Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Γεώργιου Σολωμού κ.α., Αρ. Αγωγής: 69/03, 5 Δεκεμβρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στη Λάρνακα) ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 69/03 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Εναγόντων -και-
- Γεώργιου Σολωμού
- Παναγιώτας Κούμουλου
- Μιχάλη Μιχαήλ Εναγομένων ____________________ Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Α. Ζαχαρίου. Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Α. Μαθηκολώνης. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 8.12.1999 ενοικίασαν στον εναγόμενο 1 τα έπιπλα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης υπό την αλληλέγγυο εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 με δικαίωμα αγοράς με την εξόφληση για περίοδο 36 μηνών από 28.1.
- Ο εναγόμενος 1 με την υπογραφή της συμφωνίας έλαβε κατοχή των επίπλων. Το ποσό της ενοκιαγοράς Λ.Κ.50.000 πλέον Λ.Κ.11.628 δικαιώματα ενοικιαγοράς και Λ.Κ.10 δικαίωμα αγοράς, δηλαδή σύνολο Λ.Κ.61.638, θα πληρώνονταν με 36 μηνιαίες δόσεις Λ.Κ.1.711,81 από 28.1.
- Πέραν των εγγυήσεων ο εναγόμενος ενεχυρίασε προς όφελος των εναγόντων 6.000 μετοχές της MINEΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ οι οποίες αυξήθηκαν σε 16.055 και 8.000 μετοχές της F. W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd οι οποίες αυξήθηκαν σε 13.
- Οι εναγόμενοι κατά παράβαση της συμφωνίας καθυστέρησαν την πληρωμή Λ.Κ.47.785 και ως εκ τούτου οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία. Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των Λ.Κ.49.500 ως υπόλοιπο ενοικίου και / ή αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και / ή οφειλομένου υπολοίπου πιστωτικών διευκολύνσεων και / ή συμφωνίας για κάλυψη και / ή αποζημίωση ή άλλως πως πλέον νόμιμο τόκο. Σε περίπτωση που η συμφωνία ενοικιαγοράς ήθελε αποδεχθεί άκυρη οι ενάγοντες αξιώνουν διαζευκτικά το ποσό των Λ.Κ.50.000 μείον πληρωμές που ανέρχονται σε Λ.Κ.12.590,93 πλέον νόμιμο τόκο επί του εκάστοτε υπολοίπου από της ημερομηνίας καταβολής του μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Επιπρόσθετα ζητούν διάταγμα για παράδοση των επίπλων και πώλησης τους με δημόσιο πλειστηριασμό καθώς και διάταγμα πώλησης των πιο πάνω μετοχών. Οι εναγόμενοι στην έκθεση υπεράσπισης τους προβάλλουν τους λόγους για τους οποίους η επίδικη συμφωνία είναι ανυπόστατη, άκυρη και «ανεφάρμοστη» και δεν αποτελεί γνήσια και αληθινή συμφωνία ενοικιαγοράς, οι οποίοι συνοψίζονται στους ακόλουθους:
(1)ότι οι ενάγοντες ουδέποτε αληθινά συμφώνησαν να ενοικιάσουν και ουδέποτε ενοικίασαν τα «ισχυριζόμενα» αντικείμενα στον εναγόμενο 1,
(2)ότι ο σκοπός της σύναψης της συμφωνίας ήταν η χρηματοδότηση των εναγομένων για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο,
(3)ότι τα «ισχυριζόμενα ως επίδικα αντικείμενα» στη συμφωνία επινοήθηκαν από τους ενάγοντες, και ήταν εν γνώσει τους ανύπαρκτα.
(4)Η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη αφού αντίκειται προς τη δημόσια πολιτική του κράτους και της περί Τόκου Νομοθεσίας. Στο δικόγραφο παρατίθεται αριθμός υποθέσεων σε σχέση με τις οποίες σύμφωνα με τους εναγόμενους στα πλαίσια της πιο πάνω παράνομης πρακτικής των εναγόντων καταρτίστηκαν εικονικές συμφωνίες (παράγραφος 2.2.1.5 και παράγραφος 5 (α)
(4)της έκθεσης υπεράσπισης). Οι εναγόμενοι ανταπαιτούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία είναι ανυπόστατη, παράνομη, άκυρη και «ανεφάρμοστη» ως επίσης και η εγγύηση των εναγομένων 2 και
- Ανταπαιτούν επίσης δήλωση ότι το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών είναι άκυρο ή και «ανεφάρμοστο» καθώς και διάταγμα ακύρωσης του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Εκ μέρους των εναγόντων κατέθεσε ως μοναδικός μάρτυρας ο Ανδρέας Σάββα, Μ.Ε.1, ο οποίος υιοθέτησε γραπτή κατάθεση, Τεκμήριο 1, στην οποία, ανάμεσα σε άλλα, ανέφερε ότι από το 1998 εργάζεται στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ στο Παραλίμνι και είναι υπεύθυνος στο Τμήμα Αποδοχής Συμβολαίων. Κατέθεσε το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, ημερομηνίας 8.12.1999, Τεκμήριο 2 και το επίδικο τιμολόγιο, Τεκμήριο 3, κατάσταση λογαριασμού που δείχνει το σημερινό υπόλοιπο ημερομηνίας 2.2.2007, και σχετικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 4, καθώς και επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 15.1.2003 προς τους εναγόμενους, Τεκμήριο
- Περί το Δεκέμβριο του 1999 οι εναγόμενοι επισκέφθηκαν το πιο πάνω κατάστημα και ζήτησαν χρηματοδότηση γύρω στις Λ.Κ.50.000 γιατί είχαν ανάγκη από χρήματα. Ο Μ.Ε.1 τους εξήγησε ότι οι ενάγοντες ήταν Οργανισμός που ασχολείται με ενοικιαγορές, γεγονός που γνώριζαν και ότι δεν υπήρχε πρόβλημα να χρηματοδοτήσουν την περιουσία τους με ενοικιαγορά, με λογικά ποσά και ανάλογες εξασφαλίσεις. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν και ζήτησαν από τους ενάγοντες να προβούν σε ενοικιαγορά επίπλων της εναγόμενης 2 τα οποία ανέλαβε να πωλήσει στους ενάγοντες για σκοπούς ενοικιαγοράς τους από τον εναγόμενο
- Υπέβαλαν στους εναγόμενους διάφορες ερωτήσεις αναφορικά με τα έπιπλα και με την εμπειρία που είχαν ετοίμασαν το τιμολόγιο, Τεκμήριο 3, το οποίο οι εναγόμενοι 1 και 2 διάβασαν και επιβεβαίωσαν ως ορθό. Τους επιβεβαίωσαν δε ότι η εναγόμενη 2 είναι απόλυτη ιδιοκτήτης των αντικειμένων. Αφού οι εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν το τιμολόγιο, το συμβόλαιο και τις βεβαιώσεις, οι ενάγοντες προχώρησαν στον καταρτισμό της ενοικιαγοράς. Επειδή είχαν εξασφαλίσεις με ενεχυρίαση μετοχών και θεωρούσαν ότι οι εναγόμενοι ήταν αξιόχρεοι, δεν προχώρησαν σε έλεγχο των επίπλων γιατί είχαν τις διαβεβαιώσεις και τις υπογραφές των εναγομένων 1, 2 και 3 και δεν θεωρούσαν ότι υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Έκδωσαν επιταγή Λ.Κ.50.000, Τεκμήριο 6, την οποία σύμφωνα με οδηγίες του εναγόμενου 1 πλήρωσαν στην εναγόμενη 2, πωλητή των επίπλων και αρχικό ιδιοκτήτη. Το ποσό Λ.Κ.11.625 που φαίνεται στο Τεκμήριο 2 αποτελεί δικαιώματα τα οποία υπολογίσθηκαν σε 7,75% επί του ποσού των Λ.Κ.50.
- Οι εναγόμενοι συνεχίζουν να οφείλουν το συνολικό ποσό των Λ.Κ.48.929,85 (Λ.Κ.37.008,92 πλέον Λ.Κ.11.635 δικαιώματα πλέον τόκους Λ.Κ.285,93) ως φαίνεται στο Τεκμήριο
- Οι εναγόμενοι αναγνώρισαν την οφειλή τους επανειλημμένα και πλήρωσαν ποσό Λ.Κ.12.991,08 έναντι του χρέους τους. Προς εξασφάλιση της πληρωμής του οφειλόμενου ποσού ο εναγόμενος 1 επιβάρυνε προς όφελος των εναγόντων 16.055 μετοχές της ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ και 13.333 μετοχές της F. W. WOOLWORTH & CO (CYPRUS) LTD με τις γραπτές συμφωνίες ημερομηνίας 8.12.1999, Τεκμήρια 7 και 8, αντίστοιχα. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ο εναγόμενος 1 τους ζήτησε χρηματοδότηση ύψους Λ.Κ.50.000, ποσό που θα χρησιμοποιούσε για εξόφληση των αυτοκινήτων της επιχείρησης του, τα οποία θα πωλούσε. Η περιγραφή των αντικειμένων του τιμολογίου, Τεκμήριο 3, και της αξίας τους έγινε από τους εναγομένους. Γνώριζαν τους εναγομένους 1 και 2 και βασίστηκαν σε αυτά που τους είπαν, δεν είχαν λόγο να μην τους πιστέψουν, οι δε αξίες στο τιμολόγιο φαίνονταν λογικές. Τα αντικείμενα δεν ήταν ανύπαρκτα και δεν επινοήθηκαν από τους ενάγοντες. Κατέγραψαν και δέχθηκαν ότι τους είπαν οι ίδιοι οι εναγόμενοι. Το ίδιο ίσχυε και για άλλα συμβόλαια ενοικιαγοράς στα οποία εμπλεκόταν ο εναγόμενος 1 είτε ως πρωτοφειλέτης είτε ως εγγυητής. Ο Μ.Ε.1 αρνήθηκε ότι ουδέποτε τους λέχθηκε ότι η εναγόμενη 2 είχε τα αντικείμενα που αναφέρονται στο επίδικο τιμολόγιο. Αρνήθηκε, περαιτέρω, ότι το επίδικο συμβόλαιο ήταν εικονικό, ότι στο τιμολόγιο καταγράφηκαν αντικείμενα ανύπαρκτα. Αρνήθηκε υποβολή ότι όλα τα συμβόλαια τα είχαν προωθήσει κατόπιν αίτησης των ενδιαφερομένων για επενδύσεις στο χρηματιστήριο. ΟΙ αιτήσεις που έγιναν δεν αφορούσαν τον πιο πάνω σκοπό. Ο Μ.Υ.1 ήταν ο Δημήτρης Αριστοτέλους, ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Εποπτείας και Ρύθμισης Τραπεζικών Ιδρυμάτων. Κατέθεσε εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνιών Ιανουαρίου 1999 - Ιουλίου 2000 ως Τεκμήριο
- Μετά το δεύτερο εξάμηνο του 1999 αριθμός εγκυκλίων και οδηγιών ρύθμιζαν ή αφορούσαν τη χρηματοδότηση για αγορά μετοχών. Κατά τα έτη 1999 και 2000 υπήρξαν παραβάσεις της Λαϊκής Τράπεζας των ορίων πιστωτικής επέκτασης και των οδηγιών σε σχέση με την παραχώρηση διευκολύνσεων για αγορά μετοχών σε σχέση με τις οποίες επιβλήθηκαν ποινές προστίμου. Ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε, περαιτέρω, στα υπόλοιπα δανεισμού της Λαϊκής Τράπεζας προς τους ενάγοντες για τα έτη 1997 -
- Κατάθεσε το Τεκμήριο 10, εγκύκλιο ημερομηνίας 17.3.1997, που αφορούσε μείωση των επιτοκίων δανεισμού σε 8% από 18.7.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το Τεκμήριο 9 απευθύνεται προς όλες τις Τράπεζες. Ο ίδιος δεν έκανε οποιοδήποτε έλεγχο στους ενάγοντες. Συμφώνησε ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν καθορίζει πιστωτικά όρια για εταιρείες χρηματοδοτήσεων, όπως οι ενάγοντες. Κατ΄ επέκταση ούτε και παραβίαση τέτοιων ορίων μπορεί να υπάρξει από τους ενάγοντες. Ο Μ.Υ.2 ήταν ο εναγόμενος 1, Γεώργιος Σολωμού. Υιοθέτησε γραπτή δήλωση του, Τεκμήριο 11, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Η εναγόμενη 2 είναι η γυναίκα του και ο εναγόμενος 3 ένας φίλος του. Κατά την υπογραφή του συμβολαίου ήταν ασφαλιστής. Το επίδικο συμβόλαιο είναι εικονικό και οι ενάγοντες προώθησαν την κατάρτιση του για να του παραχωρήσουν δάνειο Λ.Κ.50.000 για επενδύσεις στο Χ.Α.Κ.. Το τιμολόγιο το οποίο υπέγραψαν τόσο ο ίδιος όσο και η γυναίκα του είναι ψεύτικο και το ετοίμασαν οι υπάλληλοι των εναγόντων. Το τιμολόγιο που χρησιμοποίησαν οι ενάγοντες ήταν δικό τους έντυπο στο οποίο οι ίδιοι έγραψαν τα αντικείμενα τα οποία ήταν ανύπαρκτα. Ούτε ο ίδιος ούτε η εναγόμενη 2 είχαν τέτοια αντικείμενα ούτε ρωτήθηκαν από το Μ.Ε.1 ή τον κ. Πατσιά αν έχουν τέτοια αντικείμενα για χρηματοδότηση. Απλώς ετοίμασαν το τιμολόγιο και τους υπέδειξαν «πώς θα το υπογράψουν». Περί το Δεκέμβριο 1999 ο εναγόμενος 1 επισκέφθηκε τον κ. Πατσιά τον οποίο γνώριζε προηγουμένως και του ζήτησε δάνειο Λ.Κ.50.000 για επενδύσεις στο Χ.Α.Κ.. Ο τελευταίος αφού τον ρώτησε τι μετοχές είχε για εξασφάλιση του ενέκρινε το δάνειο δίδοντας οδηγίες στο Μ.Ε.1 να ετοιμάσει τα συμβόλαια τα οποία υπέγραψαν στις 8.12.
- Αναφέρει, επίσης, ο Μ.Υ.2 ότι απόδειξη ότι τα τιμολόγια ήταν ψεύτικα ήταν ότι τρία παρόμοια δάνεια σε σχέση με τα οποία κινήθηκαν αγωγές τους αριθμούς των οποίων αναφέρει έγιναν στις 4.1.2000 για να χρηματοδοτηθεί ο ίδιος, κάποιος Γιαννάκης Φειδία και ο εναγόμενος
- Περαιτέρω, με τον ίδιο τρόπο και με «παρόμοια εικονικά συμβόλαια» οι ενάγοντες παραχώρησαν στον ίδιο και δύο άλλα πρόσωπα άλλες 7 χρηματοδοτήσεις με ψεύτικα τιμολόγια που επινόησαν. Από το περιεχόμενο τόσο του επίδικου, όσο και των υπολοίπων συμβολαίων είναι φανερό ότι είναι ψεύτικα αφού «δεν είναι δυνατό να πιστέψει οποιοσδήποτε» ότι είχαν και πωλούσαν ο ένας στον άλλο τέτοιου είδους αντικείμενα ούτε οι ενάγοντες που τον γνώριζαν «ήταν δυνατό να πιστεύουν» ότι ο Μ.Υ.1 ήταν δυνατό να αγοράζει ή να πουλά τέτοια αντικείμενα. Ούτε ο ίδιος ούτε η γυναίκα του αλλά ούτε και οποιοσδήποτε από τους άλλους φίλους του είχαν οποιοδήποτε λόγο να ζητήσουν από τους ενάγοντες να τους χρηματοδοτήσουν μέσω ψεύτικων συμβολαίων ενοικιαγοράς. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ήταν σίγουρος ότι θα ξοφλούσε το χρέος του όταν υπέγραφε τα εικονικά έγγραφα. Αναγνώρισε τις υπογραφές του και της γυναίκας του στα Τεκμήρια 2 και
- Ο λόγος που δεν διαμαρτυρήθηκε όταν υπέγραφε το τιμολόγιο ήταν ότι ο ίδιος είχε ζητήσει τα λεφτά και δεν μπορούσε να τους κατακρίνει επειδή του τα έδωσαν. Σε ερώτηση αν υπέγραψε ενώ γνώριζε ότι το τιμολόγιο ήταν ψεύτικο απάντησε θετικά. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιες μετοχές αγόρασε. Αρνήθηκε ότι οφείλει το αξιούμενο ποσό, το οποίο πήρε παρά το ότι δεν το πλήρωσε. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «αν έκαναν την δουλειά τους σωστά δεν έπρεπε να γίνει αυτό το συμβόλαιο». Δεν θα έπρεπε να του είχαν δώσει το δάνειο των Λ.Κ.150.000, «δεν έπρεπε να μου δώσουν αυτά τα λεφτά». Γνώριζε ότι το επίδικο συμβόλαιο ήταν ενοικιαγοράς αφού ήταν πωλητής (dealer) αυτοκινήτων πριν γίνει ασφαλιστής. Η Μ.Υ.3 ήταν η εναγόμενη
- Υιοθέτησε ενόρκως γραπτή δήλωση της, Τεκμήριο 12, στο οποίο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Το επίδικο συμβόλαιο είναι ψεύτικο και καταρτίστηκε από τους ενάγοντες με σκοπό να παραχωρήσουν στον εναγόμενο 1 το ποσό των Λ.Κ.50.000 ως δάνειο για επενδύσεις στο Χ.Α.Κ.. Το Τεκμήριο 3 το ετοίμασαν αποκλειστικά οι υπάλληλοι των εναγόντων και τα αντικείμενα που έγραψαν σ΄ αυτό ήταν ανύπαρκτα και επινοήθηκαν από αυτούς για τους σκοπούς της κατάρτισης της ψεύτικης συμφωνίας. Ουδέποτε η ίδια ή ο σύζυγος της είχαν τέτοια αντικείμενα, ούτε ανέφεραν ποτέ στους υπαλλήλους των εναγόντων κάτι τέτοιο αλλά ούτε και οι τελευταίοι τους ρώτησαν αν είχαν οποιαδήποτε αντικείμενα. Οι ενάγοντες ετοίμασαν το συμβόλαιο και το τιμολόγιο και τους υπέδειξαν που να υπογράψουν, αφού πριν το υπογράψουν ο Μ.Ε.1 και ο κ. Πατσιάς τους εξήγησαν ότι το τιμολόγιο και τα αντικείμενα ήταν τυπικά γιατί «έτσι πρέπει να γίνει» για να παραχωρήσουν στο σύζυγό της το δάνειο. Υπέγραψε το συμβόλαιο και το τιμολόγιο γιατί «τότε δεν είχε δώσει οποιαδήποτε σημασία» αφού οι ενάγοντες ετοίμασαν τα έγγραφα και η Μ.Υ.3 θεώρησε όλη τη διαδικασία «τυπική», αφού «έτσι τους είπε ο κ. Πατσιάς και έτσι ήθελαν να κάμουν το δάνειο». Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι από το 1992 είναι λογίστρια σε ξενοδοχείο. Σε ερώτηση αν όταν υπέγραφε το Τεκμήριο 3, που όπως της είπαν ήταν τυπικό, γνώριζε ότι τα γραφόμενα σ΄ αυτό ήταν ψέματα, απάντησε θετικά. Το υπόγραψε επειδή είχε εμπιστοσύνη στον άντρα της. Όταν υπέγραφε έδωσε εμπιστοσύνη στους τραπεζικούς υπαλλήλους. Γνώριζε ότι υπόγραφε ενοικιαγορά, της το είπαν εκεί. Αντιλήφθηκε ότι ήταν ψεύτικο το τιμολόγιο αλλά το υπέγραψε όπως της υπέδειξαν. Σε υποβολή ότι ψεύδεται απάντησε, επί λέξει «εγώ δεν υπογράφω ψέματα αλλά η Τράπεζα είχε ήδη ετοιμάσει αυτά τα ψεύτικα τιμολόγια». Υπέγραψε γιατί είχαν ετοιμάσει τα έγγραφα και της υπέδειξαν πού θα υπογράψει. Ο Μ.Υ.4 ήταν ο λογιστής - ελεγκτής Λ. Παπαλλής. Με βάση το συμβόλαιο ο Μ.Υ.4 προέβη σε υπολογισμούς της επιβάρυνσης/των τόκων με δύο εναλλακτικές μεθόδους. Σύμφωνα με την πρώτη αφαιρείται πρώτα το κεφάλαιο και μετά οι τόκοι, καταλήγοντας σε επιβάρυνση 18,47% (Τεκμήριο 13). Σύμφωνα με τη δεύτερη, από κάθε δόση αφαιρείται πρώτα ο τόκος μέχρι την ημερομηνία της δόσης και από το υπόλοιπο αφαιρείται το κεφάλαιο. Στην περίπτωση αυτή το ποσοστό επιβάρυνσης ανέρχεται σε 14,12%, όπως προνοεί το συμβόλαιο (Τεκμήριο 14). Θεώρησε ως δεδομένο ότι οι όροι του συμβολαίου τηρήθηκαν και ότι όλες οι δόσεις πληρώθηκαν στη μέρα τους. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο υπάρχουν καθυστερημένες ή πόσες δόσεις - οι υπολογισμοί του έγιναν στη βάση ότι οι δόσεις θα πληρώνονταν κανονικά. Λογιστικά οι τόκοι και τα δικαιώματα ενοικιαγοράς είναι τα ίδια. Στο ποσό των Λ.Κ.50.000 του συμβολαίου για τρία χρόνια, εφόσον τοκίζεται, η επιβάρυνση είναι 7,75%, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι εκάστοτε δόσεις. Ο Μ.Υ.5 ήταν ο δικηγόρος Λοϊζος Μουγής. Κατέθεσε τα Τεκμήρια 15 και 15 Α, που αφορούσαν συμβόλαιο ενοικιαγοράς ημερομηνίας 4.1.2000, στο οποίο ο εναγόμενος 1 ήταν εγγυητής, και σχετικό τιμολόγιο, αντίστοιχα. Τα εν λόγω έγγραφα αφορούσαν την αγωγή 505/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι είναι υπάλληλος στο γραφείο Α. Θ. Μαθηκολώνη & Σία, δικηγόρων των εναγομένων. Η υπόθεση υπ΄ αριθμό 505/03 βρίσκεται υπό εκδίκαση και δεν γνώριζε αν έχει εκδοθεί απόφαση. Ο Μ.Υ.6 ήταν ο Παναγιώτης Ιωάννου. Κατά τα έτη 1999 και 2000 εργάστηκε στην εταιρεία A. Tsokkos Hotels Ltd. Ο ίδιος και κάποια άλλα πρόσωπα την εποχή εκείνη κατάρτισαν συμφωνίες ενοικιαγοράς με την ενάγουσα στο Παραλίμνι. Ήταν η εποχή που η εταιρεία θα έμπαινε στο Χ.Α.Κ.. Πολλά άτομα συνάδελφοι του, τα οποία κατονόμασε, είχαν καταρτίσει ενοικιαγορές εκείνη την εποχή. Το κτίριο της Λαϊκής Τράπεζας και της ενάγουσας, στο Παραλίμνι ήταν κοινό. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το ταμείο της Τράπεζας ήταν στο ισόγειο ενώ τα γραφεία της ενάγουσας στον πρώτο όροφο. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες και έχοντας εξετάσει τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Ο Μ.Ε.1 μου έκανε καλή εντύπωση και τον δέχομαι ως αξιόπιστο μάρτυρα. Εξιστόρησε τα γεγονότα με τρόπο πειστικό και σαφή και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Η μαρτυρία του ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ότι τα αντικείμενα του Τεκμηρίου 3 και οι αξίες τους καταγράφηκαν με βάση τις δηλώσεις των εναγομένων. Η εξήγηση που δόθηκε από το μάρτυρα ως προς τους λόγους για τους οποίους οι ενάγοντες δεν έλεγξαν τα έπιπλα ήταν πειστική, ειδικότερα έχοντας υπόψη και το γεγονός ότι υπήρχε η εξασφάλιση των μετοχών. Σημειώνω ότι η θέση του Μ.Ε.1 ότι η χρηματοδότηση θα χρησιμοποιείτο από τον εναγόμενο 1 για αγορά αυτοκινήτων δεν αμφισβητήθηκε. Ο Μ.Υ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, ήταν τυπικός και ανεξάρτητος μάρτυρας, η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι. Κρίνω όμως σκόπιμο να σημειώσω ότι ο Μ.Υ.1 όχι μόνο δεν συσχέτισε την παρούσα ενοικιαγορά με τις εγκυκλίους που παρουσίασε και τον έλεγχο της Κεντρικής Τράπεζας αλλά παρέλειψε να συνδέσει τους ενάγοντες με τα πιο πάνω, ειδικότερα έχοντας υπόψη τη θέση του ότι για τις εταιρείες χρηματοδοτήσεων τα πιστωτικά όρια δεν καθορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα. Ο Μ.Υ.2 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Κατ΄ αρχήν προκαλεί ερωτηματικά το γεγονός ότι ο εναγόμενος, ο οποίος παραδέχθηκε ότι διετέλεσε πωλητής αυτοκινήτων και ότι ήταν γνώστης των συμβολαίων ενοικιαγοράς, ισχυρίστηκε ότι το συμβόλαιο ήταν επινόημα των εναγόντων, οι οποίοι «του υπέδειξαν πώς θα το υπογράψει». Έχω την άποψη ότι η πιο πάνω θέση του Μ.Υ.2 εντάσσεται στα πλαίσια της όλης του προσπάθειας να αποστασιοποιηθεί από την επίδικη συναλλαγή, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως αδαή και αμέτοχο, η οποία όμως δεν ήταν πειστική. Βασικός σκοπός του ήταν, όπως αναδύετο από το σύνολο της μαρτυρίας του, να επικαλεστεί διάφορους λόγους για να αποφύγει τις ευθύνες του. Ενδεικτική της πιο πάνω στάσης του ήταν η θέση του ότι αν η Τράπεζα έκανε τη δουλειά της σωστά δεν θα του έδιναν τα λεφτά: τα οποία πήρε βεβαίως όταν τα χρειαζόταν χωρίς να διαμαρτυρηθεί ή να ψέξει. Είναι δε άξιον απορίας πως αναμένει ο Μ.Υ.2 από το Δικαστήριο να πιστέψει ότι οι τότε δηλώσεις του στα Τεκμήρια 2 και 3 δεν ήταν αληθινές κατά τη σύναψη της συμφωνίας ενώ είναι, σήμερα, που καλείται και πιέζεται να αποπληρώσει τις οφειλές του που απορρέουν από τις πιο πάνω δηλώσεις του. Το ίδιο ισχύει και για τη Μ.Υ.3, η οποία επίσης δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η προσπάθεια της να αποποιηθεί τις ευθύνες της που πηγάζουν από τη συμφωνία την οποία παραδέχθηκε ότι υπέγραψε δεν ήταν πειστική. Η θέση της ότι υπέγραψε τα έγγραφα γνωρίζοντας ότι τα γραφόμενα σ΄ αυτά ήταν ψεύτικα επειδή είχε εμπιστοσύνη στην Τράπεζα και στον άντρα της παρουσιάζει σοβαρή αντίφαση με τη θέση της ότι δεν υπογράφει ψέματα. Η δε θέση της ότι υπέγραψε λόγω του ότι η Τράπεζα είχε ετοιμάσει τα έγγραφα υποδεικνύοντας της που να υπογράψει όχι μόνο στερείται πειστικότητας αλλά δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Δεν αποδέχομαι ούτε τη μαρτυρία της Μ.Υ.
- Ο Μ.Υ.4 ο οποίος ανέφερε στην κυρίως εξέταση το ότι υπολόγισε το ποσοστό επιβάρυνσης στο συγκεκριμένο συμβόλαιο με δύο τρόπους κατέληξε στα ποσοστά 18,47% και 14,12% κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το ποσοστό επιβάρυνσης που φαίνεται στο συμβόλαιο, για την περίοδο του συμβολαίου δηλαδή για 3 χρόνια είναι 7,75%. Κρίνω ότι οι δύο πιο πάνω θέσεις του μάρτυρα δεν συμβιβάζονται και κατ΄ επέκταση πως η μαρτυρία του μάρτυρα ήταν ασυνεπής και δεν μπορώ να την αποδεκτώ. Ο Μ.Υ.5 ήταν μάρτυρας τυπικός. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Δράττομαι της ευκαιρίας στο σημείο αυτό να εκφράσω τις αμφιβολίες μου για το κατά πόσο η κατάθεση του κ. Μουγή ως μάρτυρα έχοντας υπόψη το γεγονός ότι είναι ένας εκ των δικηγόρων του δικηγορικού γραφείου Μαθηκολώνη, και ο οποίος εμφανίστηκε εκ μέρους του γραφείου για την παρούσα υπόθεση, ήταν ενδεικνυόμενη έχοντας υπόψη τη νομολογία περί του ασυμβίβαστου ταυτόχρονης ανάληψης της ιδιότητας δικηγόρου και μάρτυρας στην ίδια υπόθεση. (Βλ. συναφώς In Re Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 356 και In Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329). Ο Μ.Υ.6 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Βεβαίως η βαρύτητα που μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του είναι μηδαμινή. Η μαρτυρία του ουδόλως προσθέτει στη μαρτυρία της υπεράσπισης. Στην τελική του αγόρευση ο κ. Μαθηκολώνης εισηγήθηκε ότι η επίδικη συμφωνία ήταν εικονική αναφερόμενος στα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, στοιχεία που αποδεικνύουν την πιο πάνω εισήγηση του:
(1)στο ότι τα αντικείμενα στο τιμολόγιο έχουν αόριστη και ασαφή περιγραφή, κατά τέτοιο τρόπο που να μην μπορεί να προσδιοριστεί «η σύνθεση ή και η αξία τους»,
(2)στο ότι τα αντικείμενα ήταν ανύπαρκτα και επινοήθηκαν από τους ενάγοντες για σκοπούς παραχώρησης δανείων,
(3)στην αδιαφορία που επέδειξαν οι ενάγοντες στο να διαπιστώσουν οποιοδήποτε στοιχείο σχετικό με την κατάσταση των αντικειμένων ή την αξία τους,
(4)στο ότι οι ενάγοντες κατάρτισαν και άλλα συμβόλαια ενοικιαγοράς με εικονικά τιμολόγια στα οποία αναφέρεται ο εναγόμενος 1 στη μαρτυρία του. Ήταν, περαιτέρω, η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι η επίδικη συναλλαγή είναι παράνομη για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων οι ακόλουθοι: (α) επρόκειτο για εικονική συμφωνία με σκοπό να χρεωθούν οι εναγόμενοι με κεφαλαιοποιημένους τόκους υπό μορφή δικαιωμάτων ενοικιαγοράς, υπερβαίνοντας το τότε ισχύον ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, κατά παράβαση της περί Τόκου Νομοθεσίας, (β) η συναλλαγή προωθήθηκε και καταρτίστηκε με παράνομο σκοπό, δηλαδή την παραβίαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, (γ) μέσω της επίδικης εικονικής συναλλαγής οι ενάγοντες επέβαλαν στους εναγόμενους «επαχθείς και ανήθικους όρους συναλλαγής και αντίθετους με τη δημόσια πολιτική», (δ) η κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας και η κυκλοφορία του επίδικου εγγράφου συνιστά και διάπραξη ποινικών αδικημάτων κατά παράβαση του Κεφ. 154. Σύμφωνα με το συνήγορο το θέμα της παρανομίας εγείρεται υπό την προϋπόθεση ότι η επίδικη συμφωνία είναι εικονική και ότι προωθήθηκε για να συγκαλύψει την παραχώρηση δανείου. Στη δική του αγόρευση ο κ. Ζαχαρίου εισηγήθηκε ότι εκείνο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι το δοσμένο νομικό περιεχόμενο του εγγράφου και αν αυτό συμβιβάζεται με τη φύση που προσδίδουν οι διάδικοι στη συμφωνία. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι ουδεμία παρανομία δεν υφίσταται ή παράβαση της δημόσιας πολιτικής. Τυχόν παραβίαση της περί Τόκου Νομοθεσίας, σύμφωνα με το συνήγορο, δεν οδηγεί σε ακυρότητα αλλά σε μη χρέωση των καθ΄ υπέρβαση τόκων. Ήταν δε η θέση του ότι ακόμη και στην περίπτωση άκυρης συναλλαγής οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση πάνω στη διαζευκτική βάση της αγωγής. Οι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά σε σχετική νομολογία, σε συσχετισμό με την προσαχθείσα μαρτυρία. Στην πρόσφατη υπόθεση Ανδρούλλα Κωνσταντίνου και άλλου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 12211, ημερομηνίας 8.9.2006 επαναβεβαιώθηκε ότι η Τράπεζα έχει το βάρος απόδειξης της έγκυρης κατάρτισης της συμφωνίας ενοικιαγοράς σύμφωνα με το Νόμο. Εκεί είχε προσκομιστεί η γραπτή σύμβαση και με τη μαρτυρία των υπαλλήλων της Τράπεζας εξηγήθηκαν ακόμη και οι περιστάσεις της υπογραφής της. Η σύμβαση αναφερόταν σε έπιπλα υπαρκτά τα οποία και περιγράφονταν σε πίνακα, τα οποία η μισθωτής αναγνώρισε πώς παρέλαβε και πως βρίσκονταν σε καλή κατάσταση. Όσον αφορά το θέμα κατά πόσον τα αντικείμενα ήταν υπαρκτά υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στις υποθέσεις T.J.S. Enterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 108 και Barclays Bank Plc v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726 με αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελ. 1733 από την τελευταία: «Κατά τα λοιπά, δεν μπορεί να ευσταθήσει η εισήγηση ότι ήταν υποχρέωση της Τράπεζας να καλέσουν ως μάρτυρες τους προμηθευτές των αντικειμένων των ενοικιαγορών και άλλους για να αντικρούσουν τον ισχυρισμό των εναγομένων περί εικονικότητας τους. Ο ισχυρισμός αυτός, εγειρόμενος από τους εναγόμενους, έθετε σε αυτούς και το ανάλογο βάρος να τον αποδείξουν.» Για τη στοιχειοθέτηση εικονικότητας πρέπει να διαφανεί ότι και οι δύο πλευρές στόχευαν στη σύναψη συμφωνίας που στην πραγματικότητα δεν θα λειτουργούσε με βάση τους όρους που προέβλεπε. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Snook v London and West Riding Investment Ltd [1967] 2 Q.B 786 ,802 από τον Lord Diplock : « ....that for acts or documents to be a sham with whatever legal consequences follow from this , all the parties thereto must have a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating. No unexpressed intentions of a "shammer" affect the rights of a party whom he deceived . There is an express finding in this case that the defendants were not parties to the alleged "sham" . So this contention fails .» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας αγωγής καταλήγω ότι ο εναγόμενος 1 συνήψε στις 8.12.1999 το συμβόλαιο ενοικιαγοράς Τεκμήριο 2, το οποίο υπέγραψε ως μισθωτής και οι εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές. Τα αντικείμενα φαίνονται στον πίνακα αντικειμένων, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της εναγόμενης 2 στο Τεκμήριο 2 τα αντικείμενα ήταν στην αποκλειστική της ιδιοκτησία και είχε το δικαίωμα να τα πωλήσει και τα πρόσφερε για πώληση στην τρέχουσα τιμή πώλησης ως περιγράφονται στο Τεκμήριο
- Περαιτέρω, στη συμφωνία και δηλώσεις του μισθωτή ο εναγόμενος 1 δηλώνει υπεύθυνα ότι παρέλαβε τα αγαθά σε καλή κατάσταση τα οποία βρήκε από όλες τις απόψεις κατάλληλα και απόλυτα ικανοποιητικά. Βεβαιώνει, επίσης, ότι γνώριζε την τιμή των αγαθών σε μετρητά πριν υπογράψει. Επίσης στην παράγραφο 4 καλεί τους ενάγοντες «οι οποίοι δεν είδαν τα αγαθά να βασισθούν στις διαβεβαιώσεις του. Στο τιμολόγιο, Τεκμήριο 3, περιγράφονται τα αντικείμενα του συμβολαίου Τεκμήριο 2, και οι αντίστοιχες αξίες τους, με βάση τις δηλώσεις των εναγομένων 1 και 2 οι οποίοι το υπογράφουν ως παραλήπτης και πωλητής, αντίστοιχα. Οι ενάγοντες δέχθηκαν τις τιμές που δήλωσαν οι εναγόμενοι 1 και 2 γνωρίζοντας ότι οι εναγόμενοι ήταν αξιόχρεοι και έχοντας ως εξασφάλιση την ενεχυρίαση των μετοχών, Τεκμήρια 7 και
- Εκδόθηκε η επιταγή Τεκμήριο 6, η οποία πληρώθηκε στην εναγόμενη
- Επειδή ο εναγόμενος 1 δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του οι ενάγοντες τερμάτισαν το συμβόλαιο με επιστολή Τεκμήριο 5, ημερομηνίας 15.1.2003, καλώντας τους να καταβάλουν ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο. Σύμφωνα με κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 4, ημερομηνίας 2.2.2007 το υπόλοιπο του λογαριασμού ανέρχεται σε Λ.Κ.48.929,
- Το ποσό Λ.Κ.11.625 που φαίνεται στο συμβόλαιο Τεκμήριο 2 αποτελεί δικαιώματα που υπολογίσθηκαν σε 7,75% επί του ποσού των Λ.Κ.50.000 του συμβολαίου. Έχω την άποψη ότι οι δηλώσεις των εναγομένων 1 και 2 στα επίδικα έγγραφα τους εμποδίζουν να ισχυρίζονται ότι τα αντικείμενα είναι ανύπαρκτα ή ότι η εναγόμενη 2 δεν ήταν η απόλυτη ιδιοκτήτης, προσκομίζοντας εν πάση περιπτώσει αναξιόπιστη μαρτυρία. Από τη δήλωση της εναγόμενης 2 που περιέχεται στο συμβόλαιο ότι τα αντικείμενα ήταν στην αποκλειστική της ιδιοκτησία με δικαίωμα να τα πωλήσει στην τρέχουσα τιμή και τη δήλωση του εναγόμενου 1 ότι είχε εξετάσει και παραλάβει τα αντικείμενα την τιμή των οποίων γνώριζε καθώς και από τις δηλώσεις στο τιμολόγιο φαίνεται ότι είχαν παραστήσει ότι η εναγόμενη 2 ήταν η πωλητής και απόλυτη ιδιοκτήτρια των υπαρκτών επίπλων αξίας Λ.Κ.50.
- Όπως και στην υπόθεση Ιωάννου Γιαννάκης v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1522 η συμπεριφορά τους οδήγησε την Τράπεζα να αποδεχθεί την εισήγηση για τη χρηματοδότηση με ενοικιαγορά της συναλλαγής σε βαθμό που θα ήταν άδικο να τους επιτραπεί να ενεργήσουν με τρόπο ασυμβίβαστο με την πιο πάνω συμπεριφορά τους. (Βλ. επίσης T. J. S. Enterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (ανωτέρω). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αξιόπιστου Μ.Ε.1 στηρίχτηκαν στις δηλώσεις των πελατών τους. Εφαρμόζοντας τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες προέβηκαν στον καταρτισμό μιας καθόλα νόμιμης και γνήσιας συμφωνίας ενοικιαγοράς των αντικειμένων που περιγράφονται σε αυτή και με τους όρους που περιέχονται σε αυτή. Θεωρώ δε ότι η συμφωνία τερματίστηκε νόμιμα και σύμφωνα με τους όρους της. Ήταν η εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη κατά την τελική του αγόρευση ότι δεν υπήρχε λόγος να πωλεί τα έπιπλα η εναγόμενη 2 στον εναγόμενο 1. Αδυνατώ να δω με ποιο τρόπο από το πιο πάνω γεγονός μπορεί να εξαχθεί, ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου, συμπέρασμα εικονικότητας. Η πιο πάνω θέση του συνηγόρου δεν έχει τεκμηριωθεί με ίχνος αξιόπιστης μαρτυρίας. Το επιχείρημα «δεν υπήρχε λόγος», από μόνο του δεν είναι βάσιμο. Αντίθετα, η αξιόπιστη αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεικνύει πως ήταν οι οδηγίες των ίδιων των εναγομένων η εναγόμενη 2 να πωλήσει τα έπιπλα στον εναγόμενο 1. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1432 ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι εξ΄ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Έρχομαι τώρα στη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η συμφωνία καταρτίστηκε με σκοπό την παραβίαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, Τεκμήριο 9. Κατ΄ αρχήν δέον να σημειωθεί ότι ενώπιον μου δεν έχει τεθεί αξιόπιστη μαρτυρία ότι τα χρήματα της επίδικης σύμβασης παραχωρήθηκαν για αγορά μετοχών. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν προκύπτει ότι είτε η συγκεκριμένη επίδικη συναλλαγή είτε οι οποιεσδήποτε συναλλαγές των εναγόντων κατά τον επίδικο χρόνο παραβίαζαν οποιαδήποτε εκ των εγκυκλίων. Είναι δε αμφίβολο, αφού κάτι τέτοιο δεν προέκυψε, ότι ο έλεγχος της Κεντρικής Τράπεζας επεκτάθηκε στους ενάγοντες. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για παράνομο τόκο λόγω υπέρβασης του ανωτάτου ορίου επιτοκίου που ήταν τότε 9% με βάση τις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου αρ. 2/79 που καταργήθηκε με το Νόμο αρ. 60
(1)/99 από την 1.1.2001, αναφέρω ότι επρόκειτο περί συμφωνίας ενοικιαγοράς στην οποία επιβάλλονται «δικαιώματα» και όχι συμφωνία δανείου όπου επιβάλλεται «τόκος» μέσα στην έννοια της καταρτηθείσας προαναφερθείσας νομοθεσίας. Στην υπόθεση Αντωνιάδου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 530 τονίστηκε ότι ο τόκος συναρτάται με τη χρήση χρηματικού κεφαλαίου ενώ η ενοικιαγορά με τη διάθεση της χρήσης μη χρηματικού αντικειμένου. Βεβαίως και αν καταστρατηγείτο η τότε ισχύουσα νομοθεσία ως προς το ανώτατο επιτόκιο, αυτό το γεγονός δεν θα καθιστούσε τη σύμβαση παράνομη, παρά μόνο δεν θα επέτρεπε τη χρέωση και είσπραξη του καθ΄ υπέρβαση τόκου. (Βλ. Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 768). Για όλους τους πιο πάνω λόγους και δεδομένου ότι τα υπόλοιπα, η παράβαση της σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων και το δικαιολογημένο του τερματισμού δεν έχουν στην ουσία τους αμφισβητηθεί, η Απαίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Γι΄ αυτούς τους λόγους, στην Απαίτηση η ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση ως η Απαίτηση ενώ η Ανταπαίτηση αποτυγχάνει και θα πρέπει να απορριφθεί. Εκδίδεται απόφαση εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και / ή προσωπικά: (α) Απόφαση για Λ.Κ.48.929,85 ως υπόλοιπο ενοικίου και ή αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και / ή οφειλομένου υπολοίπου πιστωτικών διευκολύνσεων και / ή υποχρεώσεως και / ή συμφωνίας για κάλυψη και ή αποζημίωση, πλέον νόμιμο τόκο. (β) Εκδίδονται Διατάγματα ως οι παράγραφοι 9 Α, Β της Έκθεσης Απαίτησης. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων τα έξοδα της Απαίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο