← Κύπρος

Ανδρέα Πολυδώρου ν. Καίτης Γουώτς, Αρ. Αγωγής: 793/04., 6 Ioυλίου , 2007

Ανδρέα Πολυδώρου ν. Καίτης Γουώτς, Αρ. Αγωγής: 793/04., 6 Ioυλίου , 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A113 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜ0ΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Ι.Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ., Αρ. Αγωγής: 793/

  1. Μεταξύ: Ανδρέα Πολυδώρου, Ενάγοντα και Καίτης Γουώτς, Εναγομένης. 6 Ioυλίου ,
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Α.Ποιητής. (κ. Α.Μιχαηλίδης για να ακούσει απόφαση) Για Εναγομένη: κ. Μ.Μιχαήλ για κ. Γ. Κολοκασίδη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων με αγωγή που κατέθεσε στις 28/9/04 αξιώνει εναντίον της Εναγομένης διάφορες θεραπείες σε σχέση με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 3/8/04 που συνήψε με αυτήν. Πρόκειται για τις θεραπείες Α-Ζ στην Οπισθογράφηση Απαίτησης, στις οποίες θα αναφερθώ όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η εν λόγω συμφωνία η οποία τιτλοφορείται έγγραφο ανταλλαγής, προέβλεπε τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτολεξεί οι παράγραφοι 2, 3 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης): «
  3. Κατά ή περί την 3/8/2004 με το έγγραφο ανταλλαγής ημερομηνίας 378/2004, ο ενάγων αντάλλαξε το όλο μερίδιο του κτήματος του με αρ. 4199 αριθμός τεμαχίου 409, Σχέδιο 2-281-376 στο Λιοπέτρι και επιπλέον ποσό £90,000, με το ½ μερίδιο του κτήματος της εναγόμενης με αρ. εγγραφής 5/63, αριθμός τεμαχίου 64, Σχέδιο 285-372 στην Αγία Νάπα.
  4. Μεταξύ άλλων, η ανωτέρω συμφωνία ανταλλαγής προνοούσε ότι: α. £5.000 κατεβάλλοντο ως προκαταβολή, ταυτόχρονα με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας. β. £85.000 θα καταβάλλετο εντός μίας εβδομάδας από της υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση και αφού προηγουμένως τα συμβαλλόμενα μέρη θα φρόντιζαν να απαλλάξουν τα ανωτέρω κτήματα των από οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη που τυχόν τα βάρυναν.
  5. Ο ενάγων κατά ή περί τις 3/8/2004 κατέβαλε στην εναγόμενη την προκαταβολή των £5.000 και στη συνέχεια κατέθεσε την ανωτέρω συμφωνία στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, αρ. φακ. ΠΩΕ 1141/04.» Σύμφωνα πάντα με την Έκθεση Απαίτησης, η Εναγομένη δεν συμμορφώθηκε με τις συμβατικές της υποχρεώσεις παρόλο που κλήθηκε να πράξει κάτι τέτοιο από τον Ενάγοντα, ο οποίος και την κάλεσε όπως παρουσιαστεί στις 20/8/04 και ώρα 10.00 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για υλοποίηση της συναφθείσας συμφωνίας, δηλώνοντας ταυτόχρονα την ετοιμότητα του να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των £85,000.-. Ο Ενάγων ενώ εμφανίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και ανέμενε την Εναγομένη για να του μεταβιβάσει το κτήμα της για το οποίο γίνεται αναφορά στη συμφωνία, αυτή παρέλειψε να παρουσιαστεί. Ως εκ τούτου ήγειρε την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και διαζευκτικά το ποσό των £100,000.- ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Η Εναγομένη με την Υπεράσπιση της αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως εξής (παρατίθενται οι παράγραφοι 4 και 5 από το δικόγραφο της). «
  6. Περαιτέρω, άνευ βλάβης και σε συνέχεια των ανωτέρω η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως εξής: Κατά ή περί την 3/8/2004 η Εναγόμενη ήλθε σε συμφωνία με τον Ενάγοντα για την πώληση σε αυτόν του μεριδίου (½) της Εναγόμενης στο επίδικο κτήμα στην Αγία Νάπα έναντι του ποσού των Λ.Κ:125,
  7. Αυτή ήταν και η πραγματική και μόνη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Ο Ενάγοντας όμως παρουσίασε στην Εναγόμενη για υπογραφή έγγραφο με τίτλο «Έγγραφο Ανταλλαγής» και το οποίο μεταξύ άλλων προνοούσε δήθεν ανταλλαγή του πιο πάνω μεριδίου της Εναγόμενης με ένα τεμάχιο του Ενάγοντα και πληρωμή του ποσού των Λ.Κ. 90,000 δήθεν ως διαφορά στις αξίες των ανταλλασσομένων ιδιοκτησιών και ότι οι Λ.Κ.5,000 θα πληρώνοντας με την υπογραφή της συμφωνίας και οι υπόλοιπες Λ.Κ.85,000 εντός μιας εβδομάδας. Για να εξασφαλίσει την υπογραφή της Εναγόμενης στο εν λόγω έγγραφο και ενώ κατά τον χρόνο εκείνο η Εναγόμενη είχε άγνοια περί της παρανομίας της εν λόγω συμφωνίας, ο Ενάγοντας υπεσχέθη σε αυτήν ότι θα κατέβαλλε το υπόλοιπο του πραγματικά συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του μεριδίου της, δηλαδή τις υπόλοιπες Λ.Κ.35,000 σε μετρητά ήτοι «κάτω από το τραπέζι» ούτως ώστε να αποφευχθεί η πληρωμή φόρων κεφαλαιουχικών κερδών και τελών μεταβίβασης πάνω στο πραγματικά συμφωνηθέν ποσό. Ανέφερε επίσης στην Εναγόμενη ότι η προνοούμενη στο εν λόγω έγγραφο ανταλλαγή θα ήταν εικονική και ότι μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας η Εναγόμενη θα έπρεπε να μεταβιβάσει πίσω το εν λόγω «ανταλλασσόμενο» τεμάχιο, στον Ενάγοντα.
  8. Ο Ενάγοντας εξέδωσε δύο τραπεζικές επιταγές η πρώτη για το ποσόν των Λ.Κ.5,000 πληρωτέα στην Εναγόμενη (ως προκαταβολή) και η δεύτερη για το ποσό των Λ.Κ.35,000 πληρωτέα «εις μετρητά» για σκοπούς της κάτω από το τραπέζι» πληρωμής που αναφέρεται πιο πάνω. Τα μέρη σε μεταγενέστερο στάδιο συμφώνησαν όπως οι πιο πάνω πληρωμές γίνουν με τραπεζιτικές επιταγές («bankers` drafts") και ως αποτέλεσμα οι δυο πιο πάνω επιταγές επιστράφηκαν στον Ενάγοντα ο οποίος και τις παρέλαβε και ουδέποτε εισπράχθηκαν ή εξαργυρώθηκαν από την Εναγόμενη εν αναμονή της έκδοσης των τραπεζιτικών επιταγών.» Με Aνταπαίτηση της αξιώνει θεραπείες που αφορούν σε ακύρωση της γραπτής συμφωνίας και σε παραμερισμό της κατάθεσης της στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Πρώτος μάρτυρας εκ μέρους του Ενάγοντα κατέθεσε ο κ. Παντελής Σεργίου, υπεύθυνος του κλάδου αποδοχής στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Κατέθεσε ως τεκμήρια 1(α) (β) (γ) δέσμη εγγράφων. Το τεκ.1(γ) είναι αντίγραφο της συμφωνίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων. Ως αναφέρεται στο τεκ.1(β) αυτή κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 10/8/04 και ώρα 8.15 π.μ. Το τεκ.1(α) συνιστά απόδειξη είσπραξης τελών για την κατάθεση της συμφωνίας (τεκ.1(γ)). Σε σχέση με την παράλειψη της Εναγομένης να εμφανιστεί στις 20/8/04 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου στη Λάρνακα για σκοπούς εκτέλεσης της συμφωνίας, τεκ.1(γ), συμπλήρωσε γραπτή βεβαίωση την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο
  9. Αναφέρθηκε επίσης στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες κατατέθηκε το έγγραφο, τεκ.1(γ), για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως έγγραφο ανταλλαγής ή έγγραφο πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας είναι το ίδιο πράγμα, για να προσθέσει ότι σε περίπτωση που έχουμε συμφωνία ανταλλαγής, η ανταλλαγή των ακινήτων πρέπει να γίνει ταυτόχρονα, την ίδια ημέρα και ώρα. Ο Ενάγων καταθέτοντας αναφέρθηκε στη γραπτή συμφωνία (τεκ.1(γ)). Ισχυρίστηκε επίσης πως στις 20/8/04 μετέβηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό γραφείο Αμμοχώστου στη Λάρνακα για την μεταβίβαση του κτήματος της Εναγομένης , πλην όμως η τελευταία δεν παρουσιάστηκε ως όφειλε. Κατέθεσε ως τεκμήριο 4 απόδειξη που πήρε από την Εναγομένη στην οποία αναφέρεται ότι η τελευταία εισέπραξε από αυτόν ως προκαταβολή το ποσό των £5,000.- δυνάμει επιταγής της Λαϊκής Τράπεζας με αρ. 076
  10. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι η καταρτισθείσα γραπτή συμφωνία έγινε για να εξαπατηθεί το δημόσιο και επέμενε ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτή ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κατ΄ επέκταση αρνήθηκε ότι το συμφωνηθέν τίμημα ήταν £135,000 και ότι συμφωνήθηκε να δοθούν £35,000 κάτω από το τραπέζι. Σε λεπτομέρειες της μαρτυρίας του θα αναφερθώ στη συνέχεια. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Ανδρέας Καραολής, εγγεγραμμένος λογιστής - ελεγκτής από το
  11. Γνωρίζει την Εναγομένη καθότι είναι αδελφή της πεθεράς του. Η Εναγομένη τον είχε ενημερώσει για τη συμφωνία πώλησης του επίδικου ακινήτου και του ζήτησε τις υπηρεσίες του σε σχέση με τις φορολογικές εκκαθαρίσεις για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου στον αγοραστή. Στις 5/8/04 είχε χαρτοσημάνει τη γραπτή συμφωνία και στις 6/8/04 το πρωί μετέβηκε στην οικία της Εναγομένης, την οποία και παρέλαβε με δικό του αυτοκίνητο για να μεταβούν στα γραφεία του Φόρου Εισοδήματος. Καθ' οδόν η Εναγόμενη τον πληροφόρησε ότι είχε συμφωνηθεί με τον Ενάγοντα να της καταβάλει πρόσθετο ποσό £35,000.- «under the table». Αυτός τότε την πληροφόρησε ότι κάτι τέτοιο συνιστά ποινικό αδίκημα και επιφέρει σοβαρές συνέπειες. Η Εναγομένη αναστατώθηκε μετά από τα πιο πάνω, και του ζήτησε να μην τη μεταφέρει στα γραφεία του Φόρου Εισοδήματος αλλά να επιστρέψουν στην οικία της. Ανέφερε σε τι συνίσταται η παρανομία όταν οι συμβαλλόμενοι δηλώνουν στις αρμόδιες αρχές μικρότερο τίμημα πώλησης από το συμφωνηθέν. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στον τρόπο υπολογισμού του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών, για να προσθέσει πως τέτοιος φόρος δεν θα επιβάλλετο σε περίπτωση που η Εναγομένη θα μεταβίβαζε δυνάμει δωρεάς το επίδικο ακίνητο στα παιδιά της. Αρνήθηκε κατηγορηματικά την υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα ότι η Εναγομένη δεν του ανέφερε για «μαύρα» χρήματα και ότι στο Δικαστήριο ήλθε για να τη βοηθήσει. Δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ο κ. Αντώνης Γεωργιάδης, πατέρας του Νικόλα και Ανδρέα Γεωργιάδη οι οποίοι είναι συνιδιοκτήτες με την Εναγομένη στο επίδικο τεμάχιο. Ο μάρτυρας αφού συμβουλεύθηκε ένα σημειωματάριο το οποίο τηρεί για κάθε τι που κάνει, ως ο ίδιος ανέφερε, ισχυρίστηκε ότι στις 17/9/04 και ώρα 13.58 πήρε τηλεφώνημα από κάποιο κ. Πολυδώρου, το τηλεφώνημα έγινε από κινητό τηλέφωνο, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι αγόρασε από την Εναγομένη το ½ του επίδικου τεμαχίου. Όταν ο ίδιος τον ρώτησε πόσα το αγόρασε απέφυγε να απαντήσει λέγοντας του πως αυτό θα το συζητούσαν όταν θα βρεθούν. Του ανέφερε επίσης και τα ακόλουθα: «΄Ακουε και τα δυσάρεστα τώρα, από 20% ο συντελεστής δόμησης από τη Δευτέρα 13/9/04 μειώθηκε στο 10%, μπορείς να κτίσεις ένα σπίτι 260 τ.μ. και έχω φόρμες μαζί μου για να κάμουμε ένσταση προς την Πολεοδομία». Όταν τον ρώτησε κατά πόσο έχει τίτλο ιδιοκτησίας, ο κ. Πολυδώρου του ανέφερε ότι έχει κατατεθειμένο συμβόλαιο στο Κτηματολόγιο και ότι θέλει να συνεργαστεί μαζί του. Στις 21/9/04 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με το σύζυγο της Εναγομένης ο τελευταίος τον πληροφόρησε ότι η υπόθεση βρίσκεται σε δικηγόρο. Τον ενημέρωσε επίσης ότι συμφωνήθηκε να δοθούν £35,000.- under the table και ότι για το εν λόγω ποσό ο Ενάγων τους παρέδωσε επιταγή. Του ανέφερε επίσης ότι ο Ενάγων τους παρέδωσε και μία άλλη επιταγή για το ποσό των £5,
  12. Όλα αυτά τα είχε γράψει τότε στο σημειωματάριο του σε ανύποπτο χρόνο. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε να υποδείξει σε ποιο σημείο του σημειωματάριου του υπήρχε το "under the table" στο οποίο έκανε αναφορά στην κυρίως εξέταση. Υπέδειξε τα αρχικά «u / t » τα οποία κατά τον ίδιο είναι ο κωδικός του «under the table», επιμένοντας πως αυτό του το είχε αναφέρει ο σύζυγος της Εναγομένης. Του λέχθηκε ότι ο σύζυγος της Εναγόμενης θα πρέπει να κακοχαρακτήρισε τον Ενάγοντα αφού στο σημειωματάριο του υπήρχε η λέξη «ο μαφίας». Ανέφερε πως δεν θυμόταν κατά πόσο τη λέξη «ο μαφίας» του την είπε ο σύζυγος της Εναγομένης ή κατά πόσο την έγραψε ο ίδιος για να καταλήξει ως εξής «τι φταίω εγώ αν μου είπε ο μαφίας». Ρωτήθηκε αν γνωρίζει κατά πόσο όταν αποκαλούμε κάποιο μαφία εννοούμε κάποιο δόλιο άνθρωπο, και απάντησε πως δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο. Τρίτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν η κα Αντιγόνη Μακεδόνα η οποία τυγχάνει να έχει φιλικές σχέσεις τόσο με τον Ενάγοντα όσο και με την Εναγομένη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ένα καλοκαίρι που ο Ενάγων βρισκόταν στην Αγία Νάπα για διακοπές, την πληροφόρησε ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει το επίδικο ακίνητο και η ίδια του έδωσε το τηλέφωνο της Εναγομένης για να επικοινωνήσει ο ίδιος μαζί της. Ακολούθως τόσο ο Ενάγων όσο και η Εναγόμενη της τηλεφωνούσαν επί καθημερινής βάσεως αφού και οι δύο ήταν φίλοι της όπου και την πληροφόρησαν ότι είχαν καταλήξει σε συμφωνία πώλησης με συμφωνηθέν τίμημα £125,000.-. Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως η μια υπογραφή των μαρτύρων που φαίνεται στο έγγραφο, τεκ.1(γ) είναι δική της, για να προσθέσει ότι υπέγραψε το έγγραφο χωρίς να το διαβάσει αφού είχε εμπιστοσύνη και στους δύο. Ρωτήθηκε επίσης κατά πόσο οι διάδικοι έτυχε να της αναφέρουν ότι αντί £125,000.- τελικά «έκλεισαν» στις £90,000.- με ανταλλαγή ενός κτήματος και απάντησε αρνητικά. Ανέφερε επίσης ότι η Εναγομένη της ανέφερε ότι «μετάνοιωσε» και γι' αυτό δεν έγινε η μεταβίβαση. Ο σύζυγος της Εναγομένης, κ. Ρόναλτ Γουώτς (M.Y.4) κατέθεσε ότι η σύζυγος του είναι ιδιοκτήτρια (½ μερίδιο) του επίδικου ακινήτου στην Αγία Νάπα, το οποίο είναι εκτάσεως 7500 τ.μ. περίπου και ότι αυτό βρίσκεται 100 μέτρα περίπου πίσω από τη θάλασσα. Επειδή η σύζυγος του ήθελε να πωλήσει το μερίδιο της στο εν λόγω ακίνητο αποτάθηκε σε κτηματομεσίτη για να τους εξεύρει αγοραστή. Στον κτηματομεσίτη αποτάθηκαν και γιατί ήθελαν να αγοράσουν διαμερίσματα για τα παιδιά τους. Ο κτηματομεσίτης τους ανέφερε ότι η τιμή του κτήματος κυμαινόταν από £30-£35.- το τ.μ., ανάλογα με το πόσο κοντά είναι από τη θάλασσα. Αρχές Αυγούστου του 2004 η σύζυγος του του ανέφερε ότι μια φίλη της, η κα Νόνη Μακεδόνα της ανέφερε ότι κάποιος φίλος της ενδιαφερόταν να αγοράσει το μερίδιο της στο επίδικο ακίνητο για £125,000.- εκ των οποίων οι £25,000.- θα ήταν κάτω από το τραπέζι «under the table». Η κα Μακεδόνα έδωσε το τηλέφωνο τους στον ενδιαφερόμενο αγοραστή, που ήταν ο Ενάγων και αφού επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς έκλεισαν ραντεβού την ίδια ημέρα, και τούτο γιατί ο Ενάγων του ανέφερε κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν ότι έπρεπε «η πράξη» να κλείσει την ίδια ημέρα γιατί θα επέστρεφε στην Αγγλία. Πράγματι το βράδυ της ίδιας ημέρας ο Ενάγων τους επισκέφθηκε στην οικία τους και μαζί του είχε ένα έγγραφο όπου στο πάνω μέρος αναγράφετο «συμφωνία ανταλλαγής γης». Στο εν λόγω έγγραφο υπήρχαν πάρα πολλές χειρόγραφες αλλαγές με αποτέλεσμα να μην μπορεί κάποιος να βγάλει εύκολα νόημα. Συμφώνησε με τον Ενάγοντα να συνταχθεί εκ νέου το έγγραφο και αυτό ανέλαβε να το πράξει ο ίδιος. Το έγγραφο ομιλούσε για £90,000.- με ανταλλαγή κάποιου ακινήτου. Ρώτησε τότε τον Ενάγοντα γιατί αναγράφεται στη συμφωνία £90,000.- αφού η συμφωνία τους ήταν για £125,000.- εκ των οποίων οι £25,000.- θα ήταν «under the table». Με άλλα λόγια ο μάρτυρας ανέμενε το έγγραφο να αναγράφει £100,000.- αντί £90,000.-. Τότε ο Ενάγων του ανέφερε ότι θα έκαναν το «under the table» £35,000.-. Του παρουσίασε επίσης και δύο προσωπικές επιτ6αγές της Λαϊκής Τράπεζας η μια για το ποσό των £5,000.- η οποία εδίδετο ως προκαταβολή και η άλλη για το ποσό των £35,000.- η οποία αφορούσε τα χρήματα κάτω από το τραπέζι. Οι υπόλοιπες £85,000.- θα καταβάλλοντο εντός μιας εβδομάδας από της υπογραφής της συμφωνίας. Σε σχέση με την προκαταβολή των £5,000.- υπεγράφη απόδειξη, τεκ.
  13. Για τη δεύτερη επιταγή δεν υπεγράφη οποιαδήποτε απόδειξη εφόσον αυτή αφορούσε στα χρήματα κάτω από το τραπέζι. Την επόμενη μέρα 4/8/04, και ενώ ετοιμαζόταν να μεταβεί στην Τράπεζα για να καταθέσει τις δύο επιταγές διαπίστωσε ότι η επιταγή των £35,000.- δεν ήταν υπογεγραμμένη στο πίσω μέρος και συνεπώς δεν μπορούσε να κατατεθεί. Γνωστοποίησε το πιο πάνω γεγονός στον κ. Πολυδώρου και επειδή πλέον δεν του είχε εμπιστοσύνη του ανέφερε ότι για όλες τις πράξεις σε σχέση με την πιο πάνω συμφωνία, θα δεχόταν είτε μετρητά είτε τραπεζικές επιταγές. Ο Ενάγων του ανέφερε να μην ανησυχεί και ότι θα του έδιδε τα χρήματα τη Δευτέρα, δηλαδή μετά την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντα. Ο ίδιος τότε ανέφερε στον Ενάγοντα «you must be joking», εκφράζοντας έτσι την άρνηση του να γίνει μεταβίβαση χωρίς προηγουμένως να έχει πάρει τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει να δοθούν κάτω από το τραπέζι. Του επέστρεψε τις δύο επιταγές και του είπε πως αν δεν δοθούν τραπεζικές επιταγές ή μετρητά, η συμφωνία δεν θα υλοποιείτο. Συμφωνήθηκε τελικά να μεταβούν και οι δύο στη Λαϊκή Τράπεζα στη Λευκωσία στις 6/8/04 για να ετοιμαστούν οι τραπεζικές επιταγές. Αναφέρθηκε επίσης στα όσα έλαβαν χώρα στο κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας και στους λόγους που τελικά η συμφωνία δεν εκτελέστηκε. Η μαρτυρία της Εναγομένης κινήθηκε πάνω στις ίδιες γραμμές. Ισχυρίστηκε πως τον Αύγουστο του 2004 μια φίλη της, η κα Μακεδόνα, της τηλεφώνησε και της ανέφερε ότι κάποιος φίλος της, ο Ενάγων, ενδιαφερόταν να αγοράσει το ½ μερίδιο της επί του επίδικου ακινήτου για το ποσό των £125,000.-. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που η ίδια είχε με τον Ενάγοντα τον ενημέρωσε ότι ο λόγος που δεν κατάφερε μέχρι σήμερα να το πωλήσει ήταν γιατί υπήρχε πρόβλημα λόγω του γεγονότος ότι συνιδιοκτήτες δεν επιθυμούσαν να το πωλήσουν. Ο Ενάγων της ανέφερε ότι ήταν έτοιμος «να αγοράσει το πρόβλημα της» και διευθετήθηκε συνάντηση στην οικία της. Πράγματι ο Ενάγων στις 3/8/04 επισκέφθηκε την ίδια και το σύζυγο της στην οικία τους. Εφερε μαζί του και ένα έγγραφο ανταλλαγής λέγοντας της ότι αγόρασε ένα μικρό τεμάχιο καταβάλλοντας £2,000.- το οποίο θα αντάλλασσε εικονικά με το δικό της τεμάχιο. Της ανέφερε ότι ο λόγος που θα χρησιμοποιούσαν έγγραφο ανταλλαγής ήταν «για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα έφερε ένσταση ο συνιδιοκτήτης σου». Ο ίδιος επέμενε να προχωρήσουν με ανταλλαγή για να είναι σίγουρα τα πράγματα αφού αυτό του είπαν οι υπάλληλοι του Κτηματολογίου. Η συμφωνία ήταν ότι ουσιαστικά θα αγόραζε το μερίδιο της για £125,000.-. Ενώ αρχικά της ανέφερε ότι θα εδίδοντο £25,000.- κάτω από το τραπέζι τελικά στο έγγραφο ανταλλαγής γινόταν αναφορά σε £90,000.- αντί £100,000.- με αποτέλεσμα τα χρήματα που θα εδίδοντο κάτω από το τραπέζι να ανέλθουν σε £35,000.-. Όταν η ίδια τον ρώτησε γιατί έγινε αυτό, της ανέφερε ότι έτσι τον είχαν συμβουλεύσει «τα παιδιά στο Κτηματολόγιο» Της ανέφερε ότι μετά την πράξη πώλησης το μικρό αυτό τεμάχιο θα το πωλούσε η ίδια στη θυγατέρα του η οποία στη συνέχεια θα το μεταβίβαζε στο όνομα του, και όλα αυτά για να μην φανεί ότι το μικρό αυτό τεμάχιο πωλείται στην ίδια και στη συνέχεια αυτή το πωλεί στον Ενάγοντα. Η συμφωνία ουσιαστικά ήταν συμφωνία πώλησης του ½ μεριδίου της επί του επίδικου τεμαχίου για £125,000.-. Το ίδιο βράδυ της παρέδωσε και δύο επιταγές, μια για £5,000.- και μια για £35,000.-. Για την επιταγή των £5,000.- που αφορούσε σε προκαταβολή υπέγραψε απόδειξη, τεκμήριο 4, ενώ για τις £35,000.- που αφορούσαν στα χρήματα που συμφωνήθηκαν να δοθούν κάτω από το τραπέζι δεν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο. Ουδέποτε ανέφερε στον Ενάγοντα ότι ενδιαφερόταν να αποκτήσει ένα ακίνητο, έστω και μικρού εμβαδού, στο οποίο θα είχε την απόλυτη κυριότητα. Κατ' επέκταση ουδέποτε είδε το μικρό ακίνητο στο Λιοπέτρι, για το οποίο γίνεται αναφορά στο έγγραφο ανταλλαγής. Αναφέρθηκε στα γεγονότα που έλαβαν χώρα όταν ο σύζυγος της διαπίστωσε ότι η πιο πάνω επιταγή των £35,000.- δεν ήταν δεόντως υπογεγραμμένη από τον Ενάγοντα. Ισχυρίστηκε ότι τελικά και οι δύο πιο πάνω επιταγές επεστράφηκαν στον Ενάγοντα με αποτέλεσμα να μην εισπράξει στην ουσία οποιοδήποτε ποσό. Αναφέρθηκε επίσης στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αποφάσισε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση όταν ο λογιστής (Μ.Υ.1) την πληροφόρησε ότι αυτό που επρόκειτο να κάνει συνιστά σοβαρό ποινικό αδίκημα. Η ίδια μέχρι τότε δεν γνώριζε ότι το «under the table» συνιστά ποινικό αδίκημα. Αντεξεταζόμενη επέμενε ότι η συμφωνία προέβλεπε καταβολή £35,000.- κάτω από το τραπέζι. Αρνήθηκε την υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα ότι η ίδια ήθελε ένα μικρό τεμάχιο στο οποίο θα είχε την απόλυτη κυριότητα. Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η προσαχθείσα μαρτυρία, το σύνολο της οποίας έχω θέσει ενώπιον μου. Θα σταθώ σε συγκεκριμένα μέρη αυτής όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). ΄Εχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφεραν γύρω από το θέμα αυτό οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Ο Ενάγων δεν μου έκανε καλή εντύπωση και απορρίπτω χωρίς ενδοιασμό τη μαρτυρία του. Δεν με έπεισε ότι η γραπτή συμφωνία τεκ. 1(γ) ήταν όντως συμφωνία ανταλλαγής ακινήτων και ότι το τίμημα που αναφέρεται σε αυτή ήταν το πραγματικό. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο λόγος που έγινε αυτή η συμφωνία ανταλλαγής ήταν γιατί η Εναγομένη του ανέφερε ότι επιθυμούσε να αποκτήσει ένα τεμάχιο στο οποίο δεν θα είχε συνιδιοκτήτες επειδή η ίδια αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα με τους άλλους συνιδιοκτήτες της στο επίδικο ακίνητο. Προσπάθησε δηλαδή να πείσει το Δικαστήριο ότι η Εναγομένη ήθελε να ανταλλάξει το ½ μερίδιο της επί ακινήτου εκτάσεως περίπου 7,500 τ.μ. κοντά στη θάλασσα, με ένα λιλιπούτειο τεμάχιο μόλις 103 τ.μ., το οποίο η ίδια ουδέποτε είδε πριν από τη σύναψη της συμφωνίας, αφού ως ο ίδιος παραδέχθηκε ουδέποτε της έδειξε το εν λόγω τεμάχιο, και όλα αυτά επειδή η Εναγομένη ήθελε, ως ισχυρίστηκε, ένα οποιοδήποτε ακίνητο και οπουδήποτε, στο οποίο απλά θα είχε την απόλυτη κυριότητα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το λιλιπούτειο αυτό τεμάχιο στο Λιοπέτρι μπορούσε να αξιοποιηθεί με την ανέγερση εντός αυτού ενός περιπτέρου. Όπως όμως ο ίδιος παραδέχθηκε, η Εναγομένη ουδέποτε του ανέφερε ότι επιθυμούσε να γίνει επιχειρηματίας περιπτέρου ή να προβεί σε ανέγερση περιπτέρου εντός αυτού. Αφήνω βεβαίως κατά μέρος πως κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας, ο Ενάγων δεν ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του λιλιπούτειου τεμαχίου, αφού όπως ο ίδιος ανέφερε «το αγόρασα και το πλήρωσα και ο άνθρωπος θα πήγαινε να μου το μεταβιβάσει», αφήνοντας ουσιαστικά να νοηθεί ότι το αγόρασε για να μπορέσει να το ανταλλάξει με το ακίνητο της Εναγομένης. Ας σημειωθεί εδώ ότι η αναντίλεκτη μαρτυρία της κας Μακεδόνα (Μ.Υ.3), η οποία τυγχάνει και φίλη του Ενάγοντα, κατέδειξε ότι ο ίδιος ήθελε να αγοράσει το μερίδιο της Εναγομένης επί του επίδικου ακινήτου και όχι να το ανταλλάξει με άλλο. Φαίνεται πως ο διακαής πόθος του να αποκτήσει το μερίδιο της Εναγομένης επί του επίδικου τεμαχίου τον έκανε να σκαρφιστεί την εικονική συμφωνία ανταλλαγής κάτι βεβαίως που αποδέχθηκε τόσο η Εναγομένη όσο και ο σύζυγος της. Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι εξέδωσε και μία τραπεζική επιταγή για το ποσό των £35,000.- όταν μετέβηκε μαζί με τον σύζυγο της Εναγομένης στην Τράπεζα του. Η μαρτυρία αυτή συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία του κ. Γουώτς και της Εναγομένης, σύμφωνα με την οποία είχε συμφωνηθεί να δοθεί το ποσό των £35,000.- κάτω από το τραπέζι. Βεβαίως ο Ενάγων πονηρός και έξυπνος ών, προσπάθησε να διορθώσει ισχυριζόμενος ότι ο λόγος που εξέδωσε τραπεζική επιταγή για £35,000.- ήταν γιατί τα χρήματα αυτά βγήκαν από λογαριασμό σε δολάρια ενώ τα υπόλοιπα, ως ισχυρίστηκε, θα τα έβγαζε από λογαριασμό σε Ευρώ. Η πιο πάνω απάντηση στερείται πειστικότητας αφού θα μπορούσε κάλλιστα ο Ενάγων να δώσει οδηγίες στην Τράπεζα του να αναληφθούν χρήματα από οποιουσδήποτε λογαριασμούς του και στη συνέχεια να ζητήσει όπως γι' αυτά τα χρήματα εκδοθεί μια επιταγή προς όφελος της Εναγομένης για το συνολικό ποσό των £85,000.-. Δεν με έπεισε ούτε η απάντηση που έδωσε «τώρα αν έβγαζα μια £85,000.- ή τρεις για να καλύψουν τις £85,000.- ποια η διαφορά;». Ως εκ τούτου απορρίπτεται η μαρτυρία του ότι το ποσό των £90,000.- που αναγράφεται στη γραπτή συμφωνία είναι αυτό που συμφωνήθηκε αφού ούτε και εδώ με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε κατά πόσο μετέβηκε στην οικία της Εναγομένης στις 4/8/04, δηλαδή μια μέρα μετά την κατάρτιση της συμφωνίας. Δέχθηκε ότι όντως μετέβηκε. Όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο, αρχικά απάντησε πως δεν θυμόταν αλλά αμέσως μετά ανέφερε «α μου τηλεφώνησε να πιούμε καφέ», για να προσθέσει ότι η Εναγομένη τον ρώτησε κατά πόσο ενδιαφερόταν «να κάμει profit» πουλώντας το ακίνητο που αγόρασε από αυτή την προηγούμενη ημέρα. Τα πιο πάνω συνιστούν σκέψεις εκ των υστέρων, αφού το Δικαστήριο βρίσκει πως αυτοί δεν ήταν οι πραγματικοί λόγοι της επίσκεψης του. Τουναντίον βρίσκει πως κατά την πιο πάνω ημερομηνία έγινε αναφορά στο γεγονός ότι η επιταγή των £35,000.- δεν ήταν δεόντως υπογεγραμμένη με αποτέλεσμα να συμφωνηθεί όπως τόσο η εν λόγω επιταγή όσο και η επιταγή των £5,000.- αντικατασταθούν με τραπεζικές επιταγές. Κατά την ακροαματική διαδικασία τήρησε σιγή ιχθύος γύρω από το κατά πόσο η επιταγή των £5.000, τεκ. 4, που παρέδωσε στην Εναγομένη εισπράχθηκε από αυτήν, κάτι το οποίο μπορούσε εύκολα να εξακριβώσει, όταν μάλιστα η θέση της Εναγομένης ήταν ότι η εν λόγω επιταγή του επιστράφηκε για τους λόγους που η τελευταία ανέφερε. Να αναφέρω εδώ ότι ο Ενάγων στην έκθεση απαίτησης του δεν κάνει αναφορά σε έκδοση επιταγής £5,000.-. Είναι στην Απάντηση του που παραδέχεται το γεγονός αυτό όταν η Εναγομένη έκανε αναφορά στο δικόγραφο της σε δύο επιταγές. Βεβαίως σε καμιά περίπτωση δεν κρίνεται αναξιόπιστος από το γεγονός ότι στην ΄Εκθεση Απαίτησης του δεν έκανε αναφορά σε έκδοση επιταγής. Παρακολουθώντας τον διαπίστωσα ότι, στην προσπάθεια του να υποστηρίξει τη θέση του ότι η γραπτή συμφωνία, τεκ.1(γ) είναι έγκυρη, ήταν έτοιμος να προβάλει ισχυρισμούς που εν γνώσει του δεν ανταποκρίνοντο στην πραγματικότητα. Επαναλαμβάνω, απορρίπτω χωρίς κανένα ενδοιασμό τη μαρτυρία του. Τη μαρτυρία του κ. Παντελή Σεργίου (Μ.Ε.1) ότι το έγγραφο ανταλλαγής κτημάτων και το έγγραφο πώλησης κτημάτων είναι το ίδιο πράγμα την απορρίπτω. Αλλωστε, σύμφωνα με το Νόμο, Κεφ.232, δεκτική ειδικής εκτέλεσης είναι κάθε σύμβαση πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας και όχι ανταλλαγής ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο μάρτυρας αυτός δεν ανέφερε γιατί επετράπη η κατάθεση του τεκ.1(γ) για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Συγκεκριμένα, δεν ανέφερε γιατί ενώ το έγγραφο αυτό τιτλοφορείται έγγραφο ανταλλαγής και κάνει αναφορά σε ανταλλαγή κτημάτων και όχι σε πώληση κτημάτων, εντούτοις κατατέθηκε για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Δεν έδωσε μαρτυρία ότι το διάβασε και έκρινε ότι αυτό ουσιαστικά ήταν συμφωνία πώλησης. Τουναντίον προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι η συμφωνία πώλησης και η συμφωνία ανταλλαγής κτημάτων είναι το ίδιο πράγμα. Μάλιστα έφθασε στο σημείο να αφήσει να νοηθεί ότι ένας συνιδιοκτήτης ενός ακινήτου μπορεί να πωλήσει το μερίδιο του σε άλλο πρόσωπο που δεν είναι συνιδιοκτήτης στο ίδιο ακίνητο, χωρίς κανένα περιορισμό, κάτι βεβαίως που έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 25 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224. Παρακολουθώντας τον οφείλω να αναφέρω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και τη μαρτυρία του σε όποια σημεία αμφισβητείται από την Εναγομένη την απορρίπτω. Ο κ. Αντώνης Γεωργιάδης (Μ.Υ.2) μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Μου έδωσε την εντύπωση ενός σχολαστικού και πολύ τυπικού ανθρώπου αφού δέχομαι ότι όντως τηρεί σημειωματάριο για κάθε τι που κάνει. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι σε αυτό κατέγραψε αυτά που του ανέφεραν ο Ενάγων και ο σύζυγος της Εναγομένης σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε μαζί τους. Τη μόνη μαρτυρία του που δεν δέχομαι είναι ότι δεν γνωρίζει την έννοια της λέξης «μαφίας» αφού βρίσκω πως αυτό το ανέφερε γιατί δεν ήθελε να προσβληθεί ο Ενάγων από το γεγονός ότι ο ίδιος κατέγραψε στο σημειωματάριο του ότι αυτός είναι «μαφίας». Μάλιστα φαίνεται πως θεωρούσε ότι θα είχε και ο ίδιος κάποια ευθύνη από αυτό το γεγονός αφού ανέφερε «τι φταίω εγώ αν μου είπε ο μαφίας» . Βρίσκω επίσης πως αυτό το κατέγραψε επειδή ο σύζυγος της Εναγόμενης του ανέφερε ότι ο Ενάγων είναι «μαφίας». Ας σημειωθεί εδώ πως ο σύζυγος της Εναγομένης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν εμπιστευόταν τον Ενάγοντα και ότι τον έβλεπε με καχυποψία όταν διαπίστωσε πως η επιταγή των £35,000.- που εξέδωσε για τα χρήματα κάτω από το τραπέζι, δεν ήταν υπογεγραμμένη στο πίσω μέρος και όταν ο Ενάγων του ζήτησε να γίνει η μεταβίβαση του ακινήτου χωρίς να έχει προηγηθεί η καταβολή των χρημάτων που συμφωνήθηκαν να δοθούν κάτω από το τραπέζι. Η κα Μακεδόνα (Μ.Υ.3) μου έκανε καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Μου έδωσε την εντύπωση ανθρώπου ο οποίος ήλθε στο Δικαστήριο για να πει αυτά που γνωρίζει ανεξάρτητα αν αυτά θα βοηθούσαν ή θα έβλαπταν τους διαδίκους, οι οποίοι τυγχάνει να είναι φίλοι της. Ας σημειωθεί πως η μαρτυρία της ότι και οι δύο της ανέφεραν ότι κατέληξαν σε συμφωνία πώλησης για £125,000.- δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Ρωτήθηκε απλά, αντεξεταζόμενη, κατά πόσο και οι δύο της ανέφεραν ότι αντί £125,000.- έκλεισαν στις £90,000.- με ανταλλαγή κτήματος, κάτι το οποίο η ίδια αρνήθηκε. Η Εναγομένη και ο σύζυγος της μου έκαναν καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο όταν έλεγαν ότι το συμφωνηθέν τίμημα ήταν £125,000.- και ότι στη γραπτή συμφωνία, η οποία ήταν συμφωνία πώλησης και όχι ανταλλαγής, ανεγράφη £90,000.-. Δέχομαι επίσης τη μαρτυρία τους ότι άρχισαν να βλέπουν με καχυποψία τον Ενάγοντα όταν διαπίστωσαν ότι η επιταγή των £35,000.- που ο τελευταίος τους παρέδωσε δεν ήταν δεόντως υπογεγραμμένη, και ότι ζήτησαν από αυτόν όπως οι δύο επιταγές των £5,000.- και £35,000.- αντίστοιχα, αντικατασταθούν με τραπεζικές επιταγές. Δεν έχω επίσης καμιά αμφιβολία ότι δεν εισέπραξαν οποιοδήποτε ποσό έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος αφού δέχομαι τη μαρτυρία τους ότι επέστρεψαν στον Ενάγοντα τις πιο πάνω επιταγές. Αλλωστε, μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η επιταγή των £5,000.- κατατέθηκε και εξαργυρώθηκε από την Εναγομένη, δεν υπήρξε. Δεν έχω βεβαίως παραβλέψει τη μαρτυρία της κας Μακεδόνα ότι η Εναγομένη της ανέφερε ότι δεν υλοποιήθηκε η καταρτισθείσα σύμβαση επειδή τα χρήματα που θα έπαιρναν θα τα έδιδαν στις διοικητικές αρχές ως φόρους. Η Εναγομένη ανέφερε ότι στις 6/8/04 είπε στην κα Μακεδόνα ότι είχαν πρόβλημα με τους φόρους επειδή είχε ήδη πληροφορηθεί από το σύζυγο της ότι αυτόν τον λόγο είχε προβάλει και αυτός, εξήγηση η οποία με ικανοποιεί. Να σημειωθεί εδώ ότι η κα Μακεδόνα υπέγραψε ως μάρτυρας στη συμφωνία χωρίς να τη διαβάσει και χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο της, αφού όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «είπαν μου εδώ υπόγραψε ως μάρτυρας και υπέγραψα». Βεβαίως δεν έχει καμιά σημασία ο λόγος για τον οποίο η Εναγομένη υπαναχώρησε από τη σύμβαση αλλά κατά πόσο αυτή ήταν παράνομη. Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ. Γουώτς γύρω από τον αριθμό της επιταγής των £35,000.- θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν θα ανέμενα από το μάρτυρα αυτό να γνωρίζει τον ακριβή αριθμό και το λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε μια επιταγή που επέστρεψε στον Ενάγοντα. ΄Αλλωστε όπως διεφάνη, ο Ενάγων διατηρούσε αρκετούς τραπεζικούς λογαριασμούς ενώ τραπεζικό λογαριασμό διατηρούσε και εταιρεία που είχε. Αυτό το αναφέρω γιατί θα ήμουν έτοιμος να τον δεχτώ ως αξιόπιστο μάρτυρα ακόμη και αν η μαρτυρία του γύρω από τον αριθμό της εν λόγω επιταγής δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Καλή εντύπωση μου έκανε και ο λογιστής-ελεγκτής κ. Ανδρέας Καραολής, τη μαρτυρία του οποίου επίσης αποδέχομαι. Οφείλω να αναφέρω ότι ο κ. Ποιητής με την εμπεριστατωμένη και συνάμα γλαφυρή αγόρευση του, κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι ο Ενάγων είπε την αλήθεια και η Εναγομένη και ο σύζυγος αυτής ψέματα. Δυστυχώς για τον Ενάγοντα, δεν κατάφερε να με πείσει ο ευπαίδευτος και ικανός συνήγορος του. Ο κ. Ποιητής παραδέχθηκε, και ορθά θα έλεγα, ότι στην ουσία η συναφθείσα συμφωνία δεν ήταν συμφωνία ανταλλαγής κτημάτων αλλά συμφωνία πώλησης. Όμως αυτό δεν συνάδει με τη μαρτυρία του Ενάγοντα ο οποίος ισχυρίστηκε πως συνήψε με την Εναγομένη τη συμφωνία ανταλλαγής κτημάτων επειδή αυτή ήθελε ένα τεμάχιο έστω και λιλιπούτειο, στο οποίο θα είχε την απόλυτη κυριότητα. Ο κ. Ποιητής δέχθηκε, και πάλι ορθά, ότι την Εναγομένη δεν την ενδιέφερε το μικρό τεμάχιο του Ενάγοντα αλλά να πωλήσει το μερίδιο της στο επίδικο τεμάχιο. Ποιος ο λόγος λοιπόν να μην καταρτισθεί μια καθαρή συμφωνία πώλησης. Και ακόμη, γιατί να γίνει αναφορά στην καταρτισθείσα συμφωνία σε αυτό το λιλιπούτειο τεμάχιο, όταν μάλιστα ο Ενάγων δεν ήταν καν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου αυτού κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας. Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι η συμφωνία ανταλλαγής κτημάτων ήταν επινόημα του Ενάγοντα, όπως δηλαδή ισχυρίστηκε η Εναγομένη και ο σύζυγος της, την οποία βεβαίως αυτοί ενέκριναν και επιδοκίμασαν. Για ποιους λόγους επινόησε τη συμφωνία αυτή ο Ενάγων, μπορούν να γίνουν διάφορες υποθέσεις. Μπορεί για παράδειγμα για να υπερπηδηθούν τα όποια προβλήματα ενδεχομένως να προέκυπταν από το γεγονός ότι στο ακίνητο της Εναγομένης υπήρχαν συνιδιοκτήτες. Μπορεί ακόμη και για να γίνει δεκτό από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές το μειωμένο τίμημα που αναγραφόταν στη συμφωνία. Να σημειωθεί εδώ πως σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας, Τεκμ. 1(γ), οι £90,000.- καταβάλλονται όχι ως τίμημα πώλησης αλλά ως διαφορά στις αγοραίες αξίες των κτημάτων που ανταλλάσσονται. Ο κ. Ποιητής έδωσε αρκετή έμφαση στο γεγονός ότι ήταν αδύνατο να συμφωνήθηκε να δοθούν χρήματα κάτω από το τραπέζι και αυτά να δόθηκαν με επιταγή. Θα ανέμενα, ανέφερε, σε περίπτωση που είχε συμφωνηθεί κάτι τέτοιο, να είχαν δοθεί μετρητά αφού από την επιταγή θα μπορούσε εύκολα να διαπιστωθεί ότι τα χρήματα αυτά είχαν δοθεί για παράνομο σκοπό. Με όλο το σεβασμό διαφωνώ με την πιο πάνω θέση. Κατ' αρχάς στις επιταγές δεν αναγράφεται ο σκοπός για τον οποίο αυτές εκδίδονται. Αλλωστε, για την επιταγή των £35,000.-, ως ισχυρίστηκε η Εναγομένη και ο σύζυγος της, δεν ζητήθηκε και δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε απόδειξη και ο λόγος είναι πασιφανής. Και το κυριότερο, η συμφωνία έγινε την ίδια ημέρα κατά την οποία Ενάγων, Εναγομένη και σύζυγος αυτής, ήλθαν σε επαφή, και τούτο γιατί ο Ενάγων ήθελε η συμφωνία να καταρτισθεί εδώ και τώρα αφού ως ανέφερε, έπρεπε να μεταβεί επειγόντως στην Αγγλία. Ας μη ξεχνάμε πως η Εναγομένη δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να χάσει την ευκαιρία να πωλήσει το μερίδιο της στο επίδικο ακίνητο και συνεπώς έπρεπε να υποκύψει στην απαίτηση του Ενάγοντα να υπογραφεί η συμφωνία εκείνο το βράδυ. Μαρτυρία ότι ο Ενάγων στις 3/8/04, και μάλιστα βράδυ, είχε στην τσέπη του £35,000.- σε μετρητά για να τις δώσει στην Εναγομένη δεν υπήρξε. Ως εκ τούτου, ήταν πολύ φυσιολογικό να δοθεί έστω και προσωπική επιταγή του Ενάγοντα το βράδυ εκείνο για να ήταν εξασφαλισμένη η Εναγομένη, όσο μπορούσε να ήταν, σε σχέση με τα χρήματα που είχαν συμφωνηθεί να δοθούν κάτω από το τραπέζι. Αλλωστε, κανένας δεν φανταζόταν στις 3/8/04 ότι τα πράγματα θα έφταναν εδώ που έφτασαν. Ο κ. Ποιητής προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως τα περιέγραψαν η Εναγομένη και ο σύζυγος της προβάλλοντας διάφορα επιχειρήματα κυρίως σε σχέση με το κατά πόσο η Εναγομένη «ήταν καλυμμένη» από απόψεως εισπράξεως των £35,000.- που συμφωνήθηκε να δοθούν κάτω από το τραπέζι. Εκ των υστέρων βεβαίως όλοι είμεθα πιο σοφοί και δεν μπορώ να δεχθώ ότι τα πιο πάνω επιχειρήματα του πλήττουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της Εναγομένης και του συζύγου της. Αλλωστε η Εναγομένη από τη στιγμή που υπέγραψε τη συμφωνία χωρίς να πάρει τα χρήματα που συμφωνήθηκαν να δοθούν κάτω από το τραπέζι, ήταν έτσι και αλλιώς εκτεθειμένη. Ηταν βεβαίως περισσότερο εκτεθειμένη όταν διαπίστωσε ότι η επιταγή των £35,000.- δεν ήταν δεόντως υπογεγραμμένη από τον Ενάγοντα, και δεν χρειάζεται να αποφασίσω κατά πόσο ο Ενάγων εσκεμμένα δεν υπέγραψε την επιταγή των £35,000.- στο πίσω μέρος αυτής. Ο κ. Μιχαήλ στην αγόρευση του ανέφερε ότι η μαρτυρία της κα Μακεδόνα ότι ο Ενάγων της ανέφερε ότι συνήψε συμφωνία πώλησης με την Εναγομένη για £125,000.-, παρέμεινε αναντίλεκτη (να σημειώσω εδώ ότι η κα Μακεδόνα έκανε αναφορά σε συμφωνία πώλησης και όχι ανταλλαγής). Αυτό είναι ορθό. Ο κ. Ποιητής στην προσπάθειά του να υπερπηδήσει και αυτό το εμπόδιο ανέφερε πως δεν έχει σημασία τι λέγει κάποιος σε κάποιο αλλά τι τελικά κάνει ή συμφωνεί. Με άλλα λόγια εισηγείται ότι ο Ενάγων είπε ψέματα στην κα Μακεδόνα. Βεβαίως, στην κα Μακεδόνα δεν υποβλήθηκε ποτέ ότι ο Ενάγων της είπε ψέματα όταν της έλεγε ότι συνήψε συμφωνία με την Εναγομένη για £125,000.-. Τουναντίον η κα Μακεδόνα ρωτήθηκε κατά πόσο ο Ενάγων της ανέφερε ότι αντί για £125,000.- έκλεισαν στις £90,000.- με την ανταλλαγή κάποιου κτήματος, κάτι βεβαίως που η μάρτυρας απέρριψε. Συμφωνώ με τον κ. Ποιητή ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν έχει σημασία τι λέγει κάποιος αλλά τι κάνει. Όμως εδώ έχει σημασία τι είπε ο Ενάγων στην φίλη του, κα Μακεδόνα, αφού βρίσκω πως δεν είχε κανένα λόγο να της αποκρύψει σε ανύποπτο χρόνο το πραγματικό τίμημα πώλησης. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο κ. Ποιητής παρέπεμψε στα λόγια κάποιου αφυπηρετήσαντος προ ετών Δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου «πως άνθρωπος που λέγει σε κάποιο ψέματα είναι αναξιόπιστος». Βεβαίως αν υιοθετούσα τα πιο πάνω λόγια θα έπρεπε από αυτό και μόνο το γεγονός ο πελάτης του να κριθεί αναξιόπιστος. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν συμφωνεί με τα πιο πάνω λόγια. Η Νομολογία μας σήμερα και η λογική, θα έλεγα, δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο, αφού λαμβάνονται υπόψη το περιεχόμενο του ψεύδους σε συσχετισμό με τα γεγονότα που αποβλέπει να αποκρύψει, και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό προβάλλεται. Ο κ. Ποιητής ανέφερε πως δεν μπορεί η Εναγομένη και ο σύζυγος της να λένε αλήθεια γιατί ο Ενάγων θα ήταν εκτεθειμένος σε σχέση με το λιλιπούτειο τεμάχιο αφού η Εναγομένη μπορούσε τελικά να μην τηρούσε την κρυφή κατ' ισχυρισμό συμφωνία και να κατακρατούσε το εν λόγω τεμάχιο. Ομως το Δικαστήριο βρίσκει πως εδώ μιλάμε για ένα τεμάχιο το οποίο ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι το αγόρασε μόλις £2,000.-. συνεπώς και αληθής να είναι η μαρτυρία του γύρω από το τίμημα, το πολύ να έχανε £2,000.-. Με άλλα λόγια δεν μιλάμε για ένα υπέρογκο ποσό ενώ ο Ενάγων δεν φαίνεται να έτρεφε ιδιαίτερη αδυναμία στο εν λόγω τεμάχιο αφού ουσιαστικά το αγόρασε για να το χρησιμοποιήσει για σκοπούς της επίδικης συμφωνίας. Εχω μελετήσει πολύ προσεκτικά και τα όσα ανέφερε ο κ. Ποιητής γύρω από τις αντιφάσεις, τις οποίες εντόπισε στην προσαχθείσα μαρτυρία. Δεν θεωρώ ότι τα όσα ανέφερε γύρω από το πιο πάνω θέμα δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση της Εναγομένης. Όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα και να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (Οράτη ν. Παστού,
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1787.) Θεωρώ επίσης χρήσιμο να παραπέμψω και στην υπόθεση Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, όπου στη σελ.629 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «... Δεν αναμένεται ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρος πρέπει να συνάδει απόλυτα με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων. Οι διαφορές στη μαρτυρία είναι αναπόφευκτες. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο οι διαφορές αυτές είναι ουσιώδεις ή επουσιώδεις. Αν αυτές είναι επουσιώδεις και τα ευρήματα του Δικαστηρίου εύλογα το Εφετείο δεν επεμβαίνει. ........ «Αντιφάσεις πάνω σε μικρολεπτομέρειες όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν, με την έννοια ότι δείχνουν πως δεν υπήρξε προσχεδιασμός και/ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν. (Βλ. Κουδουνάρης ν. Αστυνομία
(1991)2 Α.Α.Δ. 320, 322 και Ξυδιάς κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, 227).» Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι η Εναγομένη και ο σύζυγος της είναι αναξιόπιστοι, έκανε αναφορά και στο δικόγραφο της Εναγομένης. Ανάμεσα σε άλλα ανέφερε πως η Εναγομένη στο δικόγραφο της αναφέρει στην παράγραφο 3 ότι η εν λόγω συμφωνία δεν υπεγράφη από τους διαδίκους ενώ στην παράγραφο 4 αναφέρει, άνευ βλάβης της πιο πάνω θέσης της, ότι συνήψε τη συμφωνία. Κατά την ακροαματική διαδικασία η Εναγομένη και ο σύζυγος της ουδέποτε αρνήθηκαν ότι η συμφωνία υπεγράφη από τους διαδίκους. Αν αρνούντο κάτι τέτοιο, θα ήταν ψεύτες. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να τους θεωρήσει αναξιόπιστους επειδή έτυχε στο δικόγραφο, το οποίο συνέταξε ο δικηγόρος της Εναγομένης, να προβληθεί και η υπεράσπιση της μη υπογραφής της συμφωνίας, κάτι που έτσι και αλλιώς η Εναγομένη είχε δικαίωμα να κάνει. Προς τούτο παραπέμπω στο Σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice όπου στη σελ.176 με αναφορά σε αγγλική αυθεντία, διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Any number of defences may be pleaded together in the same action, although they are obviously inconsistent. A defendant may "raise by his statement of defence, without leave, as many distinct and separate, and therefore inconsistent, defences as he may think proper, subject only to the provision" contained in Order 18 r.19, for striking out embarrassing matter. (Per Thesiger L.J. in Berdan v. Greenwood
(1878)3 Ex.D. at p.255.) And a defence is not embarrassing merely because it contains inconsistent averments, provided such averments are not fictitious." Νομική Πτυχή. ΄Εχει επανειλημμένα τονιστεί ότι συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή η αντιπαροχή είναι παράνομη είναι άκυρη. Θεωρείται παράνομη κάθε συμφωνία της οποίας είτε ο σκοπός είτε η αντιπαροχή απαγορεύεται από το νόμο, ή είναι τέτοιας φύσεως που καταστρατηγεί τις διατάξεις ενός ή περισσότερων νόμων. Στην υπόθεση Glamor Development v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444, λέχθηκε ότι συμφωνία η οποία συνομολογείται κατά παράβαση του νόμου είναι παράνομη και άκυρη ανεξάρτητα από την έκταση της συμμετοχής του κάθε συμβαλλομένου στην επίτευξη της. Στην εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο παραπέμπει στην υπόθεση St. John Shipping Corpn. v. Joseph Rank Ltd.
(1956)3 All E.R. 683, στην οποία αναφέρθηκε ότι είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν εφαρμόζουν συμβάσεις οι οποίες ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύονται από το νόμο, και ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων να παραβούν το νόμο ή όχι είναι αδιάφορο στοιχείο. Στην υπόθεση Εταιρεία Ηλίας Λάζος Λτδ ν. Νεοφύτου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 169, τα γεγονότα ήταν παρόμοια με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η γραπτή συμφωνία πώλησης ακινήτων που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων κρίθηκε παράνομη επειδή το τίμημα πώλησης για το οποίο γινόταν αναφορά στη συμφωνία, δεν ήταν το πραγματικό αφού η αγοράστρια εταιρεία είχε προτείνει να καταβάλει επιπλέον ποσό «κάτω από το τραπέζι». Το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση αναφέρει τα ακόλουθα στη σελ.172: «Η απόκρυψη του πραγματικού τιμήματος, στην έγγραφη σύμβαση, κατά το Δικαστήριο, αποσκοπούσε στην εξαπάτηση του δημοσίου, να μην καταβληθούν δηλαδή κατά τη μεταβίβαση οι υπό του νόμου προβλεπόμενοι φόροι και ταυτόχρονα να αποκρυβεί η πραγματική εισοδηματική κατάσταση της εφεσείουσας εταιρείας για σκοπούς φόρου εισοδήματος, ή βεβαίως, προσθέτουμε και εμείς, του κεφαλαιουχικού κέρδους του εφεσίβλητου, ή του ετήσιου εισοδήματος του.» Στην πρόσφατη απόφαση ημερ. 20/6/07, Gary Wayne White v. Σωματείου Αθλητική Ενωσις Κιτιον (ΑΕΚ) κ.α. , Πολιτική Εφεση 49/2006, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 9 και 10: «Το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, περιορίζεται στους σκοπούς της πράξης και όχι στους λόγους ή στα κίνητρα που την υπαγόρευσαν. Η εν λόγω διάταξη, στοχεύει στην αποτροπή τέλεσης πράξεων οι οποίες συγκρούονται με τη δημόσια τάξη ή όταν πρόκειται να πληγεί το δημόσιο συμφέρον σε περίπτωση που επιτραπεί η εφαρμογή σύμβασης η οποία αντιστρατεύεται τη δημόσια τάξη κλπ. Η σύμβαση η οποία έχει ως σκοπό τη διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 23 του νόμου ενώ σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο δεν εφαρμόζει σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το νόμο.» Με βάση την πιο πάνω αξιόπιστη μαρτυρία, το Δικαστήριο βρίσκει ότι η πραγματική φύση της γραπτής συμφωνίας των διαδίκων, τεκ.1(γ), ήταν πώληση και όχι ανταλλαγή και ότι σε αυτή τη συμφωνία οι διάδικοι απέκρυψαν το πραγματικό τίμημα αφού αυτό ήταν £125,000.- και όχι £90,000.- ως αναγράφεται σε αυτή. Κατ΄ επέκταση βρίσκει ότι η πιο πάνω συμφωνία αποσκοπούσε στην εξαπάτηση του δημοσίου και επ' αυτού ισχύουν τα όσα αναφέρονται στο πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Εταιρεία Ηλίας Λάζος Λτδ. ν. Νεοφύτου. Συνεπώς η συναφθείσα συμφωνία κρίνεται παράνομη και άκυρη, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αντληθεί από αυτή οποιοδήποτε δικαίωμα. Επεται ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οσον αφορά στην Ανταπαίτηση, αυτή επιτυγχάνει. Εκδίδονται διατάγματα ως η παράγραφος 13 (Α), (Β), (Γ). Δεν εκδίδεται διαταγή για έξοδα στην Ανταπαίτηση αφού τα επίδικα θέματα αυτής ήταν ουσιαστικά τα ίδια με αυτά της ΄Εκθεσης Απαίτησης. (Υπ.) .......... Ι. Ιωαννίδης, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.