← Κύπρος

JANET MOORE ν. Frixos Evagorou Water Sports Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 560/07, 9.10.2007

JANET MOORE ν. Frixos Evagorou Water Sports Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 560/07, 9.10.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 560/07 Μεταξύ: JANET MOORE Ενάγουσα -και-

  1. Frixos Evagorou Water Sports Ltd
  2. Φρίξος Ευαγόρου
  3. Χρυσόστομος Χρυσοστόμου Εναγόμενων Μονομερής Αίτηση ημερ. 09/8/07 Ημερομηνία: 9.10.
  4. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Φούλιας για να ακούσει απόφαση για κ. Γ. Τριλλίδη για Πολ. Σαρρή και Σία Για Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Χατζήκωνσταντη για κ. Γ. Πιττάτζιη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα ζήτησε με μονομερή αίτηση όπως απαγορευθεί, εκκρεμούσης της αγωγής, η αποξένωση δύο σκαφών της εναγόμενης 1 και δεκαέξι σκαφών του εναγόμενου
  5. Για τους λόγους που φαίνονται στο πρακτικό, με άδεια και οδηγίες του δικαστηρίου η αίτηση επιδόθηκε. Δεν έχει ακόμα καταχωριστεί έκθεση απαίτησης. Η γενική οπισθογράφηση αφορά αξίωση για αποζημιώσεις σε σχέση με σωματικές βλάβες και ζημίες που κατ' ισχυρισμό υπέστη η ενάγουσα λόγω αμέλειας των εναγομένων και ή παράβασης εκ μέρους τους νομίμων καθηκόντων και/ή συμβατικών υποχρεώσεων. Η εκδοχή της, φαίνεται σε ένορκη δήλωση δικηγόρου που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Πρόκειται για δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την ενάγουσα, περιλαμβάνει δε εξήγηση για το γεγονός ότι δεν προέρχεται απ' ευθείας από την ενάγουσα. Η εκδοχή της οποίας είναι ότι «υπήρξε θύμα θαλάσσιου ατυχήματος το οποίο συνέβηκε κατά τη διάρκεια τέλεσης θαλάσσιου σπορ (water sport) το οποίο είχε συμφωνήσει με την εναγόμενη 1 η οποία διέθετε υποστατικό επί της παραλίας όπου προσέφερε τις υπηρεσίες της». Επρόκειτο για «flying fish», όπου ένα φουσκωτό στρώμα επί του οποίου ξαπλώνουν δύο άτομα σύρεται από ταχύπλοο σκάφος με ταχύτητα ώστε κατά διαστήματα να υπερίπταται της θάλασσας. ΄Ενα από τα δύο άτομα εν προκειμένω ήταν η ενάγουσα η οποία ισχυρίζεται ότι κατ' αυτή τη διαδικασία υπέστη σωματικές βλάβες. Το σκάφος το οδηγούσε ο εναγόμενος
  6. Είναι δε, ιδιοκτησία του εναγόμενου 2 (βλ. τεκμήριο 13) διευθυντή και μοναδικού μετόχου της εναγόμενης 1 ο οποίος ενάγεται, επί τη βάσει εκ προστήσεως ευθύνης με περαιτέρω αναφορά στην «προσωπική και άμεση εμπλοκή του κατά τις στιγμές του ατυχήματος». Οι εναγόμενοι έχουν ένσταση. Αφού αρνούνται τα γεγονότα, ισχυρίζονται περαιτέρω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ότι η αίτηση καθυστέρησε αδικαιολόγητα και ότι θα υποστούν αδικαιολόγητη ταλαιπωρία και αδικία. Σε σχέση με τον πρώτο λόγο, οι εναγόμενοι δεν αρνούνται το ατύχημα αλλά δίνουν την δική τους εκδοχή. Αυτά όμως, είναι ζητήματα που θα αποφασιστούν στην δίκη. Η θέση τους ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τίθεται γενικόλογα. Στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 που συνοδεύει την ένσταση προβάλλεται η θέση ότι δεν έχει ανάμιξη και ότι, εν πάση περιπτώσει, ακόμη και επί της εκδοχής της ενάγουσας δεν υπέχει αστική ευθύνη. Εγείρεται, έτσι, ζήτημα ότι δεν πληρούνται, για τον εναγόμενο 2, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60(ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση) αλλά και η δεύτερη (πιθανότητα να δικαιούται η ενάγουσα σε θεραπεία). Η συμφωνία έγινε με την εναγόμενη 1 όμως, ως άνω, η βάση αγωγής περιλαμβάνει και το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Ο εναγόμενος 2 ήταν, ως άνω, ιδιοκτήτης του σκάφους. Έχει παραδεχθεί σε ποινική υπόθεση εναντίον του ιδίου και του εναγόμενου 3 (τεκ. 6 και τεκ. 7 στην αίτηση) ότι, μεταξύ άλλων, επέτρεψε στον εναγόμενο 3 «να παρέχει διευκολύνσεις για θαλάσσια αθλήματα υπό μορφή άσκησης, εργασίας ή επιτηδεύματος». Ως εκ των άνω δεν είναι βάσιμη η τελική εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου του εναγόμενου 2 ότι «ενάγεται μόνο ως διευθυντής της εναγόμενης 1 και γι' αυτό δεν έχει αστική ευθύνη». Ούτε, από την άλλη, η αναφορά σε «άμεση εμπλοκή κατά τις στιγμές του ατυχήματος» αποκαλύπτει από μόνη της έστω και εκ πρώτης όψεως αγώγιμο δικαίωμα. Υπάρχουν όμως, επαρκείς ισχυρισμοί, έστω κι αν ακόμα δεν υπάρχει δικόγραφο με την απαιτούμενη τεχνική απαρίθμηση λεπτομερειών αμέλειας του εναγομένου 3, ώστε να μπορεί να λεχθεί, με αναφορά στην θέση της ενάγουσας σε εκ προστήσεως ευθύνη, ότι συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις όπως έχουν επεξηγηθεί στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 C.L.R. 557, 569. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 (δυσκολία ή δυσχέρεια να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο τέλος αν δεν δοθεί το διάταγμα) οι εναγόμενοι ισχυρίζονται στην ένσταση τους ότι δεν υπάρχει κίνδυνος διότι «αν η εναγόμενη 1 ήθελε να αποξενώσει τα σκάφης θα το έκαμνε όλη αυτή την περίοδο και μέχρι σήμερα ακόμα». Για το ζήτημα του «ισοζυγίου της ευχέρειας» (balance of convenience) και ειδικότερα της καθυστέρησης θα επανέλθω. Γενικά, η κυρία Χατζήκωνσταντη εισηγήθηκε ότι εφόσον πρόκειται για διάταγμα τύπου Mareva απαιτούνται εξαιρετικοί λόγοι. Προφανώς σε αντιδιαστολή από τις περιπτώσεις που ζητείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής (άρθρο 4
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6). Τα διατάγματα Mareva μπορούν να δοθούν πλέον όχι μόνο προς παρεμπόδιση μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας, αλλά και προς παρεμπόδιση εναγομένου να τα εξανεμίσει εντός της δικαιοδοσίας. Αυτό αποφασίστηκε στην υπόθεση του Αγγλικού Εφετείου Z. Ltd v. A and others [1982] 1 All E.R. 556, μέσα από την ερμηνεία της σχετικής δικαιοδοτικής πρόνοιας (άρθρο 37
(3)της Supreme Court Act 1981). Τέτοια όμως προσέγγιση, ούτως ή άλλως, συνάδει γενικότερα με τον σκοπό τέτοιων διαταγμάτων τον οποίο και εξυπηρετεί πιο αποτελεσματικά. Είναι δε ορθό ότι η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη περίσκεψη και κυρίως ως βοήθημα στην διαδικασία εκτέλεσης το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας (Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583). Η εξουσία πάντως του δικαστηρίου είναι ευρύτατη όταν κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός (A.B.P. Holdings κ.α. v. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Ενώ όμως η διακριτική ευχέρεια πρέπει να διατηρείται ελαστική και χωρίς τυπικούς περιορισμούς «υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν στην διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων», με κυρίαρχη αντίληψη ότι η στέρηση μέχρι τη έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με την δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (Spidertrade Com Finance Ltd v. Χατζήγαβριήλ, Πολ. ΄Εφ. Αρ. 11401, ημερ. 10/2/03). ΄Ετσι, τόσο στη Spidertrade όσο και στη Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759, υποδείχθηκε ότι η εν λόγω εξουσία «πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης». Πάντως, δεν απαιτείται προσαγωγή μαρτυρίας ότι υφίσταται πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση. «Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.» (C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785) Στην υπόθεση Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1301 το Ανώτατο Δικαστήριο έχει υιοθετήσει απόσπασμα από το βιβλίο «Mareva Injunctions Law and Practice» των Steven Gee και Geraldine Mary Andrews όπου υποδεικνύεται «ότι εφόσον η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά είναι αδύνατο να τεθούν γενικοί καθοδηγητικοί κανόνες ως προς το πώς και πότε ικανοποιείται αυτό το αποδεικτικό βάρος». Στην συνέχεια οι ευπαίδευτοι συγγραφείς παραθέτουν μερικούς παράγοντες οι οποίοι δυνατό να είναι σχετικοί, μεταξύ των οποίων η φύση των αντικειμένων, η ευκολία ή η δυσχέρεια με την οποία θα μπορούσαν να διατεθούν, η εκφρασθείσα πρόθεση εκ μέρους του εναγομένου αναφορικά με τις δοσοληψίες του με τα περιουσιακά στοιχεία και η συμπεριφορά του εναγόμενου έναντι της αξίωσης του ενάγοντα. Εν προκειμένω τα περιγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία μπορούν εύκολα να διατεθούν ή να εξαφανιστούν. Ο εναγόμενος 2 δε, στην προσπάθεια του να εξηγήσει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας θα είναι σε βάρος τους αναφέρει ότι σε τέτοιες επιχειρήσεις θαλασσίων αθλημάτων «είναι σύνηθες τα σκάφη να πωλούνται σε τρίτους ή να παραδίδονται σε εμπόρους σε αντάλλαγμα αγοράς άλλων καλύτερων σκαφών» και ότι αν δοθεί το διάταγμα «θα δεθούν τα χέρια των εναγομένων και η εναγόμενη 1 θα τεθεί εκτός επαγγέλματος». Υπάρχει, ως εκ τούτου, δεδηλωμένη πρόθεση αποξένωσης της περιουσίας μέσα στη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Πώς όμως συνάδει με αυτή την αναφορά η διαβεβαίωση, ως άνω, ότι δεν υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης διότι αν η εναγόμενη 1 ήθελε να αποξενώσει τα σκάφη θα το έπραττε ακόμα και σήμερα; Διαπιστώνεται τουλάχιστο ασάφεια. Αλλά διαπιστώνεται περαιτέρω και προσπάθεια υπεκφυγής σε ότι αφορά μια άλλη υπερασπιστική θέση του εναγόμενου
  1. Ισχυρίζεται ότι στην ποινική υπόθεση προέβη σε παραδοχή «υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εταιρείας». ΄Ομως το κατηγορητήριο και το πρακτικό της ποινικής υπόθεσης που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αναφέρονται στον ίδιο και στον εναγόμενο
  2. Η εταιρεία δεν είναι κατηγορούμενη, ούτε άλλως πως αναφέρεται. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δώδεκα από τα σκάφη του, είναι μόνο «τυπικά γραμμένα επ' ονόματι του», αλλά στην πραγματικότητα έχουν ήδη διατεθεί με διάφορους τρόπους ή έχουν καταστραφεί. Οι αναφορές του όμως αυτές είναι αόριστες. Αναφέρεται σε «κάποιο Τάσο», «κάποιο έμπορο πώλησης τέτοιων ειδών», «κάποιο μηχανικό ΄Ακη», «κάποιο Ανδρέα». Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της αιτήτριας χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς αυτούς ασαφείς και «μη σοβαρούς» που αντικρούονται από τα τεκμήρια. Η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγομένων απάντησε ότι από την στιγμή που ο εναγόμενος 2 δεν έχει αντεξεταστεί, δεν είναι επιτρεπτό οι ισχυρισμοί να χαρακτηρίζονται «μη σοβαροί». ΄Ομως, αυτή η θέση παραβλέπει ότι η ενάγουσα προσέφερε από δικής της πλευράς τη μαρτυρία που εύλογα μπορούσε να έχει, δηλαδή μαρτυρία από το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας ότι τα σκάφη στις 19/7/07 ήταν εγγεγραμμένα στον εναγόμενο
  3. Εναπόκειτο στον εναγόμενο 2 να απαντήσει προσφέροντας θετική μαρτυρία περί του ότι, παρά ταύτα, δεν είναι ιδιοκτήτης. Αντ' αυτού κατέφυγε στις παραπάνω αοριστίες. ΄Εστω και χωρίς αντεξέταση μπορεί υπό τις περιστάσεις να λεχθεί ότι πρόκειται για μη πειστικούς ισχυρισμούς. Η εκπεφρασμένη πρόθεση αποξένωσης, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά των εναγομένων έναντι της αξίωσης της ενάγουσας που χαρακτηρίζεται από προσπάθεια υπεκφυγής, αντιφάσεις και ασάφειες, δημιουργεί εύλογη ανησυχία για τον τρόπο που οι εναγόμενοι θα χειριστούν την περιουσία αν δεν δοθεί το διάταγμα. ΄Ομως η κα Χατζήκωνσταντη εισηγήθηκε περαιτέρω ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός από πλευράς της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι είναι αναξιόχρεοι, υπονοώντας ότι αν οι εναγόμενοι έχουν άλλη περιουσία ώστε να είναι σε θέση να αποζημιώσουν επαρκώς την ενάγουσα, η δέσμευση των σκαφών είναι αχρείαστη και ανεπίτρεπτη. Γι' αυτό το ζήτημα σημειώνονται τα ακόλουθα: Παρά το αρχικό εγχείρημα της ενάγουσας να λάβει θεραπεία μονομερώς, τελικά δόθηκε η ευκαιρία στους εναγόμενους να ακουστούν πριν αποφασιστεί η τύχη της αίτησης. Παρά ταύτα οι ίδιοι δεν επικαλέστηκαν την ύπαρξη άλλης περιουσίας. Στην υπόθεση Z. Ltd v. A (ανώτ.) ο Lord Denning ανέφερε ότι για να καταστεί ένα διάταγμα Mareva πλήρως αποτελεσματικό, είναι πολύ επιθυμητό να απαιτείται από τον εναγόμενο, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί σε αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων. Αν κατά την ημέρα που το διάταγμα είναι επιστρεπτέο ισχυριστεί ότι έχει ικανή περιουσία για να αντιμετωπίσει την απαίτηση, θα πρέπει να την προσδιορίσει συγκεκριμένα. Δεν είμαι ενήμερος κατά πόσο ακολουθήθηκε στην Αγγλία η πρακτική αυτή υπόδειξη. Σε ότι αφορά την Κύπρο, εξ όσων γνωρίζω, η απάντηση είναι αρνητική. Όμως εκείνο που έχει σημασία είναι η αντίληψη ότι, ενώ είναι από τον ενάγοντα που αναμένεται να στοιχειοθετήσει τους παράγοντες επί των οποίων ζητά θεραπεία και ενώ όντως η επάρκεια ή μη των αποζημιώσεων αποτελεί κυρίαρχο παράγοντα (Garden Cottage Foods Ltd v. Milk Marketing Board [1984] A.C. 130) αυτό δεν σημαίνει ότι ο εναγόμενος στον οποίο δίδεται το προηγούμενο δικαίωμα να ακουστεί μπορεί, όχι απλώς να προβαίνει σε γενικούς ισχυρισμούς όπως στην περίπτωση που αναφέρθηκε ο Lord Denning, αλλά πλήρως να σιωπά για θέματα που εμπίπτουν πρωτίστως ή και αποκλειστικά στην δική του σφαίρα γνώσης και να εγείρει ζήτημα στο τέλος. Συναφές είναι και τούτο: Το ορθό είναι ένα συντηρητικό διάταγμα να μην είναι γενικό αλλά να περιορίζει περιουσία τέτοιας αξίας, όσο θα είναι αρκετό για να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση. Αν όμως, παρά ταύτα, δοθεί διάταγμα χωρίς περιορισμό ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα, όπως εξηγεί ο Lord Denning στην ίδια υπόθεση, να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει αποδέσμευση του αχρείαστα δεσμευθέντος μέρους. Παράλειψη να το πράξει θα σημαίνει ότι γνωρίζει πως η δέσμευση δεν έγινε καθ' υπέρβαση του αναγκαίου. Προβαίνω σ' αυτή την αναφορά όχι μόνο γιατί και εν προκειμένω ζητείται διάταγμα χωρίς αναφορά στην αξία των δεσμευθέντων, αλλά και διότι όπως η προηγούμενη, το ίδιο και αυτή η προσέγγιση ενισχύει την παραπάνω θέση του δικαστηρίου σε σχέση με το επιχείρημα της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγομένων. Υπό το φως όλων των ανωτέρω κρίνεται ότι οι εκ του νόμου προϋποθέσεις πληρούνται. Όμως είναι η περαιτέρω εισήγηση, ως άνω, των εναγομένων, ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Τα διατάγματα αποτελούσαν, πριν την ενοποίηση των δύο κλάδων της αγγλικής δικαιοσύνης, θεραπείες του δικαίου της επιείκειας (Γιάβρη v. Πάσιου
(2004)1 Α.Α.Δ. 125). Αρχή της επιείκειας είναι ότι «το δίκαιο βοηθά όσους γρηγορούν και όχι όσους υπνώττουν» ("vingilantibus, non dormientibus, jura subvenient"). Γενικώς ομιλούντες, η ανεξήγητη καθυστέρηση μπορεί να δημιουργήσει ανυπέρβλητο κώλυμα στο να εκδοθεί ένα διάταγμα (G.W.Ry v. Oxford, etc, Ry
(1853)3 De G.M. & G. 341). ΄Ομως η σύγχρονη αντίληψη όπως επεξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, είναι πως η καθυστέρηση δεν αποτελεί από μόνη της λόγο απόρριψης, αλλά είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το «ισοζύγιο της ευχέρειας». Από την άλλη, υπό τις περιστάσεις μιας υπόθεσης, μπορεί «αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης να καταδεικνύει πως ο ενάγοντας δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από προσωρινό διάταγμα», όπως εξηγείται περαιτέρω στην BACARDI. ΄Ακαμπτος κανόνας δεν υπάρχει. Είναι ζήτημα στάθμισης των δεδομένων. ΄Ενας παράγοντας είναι το κατά πόσον έχει εν τω μεταξύ δημιουργηθεί μια κατάσταση πραγμάτων που δεν θα ήταν δίκαιο για τον εναγόμενο να ανατραπεί, εξηγείται και πάλι στην BACARDI. Παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων από τη νομολογία παρατίθενται στο σύγγραμμα Snell's Equity, 29η έκδοση, σελ. 35 ως ακολούθως: «Delay will accordingly be fatal to a claim for equitable relief if it is evidence of an agreement by the plaintiff to abandon or release his right[1], or if it has resulted in the destruction or loss of evidence by which the claim might have been rebutted[2], or if the claim is to a busines (for the plaintiff should not be allowed to wait and see if it prospers[3]), or if the plaintiff has so acted as to induce the defendant to alter his position on the reasonable faith that the claim has been released or abandoned[4]». Στην συνέχεια, αμέσως μετά, με αναφορά στις υποθέσεις Re Eustace [1921] 1 Ch. 561; Weld v. Petre [1929] 1 Ch. 33; Rochefoucauld v. Boustead [1897] 1 Ch. 19; Lazard Bros & Co. Ltd v. Fairfield Properties Co. (Mayfair) Ltd. The Times, October 13, 1977, αναφέρονται τα ακόλουθα: «But apart from such circumstances delay will be immaterial». Εν προκειμένω η αίτηση καταχωρίστηκε δύο χρόνια μετά το συμβάν. Η ενάγουσα λέγει ότι μέχρι πρόσφατα ήταν με την πεπλανημένη αντίληψη ότι υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη, υπονοώντας ότι γι' αυτό δεν ζήτησε ενωρίτερα συντηρητική θεραπεία. Αλλά και η αγωγή καταχωρίστηκε δύο χρόνια μετά. Υπάρχει καθυστέρηση, αν και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η ενάγουσα είναι αλλοδαπή, κάτοικος εξωτερικού που, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ενεργούσε μέσω δικηγόρου στην χώρα της, ο οποίος επικοινωνούσε με τους δικηγόρους της στην Κύπρο. Μεσολάβησε δε αλλαγή δικηγόρου στην Κύπρο. Γενικά προκύπτει πως η ενάγουσα δεν ενήργησε κακόπιστα ή άδικα ή κατά τρόπο που η καθυστέρηση να προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό στην άλλη πλευρά. Η οποία επικαλείται την καθυστέρηση ως τέτοια από μόνη της. Χωρίς να υπάρχει ισχυρισμός ότι δημιουργήθηκε στο μεταξύ τέτοια κατάσταση που για οποιοδήποτε λόγο να είναι άδικο πλέον για τους εναγόμενους να δοθεί η ζητούμενη θεραπεία. Πέραν του θέματος της καθυστέρησης, θα πρέπει να συνεκτιμηθούν στα ευρύτερα πλαίσια του «ισοζυγίου της ευχέρειας» το σύνολο των περιστάσεων, ώστε το δικαστήριο να καταλήξει τελικά σε εκείνη την πορεία που φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας για τους εναγόμενους, αν φανεί στο τέλος ότι αβάσιμα έδωσε το διάταγμα ή για την ενάγουσα, αν φανεί ότι εσφαλμένα απέρριψε το αίτημα (BACARDI ανωτ.). Ο εναγόμενος 2 επικαλείται, ως άνω, κίνδυνο να πληγούν επαγγελματικά. Αυτή του η θέση όμως θα πρέπει κατ' αρχή να αξιολογηθεί μέσα από την γενικότερη διαπίστωση περί προσπάθειας υπεκφυγής σ' αυτή την αίτηση. Επιπρόσθετα, οι εναγόμενοι 2 και 3 έχουν παραδεχθεί στην εν λόγω ποινική υπόθεση ότι ο πρώτος παρείχε και ο άλλος επέτρεπε στον πρώτο να παρέχει «διευκολύνσεις για θαλάσσια αθλήματα χωρίς την άδεια της οικείας αρχής κατά παράβαση του περί Προστασίας της Παραλίας Νόμου». Θα αναμενόταν ενόψει αυτού του ιστορικού που συνδέεται άμεσα με την επίδικη περίπτωση να στοιχειοθετήσουν ότι οι επαγγελματικές ανάγκες που επικαλούνται βρίσκονται σε νόμιμα πλαίσια ώστε το δικαστήριο, παρά το τι έγινε τότε, να αισθάνεται ασφάλεια ότι σήμερα η στάθμιση των δεδομένων θα αφορά θεμιτά και μόνο συμφέροντα. Η αξίωση της ενάγουσας είναι μεγάλη. Έχει τεθεί σε κλίμακα ΛΚ50 000 - ΛΚ250 000. Πέραν ενός ιατρικού πιστοποιητικού (τεκ. 3) δεν έχουμε σ' αυτό το στάδιο άλλα στοιχεία. Όμως, το πιστοποιητικό αναφέρεται σε κάταγμα σπονδύλου. Είναι δύσκολο να προεκτιμηθεί με αυτά μόνο τα δεδομένα η κατάσταση και να τεθούν έστω τα γενικά πλαίσια των ενδεχομένων αποζημιώσεων. Ζήτημα άλλωστε που θα συναρτηθεί από το θέμα της ευθύνης. Πάντως ως εκ του αναφερθέντος αντικειμενικού ευρήματος, δεν αποκλείεται να επιδικαστούν σοβαρές αποζημιώσεις. Ασφαλιστική κάλυψη δεν υπάρχει. Αντίθετα υπάρχει κίνδυνος και πρόθεση αποξένωσης αντικειμένων που με μεγάλη ευκολία μπορούν να μετακινηθούν και να αποξενωθούν. Υπό αυτά τα δεδομένα, τυχόν αποξένωση είναι πιθανό να επηρεάσει δυσμενώς την προοπτική ικανοποίησης μιας ενδεχόμενης απόφασης. Για όλους τους παραπάνω λόγους θα δοθεί ενδιάμεση θεραπεία, όχι όμως με το λεκτικό δια του οποίου ζητείται. Ζητείται διάταγμα όχι μόνο εναντίον της εναγόμενης 1 και του εναγόμενου 2, αλλά διάταγμα που να απευθύνεται και προς τους διευθυντές, υπαλλήλους, εκδοχείς, αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες τους. ΄Ομως μόνο οι εναγόμενοι βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου και όχι οι υπάλληλοι κ.λ.π. Και μόνο εναντίον διαδίκων μπορούν να εκδοθούν κατά άμεσο τρόπο διατάγματα (Iveson v. Harris
(1802)7 Ves 251, 32 E.R. 102 και Brydges v. Brydges [1909] P. 187, Venables and another v. News Group Newspapers Ltd and others [2001] 1 All E.R. 908 και Marengo v. Daily Sketch and Sunday Graphic Ltd [1948] 1 All E. R. 406, H.L, Βλ. επίσης, Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, παρ. 856 και Kerr on Injunctions, 6η έκδοση, σελ. 632.). Συνεπώς το λεκτικό της αίτησης είναι εσφαλμένο. ΄Οπως παρατηρήθηκε στην Marengo (ανωτ.), αν και δεν απαιτείται ένα διάταγμα να αναφέρεται σε υπαλλήλους ή αντιπροσώπους του διαδίκου εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα, σε περίπτωση εταιρείας που εξ ορισμού ενεργεί δια άλλων, είναι επιθυμητό το διάταγμα να λάβει τη μορφή παρεμποδισμού της εταιρείας να διαπράξει τις απαγορευμένες πράξεις «δια των υπαλλήλων ή αντιπροσώπων ή άλλως πως». Τυχόν ευθύνη οποιονδήποτε τρίτων δεν θα πηγάζει άμεσα από το διάταγμα αλλά μπορεί να θεμελιωθεί υπό τις περιστάσεις που εξηγούνται στην υπόθεση Z. Ltd v. A. and others [1982] 1 All E.R. 556 και στην υπόθεση Πρόδρομος Κωνσταντίνου Λτδ v. «Nicolay Markin»
(1955)1 Α.Α.Δ. 122. Συνεπώς το διάταγμα που θα δοθεί θα διαμορφωθεί με αυτό τον τρόπο. Μια τελευταία παρατήρηση: Διαπιστώνεται ότι ενώ σημείωμα εμφάνισης καταχωρίστηκε στις 12/9/07, μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωριστεί έκθεση απαίτησης. ΄Οπως έχει παρατηρηθεί στην Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, η παροχή της ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός και είναι απαράδεκτη η παράλειψη προώθησης της δίκης ως της καθιερωμένης διαδικασίας για τον καθορισμό και τη διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. ΄Ετσι, ο διάδικος που επιδιώκει την ενδιάμεση θεραπεία «βαρύνεται να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης». Εκτροπή από τον σκοπό και αλλότρια χρήση του μηχανισμού για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, όπως μπορεί να προκύψει από μακρά παράλειψη προώθησης της δίκης, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1572, T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Εν προκειμένω δεν υπάρχει βέβαια τέτοια καθυστέρηση σε ότι αφορά την έκθεση απαίτησης. ΄Ομως οι εναγόμενοι θα πρέπει να προωθήσουν τη διαδικασία χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση. Ως εκ των άνω δίδονται διατάγματα ως ακολούθως: Α) Διάταγμα δια του οποίου απαγορεύεται στην εναγόμενη 1 όπως δια των διευθυντών και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή άλλως πως, πωλήσει και/ή διαθέσει και/ή δωρίσει και/ή μεταβιβάσει και/ή ενεχυριάσει και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει μέχρι εκδίκασης και περάτωσης της αγωγής ή άλλης διαταγής του δικαστηρίου τα ακόλουθα σκάφη: Αρ. Εγγραφής ΄Ονομα σκάφους LL10999 VX1100 LL11000 VX1100 B) Διάταγμα δια του οποίου απαγορεύεται στον εναγόμενο 2 πωλήσει και/ή διαθέσει και/ή δωρίσει και/ή μεταβιβάσει και/ή ενεχυριάσει και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει μέχρι εκδίκασης και περάτωσης της αγωγής ή άλλης διαταγής του δικαστηρίου τα ακόλουθα σκάφη: Αρ. Εγγραφής ΄Ονομα σκάφους LL 2676 AVENGER LL 2723 EVA LL 2793 HELLAS LL 4922 VEZOUVIOS LL 4923 HERCULIS LL 5131 KIMPO LL 6034 MARIA LL 7460 WAVE VENTURE - MARIA LL 7559 IOULIETA LL 7977 ANGELOUI LL 8106 AYIA ANNA LL 8422 EVAGORAS LL 9024 RAMSY LL 9025 DIAS LL 10497 ALEXANDROS LL 11171 ΚΟΥΦΟΣ 1 Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, να είναι υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. (Υπ.) ........................... Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. [1] Blake v. Gale
(1886)31 Ch.D. 571; and see Hepworth v. Pickles [1900] 1 Ch. 108 [2] Reimers v. Druce
(1857)23 Beav. 145; Bourne v. Swan & Edgar Ltd [1903] 1 Ch. 211 at 219, 220. [3] Re Jarvis [1958] 1 W.L.R. 815 [4] Allcard v. Skinner
(1887)36 Ch. D. 145; Bultin-Sanders v. Bultin
(1985)15 Fam. Law 126. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.