. Η πρώτη συνάντηση έγινε στο γραφείο του Ενάγοντα 1 στην Αγία Νάπα και κλείστηκε ραντεβού για να δείξει ο Εναγόμενος στον Ενάγοντα 1 το υποστατικό. Κατά την επίσκεψη στο υποστατικό ο Ενάγοντας 1 διαπίστωσε ότι ήταν διακοσμημένο, εξοπλισμένο και σε λειτουργία. Ο Εναγόμενος του ανέφερε ότι το υποστατικό ήταν συνεταιρικό με άλλους. Προς τα τέλη του 2002 ο Εναγόμενος τον ξαναπροσέγγισε διότι είχε διαλύσει τον συνεταιρισμό και του ανέφερε ότι ήταν έτοιμος για ένα νέο συνεταιρισμό μαζί του. Η συμφωνία μεταξύ τους ήταν αρχικά προφορική. Ερωτηθείς απάντησε ότι ο Εναγόμενος τον παρέπεμψε στον δικηγόρο κ. Βαλιαντή για να τον ενημερώσει για την υπόθεση έξωσης που εκκρεμούσε εναντίον του Εναγόμενου καθώς και γενικά για την μπυραρία. Στο συγκεκριμένο ραντεβού πλήρωσε, ο Μ.Ε.1, στον δικηγόρο £600 για να βοηθήσει τον Εναγόμενο στην διαδικασία έξωσης και μετά από δύο μέρες έδωσε ακόμα £600 στον ίδιον δικηγόρο. Ερωτηθείς από τον δικηγόρο κατά πόσο ο δικηγόρος παρέλαβε τα λεφτά για λογαριασμό του κ. Κονή, ο Ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) απάντησε ότι όντως ο δικηγόρος παρέλαβε τα λεφτά για λογαριασμό του Εναγόμενου. Η προφορική συμφωνία η οποία επιτεύχθηκε μεταξύ των μερών ήταν να βάλει εξολοκλήρου τον εξοπλισμό ο Ενάγοντας 1 και μετά που θα ξεκινούσαν οι εργασίες της μπυραρίας θα έπαιρνε πίσω το μισό από το κεφάλαιο που είχε διαθέσει για τον εξοπλισμό καθώς και το ποσό το οποίο είχε δανείσει στον Εναγόμενο για προσωπικούς του λογαριασμούς. Μετά που άρχισε να λειτουργεί η μπυραρία, τον Ιανουάριο του 2003, προέκυψαν προβλήματα με τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού τα οποία έπρεπε να επιλυθούν. Στα μέσα του Ιούνη ή του Ιούλη 2003, δεν θυμόταν ο μάρτυρας (Μ.Ε.1) ακριβώς πότε, οι ιδιοκτήτες του υποστατικού τον προσέγγισαν με μια προσφορά να του παραχωρήσουν το μαγαζί όταν εκδοθεί διάταγμα έξωσης εναντίον του κ. Κονή ή για συνεταιρισμό ή ακόμα και για να πάρει τα περιουσιακά του στοιχεία από το μαγαζί. Ερωτηθείς γιατί έδινε στον Εναγόμενο δανεικά, ο Ενάγοντας 1 ανέφερε ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος του είχε ζητήσει να τον βοηθήσει, ήταν συνέταιρός του και του είχε υποσχεθεί ότι θα του επιστρέψει τα χρήματα. Σε ερώτηση του δικηγόρου αναφορικά με το ποιες ήταν οι διαφωνίες μεταξύ των μερών, ο μάρτυρας (Μ.Ε.1) ανέφερε ότι αφορούσαν την διαφωνία του με τον τρόπο διαχείρισης της μπυραρίας από τον Εναγόμενο, τα προβλήματα που προέκυψαν με τον ΚΟΤ και τον Δήμο Αγίας Νάπας καθώς και τις πιέσεις που είχε από ανθρώπους που χρωστούσε ο Εναγόμενος, οι οποίες εμφανίστηκαν μετά την λειτουργία της μπυραρίας. Αναφορικά με την γραπτή συμφωνία, η οποία είχε καταρτιστεί από τον κ. Ποιητή, Τεκμήριο Β προς αναγνώριση, ήταν η θέση του μάρτυρα (Μ.Ε.1) ότι ο Εναγόμενος αρνείτο να την υπογράψει και ήθελε να συνταχθεί άλλη συμφωνία από τον δικό του δικηγόρο, τον κ. Βαλιαντή. Καταρτίστηκε πρόχειρη συμφωνία, το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση, στο εστιατόριο του Ενάγοντα 1 και ο κ. Βαλιαντής μετά την παρέλευση λίγων ημερών πήρε την συγκεκριμένη συμφωνία για υπογραφή στους ενδιαφερόμενους. Η μπυραρία λειτουργούσε τις βραδινές ώρες από τον Εναγόμενο και το προσωπικό που ο ίδιος επέλεξε. Όμως, η δουλειά δεν πήγαινε καλά και τα έξοδα συμπληρώνονταν από το προσωπικό ταμείο του Ενάγοντα
- Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν είχε γίνει και η διανομή κερδών, σύμφωνα με τον Μ.Ε.
- Σε υποβολή του δικηγόρου ότι οι αγορές που φαίνονται στο Τεκμήριο 3 δεν έχουν σχέση με τον συνεταιρισμό, ο μάρτυρας (Μ.Ε.1) ισχυρίστηκε ότι μαζί με τον Εναγόμενο παράγγελλαν τον εξοπλισμό, τον οποίο παραλάμβανε ο Εναγόμενος και πλήρωνε ο ίδιος, αφού ενεργούσαν ως συνέταιροι, βάση της προφορικής συμφωνίας. Ήταν η θέση του ότι είχε στην κατοχή του κλειδιά του υποστατικού πλην όμως κατά την λειτουργία του δεν τα χρησιμοποίησε ποτέ αφού όταν πήγαινε εκεί ήταν παρών ο Εναγόμενος, ο οποίος κατοικούσε πάνω από την μπυραρία και η είσοδος της κατοικίας του ήταν μέσα στην μπυραρία. Μετά την λήξη της συμφωνίας μεταξύ των μερών, ο μάρτυρας (Μ.Ε.1) πήγε στο υποστατικό για να παραλάβει τα αντικείμενά του, πλην όμως βρήκε αλλαγμένη την κλειδαριά και αναγκάστηκε να επικοινωνήσει με τον ιδιοκτήτη του υποστατικού ο οποίος του εισηγήθηκε να περιμένει μέχρι να τελειώσει η διαδικασία έξωσης που εκκρεμούσε. Μετά που πήρε την κατοχή του υποστατικού ο ιδιοκτήτης με την άδεια του ιδιοκτήτη, ο Ενάγοντας 1 εισήλθε στο υποστατικό για να πάρει τα αντικείμενα τα οποία ήταν ιδιοκτησία του, πλην όμως έλειπαν πλείστα από τα αντικείμενα, εκτός από κάτι πολυθρόνες παμπού, τα σκαμνάκια και 4 βούρνες, και δεν έχει οποιαδήποτε στοιχεία για το που βρίσκονται. Ο μάρτυρας (Μ.Ε.1) σε αριθμό ερωτήσεων του δικηγόρου του Εναγόμενου ξεκαθάρισε ότι άλλα ήταν τα λεφτά που δόθηκαν στα πλαίσια του συνεταιρισμού, για να στηθεί η μπυραρία και άλλα τα δανεικά που έδινε στον Εναγόμενο γιατί του είχε εμπιστοσύνη και γνώριζε ότι βρισκόταν σε δύσκολη οικονομική κατάσταση. Τα δύο δεν είχαν καμιά σχέση μεταξύ τους. Αντεξετασθείς αναφορικά με το γιατί δεν ζήτησε τα δανεικά λεφτά από τον Εναγόμενο ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι τον γύρευε αλλά άλλαξε κινητό και διεύθυνση, λόγω της έξωσης, και δεν μπορούσε να τον εντοπίσει. Ο δεύτερος μάρτυρας ήταν ο κ. Ζορπάς (Μ.Ε.2). Διατηρεί την δική του εταιρεία, η οποία ασχολείται με την έκδοση εισιτηρίων. Αναγνώρισε το Τεκμήριο Γ προς αναγνώριση ως δικό του έγγραφο το οποίο είχε εκδοθεί για αγορά εισιτηρίου, για το οποίο πλήρωσε ο Ενάγοντας 1 με το ποσό των £286,50 παρουσία του Εναγόμενου. Κατατέθηκε το έγγραφο και έγινε Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο λόγος που η απόδειξη εκδόθηκε επ΄ ονόματι του "Ideal Night Club" ήταν γιατί πληρώθηκε από τον Ενάγοντα 1, ο οποίος διατηρεί λογαριασμό στο ταξιδιωτικό γραφείο του μάρτυρα (M.E.1) σε αυτό το όνομα. Ο κ. Νίκος Κλεάνθους ήταν ο τρίτος μάρτυρας στην διαδικασία (Μ.Ε.3). Είναι ο διευθυντής των επιχειρήσεων του Ενάγοντα
- Ανέφερε ότι γνώρισε τον Εναγόμενο στο γραφείο του Ενάγοντα 1 περί τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο του 2002, όταν προσέφερε στον Ενάγοντα 1 τόπο για να συνεργαστούν. Ισχυρίστηκε, ότι ήταν παρών κατά την προφορική συμφωνία στην οποία ο Ενάγοντας 1 ανέλαβε να εξοπλίσει την μπυραρία του Εναγόμενου στην οποία θα ήταν συνέταιροι με ποσοστό 50% στα κέρδη μετά που ο Ενάγοντας 1 θα εισέπραττε τα λεφτά που είχε επενδύσει. Ανέφερε ότι η μπυραρία, που από "Lost City" μετονομάστηκε σε "Woodoo", λειτούργησε τον Ιανουάριο του 2003 με υπεύθυνο τον Εναγόμενο και έκλεισε τέλος Φεβρουαρίου του 2003 γιατί υπήρχαν προβλήματα αναφορικά με την άδεια λειτουργίας και τον Κ.Ο.Τ. Ξανάνοιξε γύρω στα μέσα με τέλος Μαϊου του
- Όμως, λόγω των διαφωνιών που υπήρχαν μεταξύ τους, για τον τρόπο λειτουργίας, αποφάσισαν να κάνουν ένα συμβόλαιο. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είχε δει το συμβόλαιο στο γραφείο του Μ.Ε.1 και αναγνώρισε, στο Τεκμήριο Β προς αναγνώριση, το συγκεκριμένο συμβόλαιο. Τον Μάϊο της ιδίας χρονιάς σε συνάντηση που έγινε στο εστιατόριο "Φιλίνα" παρουσία του ίδιου, του Ενάγοντα 1, του κ. Βαλιαντή, του Εναγόμενου καθώς και του κ. Καλογήρου, συζητείτο το θέμα του συμβολαίου που είχε γίνει από τον κ. Ποιητή και επειδή δεν συμφωνούσαν την ίδια στιγμή ο κ. Βαλιαντής ιδιοχείρως κατάρτησε νέο συμβόλαιο το οποίο υπέγραψαν. Η μπυραρία άνοιξε το τέλος Μαϊου μέχρι το τέλος Αυγούστου. Όμως, από τις επισκέψεις του ίδιου του μάρτυρα (Μ.Ε.3) διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν διαφωνίες στον τρόπο λειτουργίας της μπυραρίας γιατί η μπυραρία ζήμιωνε. Μέχρι το τέλος Αυγούστου ο εξοπλισμός της μπυραρίας που είχε αγοραστεί ήταν εντός του υποστατικού. Για το υποστατικό κλειδιά κρατούσε ο Εναγόμενος, ο οποίος έμενε σε διαμέρισμα πάνω από την μπυραρία και έμπαινε από την είσοδό της για να πάει στο διαμέρισμά του. Τελειώνοντας, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν παρών όταν ο Ενάγοντας 1 έδινε μετρητά στον Εναγόμενο, τ΄ οποία στην αρχή ήταν για τον εξοπλισμό και για τ΄ οποία υπήρχαν αποδείξεις. Ενώ παράλληλα ισχυρίστηκε ότι και ίδιος είχε δώσει, εκ μέρους του Ενάγοντα 1, λεφτά στον Εναγόμενο. Στην αντεξέταση ήταν η θέση του Μ.Ε.3 ότι είναι έμμισθος υπάλληλος του Ενάγοντα 1 για 15 χρόνια. Υποστήριξε ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο όσα γνώριζε και όσα έγιναν στην παρουσία του. Επέμενε, ότι μπροστά του γράφτηκε το συμβόλαιο ιδιοχείρως από τον κ. Βαλιαντή, ο οποίος στην συνέχεια το πήρε μαζί του για να το τυπώσει. Επίσης, επέμενε ότι στην παρουσία του ο Εναγόμενος αρνήθηκε να υπογράψει το συμβόλαιο που είχε ετοιμαστεί από τον κ. Ποιητή γι΄ αυτό και ο ίδιος πήγε στο γραφείο και έφερε χαρτί για να γραφτεί ιδιοχείρως το νέο συμβόλαιο. Το χειρόγραφο συμβόλαιο, ήταν η θέση του, καταρτίστηκε εκείνη την στιγμή έτσι ώστε να μην αλλάξει γνώμη ο κ. Κονής και υπογράφτηκε και από τους δύο με μάρτυρα τον κ. Καλογήρου. Στη συνέχεια το πήρε μαζί του ο κ. Βαλιαντής για να τυπωθεί και να το στείλει πίσω να υπογράψουν. Ερωτηθείς αν γνώριζε το ποσό που ο Ενάγοντας 1 δάνεισε στον Εναγόμενο ισχυρίστηκε ότι δεν το γνώριζε. Το μόνο που θυμόταν ήταν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις του έδωσε επιταγές των £400 που ενώ έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για τον εξοπλισμό ο Εναγόμενος τις χρησιμοποίησε για δικούς του σκοπούς. Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο κ. Δήμος Παπαδόπουλος (Μ.Ε.4) ο οποίος σήμερα διατηρεί κατάστημα αποικιακών. Παλαιότερα ασχολείτο με την διαχείριση δισκοθηκών. Γνωρίζει τόσο τον Ενάγοντα 1 καθώς και τον Εναγόμενο αφού το 2002 τους πούλησε εμπορεύματα. Αναγνώρισε το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση και ανέφερε ότι ο ίδιος το σύνταξε. Ήταν η θέση του ότι πώλησε 12 σκαμνάκια μικρά προς £12, 60 σκαμνάκια μεγάλα προς £22 και 8 καναπέδες προς £30 για το συνολικό ποσό των £1.704 στον Ενάγοντα 1 και τον Εναγόμενο. Το Τεκμήριο Α κατατέθηκε και έγινε Τεκμήριο
- Τα εμπορεύματα παραδόθησαν στην παρουσία του Ενάγοντα 1 και του Εναγόμενου και το τίμημά τους καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα
- Κατά την αντεξέταση ερωτηθείς απάντησε ότι δεν θυμόταν για ποιο σκοπό αγοράστηκαν τα εμπορεύματα, ούτε και γνώριζε γιατί τον επισκέφθηκαν και οι δύο μαζί για την αγορά τους. Ο ίδιος γνώριζε τον Εναγόμενο πριν από την συγκεκριμένη αγορά και ήταν ο Εναγόμενος που πήρε τον Ενάγοντα 1 στο μαγαζί του. Για την συγκεκριμένη αγορά δεν εξέδωσε τιμολόγιο λόγω του ότι τα έπιπλα ήταν μεταχειρισμένα έπιπλα δισκοθήκης. Οι ίδιοι είχαν πάρει αυτοκίνητο και τα φόρτωσαν έξω από την δισκοθήκη του μάρτυρα (Μ.Ε.4) στην Λεμεσό. Τελευταίος κατάθεσε ο κ. Γεώργιος Καλογήρου (Μ.Ε.5) ο οποίος είναι οδηγός ταξί στην Αγία Νάπα. Με τον Ενάγοντα 1 είναι οικογενειακοί φίλοι ενώ ο Εναγόμενος είναι γνωστός του. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ο Ενάγοντας 1 με τον Εναγόμενο συμφώνησαν να βάλει ο Ενάγοντας 1 τα πράγματα για την μπυραρία με δικά του λεφτά και ο Εναγόμενος το υποστατικό. Όλα αυτά τα γνώριζε γιατί ήταν παρών κατά τις διαπραγματεύσεις. Η μπυραρία "Woodoo" ξεκίνησε την λειτουργία της κοντά στα Χριστούγεννα του 2002 αλλά ο μάρτυρας δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβή ημερομηνία. Επισκεπτόταν προσωπικά το μαγαζί εκ μέρους του κ. Αράμ, τ΄ οποίο εργαζόταν Σαββατοκυρίακα. Τον Μάρτη του 2003 η μπυραρία έκλεισε για να γίνουν ανακαινίσεις για το καλοκαίρι. Άνοιξε ξανά για λίγο διάστημα το 2003 και έκλεισε. Ο Εναγόμενος είχε προβλήματα με τον ιδιοκτήτη του υποστατικού και είχε επισκεφθεί το υποστατικό άνθρωπος του Δικαστηρίου για να το σφραγίσει. Την ημέρα που πήγε για το συγκεκριμένο λόγο ο άνθρωπος του Δικαστηρίου με τον Αστυνομικό, ο μάρτυρας (Μ.Ε.5) ισχυρίστηκε ότι ήταν παρών, εκ μέρους του Ενάγοντα 1, για να καταγράψει τα πράγματα που ανήκαν στον Ενάγοντα 1 πριν σφραγιστεί το υποστατικό. Καταγράφησαν και κλειδώθηκαν σε μια αποθήκη πίσω από το υποστατικό. Έλειπαν όμως ορισμένα πράγματα από μέσα όπως μεγάφωνα και ένα ηχητικό σύστημα. Ο ίδιος ενημέρωσε τον Ενάγοντα 1 αναφορικά με αυτό το θέμα. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 19 και ανέφερε ότι ο ίδιος το έγραψε και ο ίδιος έδωσε τις £1.000 στον Εναγόμενο, εκ μέρους του Ενάγοντα 1 σε μετρητά. Κατά την αντεξέταση ερωτηθείς απάντησε ότι δεν θυμόταν την ημερομηνία που σφραγίστηκε το υποστατικό. Αυτό που θυμόταν ήταν ότι του τηλεφώνησε ο Ενάγοντας 1, ο οποίος απουσίαζε, να πάει να καταμετρήσει τα πράγματα που ήταν στο μαγαζί. Υπήρχαν τραπέζια, καναπέδες και καρέκλες παμπού, σκαμνάκια και τραπεζάκια στο μαγαζί. Ο Εναγόμενος δεν ήταν παρόν την συγκεκριμένη μέρα. Όταν πήγε εκεί το μαγαζί ήταν ανοικτό και εκεί βρισκόταν ο Δικαστικός Επιδότης, ο αστυνομικός και ο ιδιοκτήτης. Ισχυρίστηκε, ότι ο ίδιος έβαλε στην αποθήκη, μαζί με τον αστυνομικό τα σκαμνάκια, τις θερμάστρες γκαζιού και άλλα έπιπλα. Ήταν η θέση του ότι αρχικά κρατούσαν κλειδιά ο Ενάγοντας 1 και ο Εναγόμενος. Στη συνέχεια οι κλειδαριές αλλάχθηκαν και δεν μπορούσε να μπει κανένας μέσα. Ισχυρίστηκε ότι γύρω στον Μάρτη του 2003 η μπυραρία έκλεισε γιατί την επισκέφθηκε επιθεωρητής του ΚΟΤ ο οποίος ζήτησε να δει τις άδειές της και όταν διαπίστωσε ότι δεν είχε άδειες καταγγέλθηκε ο ίδιος ο μάρτυρας. Τηλεφώνησε στον Ενάγοντα 1 ο οποίος του είπε να πληρώσει το πρόστιμο. Απαντώντας σε ερώτηση του συνηγόρου του Εναγόμενου ανέφερε ότι ο ίδιος ο συνήγορος, ο οποίος τον ρωτούσε, είχε επισκεφθεί την Αγία Νάπα και ενώ βρισκόντουσαν μαζί με τον Ενάγοντα 1, τον Εναγόμενο και τον Νίκο Κλεάνθους ο ίδιος, ο δικηγόρος, έγραψε κάποιο χαρτί το οποίο και υπεγράφη όμως δεν θυμόταν το περιεχόμενό του. Όσον αφορά το Τεκμήριο 19, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος το έγγραψε. Με οδηγίες του Ενάγοντα 1 έδωσε, από δικά του λεφτά, £1.000 για να κάνει κάτι ο Εναγόμενος στο μαγαζί. Όμως, δεν γνώριζε πώς αξιοποιήθηκε το συγκεκριμένο ποσό από τον Εναγόμενο. Στον ίδιον επέστρεψε το ποσό ο Ενάγοντας 1, αφού η μπυραρία ποτέ δεν έκαμε κέρδος £1.
- Τελευταίος κατέθεσε ο Εναγόμενος, ο οποίος έδωσε την δική του εκδοχή για τα γεγονότα και ανέφερε ότι διατηρούσε την μπυραρία με την ονομασία "Lost City" με άλλα δύο άτομα. Όταν οι συνέταιροί του αποχώρησαν έψαχνε για να βρει άλλο συνέταιρο ενόψει του ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να λειτουργεί την μπυραρία μόνος του. Κάποιο τρίτο άτομο τον πληροφόρησε ότι ο κ. Αράμ ενδιαφερόταν να ενοικιάσει ή να αγοράσει τέτοιου είδους επιχείρηση και ο ίδιος τον επισκέφθηκε γύρω στα μέσα του
- Μεταξύ τους υπήρξε προφορική συμφωνία για συνεταιρισμό. Ο Εναγόμενος θα έβαζε το κατάστημα με την διακόσμηση, η οποία του είχε στοιχίσει γύρω στις £180.000 και ο Ενάγοντας 1 θα έβαζε τα λεφτά για να εξοπλιστεί η μπυραρία έτσι ώστε να μπορεί να λειτουργήσει τα Χριστούγεννα. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, η μπυραρία χρειαζόταν ηχητικά συστήματα, επίπλωση, συστήματα κλιματισμού, ποτά και ποτήρια. Όλα πληρώθηκαν από τον Ενάγοντα 1 με επιταγές και μετρητά. Είχε συμφωνηθεί ότι ο Εναγόμενος θα εργαζόταν ως διευθυντής μαζί με άλλους τρεις υπαλλήλους που θα έστελνε ο Ενάγοντας
- Ήταν ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι η συνεργασία ξεκίνησε καλά πλην όμως ξαφνικά ο Ενάγοντας 1 ζήτησε όπως γίνει γραπτό συμβόλαιο, το οποίο αρχικά συντάχθηκε από τον κ. Ποιητή. Το συγκεκριμένο συμβόλαιο ο ίδιος το απέρριψε γιατί προνοούσε ότι σε περίπτωση που η αίτηση έξωσης, που εκκρεμούσε, πετύχει τότε ο Ενάγοντας 1 θα έπαιρνε τον εξοπλισμό και τα λεφτά του και θα έφευγε. Έγινε άλλο συμβόλαιο, από τον κ. Βαλιαντή, το οποίο αναγνώρισε στο Τεκμήριο 11, στο οποίο έγινε πρόβλεψη ότι ο Ενάγοντας 1 θα πάρει μόνον τον εξοπλισμό στην περίπτωση διάλυσης του συνεταιρισμού. Όσον αφορά την διανομή των κερδών ήταν η θέση του μάρτυρα ότι οι εισπράξεις γινόντουσαν από κάποιον κ. Κούλλη, ο οποίος έπαιρνε τα λεφτά ο ίδιος στον Ενάγοντα 1 και ο ίδιος δεν είχε καμιά πρόσβαση στο ταμείο. Το κατάστημα είχε πελατεία αφού τέσσερεις
(4)μέρες της εβδομάδας κάποιες εταιρείες έφερναν κόσμο και γέμιζε. Το κατάστημα, ήταν η θέση του, εργαζόταν επτά
(7)μέρες την βδομάδα. Ισχυρίστηκε ότι προς το τέλος του 2003 παρέδωσε την επιχείρηση στον ιδιοκτήτη του υποστατικού, τον κ. Ξυδιά. Όταν έγινε η παράδοση, τα πράγματα του Ενάγοντα 1 ήταν μέσα στο υποστατικό γιατί ο ίδιος είχε συναντήσεις με τον ιδιοκτήτη του υποστατικού για να πάρει το κατάστημα μόνος του. Επέμενε στη θέση του ότι ο εξοπλισμός ήταν μέσα στο κατάστημα απλώς μερικά πράγματα ήταν κλειδωμένα στην πισινή αποθήκη, για την οποία ο ίδιος δεν κρατούσε κλειδί. Παρόντες στην παράδοση του υποστατικού ήταν ο ίδιος, ο κος Βαλιαντής, ο ιδιοκτήτης του υποστατικού, ένας αστυνομικός και ο κος Καλογήρου. Αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με την απώλεια του εξοπλισμού. Όμως, παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε κλειδιά του υποστατικού όπως και ο Ενάγοντας 1 και οι υπάλληλοί του. Σύμφωνα με την μαρτυρία του τον Οκτώβρη του 2003 ο ίδιος πήγε στην Ουκρανία όπου έμεινε για δύο με τρεις μήνες. Κατά την παραμονή του στην Ουκρανία, βοήθησε τον Ενάγοντα 1 στις εργασίες του γι΄ αυτό και του στάλησαν λεφτά. Αναγνώρισε, το Τεκμήριο 13, και είπε ότι τα λεφτά αυτά του δόθησαν. Όμως, ισχυρίστηκε ότι ήταν για τον εξοπλισμό της μπυραρίας και μεροκάματα. Ενώ, στο Τεκμήριο 19 αναγνώρισε την υπογραφή του και ανέφερε ότι του δόθησαν και πάλι τα λεφτά για αναγκαίο εξοπλισμό της μπυραρίας. Τελειώνοντας, ανέφερε ότι ουδέποτε του αναφέρθηκε το θέμα τον δανεικών λεφτών και ουδέποτε του ζητήθηκε να εξοφλήσει οποιοδήποτε ποσό. Κατά την αντεξέταση αναγνώρισε στο Τεκμήριο Β προς αναγνώριση το συμβόλαιο τ΄ οποίο είχε ετοιμαστεί από τον κο Ποιητή και το κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ερωτηθείς για το εισιτήριο που χρησιμοποίησε για να μεταβεί στην Ουκρανία ανέφερε ότι το αγόρασε ο ίδιος από το Aelos Travel, όμως το πλήρωσε με λεφτά που του είχε δώσει ο Ενάγοντας
- Αναγνώρισε την απόδειξη πληρωμής του στο Τεκμήριο Δ προς αναγνώριση, τ΄ οποίο στην συνέχεια κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Παραδέχθηκε ότι και οι προηγούμενοι συνέταιροί του, όταν αποχώρησαν, πήραν όλο τον κινητό εξοπλισμό της μπυραρίας. Ανέφερε ότι η μπυραρία λειτούργησε τα Χριστούγεννα του 2002 όμως αυτός έλειπε στο εξωτερικό. Στη συνέχεια ανέφερε ότι έφυγε τον Οκτώβρη ή Νοέμβρη του 2002 για την Ουκρανία με έξοδα του Ενάγοντα 1, στην οποία Ουκρανία ξαναπήγε στις 3.1.2003 και έμεινε εκεί για δύο μήνες. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι η μπυραρία δούλευε μόνο Παρασκευή και Σάββατο, όμως αντιμετώπιζαν πρόβλημα με τις άδειες λειτουργίας της και με την αίτηση έξωσης, η οποία εκκρεμούσε εναντίον του και στην οποία τον εκπροσωπούσαν οι δικηγόροι Ποιητής και Βαλιαντής. Όμως, ήταν η θέση του, ότι η μπυραρία λειτουργούσε παράνομα και την δούλευε ο Ενάγοντας 1 αφού ο ίδιος έλειπε. Υποστήριξε, ότι ο ίδιος έμενε πάνω από την μπυραρία σε διαμέρισμα το οποίο είχε την είσοδό του από την μπυραρία. Επειδή τον απειλούσαν οι φίλοι του Ενάγοντα 1 αναγκάστηκε να μετατρέψει το μπαλκόνι σε είσοδο. Πήγε στην Αστυνομία για τις απειλές πλην όμως δεν οδηγήθηκε στο Δικαστήριο η υπόθεση. Παραδέχθηκε, ότι από τον Μάϊο 2003 μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2003 η μπυραρία ήταν εξ΄ ολοκλήρου δική του παρόλο που τα πράγματα ανήκαν στον Ενάγοντα
- Επίσης παραδέχθηκε ότι συνέχιζε μετά τον Σεπτέμβριο 2003 να διαμένει από πάνω από την μπυραρία και ότι έμπαινε στο διαμέρισμά του από την μπαλκονόπορτα. Ενώ στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι κανένας δεν μπορούσε να μπει στην μπυραρία. Παραταύτα, δεν γνώριζε τι έγιναν τα αντικείμενα της μπυραρίας ούτε ήξερε αν έλειπε οτιδήποτε. Αναφορικά με το φουγάρο υποστήριξε τη θέση ότι αυτό ήταν δικό του αφού δικός του άνθρωπος το κατασκεύασε και τον πλήρωσε £
- Ήταν η θέση του ότι το συγκεκριμένο φουγάρο ήταν ένα βαρέλι απογιάτιστο, τ΄ οποίο δεν άρεσε στον Ενάγοντα
- Ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε αν έλειπαν αντικείμενα αφού τα είχε κλειδώσει ο Ενάγοντας 1 στην αποθήκη με κλειδωνιά. Στην συνέχεια της μαρτυρίας του ανέφερε ότι ήταν παρών όταν ο Ενάγοντας 1 μετακινούσε τα πράγματα στην αποθήκη και ότι ο ίδιος κρατούσε κλειδιά της αποθήκης αυτής. Παραδέχθηκε όμως ότι στις 30.9.03 ο ίδιος άλλαξε την κλειδαριά και κρατούσε τα κλειδιά. Ισχυρίστηκε ότι είχε δώσει κλειδί στον Ενάγοντα 1 για να πάρει τα πράγματα του από μέσα στο υποστατικό, πλην όμως δεν θυμόταν πότε του το είχε δώσει. Τον Οκτώβριο του 2003 πήγε στην Ουκρανία με λεφτά δικά του όπου και παρέμεινε για ένα μήνα αφού τότε ήταν εχθροί με τον Ενάγοντα
- Όταν επέστρεψε παρεδώθηκε το υποστατικό στον ιδιοκτήτη του. Στην συνέχεια, παραδέχθηκε ότι ο Ενάγοντας 1 του έδωσε κάποια λεφτά πλην όμως ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν για προσωπική του χρήση αλλά ήταν για σκοπούς του συνεταιρισμού και τα χρέωνε, ο Ενάγοντας 1, στον συνεταιρισμό. Κατέληξε, ότι ο Ενάγοντας 1 απαιτώντας τις £9.943 προσπαθεί να πάρει τα λεφτά του. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι δικηγόροι προχώρησαν σε αγορεύσεις. Ο κ. Λάντος ισχυρίστηκε ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν προς εξέταση δύο θέματα. Το πρώτο, αφορά την άρνηση του Εναγόμενου, στην Υπεράσπιση, της αξίωσης του Ενάγοντα 1 και τη μη προβολή οποιασδήποτε Υπεράσπισης ή θέσης έναντι της αξίωσης του Ενάγοντα. Το δεύτερο, αφορά το κατά πόσο ο Ενάγοντας 1 έχει αποδείξει τον ισχυρισμό του στο βαθμό που ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι του οφείλει κάποιο ποσό. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι ο Εναγόμενος προσπάθησε με την μαρτυρία του να εισάγει νέα υπεράσπιση, η οποία δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της καταχωρισθείσας Έκθεσης Υπεράσπισης. Ο κ. Βαλιαντής εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει οποιαδήποτε αξίωση. Ισχυρίστηκε, ότι δεν υπήρξε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος έχει στην κατοχή του τα συγκεκριμένα αντικείμενα τα οποία καλείται να παραδώσει ούτε υπήρξε μαρτυρία ότι οικειοποιήθηκε τα συγκεκριμένα αντικείμενα για να δικαιούται ο Ενάγοντας το ποσό των £9.943 τ΄ οποίο έχει αποδείξει. Ενώ όσον αφορά τα δανεικά λεφτά υποστήριξε ότι αυτά ήταν στα πλαίσια του συνεταιρισμού οπόταν δεν τίθεται θέμα επιστροφής. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Σ΄ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω προσωπικά τους μάρτυρες που κατέθεταν ενώπιόν μου και ν΄ αξιολογήσω την συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους. Θα πρέπει ν΄ αναφέρω ευθύς εξ αρχής ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα 1 και του Εναγόμενου ήταν η ίδια στα ουσιώδη σημεία. Ο Ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) μου έδωσε την εντύπωση μάρτυρα που είπε βασικά την αλήθεια. Δεν έπεσε σ΄ ουσιαστικές αντιφάσεις και η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την αντεξέταση. Όμως, μπορούσα να διακρίνω κάποια δόση υπερβολής στην προσπάθειά του να πείσει για την δική του εκδοχή για τα γεγονότα. Με ηρεμία και απλότητα απαντούσε σ΄ ότι ερωτάτο χωρίς οποιονδήποτε δισταγμό. Δεν αρνήθηκε ότι μετακίνησε μερικά από τ΄ αντικείμενά του από το υποστατικό και ότι παρέλαβε μερικά άλλα. Η μαρτυρία του γίνεται πιστευτή ιδιαίτερα στα σημεία που δεν απέχει απ΄ αυτή του Εναγόμενου. Δηλαδή, ότι υπήρχε προφορική συμφωνία για την λειτουργία της μπυραρίας "Wοοdoo", ότι η μπυραρία λειτούργησε τον Ιανουάριο 2003, μετά που είχε εξοπλιστεί με έξοδα αποκλειστικά δικά του δηλαδή της εταιρείας του. Στη συνέχεια έγινε γραπτή συμφωνία για την λειτουργία της μπυραρίας, η οποία τέθηκε σ΄ εφαρμογή τον Μάϊο 2003, η οποία προέβλεπε για τις υποχρεώσεις της κάθε πλευράς, η οποία έληξε τον Σεπτέμβριο
- Όσον αφορά τα δανεικά λεφτά που έδωσε στον Εναγόμενο σίγουρα δεν διαφάνηκε ότι είχε πρόθεση να του τα χαρίσει. Οι μάρτυρες Μ.Ε.2 και Μ.Ε.4 είπαν στο Δικαστήριο ουσιαστικά αυτά που γνώριζαν σε σχέση με το τι τους αφορούσε στην συγκεκριμένη ιστορία. Θεωρώ ότι είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια αφού, εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία τους είναι σύμφωνη μ΄ αυτά που λέχθηκαν από τον Ενάγοντα 1 και τον Εναγόμενο. Όσον αφορά την μαρτυρία του κου Ν. Κλεάνθους (Μ.Ε.3), ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε με υπερβολικό ζήλο για τον εργοδότη του, τον Ενάγοντα
- Στα σημεία που δεν γνώριζε τι είχε γίνει προσπάθησε να δημιουργήσει την δική του ιστορία. Αναγνώρισε το Τεκμήριο Β ως το συμβόλαιο που είχε συνταχθεί από τον κο Ποιητή ενώ στην πραγματικότητα ήταν το χειρόγραφο συμβολαίου που είχε συνταχθεί από τον κο Βαλιαντή. Γενικά, διαπίστωσα μια προσπάθειά του να βοηθήσει την υπόθεση του Ενάγοντα 1 η οποία τον οδήγησε σ΄ αντιφάσεις στην μαρτυρία του. Τα ίδια ισχύουν και για τον κο Καλογήρου (Μ.Ε.4). Όμως τ΄ όσα ανέφερε ήταν σε γενικές γραμμές σε συμφωνία μ΄ αυτά που ανέφεραν ο Ενάγοντας 1 και ο Εναγόμενος πλην του γεγονότος ότι ο ίδιος, που παρευρέθηκε κατά την σφράγιση του υποστατικού, δεν τοποθετεί τον Εναγόμενο στην σκηνή την συγκεκριμένη μέρα ενώ ο Εναγόμενος λέει ότι ήταν παρών κατά την μέρα της σφράγισης και ο Ενάγοντας 1 δεν γνώριζε λόγω του ότι έλειπε στο εξωτερικό. Ο Εναγόμενος δεν αρνήθηκε την προφορική συμφωνία μεταξύ του και του Ενάγοντα 1 όπως δεν αρνήθηκε ότι για τον εξοπλισμό πλήρωσε ο Ενάγοντας
- Επίσης, δεν αρνήθηκε ότι τα ποσά που αναγράφονται στο Τεκμήριο 13 του δόθησαν. Όμως, ισχυρίστηκε ότι ήταν για σκοπούς της μπυραρίας και δεν ήταν δανεικά. Παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου συμφωνούσε στα ουσιώδη σημεία με την μαρτυρία που είχε προσκομιστεί από πλευράς των Εναγόντων δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι σ΄ αυτήν υπήρχαν και αντιφάσεις οι οποίες ήταν έντονες. Δηλαδή, ενώ στην κυρίως εξέτασή του είπε ότι η μπυραρία λειτουργούσε καθημερινά γιατί κάποιες εταιρείες έφερναν κόσμο και γέμιζε κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι η μπυραρία εργαζόταν μόνο Σαββατοκυρίακα. Ενώ κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι για πρώτη φορά επισκέφθηκε τον Ενάγοντα 1 στα μέσα του 2002, στην αντεξέταση είπε ότι συναντήθηκε με τον Ενάγοντα 1 τέλος του 2002 Σεπτέμβρη ή Οκτώβρη. Στην συνέχεια δε, ανέφερε ότι τον Οκτώβρη έλειπε από την Κύπρο για 1- 1 ½ μήνα στην Ουκρανία. Όταν ερωτήθηκε, κατά την κυρίως εξέταση, για το Τεκμήριο 11 και την υποχρέωσή του να καταβάλει το εν δεύτερο των Λ.Κ. 8.497 ισχυρίστηκε ότι περίμενε την αποστολή κάποιας επιστολής ή κάποιο τηλεφώνημα για να το καταβάλει. Είπε στην κυρίως εξέταση ότι αρχές του 2003 είχε πάει στην Ουκρανία για να δει συγγενείς του, ενώ στην συνέχεια είπε ότι πήγε για να βοηθήσει τον Ενάγοντα 1 ενώ κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι τα Χριστούγεννά του 2003 έλειπε στο εξωτερικό αλλά δεν θυμόταν πού ήταν. Επίσης, είπε ότι το εισητήριο του για την Ουκρανία, τον Φεβρουάριο 2003, που πήγε το πλήρωσε ο ίδιος γιατί ήταν εχθροί με τον Ενάγοντα 1 πλην όμως όπως προκύπτει τόσο από το Τεκμήριο 20 καθώς και από την μαρτυρία του Μ.Ε.2, το πλήρωσε ο Ενάγοντας
- Όσον αφορά το θέμα του κατά πόσο είχε κλειδιά της αποθήκης στην αρχή είπε ότι δεν είχε κλειδιά της αποθήκης ενώ μετά είπε ότι είχε κλειδιά της αποθήκης στην οποία μετακίνησε μερικά πράγματα ο Ενάγοντας
- Στην συνέχεια είπε ότι ο ίδιος άλλαξε κλειδαριά τον Σεπτέμβριο 2003 και δεν θυμόταν πότε έδωσε κλειδιά στον Ενάγοντα
- Επίσης, παραδέχθηκε ότι πήρε τα ποσά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 13 και 19 πλην όμως ισχυρίστηκε ότι μ΄ αυτά πλήρωνε για αναγκαίο εξοπλισμό της μπυραρίας, ηλεκτρολόγους και μεροκάματα. Όμως, στην αρχή της μαρτυρίας του είχε αναφέρει ότι για όλο τον εξοπλισμό πλήρωσε ο Ενάγοντας 1 ενώ παράλληλα είχε αναφέρει ότι έλειπε στο εξωτερικό από τον Οκτώβρη 2003 για 1 -1 ½ μήνα δηλαδή τον καιρό που αγοράστηκε και πληρώθηκε όλος ο εξοπλισμός. Από το Τεκμήριο 20 προκύπτει ότι έλειπε από τις 22.2.03 - 5.4.03 οπόταν πώς έπαιρνε λεφτά για το μαγαζί, δηλαδή για εξοπλισμό και εργατικά, ενώ έλειπε; Τα Τεκμήρια 14 και 15 αφορούν πληρωμές που έγιναν από τον Ενάγοντα 1 σε δικηγόρους για υποθέσεις που αφορούσαν προσωπικές υποθέσεις του Εναγόμενου. Το ίδιο και το Τεκμήριο
- Κανένα απ΄ αυτά τα τεκμήρια δεν καταγράφει ότι τα ποσά αυτά πληρώθηκαν για εξοπλισμό της μπυραρίας. Αντίθετα, καταγράφουν ότι τα λεφτά δίνονται για τις υποθέσεις του ίδιου. Έχοντας κατά νου όλες αυτές τις αντιφάσεις στις οποίες περιέπεσε ο Εναγόμενος, και αυτές που κατέγραψα είναι μόνο μερικές, δεν μπορώ ν΄ αποδεχθώ την μαρτυρία του στην έκταση που διαφοροποιείται από αυτήν του Ενάγοντα
- Ήταν συγχυσμένη, ανακριβείς και δυσνόητη σ΄ αρκετά σημεία. Αποδέχομαι μόνο το μέρος της που συμφωνεί με την μαρτυρία του Ενάγοντα
- Ευρήματα Με βάση όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω και έχοντας πάντα κατά νου ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα 1 συμπίπτει μ΄ αυτήν του Εναγόμενου στα κυριότερα σημεία προβαίνω στ΄ ακόλουθα ευρήματα: Ο Ενάγοντας 1 με τον Εναγόμενο συμφώνησαν προφορικά τον Οκτώβριο του 2002 να επαναλειτουργήσουν την μπυραρία που ήταν γνωστή με τ΄ όνομα «Lost City» με την ονομασία «Woodoo Bαr». Ο Ενάγοντας 1 θα έβαζε όλο τον εξοπλισμό και ο Εναγόμενος το υποστατικό, στ΄ οποίο υπήρχε η εσωτερική διακόσμηση. Ενάγοντας 1 και Εναγόμενος προχώρησαν στην υλοποίηση της συμφωνίας. Ο Ενάγοντας 1 ξόδεψε συνολικά Λ.Κ. 19.736,28 για τον εξοπλισμό, ο οποίος ανήκε στην Ενάγουσα 2, αφού αυτή πλήρωνε για τον εξοπλισμό σύμφωνα με τα τιμολόγια Τεκμήρια 3-
- Η μπυραρία λειτούργησε τον Ιανουάριο
- Για κάποιο λόγο αποφάσισαν τον Μάϊο 2003 να γίνει γραπτή η συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα 1 και του Εναγόμενου. Αποτέλεσμα ήταν η γραπτή συμφωνία που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 και αποκρυστάλλωνε, ως επί το πλείστον, την προφορική μαρτυρία που υπήρχε μεταξύ των μερών. Δηλαδή, ότι τα κέρδη θα διανέμονταν επί ίσης βάσης μετά την αφαίρεση των καθημερινών εξόδων, ότι τα αντικείμενα που τοποθετήθηκαν από τον Ενάγοντα 1 στην μπυραρία του ανήκουν και θα δικαιούται την επιστροφή τους στην περίπτωση που αναληφθεί η κατοχή του υποστατικού από τον ιδιοκτήτη καθώς και ότι διευθυντής της μπυραρίας θα ήταν ο Εναγόμενος. Η μόνη διαφοροποίηση που υπήρχε αφορούσε την σταδιακή επιστροφή του ενός δευτέρου (½) του ποσού των Λ.Κ. 8.497, από τον Εναγόμενο προς τον Ενάγοντα 1, γιατί αφορούσε πρόσθετα λεφτά που είχαν καταβληθεί την συγκεκριμένη περίοδο από τον Ενάγοντα 1 για την λειτουργία της μπυραρίας. Η συμφωνία μεταξύ των μερών έληξε στις 30.9.03 όπως προβλέπετο και από το συμφωνητικό έγγραφο πλην όμως ο Εναγόμενος συνέχιζε να μένει πάνω από την μπυραρία και να εισέρχεται στο διαμέρισμά του από την μόνη είσοδο που υπήρχε και βρισκόταν μέσα στην μπυραρία. Διανομή κερδών δεν έγινε κατά την λήξη της συμφωνίας γιατί κέρδη δεν υπήρχαν λόγω του ότι η μπυραρία εργαζόταν στην ζημιά της. Μετά την λήξη της συμφωνίας ο Ενάγοντας 1 προσπάθησε να εισέλθει στο υποστατικό για να παραλάβει τ΄ αντικείμενα που του άνηκαν πλην όμως ο Εναγόμενος είχε αλλάξει τις κλειδαριές. Λόγω του ότι παράλληλα γίνονταν επαφές από τον Ενάγοντα 1 με τον ιδιοκτήτη του υποστατικού, κο Ξυδιά, δεν έγινε άλλη προσπάθεια μετακίνησης των αντικειμένων μέχρι και τον Απρίλη 2004 που εκδόθηκε το διάταγμα έξωσης εναντίον του Εναγόμενου. Τότε, ο Ενάγοντας 1 στην παρουσία του ιδιοκτήτη και της Αστυνομίας μετακίνησε μερικά από τα πράγματά του στην πισινή αποθήκη της μπυραρίας, όπως τα σκαμνάκια, τις πολυθρόνες και την επίπλωση. Τα υπόλοιπα πράγματα έλειπαν από την μπυραρία. Κλειδιά της μπυραρίας κρατούσε πάντοτε ο Εναγόμενος, ο οποίος είχε αλλάξει την κλειδαριά της με την λήξη της συμφωνίας. Στις 22 Απριλίου, 2004 ο Ενάγοντας 1 ειδοποιήθηκε από την Αστυνομία για να παραλάβει μερικά από τα αντικείμενά του τα οποία έλειπαν - Τεκμήριο 12 - αξίας £4.
- Όμως, έλειπαν τα ηχητικά αξίας £4.124,50 - Τεκμήριο 3, οι προβολείς £300 και τα φωτορυθμικά £9.504,43 - Τεκμήριο
- Αυτά που ανευρέθηκαν άξιζαν περίπου £4.000 οπόταν παραμένει η αξία των απολεσθέντων £9.900 την οποία διεκδικεί. Ο Εναγόμενος, δεν προσέφερε οποιαδήποτε εξήγηση για την απώλεια των αντικειμένων αυτών. Είπε ότι τον Οκτώβρη 2003 έλειπε και αναγνώρισε στο Τεκμήριο 23 την απόδειξη του εισιτηρίου του. Όμως, η συγκεκριμένη απόδειξη καταγράφει ως ημερομηνία αναχώρησης 3.1.03 και καταγράφει την έκδοση εισητηρίου επ ονόματι άλλου προσώπου. Ήταν η θέση του ότι δεν γνώριζε πώς χάθηκαν αλλά ούτε και διεπίστωσε οποιαδήποτε κλοπή. Παραδέχθηκε, ότι άλλαξε την κλειδαριά της μπυραρίας τον Σεπτέμβριο 2003, όμως δεν θυμόταν πότε έδωσε κλειδιά στον Ενάγοντα
- Δηλαδή, δεν προσέφερε οποιαδήποτε εξήγηση για την απώλεια των αντικειμένων. Θεωρώ, ότι ο Εναγόμενος ενώ είχε στην κατοχή και φύλαξή του τ΄ αντικείμενα ενήργησε κατά τρόπο που ήταν αντίθετος με την ιδιοκτησία του Ενάγοντα
- Κατά την διάρκεια της συνεργασίας αυτής καταβλήθηκαν από τον Ενάγοντα 1 διάφορα ποσά τόσο στον ίδιο τον Εναγόμενο καθώς και σε τρίτους για λογαριασμό του. Τα ποσά αυτά - Τεκμήρια 13, 14, 15 και 19 - καταβλήθηκαν στον Εναγόμενο για δικούς του σκοπούς όπως αποκαλύπτεται και από το περιεχόμενο αυτών τούτων των τεκμηρίων και όχι για τον εξοπλισμό της μπυραρίας όπως ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος. Ισχυρισμός που καταρρίφθηκε από την ίδια την μαρτυρία του στην οποία δήλωνε ότι ο εξοπλισμός αγοράστηκε και πληρώθηκε αποκλειστικά από τον Ενάγοντα
- Εν πάση περιπτώσει, μερικά από τα ποσά που καταγράφει το Τεκμήριο 13 του στάλησαν όταν ήταν στην Ουκρανία οπόταν, πως μπορούσαν να είναι για εξοπλισμό της μπυραρίας; Ενώ, μερικά άλλα ποσά καταβλήθηκαν στους δικηγόρους του για την υπόθεση της έξωσης που εκκρεμούσε εναντίον του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού εξεταστεί η νομική πτυχή της υπόθεσης θα πρέπει να γίνει αναφορά σε δύο θέματα που αφορούν την Υπεράσπιση του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος πρόβαλε προδικαστική ένσταση ότι η Ενάγουσα 2, η εταιρεία του Ενάγοντα 1, δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την υπό εξέταση αγωγή. Η Ένσταση αυτή δεν προωθήθηκε καθόλου κατά την διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης αλλά ούτε και ο ευπαίδευτος συνήγορός του έκαμε οποιαδήποτε αναφορά στο συγκεκριμένο θέμα κατά την αγόρευσή του. Οπόταν, αυτή η στάση της πλευράς του Εναγόμενου μ΄ οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έχει εγκαταλειφθεί και δεν θα την εξετάσω. Ερχόμενη τώρα στο δεύτερο θέμα που αφορά αυτή τούτη την Υπεράσπιση του Εναγόμενου. Ενώ στην καταχωρηθείσα υπεράσπισή του αρνείται την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του υποστήριξε ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία. Επίσης, όσον αφορά το θέμα των δανεικών λεφτών που του δόθηκαν απλά το αρνήθηκε στην καταχωρησθείσα υπεράσπιση χωρίς παράλληλα να καταγράψει την υπεράσπιση που πρόβαλλε κατά την ακρόαση, ότι τα λεφτά του δόθηκαν για τον εξοπλισμό της μπυραρίας. Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σωτήρης Πίττης ν. Progress Electronics Co Ltd,
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 50, η διατύπωση μιας συγκεκριμένης υπεράσπισης δεν αφήνει περιθώριο εισαγωγής άλλης υπεράσπισης μέσω της μαρτυρίας. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα στη σελ. 7 της απόφασης: «Η διατύπωση της υπεράσπισης δεν άφηνε περιθώριο εισαγωγής νέου ισχυρισμού με τη μαρτυρία προς θεμελίωση άλλης εκδοχής. Στην Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 ειπώθηκαν τα εξής: «Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση, δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική.»» Στο θέμα αυτό έγινε αναφορά και σε μια πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εταιρεία Αλλαντικών Προϊόντων Κρίστης Λτδ ν. P.T.A Foodlab of Nutritional Services Ltd, Πολ. Έφ. 12180, ημερ. 8.9.2006 στην οποία αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα: «Δεν υπήρχε, με άλλα λόγια, οπουδήποτε στην υπεράσπιση, αμφισβήτηση της υπογραφής και ή της γνησιότητάς της. Κατά συνέπεια, εφόσον η εφεσείουσα δεν αμφισβήτησε με την υπεράσπιση την υπογραφή και ή τη γνησιότητά της, δεν μπορούσε να εγείρει τέτοιο θέμα κατά την ακρόαση, η δε εφεσίβλητη δεν είχε οποιοδήποτε βάρος να αποδείξει την εν λόγω υπογραφή και ή τη γνησιότητά της.» Καθοδηγούμενη από τις αρχές που η νομολογία έχει καθιερώσει δεν μπορώ ν΄ εξετάσω την υπεράσπιση αυτή, που προβλήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι τα λεφτά που δόθηκαν προσωπικά από τον Ενάγοντα 1 στον Εναγόμενο αφορούσαν λεφτά για τον εξοπλισμό της μπυραρίας, αφού δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σ΄ αυτό το θέμα στην καταχωρισθείσα Υπεράσπιση. Ερχόμενη τώρα στην ουσία της υπόθεσης. Στην παρούσα αγωγή προβάλλονται δύο διαφορετικές αξιώσεις οι οποίες διέπονται από διαφορετικές νομικές αρχές. Η πρώτη πηγάζει από την μεταξύ των μερών συνεργασία, η οποία κατέληξε στο συμφωνητικό έγγραφο Τεκμήριο 11. Η δεύτερη, αφορά τον ισχυρισμό για δανεισμό διαφόρων ποσών από τον Ενάγοντα 1 στον Εναγόμενο, η οποία αξίωση υποστηρίχθηκε από τα Τεκμήρια 13-20 και 23. Είναι κοινός αποδεκτό και από τον Ενάγοντα 1 καθώς και από τον Εναγόμενο ότι η μεταξύ τους συνεργασία ξεκίνησε γύρω στον Νοέμβριο 2002 πάνω σε προφορική βάση. Όπως παραδέχθηκε και ο Εναγόμενος ο Ενάγοντας 1 θα έβαζε τα λεφτά και ο Εναγόμενος τ΄ υποστατικό. Αγοράστηκε εξοπλισμός και πληρώθηκε από τον Ενάγοντα 1 σύμφωνα με την μαρτυρία και των δύο. Η προφορική συμφωνία στην συνέχεια εξελίχθηκε σε γραπτή συμφωνία, Τεκμήριο 11, στην οποία καταγράφεται ρητά, στην παράγραφο 4 αυτής, ότι ο Ενάγοντας 1 δικαιούται τ΄ αντικείμενα που τοποθέτησε στο υποστατικό διότι του ανήκουν αποκλειστικά. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βασικός ερμηνευτικός κανόνας για οποιαδήποτε σύμβαση είναι η πρόθεση των συμβαλλομένων. Στην απόφαση Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.ά
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1058 στη σελίδα 1068 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλούμενο τους ερμηνευτικούς κανόνες που προκρίνονται από τη νομολογία στην οποία παραπέμπει, Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Θεοχαρίδης ν. Παστελλά
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Θάλεια Θεολόγου ν. Κτηματική Εταιρεία ΝΕΜΕΣΙΣ Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, κατέληξε στην προρρηθείσα ερμηνεία. Ορθά επισημαίνει ότι ο βασικός ερμηνευτικός κανόνας των συμβάσεων συναρτά τη βούληση των συμβαλλομένων με τη σημασία που ενέχουν οι όροι που χρησιμοποιούνται στην καθομιλουμένη ως τούτοι γίνονται κατανοητοί από το μέσο συνετό άνθρωπο υπό το πρίσμα του υπόβαθρου της συμφωνίας αποκλειομένων όμως των διαπραγματεύσεων.» Βλ. επίσης Α.ΤΗ.Κ ν. Telemedia Inform. Serv. Ltd
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 719 και Πολύφημος Χοτέλς ν. Μούτση
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809. Στο σύγγραμμα του Cheshire Fifoot & Furmston´s "Law of Contract" 11η έκδοση, σελ. 117 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «If the contract is wholly in writing, the discovery of what was written normally presents no difficulty, and its interpretation is a matter exclusively within the jurisdiction of the judge. But on this hypothesis the courts have long insisted that the parties are to be confined within the four corners of the document in which they have chosen to enshrine their agreement. Neither of them may adduce evidence to show that his intention has been misstated in the document. It is firmly established as a rule of law that parol evidence cannot be admitted to add to, vary or contradict a deed or other written instrument. Accordingly, it has been held that .. parol evidence will not be admitted to prove that some particular term, which had been verbally agreed upon, had been omitted (by design or other wise) from a written instrument constituting a valid and operative contract between the parties.» Το κριτήριο είναι πάντοτε η έννοια η οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο υπό το πρίσμα του υπόβαθρου της συμφωνίας. Ο όρος 4 της συμφωνίας θεωρώ ότι καθορίζει τα δικαιώματα του Ενάγοντα 1 αναφορικά με τ΄ αντικείμενα τ΄ οποία ο ίδιος πλήρωσε και τοποθέτησε στο υποστατικό, αφού σύμφωνα και με την αγγλική απόφαση Beard v. Moira Colliery Co
(1915)1 Ch. 257 κατά την ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει ν΄ αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνηθισμένη ερμηνεία τους. Αυτό το δικαίωμα ιδιοκτησίας επαναλαμβάνω δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο, ο οποίος είπε ότι πήγαιναν μαζί με τον Ενάγοντα 1, διάλεγαν τον εξοπλισμό του υποστατικού, παράγγελλαν και πλήρωνε γι΄ αυτόν ο Ενάγοντας
- Ο όρος 4 αν διαβαστεί μαζί με τον όρο 10 της σύμβασης - Τεκμήριο 11 - δεν μπορεί ν΄ ερμηνευθεί διαφορετικά. Τα αντικείμενα τ΄ οποία αγοράστηκαν και τοποθετήθηκαν από τον Ενάγοντα 1 μέχρι τον καταρτισμό της συμφωνίας ανήκαν αποκλειστικά στον Ενάγοντα
- Οτιδήποτε αγοράστηκε μετά την υπογραφή της συμφωνίας ανήκε εξ΄ ίσου και στους δύο. Αυτή είναι η κατάληξη του μέσου λογικού ανθρώπου που διαβάζει την συμφωνία. Ο Ενάγοντας 1 προσκομίζοντας τα Τεκμήρια 3-10 και 21 έχει αποδείξει ότι χρησιμοποίησε τα λεφτά της εταιρείας του, Ενάγουσας 2, για να πληρώσει για τον εξοπλισμό της μπυραρίας "Woodoo". Δηλαδή, το ποσό των Λ.Κ. 19.736,28 πληρώθηκε από την Ενάγουσα
- Οπόταν, με βάση την μαρτυρία και των δύο πλευρών καθώς και τις πρόνοιες της παραγράφου 4 του συμφωνητικού εγγράφου - Τεκμήριο 11 - καταλήγω ότι όντως τ΄ αντικείμενα που περιγράφονται στην παράγραφο (Α) της Έκθεσης Απαίτησης ανήκουν στους Ενάγοντες 1 και 2 αφού η αξία τους καταβλήθηκε από την Εναγόμενη 2 και αυτό καταδεικνύεται τόσο από την μαρτυρία αλλά και από τις εκδοθείσες αποδείξεις και ο τίτλος ιδιοκτησίας που αξιώθηκε από τους Ενάγοντες δεν αμφισβητήθηκε. Όμως, αξιώνεται από το Δικαστήριο έκδοση διατάγματος εναντίον του Εναγόμενου για την παράδοση των συγκεκριμένων αντικειμένων. Από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποκαλύφθηκε η κατοχή των συγκεκριμένων αντικειμένων από τον Εναγόμενο. Αντίθετα, ο ίδιος ο Ενάγοντας 1 κατέθεσε ότι «δεν γνωρίζει ποιος κρατά τα συγκεκριμένα αντικείμενα». Ενώ παράλληλα έχει γίνει παραδεκτό από τον Ενάγοντα 1 ότι μερικά από τ΄ αντικείμενα, δηλαδή αυτά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 12, ανευρέθησαν από την Αστυνομία και παραδόθησαν στον Ενάγοντα 1 στις 22.4.04, μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση προστακτικού διατάγματος εναντίον του Εναγόμενου για την παράδοση όλων των αντικειμένων αφού δεν έχει αποδειχθεί η κατοχή τους από αυτόν ενώ μερικά από αυτά επεστράφησαν σύμφωνα και με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι σήμερα ο Εναγόμενος τα έχει στην κατοχή του. Αντίθετα, η μαρτυρία ήταν ότι τ΄ απώλεσε ενώ ευρίσκονταν στην κατοχή του. Από τη στιγμή που ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι όλα τ΄ αντικείμενα πληρώθηκαν από τον Ενάγοντα 1 ο ίδιος είχε την κυριότητά τους. Τα αντικείμενα αυτά αγοράστηκαν κατά την διάρκεια της μεταξύ των μερών προφορικής συμφωνίας για την λειτουργία της μπυραρίας, η οποία, όπως αποκαλύπτεται από την μαρτυρία δεν ήταν πολύ διαφορετική από την γραπτή συμφωνία - Τεκμήριο
- Ο Ενάγοντας 1 θα έβαζε όλο τον εξοπλισμό και ο Εναγόμενος θα έβαζε τ΄ υποστατικό με την διακόσμηση και τ΄ αντικείμενα αυτά θα ήταν υπό την φύλαξή του ως διευθυντή της μπυραρίας - όρος 8 της συμφωνίας - μέχρι να επέλθει η έξωση, σύμφωνα και με τον όρο 4 της μεταξύ τους συμφωνίας, ή να λυθεί η μεταξύ τους συνεργασία. Υπογράφοντας την συμφωνία Τεκμήριο 11 ο Εναγόμενος κατέστησε τον εαυτό του αποδέκτη επί παρακαταθήκη των συγκεκριμένων αντικειμένων. Ο όρος «παρακαταθήκη με ευρεία έννοια» (bailment) ερμηνεύεται στο άρθρο 106
(1)(β) του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 τ΄ οποίο προβλέπει: «(β) «παρακαταθήκη με ευρεία έννοια» είναι η παράδοση αγαθών από ένα πρόσωπο σε άλλο για κάποιο σκοπό, με το συμβατικό όρο ότι μόλις εκπληρωθεί ο σκοπός για τον οποίο παραδόθηκαν, αυτά θα επιστραφούν ή διατεθούν σύμφωνα με τις οδηγίες του προσώπου που τα παράδωσε. Το πρόσωπο που παράδωσε τα αγαθά καλείται «παρακαταθέτης» ενώ το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκαν «θεματοφύλακας»». Εφαρμόζοντας την πιο πάνω πρόνοια στα υπό εξέταση γεγονότα καταλήγω ότι ο Ενάγοντας 1 παρέδωσε τ΄ αγορασθέντα αντικείμενα , ήτοι εξοπλισμό, για χρήση από τον Εναγόμενο για την λειτουργία της μπυραρίας μέχρι και τις 30.9.03 με τον όρο ότι θα του επιστραφούν είτε αν εκδοθεί διάταγμα έξωσης ή μετά την λήξη της συμφωνίας. Δεν υπήρχε οποιοδήποτε αντάλλαγμα σ΄ αυτήν την παρακαταθήκη. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsbury´ s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφος 1802, σελίδα 832 υπάρχουν τρία είδη παρακαταθήκης με την ευρεία έννοια μια εκ των οποιων αφορά την σχέση με την οποία κάποιο πρόσωπο, το οποίο καλείται παρακαταθέτης, παραδίδει σε άλλο, τ΄ οποίο καλείται θεματοφύλακας, κινητό πράγμα για φύλαξη χωρίς αντάλλαγμα - depositum. Στην παράγραφο 1801 του Halsbury´s (ανωτέρω) καταγράφονται τ΄ ακόλουθα: «Under modern law, a bailment arises whenever one person (the bailee) is voluntarily in possession of goods belonging to another person (the bailor). The legal relationship of bailor and bailee can exist independently of any contract, and is created by the voluntary taking into custody of goods which are the property of another.» Tο σύγγραμμα του Chitty on Contracts, "Specific Contracts", 27η έκδοση, παρά 32-018 αναφέρει τ΄ ακόλουθα σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα: «Deposit. Deposit is the bailment of a chattel to be kept by the bailee without reward and to be returned upon demand to the bailor or his nominee. The obligation of the gratuitous bailee arises only upon actual delivery of the chattel to him and his acceptance of the deposit; he then must take reasonable care of the chattel, and the standard of care required of him will depend on all the circumstances of the particular case. The onus of proof is on the bailee to show that he was not negligent in his care of the chattel. The fact that the bailment is gratuitous is one of the circumstances affecting the standard of care required of the bailee.» Η υποχρέωση του θεματοφύλακα, όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, είναι να καταβάλλει την ίδια επιμέλεια, αναφορικά με τ΄ αγαθά που παρακατατέθηκαν, την οποία θα κατέβαλλε άνθρωπος συνηθισμένης σύνεσης υπό παρόμοιες συνθήκες για τα δικά του αγαθά. Αυτή η υποχρέωση του θεματοφύλακα καταγράφεται και στο άρθρο 109 του περί Συμβάσεων Νόμου και σ΄ αυτή γίνεται αναφορά στις υποθέσεις Ιωάννου ν. Κουννίδης
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1215 και Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.
- Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Halsbury´ s (ανωτέρω) παράγραφοι 1803 και 1806: «..........it has been recognized that the common law duty of every bailee is to take reasonable care of his bailor´ s goods, and not to convert them. The standard of care required is therefore the standard demanded by the circumstances of each particular case. ............................ As soon, however, as the bailee actually accepts the chattel he becomes in some degree responsible for it whilst it remains in his possession or under his control and is also bound, upon demand, to redeliver it to the true owner or his nominee, unless he has good excuse in law for not doing so.» Ο Εναγόμενος, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της μεταξύ των μερών συμφωνίας, ήταν θεματοφύλακας των αντικειμένων που η Ενάγουσα εταιρεία 2 είχε πληρώσει μέσω του Διευθυντή της Ενάγοντα 1 και τα οποία είχαν τοποθετηθεί στο υποστατικό του. Είχε λοιπόν υποχρέωση να διασφαλίσει ότι δεν θα πάθαιναν οτιδήποτε έτσι ώστε να παραδοθούν ακέραια στον νόμιμο ιδιοκτήτη τους. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ίδιου, ο ίδιος είχε αλλάξει την κλειδαριά οπόταν κατέστησε τον εαυτό του διπλά υπεύθυνο για την φύλαξή τους μ΄ αυτή του την πράξη. Όφειλε να διασφαλίσει ότι τα αντικείμενα αυτά θα παραδίδονταν στους ιδιοκτήτες τους, όπως οι ιδιοκτήτες τους, Ενάγοντες 1 και 2, τα είχαν παραδώσει στην φύλαξη του Εναγόμενου. Την υποχρέωσή του αυτή, ως θεματοφύλακας, δεν την εκπλήρωσε και άφησε να χαθούν τα συγκεκριμένα αντικείμενα τ΄ οποία καταγράφονται στην παράγραφο Α της Έκθεσης Απαίτησης και τ΄ οποία ήταν υπό την φύλαξή του. Σύμφωνα με την παράγραφο 1815, του Halsbury´ s (ανωτέρω) από μόνο του το γεγονός ότι τ΄ αντικείμενα χάθηκαν εγείρει θέμα αμέλειας εναντίον του. Αναφέρονται τ΄ ακόλουθα στην συγκεκριμένη παράγραφο: " In each case it has to be decided whether, having regard to any exempting conditions and all circumstances of the particular case including the nature, portability, value and character of the chattel, there has been a breach of duty on the bailees part to justify a finding of negligence. The fact that the chattel was lost or injured whilst in the bailees possession raises prima facie a presumption against him, but he may rebut it by proving that he was not to blame for the loss or injury ..» Ενώ σύμφωνα με την υποσημείωση 12 της παραγράφου 1815 του Halsbury´ s (ανωτέρω): «The onus is always on the bailee, whether a bailee for reward or a gratuitous bailee, to prove that the loss of the goods bailed to him was not caused by his negligence.» Οπόταν, εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα της υπόθεσης δεν μπορεί ν΄ υπάρξει άλλη κατάληξη από το ότι ο Εναγόμενος ήταν αμελής στην φύλαξη των αντικειμένων. Ενώ ο ίδιος είχε αλλάξει την κλειδαριά του υποστατικού και μόνο αυτός είχε κλειδιά ένα μέρος των αντικειμένων βρέθηκαν πεταμένα και παραδόθηκαν στον Ενάγοντα 1 από την Αστυνομία ενώ τ΄ υπόλοιπα χάθηκαν και όλα αυτά ενόσω ο ίδιος διέμενε στον χώρο που αυτά φυλάγονταν. Ο Εναγόμενος ενώ είχε το βάρος ν΄ αποδείξει ότι η απώλεια των αντικειμένων δεν οφειλόταν σε δική του αμέλεια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία για ν΄ αποδείξει ότι δεν ήταν αμελής για την απώλεια των αντικειμένων. Αντίθετα, η στάση του ήταν παθητική. Αρχικά είπε ότι όλα βρίσκονταν στο υποστατικό ενώ στην συνέχεια είπε ότι δεν γνώριζε τι έγιναν. Αυτή τούτη η παραβίαση των καθηκόντων του Εναγόμενου, ν΄ επιδείξει την ίδια επιμέλεια στην φύλαξη των αντικειμένων των Εναγόντων που θ΄ επιδείκνυε αν ήταν δικά του, επιτρέπει την επιδίκαση αποζημιώσεων εναντίον του. Η βάση πάνω στην οποία το Δικαστήριο μπορεί ν΄ επιδικάσει αποζημιώσεις είναι η αξία των αντικειμένων κατά την ώρα του σφετερισμού σύμφωνα με την παράγραφο 1886 του Halsbury´ s (ανωτέρω) η οποία καταγράφει: «Measure of Damages: The measure of damages in conversion is normally the value of the goods at the time of the conversion, together with any consequential damage flowing from the conversion which is not too remote to be recoverable in law. ............................. If the goods have been restored to their owner after a conversion the owner must give credit for their value and his damages must accordingly be reduced by that amount.» Στην υπό εκδίκαση αγωγή ο ίδιος ο Ενάγοντας 1 έχει περιορίσει την αξίωσή του στο ποσό των Λ.Κ. 9.900 που αντιπροσωπεύει την αξία των αντικειμένων που δεν ανευρέθηκαν. Η αξία αυτή έχει αποδειχθεί με την κατάθεση των Τεκμηρίων 3 και
- Αυτό το ποσό το δικαιούνται ως αποζημίωση για την απώλεια των αντικειμένων τους οι Ενάγοντες 1 και
- Παραμένει το θέμα του δανεισμού κάποιου ποσού προς τον Εναγόμενο. Έχω ήδη απορρίψει την θέση του Εναγόμενου, ότι ήταν για σκοπούς του εξοπλισμού της μπυραρίας, για δύο λόγους. Πρώτο, αυτή η υπεράσπιση ποτέ δεν προβλήθηκε στην καταχωρισθείσα υπεράσπισή του και δεύτερον, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι ο Ενάγοντας 1 πλήρωνε για όλο τον εξοπλισμό. Υπάρχει όμως και ακόμα ένας λόγος για τον οποίο αυτή η θέση του Εναγόμενου θα πρέπει ν΄ απορριφθεί. Όπως αποκαλύπτεται από τα Τεκμήρια 14 και 15 οι Ενάγοντες 1 και 2 κατέβαλλαν διάφορα ποσά (συνολικά £2.100) στους δικηγόρους του Εναγόμενου για την υπεράσπισή του σε υποθέσεις που εκκρεμούσαν εναντίον του. Θα ήταν εκτός λογικής να θεωρηθούν, τα ποσά αυτά, ότι καταβλήθηκαν για σκοπούς εξοπλισμού της μπυραρίας. Ο Ενάγοντας 1 αξιώνει το ποσό των Λ.Κ. 21.487,
- Έχει καταθέσει προς υποστήριξη του ισχυρισμού του τα Τεκμήρια 13-20 και
- Τα ποσά που καταγράφονται στα τεκμήρια αυτά συμποσούνται στις Λ.Κ. 7.827,
- Δηλαδή: £4.859, Τεκμήριο 13, £1.000, Τεκμήριο 19, £1.500, Τεκμήριο 15, £286,50, Τεκμήριο 20 και £182, Τεκμήριο
- Όλα τα υπόλοιπα ποσά εμπεριέχονται στο Τεκμήριο
- Ερχόμενη τώρα στην νομική πτυχή της διαφοράς και με δεδομένο, αφού ήταν παραδεκτό, ότι ο Εναγόμενος έλαβε ένα χρηματικό ποσό από τον Ενάγοντα 1, παραπέμπω στο σύγγραμμα Chitty on Contracts - "Specific Contracts" - στην σελ. 699 παρά 36-207 όπου διατυπώνεται η ακόλουθη νομική θέση, η οποία εφαρμόζεται απόλυτα στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. Καταγράφει ο Chitty ότι: «If money is proved, or admitted, to have been paid by A to B, then in the absence of any circumstances suggesting a presumption of advancement, there is prima facie an obligation to repay the money; accordingly if B claims that the money was intended as a gift, the onus is on him to prove this fact.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εάν έχει αποδειχθεί ή έχει γίνει παραδεκτό ότι πληρώθηκαν λεφτά από τον Α στον Β τότε στην απουσία οποιονδήποτε περιστάσεων που να εισηγούνται το τεκμήριο της δωρεάς υπάρχει, εκ πρώτης όψεως, υποχρέωση για αποπληρωμή των λεφτών συνεπακόλουθα, εάν ο Β ισχυριστεί ότι τα λεφτά δόθηκαν ως δώρο τότε φέρει το βάρος ν΄ αποδείξει το γεγονός αυτό.» Ενώ, σύμφωνα με τον Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδ., τόμος 8, παρ. 392: «Where a payment is made at the request of another, a promise to repay the amount will be implied.» Σ΄ ελεύθερη μετάφραση: «Όπου γίνεται πληρωμή κατά παράκληση κάποιου άλλου, η υπόσχεση αποπληρωμής του ποσού εξυπακούεται.» Επιπρόσθετα, στον Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδ., τόμος 27, παρ. 15 επισημαίνεται ότι ο οποιοσδήποτε δανεισμός δημιουργεί χρέος. Στην αγγλική απόφαση Seldon v. Davidson
(1968)2 All E.R. 755, της οποίας τα γεγονότα ήταν παρόμοια με το υπό εξέταση ο L.J. Willmer στην απόφασή του ανέφερε τ΄ ακόλουθα, τα οποία εφαρμόζονται και στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης: «Payment of the money having been admitted, prima facie that payment imported an obligation to repay in the absence of any circumstances tending to show anything in the nature of a presumption of advancement. This is not a case of farther and child, or husband and wife, or any other such blood relationship which could have given rise to a presumption of advancement. .......................... In the absence of any such circumstances, money paid by the plaintiff in circumstances such as these is prima facie repayable on demand. If the defendant seeks to evade repayment of the money which was paid to him, it seems to me that the learned judge was right in placing the onus on him to prove the facts which he alleges show that the money was not repayable.» Σ΄ ελεύθερη μετάφραση: «Όταν η καταβολή λεφτών είναι παραδεκτή, εκ πρώτης όψεως η συγκεκριμένη πληρωμή εισάγει την υποχρέωση της αποπληρωμής στην απουσία οποιονδήποτε περιστάσεων που να καταδεικνύουν το τεκμήριο της δωρεάς. Αυτή δεν είναι η περίπτωση πατέρα με τέκνου ή συζύγων ή οποιασδήποτε εξ αίματος συγγένειας που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει το τεκμήριο της δωρεάς. ........................... Στην απουσία οποιονδήποτε τέτοιων περιστάσεων, λεφτά τα οποία πληρώθηκαν από τον Ενάγοντα υπό περιστάσεις όπως αυτές είναι εκ πρώτης όψεως πληρωτέα με την ζήτηση. Εάν ο Εναγόμενος σκοπεύει ν΄ αποφύγει την πληρωμή των λεφτών που του δόθηκαν, μου φαίνεται ότι ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής ορθά εναπόθεσε το βάρος απάνω του ν΄ αποδείξει τα γεγονότα που επικαλείται για να δείξει ότι τα λεφτά δεν ήταν αποπληρωτέα.» Από μόνο του το γεγονός ότι δεν έγινε αναφορά στον χρόνο επιστροφής των λεφτών δεν μπορεί να με οδηγήσει δίχως άλλο στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν δώρο. Σύμφωνα με τον Chitty (ανωτέρω) στην σελ. 610 παρά 36-210: «Where money is lent without any stipulation as to the time of repayment, a present debt is created which is generally repayable at once without any previous demand.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου τα λεφτά δανείζονται χωρίς οποιοδήποτε όρο αναφορικά με τον χρόνο επιστροφής τους τότε δημιουργείται ένα υπαρκτό χρέος που είναι πληρωτέο άμεσα χωρίς να ζητηθεί.» Δηλαδή, από μόνο του το γεγονός ότι δεν έγινε αναφορά στο χρόνο αποπληρωμής των λεφτών κατέστησε το χρέος άμεσα πληρωτέο χωρίς την οποιαδήποτε προγενέστερη ζήτησή του. Ως εκ των γεγονότων, όπως τα έχω αποδεχθεί, υπάρχει ένα χρέος, ένα ποσό το οποίο καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες 1 και 2 στον Εναγόμενο, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά για τον χρόνο αποπληρωμής του και χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη ότι αυτό δόθηκε ως δώρο. Αυτό, το κατέστησε άμεσα πληρωτέο χωρίς να χρειάζεται, εκ μέρους του Ενάγοντα 1, οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση για την αποπληρωμή του. Είναι η κατάληξή μου ότι το ποσό των λεφτών που οι Ενάγοντες 1 και 2 δάνεισαν στον Εναγόμενο ανέρχεται στις Λ.Κ. 7.827,50 και όχι Λ.Κ. 21.487,17 γιατί η μαρτυρία του Ενάγοντα 1 επί του θέματος δικαιολογεί μόνο αυτό το ποσό και όχι περισσότερα. Επίσης, δεν προσκομίστηκε από τον Ενάγοντα 1 οποιαδήποτε απόδειξη για να υποστηρίξει τη θέση του αναφορικά με το υπόλοιπο ποσό. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι αξιώνει και το πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού £8.497, δυνάμει της παραγράφου 6 της μεταξύ των μερών συμφωνίας, θα πρέπει ν΄ αναφέρω ότι τέτοια θεραπεία δεν ζητήθηκε με το δικόγραφό του. Επιπρόσθετα, το ποσό αυτό δεν έχει αποδειχθεί από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αφού δεν υποστηρίχθηκε από οποιοδήποτε τεκμήριο ούτε και δικαιολογήθηκε με μαρτυρία. Οπόταν, δεν μπορεί ν΄ αποδοθεί στον Ενάγοντα 1. Με βάση όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται ότι η κυριότητα των ακόλουθων αντικειμένων ανήκει στους Ενάγοντες 1 και 2: «KNC Φωτορυθμικά, 1 αντλία νερού, SGM Φωτιστικά, SPS Ducting, 7 βούρνες με πάγκους, 1 λάστιχο πιστολάκι νερού, Viofos φώτα τοίχου, σύστημα εξαερισμού, κινέζικο άγαλμα Baboo, 4 τραπεζάκια Baboo, 12 stools μικρά, 60 stools μεγάλα, 8 καναπέδες, 12 προβολείς μεγάλοι, 9 stools μικρά, ηχητικά SGM.» Επιπρόσθετα, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων 1 και 2 για το ποσό των £9.900 ως αποζημιώσεις για την απώλεια των αντικειμένων που τους ανήκουν καθώς και για το ποσό των £7.827,50 που είναι τα λεφτά που δάνεισαν στον Εναγόμενο πλέον νόμιμος τόκος επί των δύο ποσών. Επιδικάζονται επίσης έξοδα εναντίον του Εναγόμενου και υπέρ των Εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Γ.Γ./ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο