Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ν. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ εμπορευόμενη με την επωνυμία «ΑΝΤΕΝΝΑ», Αρ. Αγωγής: 8777/07, ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8777/07 Μεταξύ : - Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου Εναγόντων και ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ, εμπορευόμενη με την επωνυμία «ΑΝΤΕΝΝΑ» Εναγόμενη ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: Αίτηση ημερομηνίας 28/1/08 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κα Ραφτοπούλλου Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κος Χ. Χριστοφίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή των εναγόντων εναντίον των εναγομένων είναι για την είσπραξη του ποσού των Λ.Κ.9.500.- πλέον τόκους και έξοδα. Το ποσό αυτό προέρχεται από την επιβολή διοικητικού προστίμου από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης προς τον εναγόμενο τηλεοπτικό σταθμό. Η αξίωση εδράζεται στον Κανονισμό 48
(1)των Περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000) και στον Περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμο Ν.7
(1)/98 ως έχει τροποποιηθεί. Στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση εναντίον των εναγόμενων, ηγέρθηκαν σειρά νομικών ενστάσεων και ζητημάτων από τους καθ' ων η αίτηση που αφορούν, μεταξύ άλλων την συνταγματικότητα του πάνω Κανονισμού και κατά πόσο βρίσκεται σε αρμονία με τον εξουσιοδοτούντα νόμο. Να παρεμβάλω ότι η αίτηση στηρίζεται στη Δ.18 Θ. 1-2 και 9 (α) και Δ.48 Θ.1-4, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και τούτο παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι είχαν καταχωρήσει προηγουμένως υπεράσπιση. Βέβαια, ειδικά επ' αυτού, να αναφέρω ότι η νομολογία αναγνωρίζει την υποβολή αιτήματος για συνοπτική απόφαση ανεξάρτητα αν καταχωρήθηκε υπεράσπιση. ( Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1238 και Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ 408). Ουσιαστικά θα έλεγα πώς τα νομικά ζητήματα που εγείρονται, είναι κατά πόσο η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης νομιμοποιείται να εγείρει την αγωγή και αν, το διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε, αντικείμενο της αγωγής, καταλήγει στο ταμείο της Αρχής ή στο πάγιο ταμείο της Δημοκρατίας. ΄Ερεισμα στην εισήγηση του κ. Χριστοφίδη αποτελεί το άρθρο 41Β του Νόμου που προνοεί ότι, για τα διοικητικά πρόστιμα, η Αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και « εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία», σε αντίθεση προς το Κανονισμό 48
(1)της Κ.Δ.Π. που προβλέπει ότι η Αρχή δύναται να λάβει δικαστικά μέτρα για την πληρωμή των διοικητικών προστίμων και « δύναται να εισπράξει αυτά με όλα τα δικαστικά έξοδα ως χρέος που οφείλεται στην Αρχή». Σύμφωνα με την εισήγηση υπάρχει διάσταση μεταξύ του εξουσιοδοτούντα Νόμου και του σχετικού Κανονισμού. Αναπτύσσεται, στην αγόρευση, σε βάθος επιχειρηματολογία ότι το άρθρο 48 των Κανονισμών είναι καθ' υπέρβαση του εξουσιοδοτούντος Νόμου. Παράλληλα, εισηγείται ότι ο πιο πάνω Κανονισμός είναι σε αντίθεση με τα άρθρα 165 - 167 του Συντάγματος και ενάγων θα έπρεπε να είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, γιατί το διοικητικό πρόστιμο συνιστά χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία. Αντίθετα η κα Ραφτοπούλλου, με αναφορά σε νομολογία εισηγείται ότι πλείστοι των ισχυρισμών των καθ' ων η αίτηση αφορούν νομικά θέματα για τα οποία δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει το Επαρχιακό Δικαστήριο. Προσθέτω ακόμα, ότι προβάλλεται από τους καθ' ων η αίτηση και θέμα επάρκειας της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση. Ότι δηλαδή ο ομνύον δεν έχει έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που ορκίζεται, εξειδικεύεται το ζήτημα στην αγόρευση του κ. Χριστοφίδη, ότι δεν προσκομίστηκε στο δικαστήριο το πρωτότυπο της επίδικης απόφασης και κατά συνέπεια ο ομνύον δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων. Να σημειώσω ότι ο ομνύον είναι λογιστής στην ενάγουσα και ως αναφέρει, έχει άμεση γνώση και εμπλοκή, γιατί ως υπεύθυνος παρακολούθησης του λογαριασμού των εναγομένων έχει στην κατοχή και την φύλαξη του όλα τα έγγραφα και τα σχετικά στοιχεία Αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία της συνοπτικής απόφασης παραπέμπω στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ 782. Σημειώνω πως η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Έχω μελετήσει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Η πηγή των πληροφοριών του ομνύοντα προέρχεται από τα σχετικά έγγραφα των λογαριασμών των εναγομένων που έχει στην κατοχή του. Στην βάση αυτή έχει γνώση των λογαριασμών και είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση. ( Θεοδώρου κ.ά ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφεση 12059 ημερ. 9.8.06). Αυτά συνιστούν στοιχεία μαρτυρίας που εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκαν, αφού δεν αντεξετάστηκε. Σύμφωνα με την Δ.18 Θ.1 ο ενόρκως δηλών μεταξύ άλλων, θα πρέπει να βεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό. Στην προκειμένη περίπτωση ο ομνύον στην παράγραφο 2 της ένορκης του δήλωσης επαναλαμβάνει και υιοθετεί ουσιαστικά το αξιούμενο με την αγωγή ποσό, ως η προσταγή της σχετικής Διαταγής, ότι δηλαδή το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης είναι ορθό. Εκείνο που ουσιαστικά απαιτείται από την Δ.18 είναι η θετική επαλήθευση των γεγονότων της αξίωσης, σε συνάρτηση με δήλωση ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν απολύτως καμιά υπεράσπιση στην αγωγή, γεγονός που αναφέρεται στη παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης. Και τούτο ως θέμα δικαιοδοσίας. ( Stavrinides v. Ceskosloveneska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 ). Θα πρέπει ακόμα να σημειώσω ότι στην υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1 Α.Α.Δ. 223 υπεδείχθη ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «να ορκιστεί θετικά» ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Λέχθηκε ότι : « Σε υπόθεση που ορκίστηκε υπάλληλος εταιρείας εκ μέρους της, αποφασίστηκε ότι είναι αναγκαίο σε περιπτώσεις εταιρειών να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα. Ο υπάλληλος που ορκίστηκε στην προκειμένη υπόθεση είχε στην κατοχή του όλα τα επίδικα έγγραφα των οποίων την ορθότητα έλεγξε ο ίδιος, που είχε και την ευθύνη παρακολούθησης του σχετικού λογαριασμού.( Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)K.B. 1253 ). « Θεωρώ πως τα πιο πάνω ισχύουν και εφαρμόζονται όχι μόνο σε εταιρείες αλλά και σε Οργανισμούς και άλλα Δημοσίου Δικαίου πρόσωπα. Είναι συνεπώς η κατάληξη μου, εν όψει των πιο πάνω, ότι η ένορκη δήλωση συμμορφώνεται πλήρως και ικανοποιεί όλες τις προϋποθέσεις της Δ.18. Ως εκ τούτου το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την αίτηση. Θα προχωρήσω συνεπώς να εξετάσω κατά πόσο οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν υπεράσπιση στην αξίωση των εναγόντων. Η νομολογία εναποθέτει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης στους ώμους των εναγομένων. (Παυλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1051). Όπως εξηγείται στην υποθεση Λαζάρου κ.ά ν. Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Δ..Δ. 817, όπου η υπεράσπιση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις μας φέρνουν και στην ουσία των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Η υπεράσπιση των εναγομένων ως λέχθηκε, είναι ότι ο Νόμος δεν παρέχει εξουσία έκδοσης κανονισμού που να δίνει εξουσία στην Αρχή να εισπράττει διοικητικά πρόστιμα ως χρέος που οφείλεται στην ίδια, αλλά ως χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την εισήγηση, η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή. Προβάλλεται παράλληλα ότι ο Κανονισμός 48
(1)της πιο πάνω Κ.Δ.Π προσκρούει στα άρθρα 165-167 του Συντάγματος, του άρθρου 6
(1)της Ε.Σ.Δ.Α και του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχω την άποψη πως η απάντηση στη συγκεκριμένη αυτή υπεράσπιση των εναγομένων, όπως προβάλλεται στην ένσταση και αναλύεται σε βάθος στην αγόρευση του κ. Χριστοφίδη, δόθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Ανδρονίκου κ.α ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. 309/05 ημερ. 20.7.07. Υπεδείχθη ότι στο στάδιο της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης δεν πρέπει να εξετάζονται τα νομικά θέματα που εγείρονται. Πρόκειται για θέματα που το κατάλληλο τους στάδιο είναι η κανονική δίκη όπου οι διάδικοι θα έχουν την ευκαιρία να προβάλουν με λεπτομέρεια τις θέσεις τους. Να υπομνήσω εδώ, πως δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η διαδικασία και ο μηχανισμός της συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική διαδικασία στην οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. (βλ. Symon & Co v. Palme´s Stores
(1903)Ltd
(1912)1 K.B.259, 266-267 ). Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας την Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ 418, με αναφορά στη CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, 902 - 905: « Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης..... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Και τούτο, σημειώνω πως όπως έχει υποδειχθεί ( Λούκος ανωτέρω) αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα εν' όψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γι' αυτό και η συνοπτική διαδικασία κάτω από τη Δ.18 πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. (Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ 1968). Έχω διεξέλθει και μελετήσει, και έχω αναλογιστεί όσα προβάλλονται στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση καθώς και όσα εκτεταμένα εισηγείται η κα Ραφτοπούλλου. Στις υποθέσεις που παρέπεμψε η κα Ραφτοπούλλου, υπεδείχθη ότι χρηματικές απαιτήσεις τέτοιας φύσης, που αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη, το επαρχιακό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τη νομιμότητα τους αφού αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. ( Sigma Radio T.V. Ltd κ.α ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134 και Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Πολ.Έφεση 1/06 ημερ. 12.7.07). Όμως εδώ, τα εγειρόμενα ζητήματα όπως έχουν εκτεθεί, δεν σχετίζονται αφ' εαυτών με την νομιμότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του διοικητικού προστίμου, οπότε και δεν θα είχει δικαιοδοσία να τα εξετάσει το δικαστήριο. Πρόκειται για διαφορετικά θέματα από όσα ηγέρθηκαν στις πιο πάνω αποφάσεις, τα οποία και κρίνω ότι είναι εντός της σφαίρας της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου για να κριθούν. Είναι συνεπώς η κρίση του δικαστηρίου ότι οι ισχυρισμοί και τα τα διάφορα επιχειρήματα που προβάλλονται, δεν είναι απλώς για να καθυστερήσουν την διαδικασία, αλλά ενέχουν το στοιχείο της γνησιότητας. Πρόκειται για μια σειρά σοβαρών και ουσιαστικών νομικών επιχειρημάτων, επί των οποίων βεβαίως δεν αποφαίνομαι, που δεν είναι όμως στη παρούσα διαδικασία που θα κριθούν και θα αποφασιστούν. Θα επαναλάβω αυτά που υπεδείχθηκαν στην υπόθεση DEME- DAIRY LTD κ.ά Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφεση 322/06 ημερ.18.12.07, ότι δηλαδή θα πρέπει να παρέχεται άδεια για υπεράσπιση εκτός αν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα προς εκδίκαση και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση. Και εδώ εκείνο που εγείρεται, και κρίνω πως είναι ουσιαστικό, είναι η νομιμοποίηση των εναγόντων να εγείρουν την παρούσα αγωγή. Και δεν νομίζω ότι το παρόν στάδιο είναι το κατάλληλο για να αποφασιστούν τέτοια ζητήματα. Κρίνω και αυτή είναι η κατάληξη μου, ότι οι εναγόμενοι προβάλουν τέτοιας μορφής υπεράσπιση, που κατά την κρίση του δικαστηρίου δικαιολογείται να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί θεωρώ πως είναι αρκετοί και ικανοποιητικοί, στο στάδιο αυτό, που τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Ως αποτέλεσμα η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των καθ' ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Η. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο