ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 70/03, 12.6.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 70/03 Μεταξύ: ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ Εναγόντων -και-
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ
- ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ ΚΑΣΤΑΝΟΣ
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΡΤΗ Εναγομένων Ημερομηνία: 12.6.
- Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: Η κα Γιολάντα Ζαχαρίου για ν΄ ακούσει απόφαση εκ μέρους του κου Ζαχαρίου. Για εναγομένους: Ο κος Καλλένος για ν΄ ακούσει απόφαση εκ μέρους του κου Μαθηκολώνη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Σε συμβόλαιο ενοικιαγοράς ημερομηνίας 3.7.2000 (Τεκμήριο 2Α) οι ενάγοντες παρουσιάζονται να εκμισθώνουν και να πωλούν το αυτοκίνητο υπ΄ αριθμόν εγγραφής ΕΖΡ072 με όρους ενοικιαγοράς προς τον εναγόμενο
- Ως έμπορος φαίνεται ο εναγόμενος 2 ο οποίος, παράλληλα, υπέγραψε ως εγγυητής μαζί με τον εναγόμενο
- Ως ποσό χρηματοδότησης φαίνεται το ποσό των £25.000, πλέον έξοδα και δικαιώματα ενοικιαγοράς (σύνολο £29.025,14). Τα καθυστερημένα ενοίκια ήταν στις 15.1.2003 £27.856,
- Τότε οι ενάγοντες εκ περισσού «τερμάτισαν» την ήδη λήξασα μίσθωση και απαίτησαν το υπόλοιπο και επιστροφή του αυτοκινήτου, όπως και με την παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι λέγουν πως η συμφωνία ήταν εικονική με σκοπό να καταστρατηγηθούν εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας, που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, διά των οποίων η Κεντρική Τράπεζα ζήτησε τελικά από τις τράπεζες να μην προβαίνουν σε παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων όταν γνωρίζουν ή υποψιάζονται ότι αυτές θα χρησιμοποιηθούν για αγορά μετοχών. (Τεκμήρια 1.1 - 1.12). Οι ενάγοντες και η Λαϊκή Τράπεζα ανήκουν στον Όμιλο Λαϊκής στα πλαίσια του οποίου έχουν συνεργασία. Η εισήγηση των εναγομένων είναι πως η Λαϊκή Τράπεζα, για να αποφύγει εφαρμογή της προς αυτήν απαγόρευσης, παρέπεμπε τους ενδιαφερόμενους για δάνεια με σκοπό να αγοράσουν μετοχές, στους ενάγοντες. Παρουσίασαν μαρτυρία για δανεισμό από τη Λαϊκή Τράπεζα προς τους ενάγοντες την περίοδο 1998-2004 εισηγούμενοι ότι «σκοπός των δανείων αυτών ήτο η προσπάθεια και το σχέδιο παράκαμψης των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας». Άλλος σκοπός της εικονικότητας, λέγουν οι εναγόμενοι, ήταν η καταστρατήγηση της «περί τόκου νομοθεσίας». Ότι δηλαδή οι ενάγοντες «είχαν σκοπό να χρεώσουν τους εναγόμενους με κεφαλαιοποιημένους τόκους υπό τη μορφή των δήθεν δικαιωμάτων ενοικιαγοράς που στην ουσία αποτελούσαν χρέωση τόκου που υπερέβαινε το ανώτατο υπό του νόμου επιτρεπόμενο επιτόκιο». Για τη διαφορά στην επιβάρυνση οι εναγόμενοι προσέφεραν μαρτυρία που δεν έχει αμφισβητηθεί. Η εκδοχή περί εικονικότητας στηρίχθηκε στις περιστάσεις αυτού τούτου του επιδίκου συμβολαίου, αλλά και σε συνδυασμό με τις ευρύτερες περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε, εφόσον στις 3 και 4.7.2000 έγιναν άλλα έξι συμβόλαια ενοικιαγοράς μεταξύ των ιδίων μερών (Τεκμήρια 3Α - 3ΣΤ) με αντικείμενα έπιπλα και οικιακό εξοπλισμό, στα οποία, όπως και στο επίδικο, οι εναγόμενοι παρουσιάζονται να πωλούν τα αντικείμενα μεταξύ τους. Οι εναγόμενοι υποδεικνύουν ως περαιτέρω στοιχεία που καταδεικνύουν εικονικότητα, το ότι πρόκειται για αόριστα αντικείμενα για τα οποία οι ενάγοντες, αν και θα έδιναν το σεβαστό ποσό των £150.000, δεν ενδιαφέρθηκαν να πληροφορηθούν. Ειδικότερα ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι οι εναγόμενοι είχαν αγοράσει συνεταιρικά μετοχές και χρειάζονταν £150.000 για να τις εξοφλήσουν. Αποτάθηκαν στον κ. Πατσιά, αρμόδιο των εναγόντων, και ζήτησαν δανειοδότηση αναφέροντας του το σκοπό. Ο κ. Πατσιάς «έβαλε» ως αντικείμενα των ενοικιαγορών ανύπαρκτα έπιπλα και εξοπλισμό. Παράλληλα ζήτησε την ενεχυρίαση μετοχών. Επειδή ο εναγόμενος 1 δεν έδωσε ενέχυρο ο κ. Πατσιάς του ζήτησε να «βάλει ενοικιαγορά» το επίδικο αυτοκίνητο. Έτσι έλαβαν συνολικά το ποσό των £150.000, ξόφλησαν τις μετοχές που χρωστούσαν και με το υπόλοιπο αγόρασαν άλλες. Ενώ ο μάρτυρας των εναγόντων κ. Ανδρέας Σάββα, υπάλληλος τους, ανέφερε ότι οι εναγόμενοι τους είχαν πει πως χρειάζονταν £150.000 για τους σκοπούς διαχείρισης τουριστικού συγκροτήματος. Ανέφερε περαιτέρω ότι είχαν δεχθεί τις αξίες που τους εισηγήθηκαν οι εναγόμενοι βασιζόμενοι στην αξιοπιστία των πελατών τους. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι όλα τα συμβόλαια ήταν εικονικά. Μάλιστα στην τελική αγόρευσή του, επικαλέστηκε για ένα από αυτά, την απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 95/03 στην οποία έγινε εύρημα εικονικότητας. Όμως η εν λόγω απόφαση δεν τέθηκε σ΄ αυτή την αγωγή ως μαρτυρία, εφόσον άλλωστε ακολούθησε την περάτωση της ακρόασης της παρούσας αγωγής. Τα άλλα συμβόλαια δεν είναι τώρα επίδικα. Ούτε η αναφορά σ΄ αυτά και τις αντίστοιχες αγωγές έγινε υπό τη μορφή «παρομοίων γεγονότων», αλλά για να τεθούν οι ευρύτερες περιστάσεις υπό τις οποίες υπογράφτηκε το επίδικο συμβόλαιο. Για το συγκεκριμένο συμβόλαιο και το συγκεκριμένο αντικείμενο, παρά το ότι φαίνεται ως προμηθευτής ο εναγόμενος 2, ο εναγόμενος 1 είπε ότι ανήκε πάντοτε στον ίδιο και ουδέποτε το πώλησε ή το έδωσε στον εναγόμενο 2 από τότε που το αγόρασε από κάποια Μαρία Χαρή. Η μάρτυρας των εναγομένων κα Βάσω Χαριλάου του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ανέφερε παρά ταύτα πως στις 6.7.2000 το αυτοκίνητο μεταβιβάστηκε από τον εναγόμενο 1 στον εναγόμενο 2, στη συνέχεια από τον εναγόμενο 2 στους ενάγοντες, και τέλος, από τους ενάγοντες στον εναγόμενο 1 για σκοπούς ενοικιαγοράς. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε λόγο να το μεταβιβάσει στον εναγόμενο 2 και ότι «αυτό όλο το σχέδιο το ετοίμασαν οι ενάγοντες». Ενώ ο κ. Σάββα ανέφερε ότι οι εναγόμενοι είναι που τους είπαν ότι ο ιδιοκτήτης ήταν ο εναγόμενος 2 και απλώς δεν είχε γίνει μεταβίβαση. Λέγουν ακόμα οι εναγόμενοι πως η τιμή που φαίνεται στο επίδικο συμβόλαιο δεν είναι πραγματική. Η Μαρία Χαρή το αγόρασε στις 11.10.99 προς £13.500 και ο εναγόμενος 1 στις 8.2.2000 προς £12.
- Ο μάρτυρας των εναγομένων Χρίστος Λιμνιώτης, πωλητής αυτοκινήτων που πώλησε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο στη Μαρία Χαρή, είπε, επικαλούμενος την πείρα του, ότι οι τιμές τέτοιων αυτοκινήτων κυμαίνονται από £12.000 μέχρι £14.
- Η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να κριθεί επί τη βάσει του τι έγινε στα άλλα έξι συμβόλαια στα οποία έγινε αναφορά υπό την παραπάνω περιορισμένη έννοια. Όλα βέβαια έγιναν στο ίδιο πλαίσιο αλλά το επίδικο συμβόλαιο πρέπει να εξεταστεί πρωτίστως υπό τα δικά του δεδομένα. Εν προκειμένω δεν τίθεται θέμα αόριστων και ανύπαρκτων αντικειμένων. Εδώ έχουμε ένα καθορισμένο αντικείμενο, το αυτοκίνητο υπ΄ αριθμόν ΕΖΡ
- Από τη μαρτυρία βέβαια των εναγομένων προκύπτει ότι υπερτιμολογήθηκε. Ενώ ο κ. Σάββα ανέφερε ότι δεν προχώρησαν σε έλεγχο του. Από την άλλη όμως, εξήγησε, ότι ενήργησαν έτσι γιατί είχαν εξασφαλίσεις (ενεχυρίαση μετοχών, τεκ. 2.Ζ) και θεωρούσαν ότι οι εναγόμενοι ήταν αξιόχρεοι. Από τη μαρτυρία του προκύπτει γενικά η θέση του πως έδειξαν εμπιστοσύνη στους εναγόμενους. Εδώ σημειώνεται η μαρτυρία του εναγόμενου 1 ότι όταν ήταν έμπορος πώλησης αυτοκινήτων μέχρι το 1999, ήταν συνεργάτης των εναγόντων και «έβαζε, ως dealer, finance κοντά τους». Έτσι, ενώ η έλλειψη ενδιαφέροντος των εναγομένων για το αντικείμενο και την αξία του θα μπορούσε να συνάδει με έλλειψη πραγματικής βούλησης να είναι το αντικείμενο μίσθωσης, μπορεί εξίσου να εξηγηθεί ως άνω. Πέραν τούτου: Οι εναγόμενοι δεν έχουν εξηγήσει το λόγο για τον οποίο τέθηκε η τιμή των £25.
- Ο εναγόμενος 1 μίλησε, ως άνω, για «σχέδιο» και σε άλλο σημείο ανέφερε ότι ο κ. Πατσιάς είναι που γνώριζε την αξία του αυτοκινήτου. Αφήνοντας έτσι να νοηθεί ότι είναι ο κ. Πατσιάς, στα πλαίσια αυτού του μονομερούς «σχεδίου», που κατέγραψε την τιμή των £25.000 χωρίς ο εναγόμενος 1 να γνωρίζει οτιδήποτε. «Τα κατασκεύασε όλα ο κ. Πατσιάς», είπε χαρακτηριστικά. Αυτοί οι ισχυρισμοί προέρχονται από άνθρωπο που διατέλεσε έμπορος πώλησης αυτοκινήτων, ο οποίος δέχθηκε περαιτέρω ότι έκαμε πολλές πράξεις ενοικιαγοράς. Ποιο λόγο όμως, είχαν οι ενάγοντες να θέσουν από μόνοι τους τη συγκεκριμένη τιμή των £25.000 δεν εξήγησε. Η μόνη λογική εξήγηση είναι ότι το ποσό κατεγράφη μετά από δήλωση των ιδίων των εναγομένων, οι οποίοι τώρα πλέον επικαλούνται την αγοραία αξία. Η εισήγηση του εναγόμενου 1 ότι η μεταβίβαση του αυτοκινήτου στον εναγόμενο 2 ήταν «σχέδιο που ετοίμασαν οι ενάγοντες» έμεινε κατά τ΄ άλλα μετέωρη. Προς τι το «σχέδιο» για να κατασκευαστεί προμηθευτής; Όπως αναφέρθηκε στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432, «ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι εξ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς». Δεν αποκλείεται το αυτοκίνητο να πωληθεί από τον ενοικιαγοραστή στο χρηματοδοτικό οργανισμό για να το αγοράσει στη συνέχεια με όρους ενοικιαγοράς. Εν πάση περιπτώσει η εκδοχή των εναγομένων πάσχει θεμελιακά ως προς τούτο: Ως άνω, διασυνδέθηκε με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων έκαμε εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή 2540/01. Εκεί όμως ήταν η εκδοχή του ενάγοντα πως είχε αποταθεί στη Λαϊκή Τράπεζα για δάνειο με σκοπό να επενδύσει στο Χρηματιστήριο. Από την τράπεζα του είπαν ότι δεν μπορούσαν να του χορηγήσουν τέτοιο δάνειο λόγω των περιορισμών της Κεντρικής. Οπότε τον παρέπεμψαν στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως όπου και έγινε εικονική ενοικιαγορά με ανύπαρκτα αντικείμενα, με σκοπό «να υπερφαλαγγιστούν οι περιορισμοί της Κεντρικής Τράπεζας που αφορούσαν μεν την τράπεζα, όχι όμως, όπως αποτέλεσε κοινό τόπο, τους ενάγοντες», δηλαδή τον Οργανισμό Χρηματοδότησης. Εν προκειμένω όμως, όλο αυτό το σκηνικό ελλείπει. Ο εναγόμενος 1 ήταν σαφής λέγοντας ότι εξ αρχής είχε αποταθεί στον κ. Πατσιά στον Οργανισμό. Άρα δεν ετίθετο θέμα να παραπεμφθεί από την τράπεζα στον οργανισμό για να υπερφαλαγγιστούν οι εγκύκλιοι, όπως είναι το θεμέλιο της εκδοχής περί εικονικότητας. Ουδεμία μαρτυρία υπάρχει για εμπλοκή της τράπεζας στην παρούσα υπόθεση. Οπότε δεν έχει σημασία ούτε το κατά πόσο ο οργανισμός γνώριζε αν τα χρήματα θα διατίθεντο για αγορά μετοχών. Οι εγκύκλιοι απευθύνονταν στις τράπεζες, όπως στις ίδιες φαίνεται αλλά όπως ανέφερε και ο κ. Κλεάνθης Ιωαννίδης της Κεντρικής Τράπεζας, μάρτυρας των εναγομένων. Αποτεινόμενος δε ο εναγόμενος 1 στον Οργανισμό, απετάθη ευθέως για ενοικιαγορά, άρα, με δικαιώματα ενοικιαγοράς. Δεν ετίθετο θέμα να είχε αποταθεί στον Οργανισμό για δάνειο και αντί τούτου να κάμουν εικονική ενοικιαγορά ώστε να καταστρατηγηθεί ο περί Τόκου Νόμος (2/1997) που ίσχυε τότε. Έτσι η θέση περί εικονικότητας αποσυνδέεται από τους λόγους που επικαλέστηκαν οι εναγόμενοι ως λόγους για να γίνει μια εικονική πράξη και μένει, από πλευράς λογικής εξήγησης, στο κενό. Οι ίδιοι αυτοί λόγοι (καταστρατήγηση δημόσιας πολιτικής και παρανομία) έθεταν και τις συνθήκες επί των οποίων θα μπορούσε η εικονικότητα να απολήξει στην ακυρότητα της σύμβασης, εφόσον όταν τίθεται θέμα εικονικότητας θα πρέπει να προσδιορίζεται η παρανομία που θα απέληγε σε ακυρότητα. (Barclays Bank PLC v. J. G. L. (Constructions) Ltd κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726). Άρα η θέση περί εικονικότητας μένει το κενό και υπ΄ αυτή την έννοια. Ο δανεισμός χρημάτων διά ενοικιαγοράς είναι θεμιτός (βλ. Κωνσταντίνου, ανωτ.). Αυτό έπραξαν οι εναγόμενοι. Χρησιμοποίησαν τον μηχανισμό ενοικιαγοράς με την τεχνητή πώληση ενός πραγματικού αντικειμένου με σκοπό τον δανεισμό χρημάτων. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων αποδίδει, με την τελική του αγόρευση, στους ενάγοντες δολιότητα, παράνομη συμπεριφορά και συνωμοτική συνεργασία με την, ανύπαρκτη στο ιστορικό της υπόθεσης, Λαϊκή Τράπεζα. Αν όμως θα πρέπει να τους αποδοθεί μομφή, είναι για την εμπιστοσύνη που έδειξαν και για την ευκολία με την οποία δέχθηκαν τις δηλώσεις των εναγομένων. Και ειδικά σε σχέση με τον εναγόμενο 1, για τον οποίο παρατίθεται το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του κατά την αντεξέταση. «Ε. Τα πήρατε τα χρήματα; Α. Ναι, αλλά τα έφαγαν άλλοι. Ε. Γιατί δεν πληρώνεις; Α. Διότι η Λαϊκή γνώριζε ότι θα βάζαμε τα λεφτά στο χρηματιστήριο και έπρεπε να μας προστατέψει. Ε. Μα αφού είχες ήδη αγοράσει τις μετοχές. Α. Ναι. Αλλά αν δεν μας έδιδε τα λεφτά η Λαϊκή εμείς τις μετοχές θα τις πουλούσαμε. Με εξαπάτησε η Λαϊκή και μου έδωσε τα λεφτά.» Χωρίς ενδοιασμό λοιπόν ο εναγόμενος 1 παραπονείται για το ότι τους δόθηκε η πίστωση που οι ίδιοι ζήτησαν. Για να εξοφλήσουν, μάλιστα, μετοχές που ήδη είχαν αγοράσει προτού έρθουν σε επαφή με τους ενάγοντες. Παρά ταύτα κατηγορεί τους ενάγοντες για «εξαπάτηση». Τέτοια στάση αποκαλύπτει την χωρίς αναστολή ετοιμότητα του εναγόμενου να επικαλεστεί οτιδήποτε για να αποφύγει τις δικές του ευθύνες. Άλλωστε η απάντηση στο γιατί δεν πληρώνουν δεν ήταν, ως άνω, η εικονικότητα, αλλά τα παράπονα του για το ότι οι ενάγοντες τους έδωσαν τα χρήματα που ζήτησαν, αντί να τους «προστατεύσουν». Είναι λυπηρό που τέτοια θέση υιοθετήθηκε και στην τελική αγόρευση στην οποία αναφέρθηκε ότι «αν δεν είχαν χρήματα δεν θα επένδυαν στο χρηματιστήριο και δεν θα έθεταν τους εαυτούς τους κάτω από τέτοιους κινδύνους». Είναι ακόμα χαρακτηριστικό το πότε οι εναγόμενοι αποφάσισαν να επικαλεστούν την εικονικότητα. Ο εναγόμενος 1 δέχθηκε ότι στην αρχή πλήρωσαν έναντι της ενοικιαγοράς αλλά «εν τέλει τους τα έφαγαν όλα» αναφερόμενος προφανώς στην κακή κατάληξη των επενδύσεων τους στο χρηματιστήριο. Είναι φανερό ότι η «εικονικότητα» είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα. Η ενοικιαγορά έχει αποδειχθεί. Άλλωστε τα τυπικά της χαρακτηριστικά δεν έχουν αμφισβητηθεί. Όπως δεν έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία για το οφειλόμενο υπόλοιπο. Η εισήγηση για εικονικότητα κρίνεται αβάσιμη. Οι εναγόμενοι οφείλουν να τηρήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Δίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των £27.856,63 με νόμιμο τόκο από 3.12.2002 μέχρι την εξόφληση πλέον έξοδα. Επιπλέον εναντίον του εναγομένου 1 δίδονται διατάγματα ως το Α και Β του παρακλητικού. Τα έξοδα να δηλωθούν εκ συμφώνου εντός 15 ημερών, άλλως να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο