Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ανδρέα Κ. Πέτρου και/ή Ανδρέας Μπακάλης κ.α., Αρ. Αγωγής: 504/03, 14/9/07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: N. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 504/03 Mεταξύ: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ εκ Λευκωσίας Εναγόντων -και-
- Ανδρέα Κ. Πέτρου και/ή Ανδρέας Μπακάλης, εκ Σωτήρας
- Χριστοφή Κάστανου εκ Σωτήρας
- Γαβριήλ Χ¨Γεωργίου και/ή Γαβριήλ Χατζηγιωρκή εκ Σωτήρας Εναγομένων Ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.02.05 Ημερομηνία: 14/9/07 Eμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Ανδρέου Για Εναγόμενους: κος Α. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες είναι χρηματοδοτικός οργανισμός. Με την παρούσα αγωγή αξιώνουν από τους εναγομένους 1, 2 και 3 αλληλεγγύως ή και κεχωρισμένως το ποσό των ΛΚ22.181,96 σεντ ως υπόλοιπο ενοικίου και/ή ως αποζημιώσεις δια παράβαση συμφωνίας και/ή ως υπόλοιπο πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή ως αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό και/ή ως money had and received, και/ή δυνάμει συμφωνίας για κάλυψη και/ή ως αποζημίωση για ποσό που έλαβαν οι εναγόμενοι άνευ χαριστικής αιτίας και/ή άλλως πως, νόμιμο τόκο και έξοδα. Εναντίον του εναγομένου 1 αξιώνουν την παράδοσιν των αντικειμένων της ενοικιαγοράς και την πώληση αυτών δια δημοσίου πλειστηριασμού καθώς και την πώληση των ενεχυριασθέντων μετοχών. Οι ενάγοντες για να αποδείξουν την υπόθεση τους κάλεσαν ως μάρτυρα Μ.Ε. τον Πανίκκο Πατσιά. Οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους ισχυρίζονται ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι εικονική, άκυρη, ανεφάρμοστη, παράνομη και ανυπόστατη και ζητούν ανάλογες δηλώσεις και διατάγματα. Παραθέτουν δε σωρεία υποθέσεων, μεταξύ των οποίων και υποθέσεις καταχωρημένες στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας - Αμμοχώστου, για τις οποίες επικαλούνται ότι πρόκειται για όμοιες περιπτώσεις εικονικών ενοικιαγορών. Κάλεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης τον Κλεάνθη Ιωαννίδη ο οποίος εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα, Μ.Υ.1, τον εναγόμενο 2 ως Μ.Υ.3 και τον Λουκά Παπαλλή λογιστή στο επάγγελμα ως Μ.Υ.
- Κατά την αντεξέταση του Μ.Ε. η υπεράσπιση προέβαλε και προώθησε τις θέσεις που δικογραφούνται στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Κατατέθηκαν σε διάφορα στάδια της ακροαματικής διαδικασίας ως Τεκμήριο 1 η συμφωνία ενοικιαγοράς, Τεκμήριο 2 αντίτυπο της επιταγής εκ Λ.Κ.20.000 στο όνομα του εναγομένου 2, Τεκμήριο 3 το τιμολόγιο στο οποίο περιγράφονται τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς, Τεκμήριο 4 έγγραφο ενεχυρίασης κινητών αξιών, Τεκμήριο 5 έγγραφο περιγραφής ενεχύρου, Τεκμήριο 5Α βεβαίωση γνώσης του ενεχύρου, Τεκμήριο 6 επιστολή τερματισμού και Τεκμήριο 7 κατάσταση λογαριασμού με πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Περί αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ. 9, ως Τεκμήριο 8 δέσμη εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, ως Τεκμήριο 9 αντίγραφο συμβολαίου ενοικιαγοράς 462188302203, ως Τεκμήριο 10 ανάλυση παρόμοιου συμβολαίου ενοικιαγοράς και ως Τεκμήριο 11 ανάλυση του Τεκμηρίου
- Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Περί τον Ιούλιο του 2000 οι εναγόμενοι 1 και 2 μετέβησαν στο κατάστημα των εναγόντων στο Παραλίμνι και ζήτησαν χρηματοδότηση χωρίς εξασφάλιση με υποθήκη επειδή ο εναγόμενος 2 είχε ανάγκη από χρήματα το ταχύτερο δυνατό. Εξηγήθηκε στον εναγόμενο 2 ότι οι ενάγοντες ασχολούνται με ενοικιαγορές και σε τί θα μπορούσε να συνίστατο μια ενοικιαγορά. Τότε αναφέρθηκε ότι ο εναγόμενος 2 διέθετε προσωπική περιουσία από εξοπλισμό διαμερισμάτων την οποία πρόσφερε με ανοικιαγορά προς τον εναγόμενο
- Οι εναγόμενοι 1 και 2 συμφώνησαν μεταξύ τους και έδωσαν οδηγίες στους ενάγοντες να προχωρήσουν στην ετοιμασία εγγράφου ενοικιαγοράς. Ο εναγόμενος 2 ζητούσε χρηματοδότηση για το ποσό των ΛΚ65.000,
- Αντί να γίνει μια ενοικιαγορά για όλα τα αντικείμενα έγιναν δύο των ΛΚ20.000,00 και μια των ΛΚ25.000,00, για να είναι σε θέση ο εναγόμενος 1 με την εξόφληση του ποσού των ΛΚ20.000,00 και των διαφόρων άλλων επιβαρύνσεων να καθίσταται ο ιδιοκτήτης των αντικειμένων που αντιπροσώπευε η μια ενοικιαγορά αντί να περιμένει να εξοφλήσει το ποσό των ΛΚ65.000,00 που θα έπαιρνε σίγουρα πολύ μεγαλύτερο χρόνο ή σε περίπτωση δυσκολιών αν και θα κατέβαλλε το ποσό των ΛΚ20.000,00 να μην μπορούσε να καθίστατο ιδιοκτήτης σε κανένα αντικείμενο. ΄Ετσι στις 13/7/00 αφού υπογράφηκε το Τεκμήριο 3, ήτοι το τιμολόγιο στο οποίο περιγράφοντο τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς, το οποίο καταρτίστηκε και ετοιμάστηκε από τους ενάγοντες σύμφωνα με τις πληροφορίες και στοιχεία που τους ανάφεραν ο εναγόμενος 2 ως προμηθευτής και ο εναγόμενος 1 ως παραλήπτης - αφού από την περία τους πείστηκαν για τις τιμές των αντικειμένων, και με ενέχυρο μετοχές, Τεκμήριο 4, την ίδια ημερομηνία, 13/7/00, υπογράφηκε συμφωνία ενοικιαγοράς από τους ενάγοντες ως ιδιοκτήτες και από τον εναγόμενο 1 ως μισθωτή και από τους εναγόμενους 2 και 3 ως εγγυητές, Τεκμήριο 1, και εκδόθηκε επιταγή εκ ΛΚ20.000,00 στο όνομα του εναγομένου 2, Τεκμήριο
- Να λεχθεί ότι την ίδια ημερομηνία υπεγράφησαν και οι άλλες δύο συμφωνίες ενοικιαγοράς μεταξύ των ιδίων προσώπων αλλά για διαφορετικά αντικείμενα η κάθε μια τόσο μεταξύ τους όσο και από την επίδικη, η μια για ποσό ΛΚ20.000,00 και η άλλη για ποσό ΛΚ25.000,
- Επειδή οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν τήρησαν την συμφωνία οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία, Τεκμήριο 6, και διεκδικούν με την παρούσα αγωγή τις αναφερθείσες θεραπείες. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Ο εναγόμενος 2 ο οποίος ήταν ο μόνος που έδωσε μαρτυρία από τους εναγομένους δεν αμφισβητεί ότι υπεγράφηκε εκ μέρους του και του εναγομένου 1 το Τεκμήριο 3, ήτοι το τιμολόγιο, το Τεκμήριο 1, ήτοι το συμβόλαιο ενοικιαγοράς εκ μέρους και των τριών εναγομένων, ότι έλαβε το ποσό των ΛΚ20.000, ότι ενεχυριάσθησαν οι μετοχές και είχαν γνώση αυτού Τεκμήρια 5 και 5Α και ότι οι ενάγοντες τερμάτισαν την συμφωνία ενοικιαγοράς Τεκμήριο
- Άλλωστε η υπογραφή των πιο πάνω τεκμηρίων από τους εναγόμενους αναγνωρίσθηκε με δήλωση του συνηγόρου τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Εκείνο το οποίο ισχυρίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν εικονική καθ' ότι δεν ήταν ιδιοκτήτης των αντικειμένων της ενοικιαγοράς, επειδή αυτά δεν υπήρχαν και η κατάρτιση και ετοιμασία του τιμολογίου έγινε αποκλειστικά με πρωτοβουλία του Μ.Ε. και άλλων υπαλλήλων των εναγόντων χωρίς να λάβει αυτός ή άλλος εκ των εναγομένων μέρος και απλά αυτός και ο εναγόμενος 1 κλήθηκαν απ' αυτούς και το υπέγραψαν εν γνώσει όλων ότι τα περιγραφόμενα στο τιμολόγιο ήταν ανύπαρκτα. ΄Ιδια ήταν η θέση του και για την υπογραφή του συμβολαίου ενοικιαγοράς. Δηλαδή υπέγραψαν το συμβόλαιο ενοικιαγοράς εν γνώσει τους ότι όσα αναφέροντο σ' αυτό δεν ήταν αληθινά με σκοπό να χρηματοδοτηθεί ο εναγόμενος 1 να επενδύσει στο Χ.Α.Κ. Ο Μ.Υ.1 Κλεάνθης Ιωαννίδης κλήθηκε από την Υπεράσπιση και κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 σχετικές εγκύκλιους της Κεντρικής Τράπεζας και αναφέρθηκε σ' αυτές καθώς και την Λαϊκή Τράπεζα Λτδ με σκοπό να καταδειχθεί από την Υπεράσπιση ότι ενόψει αδυναμίας να παραχωρήσει άλλα δάνεια η Λαϊκή Τράπεζα ΛΤΔ, λόγω του περιορισμού από την Κεντρική Τράπεζα, προέβαιναν οι ενάγοντες σε χρηματοδοτήσεις μέσω εικονικών ενοικιαγορών παρακάμπτοντας τις σχετικές εγκυκλίους αλλά και για μεγαλύτερο όφελος τους αφού οι διάφορες επιβαρύνσεις, δικαιώματα κλπ που θα ελάμβαναν ήταν πολύ περισσότερα από τις συμφωνίες ενοικιαγοράς παρά από τα συμβόλαια δανείου. Για κατάδειξη των περισσότερων κερδών και/ή επιβαρύνσεων από τη σύμβαση ενοικιαγοράς και την καταστρατήγηση του Περί Τόκου Νόμου 2/77, αλλά όχι μόνο γι' αυτό τον σκοπό, κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία ο Μ.Υ.3 Λουκάς Παπαλλή, λογιστής, ο οποίος ετοίμασε σχετική μελέτη για την χρονιαία επιβάρυνση συμφωνίας ενοικιαγοράς υπολογίζοντας αυτή με δύο μεθόδους και δίνοντας δύο διαφορετικούς αριθμούς επιβαρύνσεων με βάση το κατά πόσο αφαιρείτο η οποιαδήποτε πληρωμή πρώτα από τους τόκους ή από το κεφάλαιο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο συνήγορος των εναγομένων στην αγόρευση του με φόντο την μαρτυρία που παρουσιάστηκε και επικλιση σχετικών αποσπασμάτων απ' αυτήν, εισηγήθηκε ότι ο Μ.Ε. πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος ενώ οι Μ.Υ. αξιόπιστοι. Περαιτέρω προέβαλε ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν παράνομη για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι πρόκειται για εικονική συμφωνία ενοικιαγοράς με στόχο την προώθηση του παράνομου σκοπού της παραβίασης του περί Τόκου Νόμου με την χρέωση τόκων πέραν του προβλεπόμενου 9% υπό μορφή δικαιωμάτων ενοικιαγοράς. (β) Ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς καταρτίστηκε για τον παράνομο σκοπό της καταστρατήγησης και παραβίασης των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. (γ) Ότι δια της συμφωνίας ενοικιαγοράς επέβαλαν επαχθείς και ανήθικους όρους ή/και όρους αντίθετους με την δημόσια πολιτική. (δ) Ότι η ίδια η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι ανήθικη, δόλια και αντίθετη με την Δημόσια Πολιτική. (ε) Ότι η επίδικη συμφωνία είναι απαγορευμένη ως αντίθετη με τον Περί Τόκου Νόμο και (στ) Η κατάρτιση και η κυκλοφορία της επίδικης συμφωνίας συνιστά διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Προς επίρρωση των θέσεων του παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετικές αυθεντίες και στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο δικηγόρος των εναγόντων πρόταξε στην αγόρευση του εντελώς αντίθετες θέσεις και εισηγήσεις απ' αυτές που προώθησε ο συνήγορος των εναγομένων ζητώντας όπως κριθεί αναξιόπιστος ο εναγόμενος 2 και αξιόπιστος ο Μ.Ε. με βάση την μαρτυρία που παρουσιάστηκε. Σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο έκρινε εικονική την συμφωνία ενοικιαγοράς εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει απόφαση στη βάση των άλλων αιτιών αγωγής. Για όλα τα θέματα που καταπιάστηκε επικαλέσθηκε σχετική νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κύριο επίδικο ζήτημα στην υπό εξέταση υπόθεση είναι η γνησιότητα της σύμβασης ενοικιαγοράς την οποία συνήψαν στις 13/7/00 οι ενάγοντες ως χρηματοδοτικός οργανισμός και ο εναγόμενος 1 ως ενοικιαγοραστής με εγγυητές τους εναγόμενους 2 και
- Για να καταστεί δυνατή η κατάληξη του Δικαστηρίου εάν είναι γνήσια η επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς πρέπει, κατ΄ αρχάς, να καταγραφεί και να κατανοηθεί η φύση της σύμβασης ενοικιαγοράς. Τέτοια σύμβαση εξυπακούει πως ο χρηματοδοτικός οργανισμός, ήτοι οι ενάγοντες, είναι ιδιοκτήτες των αντικειμένων της ενοικιαγοράς. Τούτο προϋποθέτει, χωρίς άλλο, ότι τα αντικείμενα είναι υπαρκτά. Ο χρηματοδοτικός οργανισμός, δηλαδή οι ενάγοντες, λοιπόν, ως ιδιοκτήτες των αντικειμένων, συμφωνούν να τα ενοικιάσουν στον αντισυμβαλλόμενο, εναγόμενο 1, στον οποίο αναγνωρίζεται δυνατότητα, εφ΄ όσον τηρήσει τους όρους της ενοικίασης, να τα αγοράσει. Για όσο διαρκεί η πρώτη σχέση, ήτοι εκείνη της ενοικίασης, τα αντικείμενα παραμένουν υπό την κυριότητα του χρηματοδοτικού οργανισμού, δηλαδή των εναγόντων. Η δεύτερη σχέση, δηλαδή της αγοράς των αντικειμένων από τον αντισυμβαλλόμενο, εναγόμενο 1, στο τέλος, συνήθως με την καταβολή κάποιου μικρού ποσού, επιπρόσθετου προς τα συμφωνηθέντα μισθώματα, αποτελεί δικαίωμα του αντισυμβαλλόμενου εναγόμενου 1, και όχι υποχρέωσή του. Ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας των αντικειμένων από τους ενάγοντες, χρηματοδοτικός οργανισμός, δεν είναι εξ΄ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Συνήθως ο χρηματοδοτικός οργανισμός, ενάγοντες, αποκτούν την κυριότητα από τον έμπορο των αντικειμένων, καταβάλλοντας σ΄ αυτόν το τίμημα των αντικειμένων, πλην της προκαταβολής όπου υπάρχει τέτοια, και στη συνέχεια συνάπτουν σύμβαση ενοικιαγοράς με τον πελάτη του εμπόρου, εναγόμενο 1, με προοπτική την τελική μεταβίβαση της κυριότητας των αντικειμένων σε αυτόν. Δεν αποκλείεται όμως να ανήκαν αρχικά τα αντικείμενα στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ vs Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου κ. άλλων
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 1432, 1436, 1437). Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ανωτέρω αφού διευκρινίσθηκε ότι οι λεπτομέρειες της υπόθεσης συζητήθηκαν στο πλαίσιο της παραδεκτής δυνατότητας υπέρβασης των όρων ή των λέξεων ή των εγγράφων που τα μέρη χρησιμοποίησαν στη σύμβαση, στη συνέχεια κατεγράφησαν οι υποθέσεις που το Πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, ήτοι την Αλεξάντρου vs Κωμοδρόμου κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 576, και Αθανασία Σταύρου vs Αyios Andronicos Development Co Ltd
(1992)1 (B) AAΔ.870, οι οποίες αναφέρονται στην αναζήτηση της πραγματικής φύσης της συναλλαγής και ειδικότερα σε σχέση με τη φύση της σύμβασης ενοικιαγοράς τις υποθέσεις Re George Inglefield Ltd
(1932)All E.R. 244 και Helby vs Mathews (1895-9) All E.R. 821, στις οποίες εξηγήθηκε πως σε εγχείρημα αυτής της φύσης εξετάζεται η ουσία της συμφωνίας και όχι απλώς οι λέξεις, και επισημάνθηκε το καθήκον του Δικαστηρίου να αναδείξει την αληθινή συναλλαγή, απαλλάσσοντας την από οτιδήποτε διαπιστώνοντας ότι αποτελεί μόνο μάσκα ή επικάλυψη της. Άμεσα σχετική με το θέμα τούτο είναι η θέση των εναγόντων ότι η μαρτυρία που έδωσε ο εναγόμενος 2, Μ.Υ.3, περί ανυπαρξίας των αντικειμένων αποτελεί εξωγενή μαρτυρία η οποία δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο για να αντικρούσει τα όσα καταγράφονται στο τιμολόγιο, Τεκμήριο 3 και στη γραπτή σύμβαση ενοικιαγοράς, Τεκμήριο 1, αλλά και της θέσης των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι εμποδίζονται να εγείρουν ή να αρνούνται το γεγονός της ύπαρξης των αντικειμένων που περιγράφονται στη σύμβαση ενοικιαγοράς, Τεκμήριο 1. ΚΩΛΥΜΑ (ESTOPPEL) Σύμφωνα με το Noke΄s Introduction to Evidence 3rd edition p.208 το κώλυμα (estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός, ενώ σύμφωνα με τον Phipson on Evidence 12th Edition p.912 είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από το να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. Το κώλυμα μπορεί να πάρει μία από τις πιο κάτω μορφές: (α) Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record) (β) Κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) (γ) Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct). Γίνεται κατανοητό ότι μας ενδιαφέρουν οι μορφές (β) και (γ). (β) ΚΩΛΥΜΑ ΛΟΓΩ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΩΝ ΣΕ ΕΓΓΡΑΦΑ. Όταν ένας διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως μία δέσμευση δεν μπορεί αργότερα να ισχυρισθεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο έγγραφο δεν είναι σωστά. (γ) ΚΩΛΥΜΑ ΛΟΓΩ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του η τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους, και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη του, δεν θα επιτραπεί στον συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτήν (βλ. Χατζηγιάννης vs Γενικός Εισαγγελέας
(1970)1 C.L.R. 32). Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ vs Πολυδωρίδης κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 68, 76 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Εγείρεται κώλυμα στη διεκδίκηση συμβατικών δικαιωμάτων οποτεδήποτε ο κάτοχος τους προβαίνει σε σαφείς παραστάσεις προς τον αντισυμβαλλόμενο ότι δεν θα ασκήσει και ο δεύτερος βασιζόμενος στις παραστάσεις αυτές μεταβάλλει τη θέση του με τρόπο που θα ήταν άδικο (λόγω δυσμενούς επηρεασμού της θέσης του) να κληθεί να επιστρέψει στην προγενέστερη θέση του και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις από τις οποίες ο ενάγων τον είχε απαλλάξει". Η επίκληση του δόγματος του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς μπορεί να γίνει μόνο όταν το πρόσωπο που προβαίνει στην υπόσχεση ή την διαβεβαίωση αναμένει ότι ο άλλος συμβαλλόμενος θα ενεργήσει σε αυτή, ή ανεξάρτητα από την πρόθεση του ή συμπεριφορά του θα οδηγούσε ένα λογικό άνθρωπο να ενεργήσει πάνω σε αυτή (βλ. Freeman vs Cooke
(1848)2 Exch. 654 και Mahmoud vs Christou
(1947)17 C.L.R. 139). Το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς έχει διάφορα είδη:
(1)Κώλυμα λόγω παραστάσεων (estoppel by representation)
(2)Κώλυμα λόγω υποσχέσεων (promissory estoppel)
(3)Περιουσιακό κώλυμα (proprietary estoppel) Μας ενδιαφέρει το πρώτο
(1).
(1)ΚΩΛΥΜΑ ΛΟΓΩ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ Όταν ένα πρόσωπο με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μία διαβεβαίωση για ένα γεγονός με απώτερο σκοπό να επηρεάσει ένα άλλο ή διαφοροποιήσει τη θέση του προς βλάβη του και το άλλο πρόσωπο πραγματικά διαφοροποιεί τη θέση του, τότε το πρόσωπο εμποδίζεται από του να αρνηθεί τη διαβεβαίωση που είχε δώσει (βλ. Hopwood vs Brown
(1955)1 All E.R. 550). Η παράσταση που γίνεται πρέπει να αναφέρεται σε ένα υφιστάμενο ή ένα γεγονός που έχει παρέλθει (βλ. Jordan vs Money
(1854)5 ΗLC 185 και Portsmouth vs Cyta
(1967)1 C.L.R. 87) πρέπει να είναι καθαρή και σαφής (βλ. Παναγή vs Αρτεμίου
(1976)3 J.S.C.510) και να μην αναφέρεται σε μελλοντική συμπεριφορά. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Τ.J.S. Enterprises Ltd κ. άλλων vs Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 108, 117 και Ιωάννου vs Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1522, 1527, 1528. ΕΞΩΓΕΝΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο γενικός κανόνας είναι ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, είτε ως αποτέλεσμα νομικής υποχρέωσης είτε κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, να τροποποιήσει, να αφαιρέσει ή να προσθέσει στους όρους του εγγράφου. Στην υπόθεση Πολυκάρπου vs Πολυκάρπου
(1982)1 C.L.R. 182, 196 ειπώθηκαν τα πιο κάτω: "Είναι ένας πολύ παλιός κανόνας στο νόμο της απόδειξης που δεν επιτρέπει την αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους ενός εγγράφου. Ο κανόνας αναπτύχθηκε για να προσδώσει μια βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές." Ο κανόνας αυτός όμως δεν θα μπορούσε να είναι άκαμπτος γιατί τότε θα οδηγούσε σε αδικίες. Γι΄ αυτό και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Συμβιβάζοντας τον κανόνα με τις εξαιρέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίζει (α) την ανάγκη για τη βεβαιότητα στη διεκπεραίωση των ανθρωπίνων σχέσεων και (β) την ανάγκη για την απρόσκοπτη επιδίωξη της αλήθειας (βλ. Πολυκάρπου ανωτέρω, Χρ. Σολομωνίδης και αδελφοί Λτδ vs Tsouris Constructions and Estates Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 355, Victor Onega A.G, vs 1) Του πλοίου Μ/V Girvas
(2000)1 AAΔ 16 και Belcy Company Ltd vs Ζένιου Λουκά
(2003)1 (Β) ΑΑΔ 871, 881). Οι εξαιρέσεις, αν και δύσκολο να καθοριστούν, μπορούν να ταξινομηθούν σ΄ αυτές που αναφέρονται, (α) στην εγκυρότητα της συμφωνίας (β) στην πραγματική φύση της συναλλαγής (γ) στην ιδιότητα των συμβαλλομένων (δ) σε συνακόλουθη υποχρέωση και (ε) σε ερμηνεία ενός εγγράφου. Οι εναγόμενοι στη συγκεκριμένη υπό εξέταση υπόθεση επικαλέσθηκαν (α) την εγκυρότητα της σύμβασης ενοικιαγοράς και (β) την πραγματική φύση της συναλλαγής. Στην υπόθεση Σταύρου, ανωτέρω αποφασίστηκε ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε διερευνήσει το θέμα της πληρωμής ή μη και του τρόπου πληρωμής του τιμήματος της πώλησης εφ΄ όσον εγείρετο με την υπεράσπιση και την ανταπαίτηση και κατέστη επίδικο θέμα και ορθά επέτρεψε την προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας σχετικής με αυτό το θέμα. Στην υπόθεση Αλεξάντρου, ανωτέρω, αναφέρθηκε ότι η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας είναι επιτρεπτή σε περίπτωση αμφισβήτησης της συναλλαγής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση που εξετάζουμε κατέστη επίδικο θέμα η πραγματική φύση της επίδικης σύμβασης, εάν είναι εικονική, εάν είναι παράνομη και εάν είναι έγκυρη και επομένως το Δικαστήριο θα διερευνήσει το θέμα αυτό. Σε σχέση με το βάρος απόδειξης των γεγονότων που συνθέτουν το γνήσιο και/ή το έγκυρο της σύμβασης ενοικιαγοράς έχει αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία. Στην υπόθεση Barclays Bank Plc κ.α. vs J.G.L. (construction) Ltd κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1726, 1733 λέχθηκαν τα πιο κάτω: "Κατά τα λοιπά δεν μπορεί να ευσταθήσει η εισήγηση ότι ήταν υποχρέωση της Τράπεζας να καλέσουν ως μάρτυρες τους προμηθευτές των αντικειμένων των ενοικιαγορών και άλλους για να αντικρούσουν τον ισχυρισμό των εναγομένων περί εικονικότητας τους. Ο ισχυρισμός αυτός, εγειρόμενος από τους εναγόμενους, έθετε σε αυτούς και το ανάλογο βάρος να το αποδείξουν. Η Τράπεζα είχε το βάρος να αποδείξει την έγκυρη κατάρτιση των ενοικιαγορών σύμφωνα με το νόμο και αυτό έκανε". Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν, με καταγραφή τους, στην υπόθεση Ανδρούλλα Κωνσταντίνου κ. άλλου vs Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση 12211, ημερομηνίας 8/9/06. Βλ. επίσης την υπόθεση T.J.S. Enterprises Ltd vs Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 108. Σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία τυγχάνουν εφαρμογής οι ακόλουθες αρχές:
(1)Ο χρηματοδοτικός οργανισμός έχει το βάρος να αποδείξει την έγκυρη κατάρτιση της σύμβασης ενοικιαγοράς σύμφωνα με το Νόμο.
(2)Για τον πιο πάνω σκοπό ο χρηματοδοτικός οργανισμός οφείλει να αποδείξει τη γραπτή σύμβαση ενοικιαγοράς και τις περιστάσεις υπογραφής της σύμβασης η οποία αναφέρεται σε αντικείμενα υπαρκτά και τα οποία ο μισθωτής δηλώνει ότι τα παρέλαβε και βρίσκονται σε καλή κατάσταση.
(3)Ο χρηματοδοτικός οργανισμός δεν έχει υποχρέωση να καλέσει μάρτυρες όπως τον προμηθευτή, για να αποδείξει ότι τα αντικείμενα ήταν υπαρκτά.
(4)Ο εναγόμενος, μισθωτής, ο οποίος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς είναι εικονική φέρει και το βάρος να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία, έστω και αν ο στόχος ήταν ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια τα αντικείμενα της πώλησης, εφ΄ όσον η πώληση είναι γνήσια είναι ισχυρή και η σύμβαση ενοικιαγοράς που ακολουθεί την πώληση. Κατά πόσο μια πώληση είναι πραγματική και υπάρχει μια καλόπιστη και αληθινή ενοικίαση είναι ζήτημα πραγματικού γεγονότος και η αναγνώριση και διακρίβωση μιας γνήσιας συναλλαγής από μια ψεύτικη είναι εξαιρετικά λεπτή. Παράγοντες ή στοιχεία που συνήθως δημιουργούν υποψία στα Δικαστήρια είναι οι εξής:
(1)Ότι ο αγοραστής είναι δανειστής χρημάτων.
(2)Η σημαντική διαφορά μεταξύ της αληθινής αξίας των αντικειμένων και του ποσού που παραχωρείται γι΄ αυτά.
(3)Η ύπαρξη ασυνήθιστων όρων σε βάρος του ενοικιαγοραστή και
(4)Η ακρίβεια της συναλλαγής όπως αναφύεται από τα έγγραφα. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές και εφαρμόζοντας τούτες στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τόσο σε επίπεδο αξιολόγησης όσο και σε επίπεδο ευρημάτων και νομικής προσέγγισης των διαφόρων ζητημάτων και θεμάτων, όπως αυτά αναπτύχθηκαν από τις δύο πλευρές, καταγράφω τα κατωτέρω έχοντας αναλύσει, ερευνήσει, εξετάσει, αντιπαραλάβει και συγκρίνει όλο το φάσμα της προφορικής και γραπτής μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τόσο τον Μ.Ε. όσο και τον εναγόμενο 2, Μ.Υ.3, και τους Μ.Υ.1 και 2 ενώ έδιναν την ένορκη μαρτυρία τους από το εδώλιο του μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ειλικρίνεια τους, τη σαφήνεια τους, την ευθύτητα τους, την προσήλωση τους στην αλήθεια, το συμφέρον τους στην υπόθεση, τις συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνήφθηκε η σύμβαση ενοικιαγοράς, το επάγγελμα του κάθε ενός απ΄ αυτούς αλλά και επάγγελμα των άλλων εναγομένων, τη σύναψη τριών συμβάσεων ενοικιαγοράς την ίδια ημέρα, τα αντικείμενα της κάθε μίας σύμβασης ενοικιαγοράς και την εν γένει συμπεριφορά τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Αρχίζοντας από τα στοιχεία ή παράγοντες που συνήθως δημιουργούν υποψίες στα Δικαστήρια για τη γνησιότητα μιας σύμβασης ενοικιαγοράς βρίσκω ότι κανένα από τα παραπάνω τέσσερα
(4)στοιχεία ή παράγοντες που καταγράφησαν δεν δημιουργεί στην περίπτωση μας τέτοια υποψία στο Δικαστήριο. Βρίσκω ότι
(1)οι ενάγοντες είναι χρηματοδοτικός οργανισμός, με κύκλο εργασιών τις ενοικιαγορές,
(2)σύμφωνα με την εμπειρία του Μ.Ε. η αξία που δηλώθηκε εκ μέρους των εναγομένων για τα αντικείμενα της πώλησης ήταν η πραγματική τους αξία,
(3)δεν υπάρχουν ασυνήθιστοι όροι εναντίον του εναγομένου 1 αφού στη σύμβαση ενοικιαγοράς Τεκμήριο 1, υπάρχουν οι συνηθισμένοι όροι όπως σ΄ όλες τις συμφωνίες ενοικιαγοράς και τέλος
(4)υπάρχει ακριβής απεικόνιση της συναλλαγής μέσα από τα καταρτισθέντα έγγραφα αφού τα αντικείμενα που περιγράφονται στο Τεκμήριο 3 αποτελούν εξοπλισμό διαμερισμάτων όπως ήταν η δήλωση του εναγομένου 2, Μ.Υ.3, αλλά και τα αντικειμενικά ανταποκρίνονται σ΄ αυτόν τον εξοπλισμό. Οι συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες καταρτίστηκαν και υπογράφηκαν από τους ενάγοντες και τους εναγομένους τα διάφορα έγγραφα όπως το τιμολόγιο Τεκμήριο 1, η σύμβαση ενοικιαγοράς, Τεκμήριο 3 διαπιστώνεται ότι συνάδουν πλήρως με την εκδοχή των εναγόντων όπως την μετέφερε στο Δικαστήριο ο Μ.Ε. αφού οι εναγόμενοι αποτάθηκαν στους ενάγοντες για δανειοδότηση και όταν τους εξηγήθηκε ότι είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και προβαίνουν σε χρηματοδοτήσεις ενοικιαγορών, ο εναγόμενος 2, Μ.Υ.3, ανέφερε ότι διέθετε προσωπικά εξοπλισμό διαμερισμάτων. Η δήλωση του αυτή ανταποκρίνεται πλήρως με τη μετέπειτα υπογραφή εκ μέρους του του Τεκμηρίου 3 που συνοδεύεται μάλιστα με γραπτή δήλωση του ότι τα αντικείμενα δεν ήταν με οποιοδήποτε τρόπο επιβαρυμένα. Η ύπαρξη των αντικειμένων διαπιστώνεται από την υπογραφή του εναγόμενου 2, Μ.Υ.3, στο σημείο του Τεκμηρίου 3 που καταδεικνύει τούτο ως πωλητή/παραδώσα και από την υπογραφή του εναγομένου 1 ως παραλήπτη. Επιπλέον στο Τεκμήριο 1 και στο μέρος που αναφέρεται σε "ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΚΑΙ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΤΗ" στην παρ.4 ο εναγόμενος 1 καλεί τους ενάγοντες να βασιστούν στις διαβεβαιώσεις του επειδή δεν είδαν τα αντικείμενα και να αγοράσουν τα αγαθά και να τον αφήσουν να τα κατέχει. Ο ισχυρισμός του εναγομένου 2, Μ.Υ.3, ότι εργάζεται ως κλητήρας στην Τράπεζα Κύπρου και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να είναι ιδιοκτήτης εξοπλισμού διαμερισμάτων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός γιατί από μόνο του το γεγονός ότι ασκεί το επάγγελμα του κλητήρα δεν αποκλείει χωρίς άλλο και αμέσως και τη μη ιδιοκτησία εξοπλισμού διαμερισμάτων ή σε γενικότερο επίπεδο η άσκηση ενός επαγγέλματος δεν αποκλείει εκ προοιμίου την άσκηση ενός άλλου επαγγέλματος ή επιχείρησης ή της ιδιοκτησίας κινητής ή ακίνητης περιουσίας. Δεν προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία πέραν της δικής του, που δεν αποδέχομαι για τους λόγους που εξήγησα, με βάση την οποία να αποδεικνύεται η ορθότητα του ισχυρισμού του. Να επισημάνω ακόμη ότι τα αντικείμενα που περιγράφονται στο Τεκμήριο 3 είναι σίγουρο ότι αποτελούν τα αντικείμενα της σύμβασης ενοικιαγοράς Τεκμήριο 1, καθ΄ ότι υπάρχει σχετική σημείωση περί τούτου στο τιμολόγιο, Τεκμήριο
- Επίσης πρέπει να λεχθεί ότι σε σχετική ερώτηση προς τον εναγόμενο 2, Μ.Υ.3, κατά την αντεξέταση του από το δικηγόρο των εναγόντων κατά πόσο θα αρνείτο να κατέβαλλε το οφειλόμενο ποσό στους ενάγοντες, εάν δεν έπεφτε η αξία των μετοχών, όπως ήταν ο ισχυρισμός του, που στην ουσία η ερώτηση αυτή έθετε ως θέμα εάν θα ήταν η ίδια η θέση του, απάντησε όχι. Πώς μπορεί λοιπόν το Δικαστήριο, πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, να κρίνει αξιόπιστο τον εναγόμενο 2, Μ.Υ.3, ο οποίος είναι έτοιμος να μεταβάλει τη θέση του και τον ισχυρισμό του ενώπιον του Δικαστηρίου, με άλλα λόγια να πει αλήθεια ή ψέματα, από την άνοδο ή την πτώση της αξίας των μετοχών. Ο Μ.Ε. επειδή οι εναγόμενοι ήταν γνωστά του πρόσωπα έδειξε εμπιστοσύνη και βασίστηκε στις διαβεβαιώσεις τους για την ύπαρξη των αντικειμένων που περιγράφονται στο Τεκμήριο 3 αφού επιπρόσθετα, με την εμπειρία του, έκρινε ότι η αξία τους όπως την καθόρισαν ήταν η πραγματική τους αξία. Τούτη μάλιστα η διαπίστωση και κρίση του Μ.Ε. για την αξία των αντικειμένων δεν αντικρούσθηκε με άλλη μαρτυρία από την υπεράσπιση και παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και αλώβητη παρά την επίμονη αντεξέταση του περί τούτου. Ο Μ.Ε. μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής, ευθύς και σαφής. Η μαρτυρία του διέπετο από συνοχή και συνέπεια. Παρά τη σφοδρή αντεξέταση δεν παριέπεσε σε αντιφάσεις. Η μαρτυρία του παρέμεινε ακλόνητη και συνήδε πλήρως με τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο Μ.Υ.3 Χριστοφής Κάστανος δεν μου έκανε καλή εντύπωση δεν ήταν ειλικρινής, ευθύς και σαφής. Η μαρτυρία του μοναδικό σκοπό είχε να αποποιηθεί της οφειλής του με βάση την εγγύηση του. Όμως η μαρτυρία του ανατρέπεται από την ίδια την εγγραφή μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου την οποία ανέλυσα και εξήγησα και έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και δη των Τεκμηρίων 1, 2, 3 αλλά και από τη μαρτυρία του Μ.Ε. που επίσης το Δικαστήριο αποδέχθηκε. Ο Μ.Υ.3 Χριστοφής Κάστανος στο βαθμό που η μαρτυρία του έρχεται σε αντίθεση με την έγγραφη μαρτυρία, τη μαρτυρία του Μ.Ε. και με τη δήλωση του συνηγόρου του για τα Τεκμήρια 1-7 κρίνεται αναξιόπιστος. Επομένως απορρίπτεται και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του όπως εξηγήθει πιο πάνω. Ο Μ.Υ.1 Κλεάνθης Ιωαννίδη μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής και ευθύς. Η αξία της μαρτυρίας του περιορίζεται στην κατάθεση ως Τεκμηρίου 8 των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας που αποστέλλοντο στις Τράπεζες και η αναφορά του στην Λαϊκή Τράπεζα κατά τα έτη 1997 έως 2004 και ειδικά για τα έτη 1999 και
- Από τη μαρτυρία του ως διαπιστώνεται υπήρχε υπέρβασης του ορίου που έθεσε η Κεντρική Τράπεζα από τον όμιλο εταιρειών της Λαϊκής Τράπεζας και ότι επιβλήθηκαν σ΄ αυτή πρόστιμα από την Κεντρική Τράπεζα κατά τα έτη 1999 και
- Πλην όμως δεν ήταν σε θέση να δώσει τη σαφή εικόνα του ποσού υπέρβασης και επίσης δεν μπορούσε να αναφέρει ποια από τις εταιρείες της Λαϊκής έκανε την υπέρβαση, εάν ήταν δηλαδή η μητρική εταιρεία ή συγκεκριμένη θυγατρική εταιρεία. Επιπρόσθετα ανέφερε με ευθύτητα ότι οι ενάγοντες ελέγχονται για τη δυνατότητα αποπληρωμής των οφειλών προς αυτούς από τους πελάτες της. Πέραν του θέματος που εγείρεται κατά πόσο οι ενάγοντες είναι Τράπεζα στην έννοια του άρθρου 39 του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/97 και Περί Κεντρικής Τράπεζας Νόμου για το οποίο κρίνω, ότι ενόψει απουσίας μαρτυρίας για την ύπαρξη των προβλεπόμενων στο άρθρο 39, οι ενάγοντες δεν αποτελούν Τράπεζα στην έννοια του άρθρου 39, ο μάρτυρας αυτός δεν γνώριζε να πει τίποτε για τους ενάγοντες όπως ρητά ανέφερε κατά την αντεξέταση του. Αποδέχομαι μεν τη μαρτυρία του αλλά τίποτε δεν αποκαλύπτεται που να μολύνει με οποιοδήποτε τρόπο την επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς. Η υπέρβαση του ορίου δεν συνδέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο με τους ενάγοντες έτσι που να οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες προέβαιναν σε συμφωνίες ενοικιαγοράς, και μάλιστα η επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς, ως συγκαλυμμένα δάνεια κατά παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, Τεκμήριο 8. Πολύ δε περισσότερο δεν αποδείχθηκε ότι τούτη η υπέρβαση ισοδυναμούσε με παρανομία με τις καταλυτικές συνέπειες που εισηγείται η υπεράσπιση. Αλλά και εάν ακόμη, υποθέταμε ότι καταστρατηγήθηκαν οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι είναι από τους ενάγοντες. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι με την απόρριψη της μαρτυρίας του Εναγομένου 2, Μ.Υ.3, κατέπεσε και ο ισχυρισμός του ότι δήθεν πήραν τα λεφτά για αγορά μετοχών που ήταν, κατά την υπεράσπιση, μια άλλη παρέκκλιση από τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος βέβαια δεν έχει καμιά σχέση με τους ενάγοντες αφού πρόκειται για ενέργεια μετά τη σύναψη της σύμβασης ενοικιαγοράς για την οποία οι ενάγοντες, εάν ήταν έτσι, δεν γνώριζαν. Ο Μ.Υ.2 για αυτές, τούτες τις αριθμητικές πράξεις και υπολογισμούς του και ως αναλύονται στις μελέτες του Τεκμήρια 10 και 11 κρίνεται αξιόπιστος. Όμως στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει εφαρμογή ο Περί Τόκου Νόμος 2/77, που ας σημειωθεί καταργήθηκε με το Νόμο 60
(1)/99 που η ισχύς του τέθηκε σε εφαρμογή την 1/1/01, καθ΄ ότι πρόκειται για σύμβαση ενοικιαγοράς στην οποία επιβάλλονται δικαιώματα (βλ. υπόθεση Ελισάβετ Αντωνιάδου νs Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 (Α) ΑΑΔ 530, 537). Να λεχθεί όμως, ότι και εάν παραβιάζετο ο Περί Τόκου Νόμος 2/77, το γεγονός αυτό δεν θα καθιστούσε τη σύμβαση παράνομη, αλλά δεν θα επετρέπετο η χρέωση και είσπραξη του υπερβαίνοντος τόκου (βλ. Ηλίας Μ. Τσιακλίδης vs Τράπεζας Κύπρου ΛΤΔ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 768). Ήταν επίσης θέση της υπεράσπισης ότι η μαρτυρία που δόθηκε είναι αντίθετη με τις παρ. 5, 6 και 7 της Έκθεσης Απαίτησης που φέρουν τον εναγόμενο 1 ότι έλαβε το αναφερθέν ποσό ως δάνειο, καθ΄ ότι από τη μαρτυρία καταδεικνύεται ότι τα χρήματα τα πήρε ο εναγόμενος 2. Η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Πρώτον γιατί το Δικαστήριο βρήκε γνήσια τη σύμβαση ενοικιαγοράς ως οι παρ. 1 έως 4 της Έκθεσης Απαίτησης και δεύτερον τα όσα καταγράφονται στις παρ. 5 έως 7 αποτελούν διαζευκτική βάση αγωγής σε περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε άκυρη τη σύμβαση ενοικιαγοράς. Σε σχέση με την μη κλήτευση του Μαρούλλη, υπαλλήλου των εναγόντων, πέραν του γεγονότος ότι για τα όσα ο Μ.Ε. ανέφερε και σχετίζοντο μ΄ αυτόν, δεν ζητήθηκε η κλήτευση για αντεξέταση του περί τούτων από την υπεράσπιση δυνάμει του Περί Αποδείξεως Νόμου, δεν ήταν υποχρεωτική και απαραίτητη η μαρτυρία του από τους ενάγοντες και ουδόλως επηρεάζει την υπόθεση των εναγόντων, αφού για όλα τα σχετικά με την υπόθεση γεγονότα έδωσε μαρτυρία ο Μ.Ε. την οποία αποδέχθηκε το Δικαστήριο. Επίσης, αν και ευθέως δεν προβάλλεται το δόγμα NON EST FACTUM, εάν υπονοείται κάτι τέτοιο από την Υπεράσπιση αναφέρω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του (βλ. Saunders v. Anglia
(1970)3 All E.R.961). Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και τα όσα ανέλυσα και εξήγησα ανωτέρω τα ευρήματά μου είναι τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι 1 και 2 στις αρχές Ιουλίου 2000 αλλά πριν τις 13/7/00 επισκέφθηκαν το κατάστημα των εναγόντων στο Παραλίμνι και ζήτησαν τη χρηματοδότηση του εναγόμενου 2 για το ποσό των £65.000 ο οποίος είχε άμεση ανάγκη από τα χρήματα αυτά χωρίς εξασφάλιση με υποθήκη. Εξηγήθηκε στον εναγόμενο 2 ότι οι ενάγοντες είναι χρηματοδοτικός οργανισμός που ασχολείται με ενοικιαγορές και ότι δεν είχαν πρόβλημα να χρηματοδοτήσουν εξοπλισμό διαμερισμάτων με ενοικιαγορά προς τον εναγόμενο 1 με προσωπική εγγύηση του εναγόμενου 2 και του εναγόμενου 3 και εγγύηση μετοχές του εναγόμενου 1 που ανάφερε ότι είχε. Οι εναγόμενοι ελεύθερα και εθελούσια αποδέχθηκαν και στις 13/7/00 ο εναγόμενος 1 πώλησε και παρέδωσε την προσωπική του περιουσία που συνίστατο σε εξοπλισμό διαμερισμάτων ως περιγράφεται στο τιμολόγιο, Τεκμήριο 3, στον εναγόμενο 1 ο οποίος παρέλαβε τον εξοπλισμό και υπέγραψαν το Τεκμήριο 3, το οποίο ετοιμάστηκε από τους ενάγοντες καθ΄ υπόδειξη των εναγομένων 1 και 2, και αφού ικανοποιήθηκαν οι ενάγοντες για την πραγματική αξία τους, ο μεν εναγόμενος 1 στο σημείο που αναφέρεται Πωλητής/Παραδώσας και ο εναγόμενος 2 στο σημείο που αναφέρεται παραλήπτης. Στη συνέχεια την ίδια ημερομηνία 13/7/00 ετοιμάστηκε η επίδικη γνήσια σύμβαση ενοικιαγοράς, Τεκμήριο 1, την οποία υπέγραψαν οι ενάγοντες, αφού κατέστησαν ιδιοκτήτες των αντικειμένων, Τεκμήριο 3, ως εκμισθωτές, ο εναγόμενος 1 ως μισθωτής και οι εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές. Στο Τεκμήριο 1 υπάρχει δήλωση του εμπόρου, ήτοι του εναγόμενου 2 και αναφέρονται τα εμπορεύματα με παραπομπή στο Τεκμήριο 3. Επίσης ενεχυρίασε ο εναγόμενος 1 16751 μετοχές ως τα Τεκμήρια 4 και 5. Οι ενάγοντες έδωσαν στις 13/7/00 στον εναγόμενο 2 επιταγή εκ £20.000 ως αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 2. Τα δικαιώματα καθορίστηκαν επί ποσοστού 7.75%, ήτοι £3.100. Το συνολικό ποσό των £23.100 θα πληρώνετο σε εικοσιτέσσερις
(24)μηνιαίες δόσεις των £962.50 σεντ από τις 13/8/00. Επειδή οι εναγόμενοι δεν πλήρωσαν τις οφειλόμενες δόσεις τους οι ενάγοντες τερμάτισαν την επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς, Τεκμήριο 1, με επιστολή ημερομηνίας 11/7/03, Τεκμήριο 6, με την οποία καλούσαν τον εναγόμενο να παραδώσει τα αντικείμενα ενοικιαγοράς και όλους τους εναγομένους να πληρώσουν τα καθυστερημένα ενοίκια εκ £22.181,96 πλέον τόκους και έξοδα. Τα ίδια αξιώνουν και με την παρούσα αγωγή. Κατά την ίδια ημερομηνία τα ίδια πρόσωπα συνήψαν ακόμη δύο συμβάσεις ενοικιαγοράς για διαφορετικά αντικείμενα για το ποσό των £20.000 η μία και £25.000 η άλλη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους όπως προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω μέσα από την αξιολόγηση τα ευρήματα μου και τη νομική πτυχή του θέματος κρίνω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την έγκυρη κατάρτιση της σύμβασης ενοικιαγοράς σύμφωνα με το νόμο και έχουν αποδείξει την υπόθεση τους ενώ οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την εικονικότητα, την παρανομία και την ακυρότητα της και ως εκ τούτου έχουν αποτύχει να αποδείξουν την ανταπαίτηση τους. Επομένως οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση ως η Απαίτηση ενώ οι εναγόμενοι δεν δικαιούνται στην ανταπαίτηση τους και πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως η παράγραφος 11 (Γ)
(1)και (Ε) της Έκθεσης Απαίτησης και εναντίον του εναγομένου 1 ως η παράγραφος 11 (Α) και (Β) της Έκθεσης Απαίτησης με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο