Παναγιώτη Χριστοδούλου κ.α. ν. Γεώργιου Ανδρέα Θωμά, Αρ. Αγωγής: 651/05, 15 Ιουνίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 651/05 Μεταξύ:
- Παναγιώτη Χριστοδούλου,
- Ανδρούλλας Χριστοδούλου, Εναγόντων, και Γεώργιου Ανδρέα Θωμά, Εναγόμενου. ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 1.2.07 για τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15 Ιουνίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κος Φούλιας για Χατζηχριστοφή, Παπαλλή και Σωτηρίου Για Εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση: κος Αχιλλέως για Χ. Κυριακίδη & Σία. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες-Αιτητές με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα αξιώνουν από τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τον θάνατο του υιού τους Βάσου Χριστοδούλου. Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι στις 25.3.05 ο υιός τους, Βάσος Χριστοδούλου, ενώ βρισκόταν στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος έχασε την ζωή του λόγω του ότι ο Εναγόμενος οδηγούσε αμελώς ή/και με υπερβολική ταχύτητα τ΄ όχημά του μ΄ αποτέλεσμα αυτό να εξέλθει του δρόμου, να κτυπήσει σε πάσαλο πινακίδας τροχαίας και ακολούθως σε όγκο από μεγάλες πέτρες. Στην Υπεράσπισή του, ημερομηνίας 5.7.06, ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή εγέρθηκε λανθασμένα ή/και από μην νομιμοποιούμενα πρόσωπα ή/και όχι από τον διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Επιπρόσθετα, προβάλλει την υπεράσπιση του αναπόφευκτου δυστυχήματος και καταγράφει τις λεπτομέρειες που το υποστηρίζουν. ΑΙΤΗΣΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την υπό κρίση αίτηση οι Ενάγοντες-Αιτητές αιτούνται: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση του τίτλου στο κλητήριο ένταλμα και τα παρεπόμενα δικόγραφα της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής ως ακολούθως: Ι. Με την προσθήκη στον τίτλο της αγωγής ως εναγόντων αρ. 3 και 4 των πιο κάτω: «
- Ελπίδα Χριστοδούλου και
- Δήμητρα Χριστοδούλου, αμφοτέρων εξ Αυγόρου, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Βάσου Χριστοδούλου τέως εξ Αυγόρου.» ΙΙ. Με την αντικατάσταση της παραγράφου 1 με την ακόλουθη παράγραφο: «Οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι οι γονείς ή/και οι κληρονόμοι ή/και εξαρτώμενοι του αποβιώσαντος Βάσου Χριστοδούλου τέως από το Αυγόρου, και οι Ενάγοντες 3 και 4 είναι αδέλφια ή/και οι κληρονόμοι ή/και οι διαχειριστές της περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντος, ο οποίος έχασε τη ζωή του σε τροχαίο ατύχημα που συνέβηκε στις 25.3.05 στο δρόμο Φρενάρου-Αυγόρου ενώ ήταν επιβάτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΚJU 405 το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος.» ΙΙΙ. Με την προσθήκη της πιο κάτω παραγράφου ως παραγράφου 2: «Οι ενάγοντες 3 και 4 διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντα δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.1.2006 που εκδόθηκε στην Διαχείριση με αριθμό 149/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής.» IV. Με την αναρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων 2-8 της Έκθεσης Απαίτησης σε νέες παραγράφους 3-9.» Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.2 θ.10, Δ.25 θ.1, 2, 3 και 5, Δ.25 θ.1, 2, 3 και 9 και στη Δ.48 θ.1-3 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από Ένορκη Δήλωση της κας Άννας-Μαρίας Παπαγεωργίου, που είναι υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο Χατζηχριστοφή, Παπαλλή και Σωτηρίου. Καταγράφει, ως λόγους που συνηγορούν υπέρ της τροποποίησης, τ΄ ακόλουθα: «
- Η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται για να συμπεριληφθούν ως ενάγοντες στην αγωγή και οι διαχειριστές της περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντα επειδή κατά το χρόνο της έγερσης της αγωγής δεν είχε καταχωρηθεί αίτηση για παραχώρηση Διατάγματος Διαχείρισης.
- Ως εκ τούτου είναι απαραίτητο το Δικαστήριο να επιτρέψει την προτεινόμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, όπως λεπτομερώς αναφέρεται στην αίτηση.
- Η πιο πάνω τροποποίηση είναι αναγκαία για την δίκαιη παράθεση όλων των γεγονότων της υπόθεσης, υποβάλλεται μόλις διαπιστώθηκε η αναγκαιότητά της και σε χρόνο που σίγουρα οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε αδικία η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. » Η πρόθεση των Εναγόντων βρήκε αντιμέτωπη την Ένσταση του Εναγόμενου. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρησε ένσταση η οποία στηρίζεται στο άρθρο 58 του Κεφ. 148, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25, θ.1-4, Δ.39, θ.2 και Δ.48, θ.1-9 και στις συμφυείς εξουσίες και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: «
- Η αίτηση για τροποποίηση εισάγει αβάσιμους ή/και άσχετους ή/και μη επιτρεπτούς ή/και μη αναγκαίους ισχυρισμούς.
- Η βάση της αίτησης είναι εσφαλμένη.
- Δεν υπάρχει αιτιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης.» Η Ένσταση συνοδεύεται και από την Ένορκη Δήλωση της κας Αριστείδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο. Αναφέρει, η ομνύουσα, ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης από πληροφορίες που έλαβε από τον δικηγόρο του Εναγόμενου καθώς και από μελέτη του φακέλου της δικογραφίας. Είναι ο ισχυρισμός της ότι η τροποποίηση εισάγει αβάσιμους , άσχετους και μη αναγκαίους ισχυρισμούς γιατί αγωγές όπως η υπό εξέταση, σύμφωνα με το Νόμο, εγείρονται από και στο όνομα του εκτελεστή ή του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος ενώ αν δεν υπάρχει εκτελεστής ή διαχειριστής του αποβιώσαντος ή δεν εγερθεί η αγωγή εντός 12 μηνών από το θάνατό του από και στο όνομα του εκτελεστή ή διαχειριστή του αποβιώσαντος η αγωγή δύναται να εγερθεί από και στο όνομα όλων ή οποιουδήποτε από τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων ο εκτελεστής ή ο διαχειριστής θα μπορούσε να την εγείρει. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι δεν προσφέρεται οποιαδήποτε εξήγηση ή λεπτομέρειες για τους λόγους που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν τα συγκεκριμένα άτομα ως Ενάγοντες. Ενώ, γίνεται εισήγηση, ότι οι θεσμοί πάνω στους οποίους βασίζεται η αίτηση είναι εσφαλμένοι και δεν μπορούν να την στηρίξουν. Τέλος, ισχυρίζεται ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση υποβολής της υπό εξέταση αίτησης ιδιαίτερα ενόψει του ότι δεν προσδιορίστηκε πότε εκδόθηκε το διάταγμα διαχείρισης και πότε έγινε γνωστό στους Ενάγοντες-Αιτητές. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Στις αγορεύσεις που ακολούθησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν και ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά σε σχετική νομολογία. Ο κος Φούλιας, στην αγόρευσή του ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφέρθηκε στις αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία και διέπουν το θέμα και υποστήριξε ότι κανένας από τους λόγους ένστασης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Είναι η θέση του ότι η επιδίωξη των Εναγόντων -Αιτητών φαίνεται από το σώμα της αίτησης. Κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής δεν υπήρχαν διαχειριστές της περιουσίας του Βάσου Χριστοδούλου, αφού απεβίωσε στις 25.3.05 και η αγωγή καταχωρίστηκε στις 15.7.
- Υποστήριξε, ότι δεν εισάγονται με την προτιθέμενη τροποποίηση νέοι ισχυρισμοί και δεν αλλάζει η βάση της αγωγής αλλά ούτε και τίθεται θέμα πρόκλησης βλάβης στην άλλη πλευρά αφού πάντοτε επίδικο θέμα παραμένει το θέμα των αποζημιώσεων που δικαιούνται οι εξαρτώμενοι του Βάσου Χριστοδούλου. Ενώ, με αναφορά στην υπόθεση Saba and Co v. T. M. P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, εισηγήθηκε ότι η αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται έγκαιρα αφού η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και δεν προκύπτει, από την καταχωρισθείσα Ένσταση, θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς στην περίπτωση που θα επιτραπεί η τροποποίηση. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν είχε την άποψη ότι δεν επιχειρείται η εισαγωγή αβάσιμων ή άσχετων ισχυρισμών και ότι η εξήγηση που δίνεται είναι αρκετή. Όσον αφορά την εσφαλμένη βάση της Αίτησης, με αναφορά στην απόφαση Wiinderlich
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 ανέφερε ότι από τι στιγμή που η Δ.25 καλύπτει το θέμα είναι αρκετό και η Αίτηση διασώζεται. Ο κος Αχιλλέως προώθησε την άποψη ότι δεν δικαιολογούν οι Ενάγοντες-Αιτητές την καθυστέρηση των 10 μηνών, από την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης μέχρι σήμερα, ενώ δεν αναφέρουν πότε εκδόθηκε το διάταγμα διαχείρισης. Εισηγήθηκε, ότι η αίτηση είναι αντινομική αφού η διαταγή που διέπει την προσθήκη διαδίκων είναι η Δ.9 θ.10 και όχι η Δ.25 αφού δεν υπάρχει η συγκατάθεση των προτιθέμενων να προστεθούν ως Ενάγοντες. Παρέπεμψε, προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, στην απόφαση Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λτδ ν. Ιορδάνους Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743 και στο White Book
(1958)στη σελ. 346. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τη νομική πτυχή της αίτησης, η οποία έχει ως κύρια βάση της την Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties." Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. Μερικές πρόσφατες αποφάσεις, στις οποίες έγινε ενασχόληση με το θέμα αυτό, είναι και οι αποφάσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας,
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 και Δ. Σ. Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608. Σύνοψη των καθιερωθέντων από την νομολογία νομικών αρχών είναι η ακόλουθη: «
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελίδα 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.»
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα. (Βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33.)
(5)Ο παράγοντας χρόνος, στην υποβολή αίτησης τροποποίησης, είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manu-Facturing & Exporting Co κ.ά ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.ά
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω): «... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για τροποποίηση.» (Βλ. επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378).
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. (Βλ. SABA & Co. (T.M.B.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426).
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. (Βλ. Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ 607). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά την δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο. (Βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (ανωτέρω).» Εκτός από τις πιο πάνω αρχές που αφορούν αυτή τούτη την τροποποίηση των δικογράφων θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στην εξέταση της υπό κρίση Αίτησης η αρχή, που διατυπώθηκε στην υπόθεση X" Δαυίδ ν. Χ" Δαυίδ κ.ά
(1992)1 Α.Α.Δ. 1176 καθώς και πρόσφατα στην Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1372, η οποία αφορά την ευθύνη του δικαστηρίου να διαπιστώσει κατά πόσο με βάση τα επίδικα θέματα, όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις, όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο μπορεί να το πράξει αυτό από μόνο του ή μετά από αίτηση σύμφωνα με την Δ.9 θ.10. Δηλαδή, να διατάξει την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου, ως διαδίκου, εφόσον κρίνει ότι η παρουσία του είναι αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Αυτή η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσω την υπό κρίση αίτηση υπό το πρίσμα των δικών της περιστάσεων. Πρέπει να σημειώσω ότι η αίτηση αυτή με έχει προβληματίσει γιατί το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει από τη μια το αναφαίρετο δικαίωμα κάθε Ενάγοντα να επιλέξει πως θα χειριστεί την υπόθεσή του απρόσκοπτα και από την άλλη να προστατεύσει το συμφέρον του Εναγόμενου, ο οποίος θα υποστεί ταλαιπωρία γιατί η εισηγηθείσα τροποποίηση θα οδηγήσει σε κάποια σχετική καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Επίσης, υπάρχει ακόμη ένα θέμα το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν επικαλέστηκαν την Δ.9 θ.10, η οποία είναι η δικαιοδοτική βάση για την προσθήκη διαδίκου σε δικαστική διαδικασία. Αυτό το θέμα εγέρθηκε από τον συνήγορο του Εναγόμενου - Καθ΄ ου η Αίτηση στην Ένστασή του καθώς επίσης και κατά την αγόρευσή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Θεωρώ όμως ότι από την στιγμή που υπάρχει δικαιοδοτική βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε να στηριχθεί η υπό κρίση αίτηση, δηλαδή η Δ.25, δεν τίθεται θέμα ακυρότητας του δικονομικού μέτρου που λήφθηκε από τους Ενάγοντες-Αιτητές αλλά θέμα παρατυπίας, σύμφωνα και με το σκεπτικό της απόφασης Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366, η οποία είναι θεραπεύσιμη δυνάμει των προνοιών της Δ.
- Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, κρίνω σκόπιμο, σ΄ αυτό το στάδιο, ν΄ αναφερθώ σε συντομία στο ιστορικό της διαδικασίας όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Στις 15.7.05 καταχωρίστηκε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήτριο Ένταλμα. Στις 27.9.05 καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης ενώ στις 14.4.06 καταχωρίστηκε Έκθεση Απαίτησης. Ακολούθησε η Υπεράσπιση του Εναγόμενου στις 5.7.06, η δε απάντηση στην Υπεράσπιση καταχωρίστηκε στις 7.9.06 και έγινε αίτηση ορισμού για ακρόαση στις 7.9.
- Ορίστηκε για οδηγίες την 13.10.06, 8.11.06, 4.12.06 και 24.1.
- Ζητήθηκε σ΄ αυτές τις ημερομηνίες χρόνος από κοινού για την ανταλλαγή εγγράφων και ακολούθησε την 1.2.07 η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης των Εναγόντων. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες είναι γονείς του αποβιώσαντα Βάσου Χριστοδούλου και αξιώνουν αποζημιώσεις από τον Εναγόμενο για την απώλεια της ζωής του αφού θεωρούν, ως αιτία θανάτου του, την αμελή οδήγηση του Εναγόμενου. Δηλαδή, ότι ο Εναγόμενος οδηγούσε μ΄ υπερβολική ταχύτητα, η οποία πράξη του είχε ως συνέπεια να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, να κτυπήσει σε πάσαλο πινακίδας τροχαίας και ακολούθως σε όγκο από μεγάλες πέτρες προκαλώντας τον θάνατο του Βάσου Χριστοδούλου. Οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 58, του Κεφ. 148 ως εξαρτώμενα πρόσωπα. Εξαρτώμενα πρόσωπα ήταν και είναι και οι αδελφές του αποβιώσαντα Δήμητρα και Ελπίδα, οι οποίες ήταν φοιτήτριες κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής και ο ανήλικος αδελφός του. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του προβάλει προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή εγέρθηκε από λανθασμένα και/ή μη νομιμοποιούμενα πρόσωπα. Επιπρόσθετα, αρνείται ότι φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα, τ΄ οποίο ήταν αναπόφευκτο, λόγω του ότι προκλήθηκε για λόγους και συνθήκες ανεξάρτητες και μη προβλεπτές από τον Εναγόμενο. Ένα είναι το βασικό σημείο που, κατά την κρίση μου, διαπιστώνεται υπό το φως των πιο πάνω γεγονότων και είναι καθοριστικό για τον τρόπο που πρέπει ν΄ ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στην υπό κρίση περίπτωση στην οποία, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, υπόκειται το αίτημα τροποποίησης δικογράφου. Κατά πόσο, η τροποποίηση που επιζητείται είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς. Διαπιστώνεται, ότι η προτεινόμενη τροποποίηση προσθέτει στον τίτλο της αγωγής τις δύο αδελφές του αποβιώσαντα, οι οποίες κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής ήταν φοιτήτριες, στις οποίες έχουν εκδοθεί έγγραφα διαχείρισης στις 13.1.
- Οι Ενάγοντες-Αιτητές όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης έχουν και οι δύο προβλήματα υγείας. Οι προσθήκες στην Έκθεση Απαίτησης που επιδιώκονται με τις παραγράφους Α (Ι), (ΙΙ) και (ΙΙΙ) δεν αλλοιώνουν μ΄ οποιονδήποτε τρόπο ή προσθέτουν οτιδήποτε στην βάση της αγωγής. Απλά προστίθενται οι αδελφές του αποβιώσαντα υπό την ιδιότητά τους ως διαχειρίστριες της περιουσίας του. Τίποτα περισσότερο. Σύμφωνα με το εδάφιο
(12)του άρθρου 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148: «
(12)Αν - (α) δεν υπάρχει εκτελεστής ή διαχειριστής του αποβιώσαντος ή (β) ...................... η αγωγή δύναται ν΄ εγερθεί από και στο όνομα όλων ή οποιονδήποτε από τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων ο εκτελεστής ή ο διαχειριστής θα μπορούσε να εγείρει αυτή.» Ενώ το άρθρο 11 προβλέπει ότι η αγωγή εγείρεται από και στο όνομα του διαχειριστή του αποβιώσαντος. Κατά τον χρόνο της καταχώρισης της αγωγής δεν υπήρχε διαχειριστής δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου ενώ τώρα έχουν καθοριστεί οι δύο αδελφές του αποβιώσαντα ως διαχειρίστριες, οι οποίες ήταν φοιτήτριες κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου από τον οποίο διαπιστώνεται ότι στις 15.7.05 που είχε καταχωριστεί η αγωγή δεν υπήρχε διαχειριστής, αφού τα έγγραφα διαχείρισης εκδόθηκαν επ΄ ονόματι των δύο προτιθέμενων Εναγόντων στις 13.1.06, σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Με αυτά τα δεδομένα και ενόψει και της προδικαστικής ένστασης του Εναγόμενου θα πρέπει να εισαχθούν οι ορθοί διάδικοι στην διαδικασία. Στην Δικαστική Πρακτική του 1952 - Annual Practice - στην σελίδα 210 καταγράφεται η παλιά διαταγή 16 που είναι πανομοιότυπη με την δική μας Δ.9 Θ.1 η οποία επιτρέπει την συνένωση Εναγόντων οι οποίοι έχουν δικαίωμα θεραπείας σε σχέση με τα γεγονότα που κατ΄ ισχυρισμό υπάρχουν. Το θέμα εναποτίθεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η υποσημείωση στην σελίδα 210 της Δικαστικής Πρακτικής 1952 προβλέπει: « "All persons may" - ... Joinder is not now a matter of right but of discretion.» Στην απόφαση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω) είχε καταγραφεί η σύγχρονη τάση να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποίηση στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν΄ αποζημιωθεί με χρήμα. Στην απόφαση Associated Leisure v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 αναφέρονται τ΄ εξής: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it becomes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in Money. The principle applies here.» Ενώ, στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου (ανωτέρω) το Δικαστήριο επεσήμανε ότι όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα των τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τις σκοπούμενες τροποποιήσεις καθώς και τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα παρατηρώ τ΄ ακόλουθα: Η αίτηση τροποποίησης υποβλήθηκε 1 χρόνο μετά την έκδοση διαταγμάτων διαχείρισης επ ονόματι των προτιθέμενων να συμπεριληφθούν ως Ενάγοντες 3 και 4. Όμως, έχω αναφέρει ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει, δεν έχει καν οριστεί ημερομηνία για ακρόαση. Η σύγχρονη, όμως, τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις, έστω και αν τούτες είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με έξοδα. Τέτοια αδικία, αν εγκριθεί η αίτηση, δεν εντοπίζεται στα υπό κρίση γεγονότα. Στην Ένορκη Δήλωση, που συνοδεύει την Αίτηση, δίδεται κάποια εξήγηση για το χρονικό σημείο που καταχωρήθηκε η Αίτηση. Δηλαδή, ότι υποβλήθηκε μόλις διεπιστώθηκε η αναγκαιότητά της. Εδώ θα πρέπει να γίνει αναφορά σε δύο θέματα. Πρώτον, όπως διαπιστώνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου από τις 13.10.06 μέχρι τις 24.1.07 γινόταν ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ των διαδίκων. Δεύτερον, σύμφωνα με το δικό μας δικαικό σύστημα εναπόκειται στον κάθε διάδικο ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος θα ήθελε να προωθήσει την υπόθεσή του και το κατά πόσο η ζητούμενη τροποποίηση είναι ουσιώδης ή όχι δεν μπορεί να λειτουργήσει ως εμπόδιο για ένα διάδικο, όσον αφορά την μορφή που θέλει να προσδώσει στην υπόθεσή του. Με δεδομένες τις πιο πάνω διαπιστώσεις και έχοντας κατά νου ότι δεν τέθηκε θέμα μη ανατρέψιμης ζημιάς, από πλευράς του Εναγόμενου, στην περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση δεν βλέπω πως θα μπορούσα να στερήσω αυτή την δυνατότητα στην πλευρά των Εναγόντων. Ούτε και εγώ έχω εντοπίσει, από όλα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι αποδοχή της αίτησης θ΄ επέφερε στον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση ζημιά που δεν θα μπορούσε ν΄ αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Έχοντας κατά νου ότι η υπόθεση δεν έχει ακόμη οριστεί για ακρόαση θεωρώ ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για να μην επιτρέψω την τροποποίηση αφού η οποιαδήποτε τυχόν ζημιά προκληθεί στον Εναγόμενο θ΄ αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή εξόδων. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω κατέληξα ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει ν΄ ασκηθεί υπέρ της αποδοχής της αίτησης. Η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται το αιτούμενο διάταγμα ως η αίτηση. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα και τα συνεπακόλουθα τροποποιημένα δικόγραφα να καταχωρηθούν μέσα σε 10 ημέρες από τη σύνταξη του Διατάγματος και ν΄ επιδοθούν στους δικηγόρους του Ενάγοντα. Η Υπεράσπιση του Ενάγοντα να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από την επίδοση του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης. Κατά τα υπόλοιπα ν΄ ακολουθηθούν οι σχετικοί περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί. Όσον αφορά τα έξοδα, τόσο τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης όσο και αυτά που θα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, τα χαμένα έξοδα θα είναι προς όφελος του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή πλην όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .............................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο