Νίκου Βλίττη κ.α. ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. κ.α., Αρ.αγωγής 849/03, 9 Noεμβρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:A35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Κ.Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 849/03 Μεταξύ:
- Νίκου Βλίττη, από το Παραλίμνι
- Αντρέα Ν.Βλίττη, από το Παραλίμνι Εναγόντων και
- Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. εκ Λευκωσίας
- Δημήτρη Γεωργιάδη, από τη Λευκωσία Εναγομένων. Ημερ..: 9 Noεμβρίου 2007 Για τους ενάγοντες: κ.Γ.Πιττάτζης Για τους εναγομένους: κ.Μ.Πικής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αρ.4 (Aποδεκτότητα μαρτυρίας - Δικαίωμα υποβολής ένστασης κατά της αποδοχής αποσπασμάτων γραπτής δήλωσης δυνάμει του Α.25 του περί Αποδείξεως Νόμου) --------------------- ΄Ενα καινοφανές νομικό σημείο ηγέρθη προς απόφανση μέσα στο πλαίσιο εξέτασης ένστασης που υποβλήθηκε από τους εναγομένους ως προς την αποδεκτότητα κάποιων μερών προτεινόμενης μαρτυρίας. Συγκεκριμένα μετά που ζητήθηκε από τον Μ.Ε.3 να παρουσιάσει στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση / κατάθεση του για να αποτελέσει την κύρια εξέταση του ή μέρος αυτής, ηγέρθηκε ένσταση από το συνήγορο των εναγομένων. Η ένσταση εστιάστηκε γύρω από τον κεντρικό ισχυρισμό ότι η γραπτή δήλωση του μάρτυρα, αντίγραφο της οποίας είχε δοθεί προηγουμένως στον ενιστάμενο συνήγορο, περιείχε κάποια σημεία, τα οποία συνιστούσαν μαρτυρία απαράδεκτη στην παρούσα αγωγή η βάση της οποίας είναι η κατ΄ ισχυρισμό δυσφήμηση των εναγόντων. Απαντώντας στην ένσταση, ο συνήγορος των εναγόντων, πέραν της αντίκρουσης των ουσιαστικών σημείων της ένστασης, ήγειρε και το θέμα ότι δεν ενυπάρχει εν πάση περιπτώσει δικαίωμα με βάση το Νόμο, υποβολής ένστασης κατά της αποδοχής μαρτυρίας που περιλαμβάνεται σε γραπτή δήλωση. Δύο επομένως είναι τα θέματα που πρέπει να απασχολήσουν: α. Κατά πόσο ένας διάδικος έχει το δικαίωμα ένστασης κατά της αποδοχής γραπτής δήλωσης / κατάθεσης ή μέρους αυτής που παρουσιάζεται δυνάμει του περί Αποδείξεως νόμου, και εάν ναι, β. Κατά πόσο ευσταθούν ή όχι οι ουσιαστικές νομικές ενστάσεις κατά της αποδοχής μερών της προτεινόμενης μαρτυρίας μέσω της Δήλωσης. α. Η ύπαρξη ή μη Δικαιώματος για υποβολή ένστασης στην αποδεκτότητα μερών γραπτής δήλωσης. Προωθώντας τη θέση του περί μη ύπαρξης δικαιώματος ένστασης υπό τέτοιες συνθήκες, ο κ.Πιττάτζης επικαλέστηκε το Α.25 του περί Αποδείξεως νόμου, το οποίο ορθά ερμηνευόμενο δεν επιτρέπει, όπως εισηγήθηκε, την υποβολή ένστασης πριν την παρουσίαση γραπτής δήλωσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Η παρουσίαση μαρτυρίας μέσω γραπτής δήλωσης είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε μάρτυρα και μόνο μετά που εισάγεται στο Δικαστήριο θα μπορούσε η άλλη πλευρά να εισηγηθεί αργότερα ότι κάποιο μέρος της δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία, οπότε το Δικαστήριο θα μπορεί να την αγνοήσει. Εάν δηλαδή, είτε σαν αποτέλεσμα της αντεξέτασης του μάρτυρα ή λόγω άλλης μαρτυρίας θα φανεί στο τέλος της ημέρας ότι μέρος της μαρτυρίας είναι άσχετο, μη δικογραφημένο κλπ., τότε θα αγνοηθεί. Το δικαίωμα όμως απόδοσης μαρτυρίας μέσω γραπτής δήλωσης είναι απεριόριστο και δεν μπορεί να πλήττεται με την υποβολή ένστασης ως προς το αποδεκτό κάποιων μερών της δήλωσης επειδή ενδεχόμενα κάποιες λέξεις, προτάσεις ή παράγραφοι να συγκρούονται προς κάποιες αρχές. Ούτε δε είναι λογικό να κατακερματίζεται η γραπτή κατάθεση ενός μάρτυρα επειδή κάποιες λέξεις είναι ενδεχόμενα επιλήψιμες, καθότι κάτι τέτοιο αναπόφευκτα επηρεάζει τη συνοχή και το συνολικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Απαντώντας σ΄ αυτό το θέμα, ο κ.Πικής για τους εναγομένους, εισηγήθηκε ότι το Α.25 δεν καταστρατηγεί τους καθιερωμένους κανόνες αποδεκτότητας με βάση το δίκαιο της Απόδειξης. Αντίθετα, στο εδάφιο 2 του άρθρου 24 γίνεται ρητή αναφορά στην περίσωση αυτών των κανόνων. Εδώ η ένσταση δεν αφορά σε αποδοχή εξ΄ ακοής μαρτυρίας η οποία γίνεται δεκτή με τον τροποποιητικό περί Αποδείξεως νόμο και επομένως διατηρείται το δικαίωμα ένστασης. Περαιτέρω δε, είναι καλά γνωστή η αρχή σύμφωνα με την οποία το ορθό στάδιο έγερσης ένστασης ως προς την αποδεκτότητα μαρτυρίας, είναι το σημείο κατά το οποίο επιχειρείται η εισαγωγή της και όχι αργότερα. Το πλήρες κείμενο του επίμαχου ΄Αρθρου 25, του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 όπως τροποποιήθηκε, έχει ως εξής: «Οποιοσδήποτε μάρτυρας σε οποιαδήποτε διαδικασία δύναται να υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης του. Σε τέτοια περίπτωση, η εν λόγω γραπτή κατάθεση ή γραπτή δήλωση κατατίθεται στο Δικαστήριο και θεωρείται ότι αποτελεί την κυρίως εξέταση του μάρτυρα ή μέρος αυτής.» ΄Οπως είναι γνωστό, η πιο πάνω πρόνοια προστέθηκε με το Α.4 του τροποποιητικού περί Αποδείξεως Νόμου άρ. 32(Ι) του
- ΄Οπως ορθά επεσήμανε και ο συνήγορος των εναγόντων, σκοπός του νομοθέτη δεν πρέπει να ήταν άλλος, παρά η διευκόλυνση και σύντμηση της διαδικασίας. Σίγουρα δε, ουδέποτε ήταν η πρόθεση του νομοθέτη να καταστήσει την γραπτή κατάθεση / δήλωση ένα όχημα μέσω του οποίου να εισάγεται στη δίκη μαρτυρία επί παντός επιστητού σχετικού ή ασχέτου αποδεκτού ή μη αποδεκτού με βάση τους γνωστούς, καθιερωμένους κανόνες του δικαίου της Απόδειξης. Αυτό εξ΄ άλλου είναι φανερό και από το γεγονός ότι πέραν του ότι με βάση τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 24
(1)με τις οποίες επιτράπηκε η εισαγωγή εξ΄ ακοής μαρτυρίας , ρητά έγινε η επιφύλαξη στο Α. 24
(2)σύμφωνα με την οποία μαρτυρία η οποία αποκλειόταν και πριν για λόγους άλλους παρά για το ότι ήταν εξ΄ ακοής, συνεχίζει να αποκλείεται: «
(2)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν καθιστούν αποδεκτή οποιαδήποτε μαρτυρία, που θα αποκλείετο για οποιοδήποτε λόγο άλλο από το ότι αυτή είναι εξ ακοής μαρτυρία.» Είναι επομένως αναμφίβολο πως με εξαίρεση την εξ΄ ακοής μαρτυρία η οποία μπορεί να γίνεται αποδεκτή μετά τη νομοθετική ρύθμιση του 2004, οι άλλοι κανόνες αποκλεισμού μαρτυρίας τόσο νομολογιακής εκπόρευσης όσο και νομοθετικής, επιβίωσαν και συνεχίζουν να τυγχάνουν εφαρμογής. Και συνεχίζουν να τυγχάνουν εφαρμογής παρά τη δυνατότητα η οποία δόθηκε από το Α.25 του ίδιου νόμου για απόδοση μαρτυρίας με γραπτή κατάθεση / δήλωση αντί διά ζώσης. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η απόδοση σε μάρτυρα της δυνατότητας παρουσίασης γραπτού κειμένου μαρτυρίας, προσέδωσε ταυτόχρονα σ΄ αυτόν ή στην πλευρά που τον καλεί και οποιοδήποτε πλεονέκτημα το οποίο δεν έχει μάρτυρας ο οποίος αποδίδει μόνο προφορική μαρτυρία. Πλεονέκτημα υπό την μορφή του ότι αφαιρεί το δικαίωμα υποβολής ένστασης κατά του αποδεκτού της μαρτυρίας του ή μέρους αυτής, ή έστω ότι επιτρέπει προσωρινά την πλήρη αποδοχή του συνόλου της μαρτυρίας του και μεταθέτει στο ύστατο ή σε μεταγενέστερο στάδιο οποιοδήποτε θέμα αποδεκτότητας, όταν και εάν κάτι τέτοιο εγερθεί. Κατά την άποψη μου κανένας μάρτυρας δεν μπορεί να τυγχάνει ενός τέτοιου πλεονεκτήματος επειδή και μόνο αξιοποιεί τις πρόνοιες του Α.25 προσφέροντας γραπτό κείμενο. Αν και το ίδιο το άρθρο 25 δεν θέτει όρους ή περιορισμούς στην παρουσίαση μιας κατάθεσης / δήλωσης ώστε αυτή να καταστεί η κύρια εξέταση μάρτυρα ή μέρος αυτής, πιστεύω ότι η ορθή διαδικασία η οποία θα πρέπει πάντα να ακολουθείται είναι η ακόλουθη: α. Η πλευρά που καλεί το μάρτυρα ή ο ίδιος ο μάρτυρας, να εφοδιάζει την αντίδικη πλευρά με αντίγραφο της προτεινόμενης κατάθεσης / δήλωσης έγκαιρα προτού επιχειρηθεί η παρουσίαση της στο Δικαστήριο, για εξέταση. β. Εάν η αντίδικη πλευρά υπό το φως του περιεχομένου της γραπτής κατάθεσης / δήλωσης ενίσταται, είτε στο να δώσει μαρτυρία ο μάρτυρας είτε στο να γίνει αποδεκτή η προτεινόμενη μαρτυρία του στο σύνολο της ή εν μέρει, δικαιούται αλλά και υποχρεούται να προβάλει την ένσταση της προτού η κατάθεση / δήλωση σημειωθεί σαν μαρτυρία. γ. Το Δικαστήριο αφού ακούσει τις παραστάσεις των δύο πλευρών και αφού έχει εφοδιαστεί με το κείμενο της προτεινόμενης κατάθεσης / δήλωσης, θα αποφασίσει κατά πόσο η κατάθεση / δήλωση ή οποιοδήποτε μέρος αυτής δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή σαν μαρτυρία. δ. Εάν παρά ταύτα τέτοια ένσταση δεν εγερθεί πριν από την προσαγωγή της κατάθεσης / δήλωσης και εισαχθεί μέσω αυτής μαρτυρία απαράδεκτη κατά το δίκαιο της Απόδειξης, το Δικαστήριο εν τούτοις σε υστερώτερο στάδιο, ή στο τέλος της δίκης θα ενεργήσει στη βάση μόνο αποδεκτής μαρτυρίας, αγνοώντας οποιανδήποτε μαρτυρία η οποία δεν θα έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτή. Προς υποστήριξη των πιο πάνω απόψεων μου, παραθέτω τις ακόλουθες αρχές οι οι οποίες εκπηγάζουν από τη νομολογία:
- Ενστάσεις που σχετίζονται με το αποδεκτό ή μη μαρτυρίας στη δίκη θα πρέπει να υποβάλλονται και αποφασίζονται κατά κανόνα κατά το χρόνο προσαγωγής της μαρτυρίας. Η μη επίλυση θεμάτων παραδεκτού μαρτυρίας για την οποία υποβάλλεται ένσταση και η άφεση της απόφασης για το θέμα κατά την τελική απόφαση, αποτελεί παράβαση των προνοιών της Δ.38 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και πλήττει καίρια τη διαδικασία η οποία υπόκειται σε ακύρωση (Βλπ. Κυριάκος Βίκτωρος ν. Χρ.Χριστοδούλου[1].
- Εάν κατά τη δίκη εμφιλοχωρήσει η εισαγωγή μαρτυρίας κατά νόμο ή νομολογία απαράδεκτη και πάλι το Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα στο τέλος της δίκης, αλλά και την υποχρέωση, όπως βασισθεί μόνο πάνω σε αποδεκτή μαρτυρία, αγνοώντας την όποια απαράδεκτη μαρτυρία (Βλπ. Μahattou v. Viceroy Shipping[2] και Lefkaritis Bros v. Τanya Shipping[3].
- To Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα όπως αποδεχόμενο την εισαγωγή σαν μαρτυρίας του περιεχομένου ενός εγγράφου, κάνει αποδεκτό μόνο ένα μέρος του εγγράφου και αγνοήσει ή διαγράψει άλλο ή άλλα μέρη του εγγράφου που περιέχουν μη αποδεκτή μαρτυρία. ΄Οπως είχε επιβεβαιωθεί και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μούρτζινος ν. Πλοίου "Galaxia" κ.άλλων[4] μια ένορκη δήλωση η οποία ήταν αποδεκτή σαν μαρτυρία ως «έγγραφη δήλωση» που ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις του Α.4 του τότε ισχύοντος περί Αποδείξεως νόμου, μπορούσε να γίνει αποδεκτή ως προς το υπόλοιπο της μέρος, αφού αγνοηθεί κάποιο μέρος της δήλωσης που συνιστούσε απαράδεκτη μαρτυρία. Κατά τον ίδιο λοιπόν τρόπο, πιστεύω ότι και με βάση το νέο Α.25 του περί Αποδείξεως Νόμου, που κατέστησε δυνατή την αποδοχή μαρτυρίας μέσω έγγραφης κατάθεσης / δήλωσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει αν το περιεχόμενο της δεν προσκρούει σε κανόνα αποκλεισμού μαρτυρίας και αν ναι, να μην την αποδεχθεί, είτε εν όλω είτε εν μέρει. Για τους πιο πάνω λόγους πιστεύω ότι ορθά ηγέρθηκε η ένσταση στο στάδιο κατά το οποίο ηγέρθηκε και το Δικαστήριο μπορεί να την εξετάσει για να κρίνει κατά πόσο οποιοδήποτε μέρος της είναι νομικά απαράδεκτο οπότε αυτό δεν θα εισαχθεί σαν μαρτυρία. Η ουσία των εγερθεισών ενστάσεων Ο συνήγορος των εναγομένων εστίασε τις ενστάσεις του σε αναφορές του μάρτυρα στις σελ. 3, 4 και 5 της Δήλωσης του. Ενστάσεις ως προς αναφορές στη σελ. 3 της Δήλωσης Ως προς τη σελ.3 οι ενστάσεις σχετίζονται με την προτελευταία και την τελευταία παράγραφο. Εκεί, όπως μπορεί συνοπτικά να λεχθεί, ο μάρτυρας προβαίνει σε ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους 3 μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου Παραλιμνίου που ανήκαν στην ομάδα που είχε εκλεγεί μαζί με τον ενάγοντα 1 - Δήμαρχο, υπαναχώρησαν κάτω από το βάρος της πίεσης των αναδημοσιεύσεων των επίδικων δημοσιευμάτων και προσχώρησαν στους αντιπάλους του Δημάρχου, ενώ ο τότε Αντιδήμαρχος άνκαι υποστήριζε την αθωώτητα του, κάτω από την ίδια πίεση, τήρησε κάποιες αποστάσεις. Ενιστάμενος σ΄ αυτές τις αναφορές, ο συνήγορος των εναγομένων υπέβαλε ότι οι αναφορές σε ανακύκλωση και αναδημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων δεν συνιστούν αποδεκτή μαρτυρία για τους λόγους για τους οποίους προέβαλε προηγουμένως κατά την εξέταση ένστασης του, η οποία έγινε αποδεκτή με την Ενδιάμεση Απόφαση αρ.3 στην υπό εξέλιξη δίκη. Απορρίπτοντας αυτή τη θέση ο συνήγορος των εναγόντων εισηγήθηκε ότι ο ίδιος ο μάρτυρας βίωσε αυτά τα γεγονότα και δικαιούται να τα προβάλει αφού αναφέρονται στη ζημιά και επιπτώσεις που προκλήθηκαν από τα επίδικα δημοσιεύματα, καλύπτονται δε από δικογραφημένους ισχυρισμούς, των οποίων ουδέποτε ζητήθηκε η διαγραφή. Σε σχέση με αυτές τις ενστάσεις θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής: Κατά την άποψη μου αυτό που εδώ ενδιαφέρει δεν είναι στην ουσία η οποιαδήποτε ευθύνη των εναγομένων για το ότι και άλλα μέσα μαζικής ενημέρωσης ασχολήθηκαν με τα θέματα που είχαν θιγεί στα επίδικα δημοσιεύματα, ούτε και επιχειρείται η απόδειξη αυτού του γεγονότος με την παρουσίαση άλλων δημοσιευμάτων, όπως είχε αποκλεισθεί με την προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση. Απλά εδώ ο μάρτυρας προβαίνει σε ένα γενικό ισχυρισμό ότι εχθρικότητα, την οποία επέδειξαν προς τον ενάγοντα 1 συνεργάτες του στο Δημοτικό Συμβούλιο που προέρχονταν από την ίδια ομάδα, αποδίδεται άμεσα ή έμμεσα στα επίδικα δημοσιεύματα. Αυτή είναι μια θέση του μάρτυρα ως προς τις κατ΄ ισχυρισμό επιπτώσεις των επίδικων δημοσιευμάτων και δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο τέτοια θέση θα πρέπει να αποκλεισθεί. Το εάν αυτή η θέση ευσταθεί ή στοιχειοθετείται κατάλληλα με τον τρόπο που προβάλλεται δεν είναι κάτι που θα κριθεί βέβαια τώρα, αλλά θα πρέπει να υποστεί τη δοκιμασία της δίκης σε αντεξέταση και αξιολόγηση της από το Δικαστήριο. Θα πρέπει δε να τύχει κατάλληλης διερεύνησης ο βαθμός επήρειας των επίδικων δημοσιευμάτων, οι κατ΄ισχυρισμό επιπτώσεις, το κατά πόσο υπεισήλθαν νέοι παράγοντες ή στοιχεία τα οποία διέκοψαν την αλυσίδα των όποιων αρχικών επιπτώσεων κλπ. Εδώ δηλαδή το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του συγκεκριμένα δημοσιεύματα άλλα παρά τα επίδικα, των οποίων επιδιώκεται η εισαγωγή όπως έγινε προηγουμένως. Επιχειρείται η απόδειξη επιφοράς κάποιων επιπτώσεων σαν αποτέλεσμα των επίδικων δημοσιευμάτων και τέτοια μαρτυρία δεν θα έπρεπε να αποκλεισθεί με βάση τις αρχές που εκτέθηκαν στην προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση μου. Ενστάσεις ως προς αναφορές στις σελ.4 και 5 της Δήλωσης Στις επίμαχες παραγράφους αυτών των σελίδων της Δήλωσης, ο μάρτυρας προβαίνει σε ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους με βάση τα επίδικα δημοσιεύματα όπως αυτά ανακυκλώνονταν σε Μ.Μ.Ε., διώχθηκαν αργότερα ποινικά ο ενάγων 1 και ο γαμπρός του. Ο μάρτυρας προβαίνει σε κάποιο σχολιασμό της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και κάποιου μάρτυρα κατηγορίας ευνοϊκού προς τον κατηγορούμενο - ενάγοντα 1, για να αναφέρει τελικά ότι η ποινική δίκη απέληξε σε αθώωση των κατηγορουμένων. Αναφέρονται ακολούθως σε άλλη ποινική δίκη που «στήθηκε» σαν αποτέλεσμα μίσους και περιφρόνησης που προκάλεσαν τα επίδικα δημοσιεύματα, δίκη που επίσης απέληξε σε αθώωση του ενάγοντα
- Σύμφωνα πάντα με τις ίδιες περικοπές της Δήλωσης, από την αρχή των δημοσιευμάτων μέχρι και την τελευταία αθώωση του ενάγοντα 1, τα δημοσιεύματα των εναγομένων ήσαν άκρως περιφρονητικά προς το πρόσωπό του προκαλώντας μίσος και αγανάκτηση προς αυτό. Οι δε εναγόμενοι στην εφημερίδα τους ανακοίνωσαν την αθώωση σε εσωτερική σελίδα προσπαθώντας να περάσουν το μήνυμα ότι η αθώωση αποδίδετο σε αμφιβολίες. Στηρίζοντας τις ενστάσεις του επ΄ αυτών των αναφορών, ο συνήγορος των εναγομένων υποστήριξε, πέραν των όσων έχουν προαναφερθεί, ότι αυτή η μαρτυρία δεν είναι επιτρεπτή καθ΄ ότι ισοδυναμεί με προσπάθεια εισαγωγής μαρτυρίας περί άλλης δικαστικής διαδικασίας ώστε να επηρεαστεί η κρίση του δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή. ΄Οτι ειδικότερα η ύπαρξη και η απόληξη μιας ποινικής διαδικασίας που προηγήθηκε, είναι γεγονός άσχετο σε μια μεταγενέστερη αστική διαδικασία. Διαφωνώντας με αυτές τις θέσεις, ο συνήγορος των εναγόντων υπέβαλε ότι ο μάρτυρας έχει κάθε δικαίωμα να καταθέσει για τα γεγονότα των ποινικών διαδικασιών που ο ίδιος παρακολούθησε, το δε αποτέλεσμα τους είναι σχετική μαρτυρία. Εάν αυτές απέληγαν σε καταδίκη, τότε ο ενάγοντας 1 δεν θα είχε δικαίωμα - βάση αγωγής για δυσφήμηση, ενώ τώρα η αθώωση του δίδει το δικαίωμα. Τα δε πιο πάνω αποσπάσματα δείχνουν την συμπεριφορά του θύτη προς το θύμα, στοιχείο σχετικό προς τις αποζημιώσεις, όπως σχετικό είναι και το στοιχείο της εσκεμμένης μη επαρκούς προβολής της αθώωσης παρά τη δυσανάλογη προβολή των συκοφαντιών που κατέρρευσαν. Κατά την άποψη μου, τα πιο πάνω αποσπάσματα της δήλωσης θα πρέπει να προσεγγιστούν ως εξής: Εδώ το ίδιο το γεγονός της διεξαγωγής ποινικής δίκης και της απόληξης σε αθώωση δεν προσφέρεται πράγματι σαν στοιχείο που θα έτεινε να επηρεάσει την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το ανυπόστατο ή μη των επίδικων δημοσιευμάτων. Δεν θα πρέπει ασφαλώς κανένας να αναμένει ότι οποιοδήποτε Δικαστήριο αστικής δικαιοδοσίας θα συμπεράνει ότι εφ΄ όσον ένας κατηγορούμενος αθωώθηκε σε ποινική δίκη ως προς κάποια γεγονότα που κατά την Κατηγορούσα Αρχή συνιστούσαν αδίκημα, αυτό σημαίνει ότι ισχυρισμοί επί παρόμοιων γεγονότων που προβάλλονται σαν συνιστώντα δυσφήμηση σε εκκρεμούσα αστική διαδικασία θα πρέπει να θεωρηθούν σαν ανυπόστατοι. Εδώ όμως υπάρχει μια αλληλουχία ισχυρισμών που κατατείνουν προς κάτι πιο σύνθετο και διαφορετικό: Τίθεται ο ισχυρισμός ότι ενώ τα επίδικα δημοσιεύματα προκάλεσαν άμεσα ή έμμεσα την πρόσαψη και ποινικών κατηγοριών και ενώ διεξαχθείσες δίκες στη βάση παρόμοιων γεγονότων οδήγησαν σε αθώωση του ενάγοντα 1 - κατηγορουμένου, εν τούτοις η όλη συμπεριφορά των εναγομένων παρέμεινε αναλλοίωτη. Ενώ συνέχιζαν τις δημοσιεύσεις με μίσος και περιφρόνηση, δεν επηρεάστηκε η συμπεριφορά τους παρά την αθώωση την οποία και προσπάθησαν να μειώσουν. Τέτοιοι ισχυρισμοί επομένως φαίνεται να σχετίζονται με την εν γένει συμπεριφορά των εναγομένων μετά τη δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων, στοιχείο που όπως είχα αναφέρει με παραπομπή στη δεύτερη ενδιάμεση απόφαση μου, είναι στοιχείο σχετικό με την έκταση και εύρος των αποζημιώσεων που ενδεχόμενα να απονεμηθούν. Για τους πιο πάνω λόγους, η ένσταση απορρίπτεται και η κατάθεση / δήλωση του μάρτυρα γίνεται αποδεκτή σαν μαρτυρία. (Υπ.)....................... Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ [1] [1992] 1 Α.Α.Δ. 512 [2] [1981] 1 C.L.R. 335 [3] [1994) 1 Α.Α.Δ. 231 [4] [1987] 1 C.L.R. 43 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο