← Κύπρος

Σάββα Αναξαγόρα ν. Γιάννης Κάττος και Υιοί Πλυντήριο Αυτοκινήτων Λτδ, Αρ. Αγωγής: 5337/06, 10.1.08

Σάββα Αναξαγόρα ν. Γιάννης Κάττος και Υιοί Πλυντήριο Αυτοκινήτων Λτδ, Αρ. Αγωγής: 5337/06, 10.1.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5337/06 Μεταξύ: Σάββα Αναξαγόρα Αιτητή -και- Γιάννης Κάττος και Υιοί Πλυντήριο Αυτοκινήτων Λτδ Καθ΄ ης η Αίτηση --------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.1.08 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κος Νικολαΐδης Για Καθ΄ ης η Αίτηση: κος Ιεροθέου --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 21.11.06 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του ενάγοντα-αιτητή και εναντίον της εναγόμενης-καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας για το ποσό των ΛΚ5.277,50 πλέον τόκο και έξοδα. Ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας της εναγόμενης-καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας που εκδόθηκε επιστράφηκε χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι την 8.6.07 καταχωρήθηκε η κρινόμενη αίτηση για την εξέταση της εταιρείας για την δια δόσεων, αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της. Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 ως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 134

(1)/99 και στη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με την αίτηση ουσιαστικά επιζητούνται δύο διατάγματα. Ακύρωσης οποιασδήποτε καταδολιευτικής μεταβίβασης, δωρεάς, παράδοσης επιβάρυνσης, διακίνησης ή άλλης αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων από την καθ΄ ης η αίτηση και πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με την καταβολή του ποσού των ΛΚ350 το μήνα. Πριν αναφερθώ στη μαρτυρία κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η διαδικασία εναντίον εταιρείας κάτω από τις πρόνοιες του Κεφ. 6 ως έχει τροποποιηθεί, πιο κάτω αναφερόμενος ως ο Νόμος, διαφέρει ως προς τις εφαρμοζόμενες αρχές επί τη βάση των οποίων κρίνεται και εξετάζεται τέτοια αίτηση. Στην υπόθεση J & M Paperchase Ltd ν. Δωροιδέα ΛΤΔ,
(2006)1 ΑΑΔ 1234, υπεδείχθη ότι οι αρχές καθώς και οι αυθεντίες που αφορούν φυσικά πρόσωπα δεν είναι άμεσα σχετικές με την εκδίκαση αίτησης εναντίον εταιρείας. Εκείνο που ερευνάται και εξετάζεται είναι τα εισοδήματα της εταιρείας και ποια είναι η δυνατότητά της να πληρώνει ένα λογικό ποσό προς εξόφληση του χρέους (βλπ ακόμα Ιωάννου κ.ά ν. Polly Frocks Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 398). Η εναγόμενη, δια του διευθυντή της Πέτρου Κάττου, καταχώρισε ένσταση με ένορκη δήλωση. Η ουσία της ένστασης επικεντρώνεται σε ένα θέμα. Ότι την 28.6.06 η επιχείρηση πλυντηρίου αυτοκινήτων που διατηρούσε η εταιρεία καθώς και όλα τα περιουσιακά της στοιχεία πωλήθηκαν σε τρίτους και έκτοτε δεν ασκεί καμιά δραστηριότητα. Επισυνάφθηκε και το σχετικό πωλητήριο έγγραφο. Αντεξετάστηκε ο διευθυντής και μέτοχος της εναγόμενης, Πέτρος Κάττος. Προέκυψε ότι η επιχείρηση ήταν κοινή με τον πατέρα και τον αδελφό του. Μετά την πώληση της επιχείρησης η εταιρεία έκλεισε χωρίς όμως να διαγραφεί από τον Έφορο Εταιρειών και έκτοτε δεν υπάρχει καμιά δραστηριότητα. Ο αγοραστής μετά από δύο μήνες απεβίωσε και ο πατέρας του, ιερέας Γρηγόριος, την πώλησε τρίτα πρόσωπα. Εδώ να παρεμβάλω ότι κλήθηκε από το δικαστήριο και έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο σημερινός ιδιοκτήτης της επιχείρησης Μάριος Ευσταθίου. Βεβαίωσε ότι αγόρασε την επιχείρηση πλυντηρίου αυτοκινήτων από τον πατέρα Γρηγόριο γιατί ο γιος του, που την είχε αγοράσει, απεβίωσε. Κατέβαλαν το ποσό των ΛΚ55.000 ως αέρα και εξοπλισμό και το ποσό έχει καταβληθεί. Ο μάρτυρας άφησε άριστη εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του γίνεται ανεπιφύλακτα αποδεκτή, με την εξαγωγή αναλόγου επί τούτου ευρήματος του Δικαστηρίου. Επιβεβαιώνεται αυτό που κατέθεσε ο Κάττος, το οποίο και αποδέχομαι, ότι δηλαδή παρά το γεγονός ότι φαίνεται ο ίδιος ως πωλητής στο πωλητήριο έγγραφο, αυτό είναι λάθος και θα έπρεπε να φαίνεται ως πωλητής η εταιρεία. Το τίμημα πώλησης της επιχείρησης, σύμφωνα τόσο με το πωλητήριο έγγραφο όσο και την προφορική μαρτυρία του Κάττου, ήταν ΛΚ57.
  1. Πριν προχωρήσω να αναφέρω ότι, όπως φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, η αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη την 18.10.06 και η απόφαση, ως λέχθηκε, εκδόθηκε την 21.11.
  2. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Κάττου, τον Οκτώβριο του 2005 έλαβαν επιστολή από τον τότε δικηγόρο του ενάγοντα με αξίωση για το ποσό των ΛΚ7.396,65 που αφορούσε ζημιά που προκλήθηκε στο αυτοκίνητό του. Έστειλαν ισιωτή που είδε το αυτοκίνητο και του είπε ότι απαιτείτο το ποσό των ΛΚ1.200 για την επιδιόρθωσή του πλην όμως ο ενάγοντας άλλαξε γνώμη και το αυτοκίνητο δεν επιδιορθώθηκε. Όταν πωλούσε την επιχείρηση δεν γνώριζε ότι η υπόθεση προχώρησε στο Δικαστήριο, και αφού στο μεταξύ είχε πωλήσει την επιχείρηση έκρινε ότι δεν χρειαζόταν να υπερασπιστεί. Ήταν η θέση του ότι ο λόγος που πωλήθηκε η επιχείρηση ήταν γιατί δεν πήγαιναν καλά και δεν τα έβγαζαν πέρα και καμιά σχέση δεν είχε η πώληση με την απαίτηση του ενάγοντα. Δεν θα πωλούσε την επιχείρησή του για να γλυτώσει ΛΚ5.
  3. Προέκυψε ζήτημα τι απέγιναν οι ΛΚ57.000, που ήταν το προϊόν της πώλησης της επιχείρησης. Στην ένορκη δήλωση του Κάττου αναφέρεται ότι χρησιμοποιήθηκε στην εξόφληση οφειλών της εταιρείας στην Τράπεζα Κύπρου, τη ΣΠΕ Κλήρου και στην καταβολή φορολογικών και άλλων οικονομικών υποχρεώσεων και λογιστικών εξόδων. Αντεξετάστηκε επί του θέματος και κατέθεσε ότι το εισπραχθέν ποσό πήγε σε δάνεια της δουλειάς και επήρε και ο πατέρας του πίσω χρήματα που είχε βάλει. Αυτή σε συντομία ήταν η προσκομισθείσα μαρτυρία και κατά συνέπεια το Δικαστήριο θα πρέπει, αν την κρίνει αξιόπιστη, να βασιστεί σε αυτή, χωρίς όμως να αποκλείεται από του να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα, στη βάση των γεγονότων όπως έχουν καταδειχθεί προς ικανοποίησή του (βλ. Petsas v. Demetriadou
(1971)1 AΑΔ 187). Ένα πρώτο θέμα που τέθηκε είναι κατά πόσο η επιχείρηση πωλήθηκε νόμιμα, αφού τέθηκαν ανάλογες υποβολές προς το μάρτυρα. Έρεισμα δόθηκε από το γεγονός ότι πωλητής παρουσιάζεται ο Κάττος και όχι η εταιρεία. Ήδη έγινε εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επιχείρηση πλυντηρίου πωλήθηκε σε δύο αγοραστές, εκ των οποίων ο τελευταίος ιδιοκτήτης, που έδωσε μαρτυρία, έχει κριθεί αξιόπιστος. Ήταν όμως η θέση του κ. Νικολαΐδη ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει τον Κάττο, διευθυντή της εναγόμενης να επιστρέψει πίσω στην εταιρεία το ποσό των ΛΚ57.000 και ακολούθως να εκδώσει διάταγμα για καταβολή, δια μιας δόσεως, ολόκληρου του ποσού της απαίτησης. Και τούτο γιατί, ως ήταν η θέση του, ο Κάττος πώλησε αφενός την επιχείρηση για να αποφύγει την πληρωμή και αφετέρου δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις τι απέγινε το εισπραχθέν ποσό. Η μαρτυρία του Κάττου, ως προς την πώληση της επιχείρησης, παρά τις ελλείψεις στην παράθεση στοιχείων ως προς το πού ακριβώς καταβλήθηκε το προιόν της πώλησης, επί του οποίου θα αναφερθώ στη συνέχεια, δεν μπορεί να κριθεί αναξιόπιστη. Έχω ήδη αποδεχθεί ότι η επιχείρηση που διατηρούσε η εταιρεία πωλήθηκε, ανεξάρτητα αν στο σχετικό πωλητήριο έγγραφο πωλητής φαίνεται ο Κάττος υπό την προσωπική του ιδιότητα και ότι πρόκειται περί λάθους στο έγγραφο. Αποδέχομαι συνακόλουθα ότι την πώλησε υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της. Έχοντας επίσης υπόψη μου τη μαρτυρία του, δέχομαι ότι η επιχείρηση δεν πωλήθηκε ειδικά για να αποφύγει την πληρωμή του ενάγοντα. Από τα ενώπιόν μου τεθέντα στοιχεία η επιχείρηση πωλήθηκε την 28.6.06, ενώ η αγωγή εναντίον της εναγόμενης ηγέρθηκε τον Αύγουστο του 2006 και η δικαστική απόφαση εκδόθηκε την 21.11.06. Ούτε επίσης αποδέχομαι ότι επειδή αποστάληκε από τον προηγούμενο δικηγόρο του ενάγοντα μια επιστολή, ημερομηνίας 19.10.05, εξ αυτού και μόνον του λόγου και προς αποφυγή πληρωμής της αξίωσης του ενάγοντα πωλήθηκε η επιχείρηση. Άλλωστε πωλήθηκε για το ποσό των ΛΚ57.000 και κρίνω πως είναι λογική η εξήγηση του Κάττου ότι δεν θα πωλούσε την επιχείρηση απλά και μόνο για να αποφύγει να πληρώσει ΛΚ5.000 στον ενάγοντα. Προστίθεται επ' αυτού πως η επιχείρηση πωλήθηκε 8 μήνες μετά από την ημερομηνία της επιστολής. Το συμπέρασμα που εξάγεται από τα πιο πάνω, είναι ότι η εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση εταιρεία από της πωλήσεως της επιχειρήσεως πλυντηρίου αυτοκινήτων που διατηρούσε, δεν έχει κανένα περιουσιακό στοιχείο ή κάποιο άλλο εισόδημα. Εξάγεται συνεπώς ως εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν έχει και δεν ασκεί καμιά οικονομική δραστηριότητα από την οποία να έχει εισοδήματα, ώστε να μπορεί να καταβάλει το εξ αποφάσεως χρέος της. Όμως τίθενται σειρά άλλων ερωτημάτων σε σχέση με την πώληση της επιχείρησης και το εισπραχθέν ποσό. Προτού προχωρήσω κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό άρθρο 84
(2)του Νόμου που προνοεί ότι : «Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούται να παρουσιάσει ενόρκως ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο νόμιμα θεωρούμενο υποκατάστατο του όρκου όλα τα βιβλία, έγγραφα, συμβόλαια, καταστάσεις λογαριασμών, αποδείξεις και άλλα παρόμοια αποδεικτικά τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του ή στη φύλαξη ή κάτω από τον έλεγχο τρίτου και τα οποία σχετίζονται με την περιουσία που δύναται ή εδύνατο να διατεθεί για σκοπούς πληρωμής του χρέους.» Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Βασιλειάδης ν. Τσουρή, Πολ. Έφεση 39/05, ημερ. 19.1.07, σκοπός της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης είναι ότι μεταφέρει το βάρος απόδειξης στον εξ αποφάσεως οφειλέτη να αποδείξει ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος. Και τούτο γιατί ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να γνωρίζει ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων. Συνακόλουθα ο εξ αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει ενόρκως σε πλήρη αποκάλυψη όλων των περιουσιακών του στοιχείων για να δείξει, αν έτσι ισχυρίζεται, πως δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του ή να καθορίσει το ποσό που προτείνει ότι είναι μέσα στην οικονομική του δυνατότητα να πληρώνει μηνιαίως. Στην παρούσα υπόθεση εκείνο που καλείται να αποφασιστεί είναι η οικονομική δυνατότητα της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας. Είναι καλά γνωστή, μέσα από τη νομολογία και τα συγγράμματα, η αρχή της σχέσης αλλά και των καθηκόντων των διοικητικών συμβούλων που παραληλλίζεται με τη σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου (Halsbury's Laws of England 4η εκδ. Τόμος 7
(1)σελ.705) στη βάση της καθιερωμένης αρχής της ξεχωριστής νομικής οντότητας της εταιρείας. Ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία ο διευθυντής της. Ήταν ο μόνος αρμόδιος για να δώσει λεπτομέρειες και να αποκαλύψει στο Δικαστήριο με πλήρη στοιχεία την οικονομική δυνατότητα της εταιρείας. Άλλωστε, ως κατέδειξε η μαρτυρία, αυτός υπέγραψε ως διευθυντής και πώλησε την επιχείρηση της εταιρείας, αλλά είσπραξε και το προϊόν της πώλησης. Συνακόλουθα όφειλε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο αναλυτικά, με πλήρη και επεξηγηματικό τρόπο και με συναφή αποδεικτικά στοιχεία, πού διανεμήθηκε ή και καταβλήθηκε το προϊόν της πώλησης της επιχείρησης και τι ακριβώς πληρωμές έγιναν, με το ανάλογο βεβαίως αποδεικτικό υλικό, ως ακριβώς προνοείται και στο πιο πάνω άρθρο. Αντ' αυτού, απέφυγε επιμελώς να δώσει στοιχεία και εξηγήσεις. Περιορίστηκε σε αόριστες αναφορές και γενικόλογες τοποθετήσεις, είτε ότι τα στοιχεία τα έχει ο λογιστής, που δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο να δώσει αναλυτικά στοιχεία και λεπτομέρειες, είτε ότι καταβλήθηκαν σε δάνεια της δουλειάς, ακόμα δε, ως κατέθεσε, πήρε και ένα ποσό ο πατέρας του που το είχε βάλει στην εταιρεία. Ανάλογη είναι και η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Γίνονται γενικές και αόριστες αναφορές, χωρίς ίχνος υποστηρικτικής μαρτυρίας. Η κατάληξη επί του προκειμένου είναι ότι δεν υπάρχουν στοιχεία τι απέγινε το ποσό των ΛΚ57.000, που ήταν το προϊόν της πώλησης της επιχείρησης της εταιρείας. Και το βάρος απόδειξης, ως λέχθηκε, ήταν στους ώμους της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας. Ο Νόμος στα άρθρα 90 επ. παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, (δες άρθρα 91 Α και 91 Γ) εφόσον διαπιστώσει ότι ορισμένες ενέργειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη συνιστούν πράξεις καταδολίευσης, να εκδίδει διάταγμα ακύρωσης των καταδολιευτικών μεταβιβάσεων. Ενσωματώνονται, κατά κάποιο τρόπο, στα πλαίσια της διαδικασίας εξέτασης αποπληρωμής του χρέους από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη, ανάλογες εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο, από τις πρόνοιες του Κεφ.
  1. Θα πρόσθετα, ότι οι εξουσίες του Δικαστηρίου κάτω από τις πρόνοιες του Κεφ. 6, ως έχει τροποποιηθεί, είναι κατά πολύ αυξημένες και δραστικότερες από εκείνες του Κεφ.
  2. Υπάρχει ήδη εύρημα του Δικαστηρίου ότι η πώληση της επιχείρησης δεν συνιστούσε πράξη καταδολίευσης. Εκείνο που στην πραγματικότητα εγείρεται στην παρούσα υπόθεση, είναι κατά πόσο ο διευθυντής κατέβαλε στο ταμείο της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας το προϊόν που είσπραξε από την πώληση της επιχείρησης καθώς, αν διατέθηκε, σε ποιους καταβλήθηκε το εισπραχθέν ποσό, όπως ακόμα πότε καταβλήθηκε και για ποιο σκοπό ή λόγο. Ο κ. Νικολαΐδης εισηγήθηκε, ως λέχθηκε, να διαταχθεί ο διευθυντής να επιστρέψει το πιο πάνω ποσό στην εταιρεία, ώστε να δυνηθεί η καθ΄ ης η αίτηση να καταβάλει το εξ αποφάσεως χρέος. Εγείρεται συνεπώς το θέμα κατά πόσο το Δικαστήριο έχει τέτοια εξουσία στη βάση των προνοιών του Νόμου. Η νομολογία αποδέχεται την αρχή ότι οι πρόνοιες του Νόμου εφαρμόζονται τόσο σε φυσικά όσο και σε νομικά πρόσωπα, με διαφορετική όμως προσέγγιση αλλά και αντιμετώπιση ως προς τις εφαρμοζόμενες αρχές (Paperchase και Ιωάννου - ανωτέρω). Η εταιρεία, πρόκειται βέβαια για ξεχωριστή νομική οντότητα, εκπροσωπείται και ενεργεί δια των διευθυντών της. Θα ήταν, κατά την αντίληψη μου, αντίθετο προς το γενικότερο πνεύμα του Νόμου και των ειδικότερων σκοπών που ρυθμίζει, κατά τρόπο μάλιστα ιδιαίτερα δραστικό, αλλά και των αρχών που έθεσε η νομολογία για φυσικά πρόσωπα, το Δικαστήριο να κέκτηται πλατιάς εξουσίας, έρευνας και ακύρωσης καταδολιευτικών πράξεων, εφόσον βεβαίως αποδειχθούν, ως ήταν για παράδειγμα η περίπτωση στην υπόθεση Λουγκρίδης ν. Eurolife Ltd,
(2004)1 ΑΑΔ 886, και να εκφεύγουν από την εξουσία του Δικαστηρίου ζημιογόνες πράξεις ή παραλείψεις και ενέργειες διευθυντών εταιρειών, τέτοιες, που στην πράξη να ισοδυναμούν και να οδηγούν στην ατελέσφορη εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων εναντίον της εταιρείας και την αποστέρηση, σε τελική ανάλυση, από τον εξ αποφάσεως πιστωτή, του δικαιώματος να εισπράξει το λαβείν του από την εταιρεία. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να αποξενώνονται ή και να αποκρύβονται περιουσιακά στοιχεία μιας εταιρείας, είτε κινητά είτε ακίνητα, με απώτερο σκοπό να καταστήσουν ατελέσφορη την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, και με αυτό το τρόπο, να εκφεύγουν από το δικαστικό έλεγχο στα πλαίσια εξέτασης της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας. Δεδομένου μάλιστα ότι το ζητούμενο αλλά και επίδικο είναι ακριβώς αυτή η ίδια η οικονομική κατάσταση της εταιρείας και η δυνατότητα αλλά και η ικανότητα της για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της. Και οικονομική δυνατότητα δεν είναι και δεν σημαίνει μόνο τα εισοδήματα από τις εργασίες αλλά περιλαμβάνει και τα περιουσιακά στοιχεία συμπεριλαμβανομένων και των χρημάτων. Αν αυτό επιτραπεί και γίνει αποδεκτό, θα έχει ως αποτέλεσμα την ανεξέλεκτη αποξένωση διαφόρων περιουσιακών στοιχείων και χρηματικών ποσών των εταιρειών, είτε προσωρινά είτε μόνιμα, προς αποφυγή πληρωμής των δικαστικών αποφάσεων. Θα είχε δε ως άμεσο, μάλιστα, αποτέλεσμα οι εκ δικαστικών αποφάσεων πιστωτές να είναι έρμαιο κάθε φορά των διευθυντών ή άλλων αξιωματούχων των εταιρειών, χωρίς κανένα δικαίωμα ή δικαστική προστασία. Έχω μελετήσει τις πρόνοιες του νόμου στην ολότητά τους. Δεν νομίζω ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να αποκλείσει από το δικαστικό έλεγχο τις ενέργειες των διευθυντών στη διαδικασία της έρευνας και εξέτασης των οικονομικών δεδομένων και δυνατοτήτων των εταιρειών. Είναι η κρίση μου ότι με το Νόμο εισάγονται νέες διατάξεις, τέτοιας μάλιστα δραστικής μορφής, από τις οποίες κρίνω ότι δεν μπορούν οι διευθυντές να αποφύγουν ή και να αποκλειστούν από το δικαστικό έλεγχο για τις ενέργειες, τις πράξεις ή και τις παραλείψεις τους σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία των εταιρειών, αν διαφανεί ή αποδειχτεί ότι αυτές ισοδυναμούν με καταδολιευτικές πράξεις σε βάρος των πιστωτών. Προστίθεται πως δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι εκείνο που εξετάζεται δεν είναι αν ευθύνεται ο διευθυντής για κάποιο χρέος της εταιρείας, αφού το ζήτημα έχει ήδη τελειωθεί με την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον της εταιρείας. Οπότε οι αρχές που εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορούν να τύχουν ανάλογης εφαρμογής στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Εκείνο που εξετάζεται είναι η οικονομική ικανότητα της εταιρείας, μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης προς αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της, και κρίνω πως το Δικαστήριο έχει εξουσία, που πηγάζει μέσα από το συνολικό πνεύμα και το σκοπό του νομοθέτη, να εξετάσει τη συμπεριφορά και τις ενέργειες του διευθυντή ή των διευθυντών, ως προς τη διαχείρηση των περιουσιακών στοιχείων μιας εταιρείας μέσα στα αυστηρά πλαίσια του Νόμου και όχι έξω από αυτά. Άλλως το Δικαστήριο θα ήταν απλά παθητικός θεατής των ενεργειών των διευθυντών. Όπως τα φυσικά έτσι και τα νομικά πρόσωπα κρίνω ότι οφείλουν, δια των διευθυντών τους, να παρέχουν πλήρη, επαρκή και ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για τα περιουσιακά τους στοιχεία και δεδομένα. Η εξουσία που παρέχει ο Νόμος στο Δικαστήριο είναι πλατιά. Συνίσταται, μεταξύ άλλων, στη σε βάθος διερεύνηση και διακίνηση κάθε περιουσιακού στοιχείου και εφαρμόζεται ανεξάρτητα αν πρόκειται για φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Άλλωστε ο Νόμος, στο άρθρο 2, αναφέρεται σε δικαστική απόφαση εναντίον προσώπου, που περιλαμβάνει και νομικά πρόσωπα. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Κωνσταντίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1034: «Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συνάπτεται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Στην υπόθεση Βασιλειάδης (ανωτέρω), υπεδείχθη ότι στις αστικές υποθέσεις η περιουσία του εξ αποφάσεως χρεώστη βαρύνεται με το ποσό που οφείλεται δυνάμει της δικαστικής απόφασης προς όφελος του εξ αποφάσεως πιστωτή. Θεωρείται δηλαδή, στην πράξη, πως μέρος της περιουσίας και των εισοδημάτων του εξ αποφάσεως χρεώστη ανήκουν στον εξ αποφάσεως πιστωτή, μέχρι την εξόφληση του χρέους. Επιβεβαίωση των πιο πάνω κρίσεων αποτελεί, κατά την αντίληψη μου, το άρθρο 82
(3)(β) του νόμου το οποίο και παραθέτω αυτούσιο: «Σε περίπτωση διάθεσης οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων, στην οποία προέβη ο εξ αποφάσεως οφειλέτης μετά τη δημιουργία ή τη γένεση της αστικής ευθύνης, αυτός υποχρεούται, ύστερα από αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή, να δώσει με συμπληρωματική ένορκη δήλωση πλήρεις, συγκεκριμένες και πειστικές αποδείξεις της αποξένωσης ή της διάθεσης της περιουσίας ή μέρους της ενώ, αν κριθεί αναγκαίο, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εξ αποφάσεως οφειλέτη να δώσει οδηγίες προς τραπεζικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό οργανισμό, με κοινοποίηση στο Δικαστήριο, για την παροχή στοιχείων σχετικών με την αποξένωση, τη διακίνηση, τη μεταφορά ή την επαναφορά της περιουσίας ή μέρους της.» Το βάρος ήταν στην καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία, δια του διευθυντή της ή και άλλων μαρτύρων, να αποδείξει με συγκεκριμένα και σαφή στοιχεία, ότι το εισπραχθέν ποσό καταβλήθηκε σε διάφορα χρέη. Ήταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στοχευμένη επιλογή να μην προσκομιστεί κανένα αποδεικτικό ή άλλο στοιχείο, ώστε να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης αλλά και τον έλεγχο του Δικαστηρίου, ως του τελικού κριτή, των διαφόρων ισχυριζόμενων χρεών. Να υποδείξω στο σημείο αυτό πως καθόλου δεν παραγνωρίζω τις σχετικές αρχές και τις πρόνοιες του εταιρικού δικαίου. Αντίθετα στο σύγγραμμα Boyle & Birds´ Company Law, 4η έκδοση, σελ. 506 εξηγείται: "Directors are regarded as trustees of company property which is in their hands or under their control. The primary consequence of this principle of trusteeship is that a director is answerable as a trustee for any misapplication of the company's property in which he participated and which he knew or ought to have known to be a misapplication. A misapplication in this context means any disposition of the company's property which by virtue of any provision of the company's constitution or any statutory provision or any rule of general law the company or the board is forbidden or incompetent or unauthorized to make, or which is carried out by the directors otherwise than in accordance with their duty to act bona fide in the interests of the company and for the proper purposes. This second limb covers not only misappropriations of the company's property, but also disposition in favour of third parties which do not satisfy the test of bona fides". Βεβαίως το πιο πάνω απόσπασμα αφορά τις ευρύτερες ευθύνες των διευθυντών έναντι στην εταιρεία και τους μετόχους της. Υπάρχει όμως σχετική πρόνοια στο άρθρο 312 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113. Αφορά την ευθύνη του διευθυντή ή άλλου αξιωματούχου της εταιρείας που λόγω κακής διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων επιφέρει χρηματική ζημιά στην εταιρεία. Η ευθύνη αυτή εξετάζεται στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης, μπορεί να ενεργοποιηθεί και από τους πιστωτές της, περιλαμβάνει όλες εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες ο αξιωματούχος της εταιρείας είναι ένοχος παράβασης καθήκοντος ως αξιωματούχος, η οποία επέφερε χρηματική απώλεια στην εταιρεία λόγω κακής διαχείρισης των περιουσιακών της στοιχείων και για τα οποία θα μπορούσε να εναχθεί. Στο σύγγραμμα Buckley On The Companies Acts, 13η έκδοση, σελ. 671 επ. εξηγείται ότι το άρθρο αυτό είναι διαδικαστικό (procedure section only) και παρέχει απλώς μια συνοπτική μέθοδο για επιβολή τέτοιων υποχρεώσεων όπως θα μπορούσαν να επιβληθούν από την ίδια την εταιρεία ή από τον εκκαθαριστή με συνήθη αγωγή συμπεριλαμβανομένων και νέων δικαιωμάτων που δημιουργούνται από την εκκαθάριση της εταιρείας. Η εφαρμογή του περιορίζεται σε απαιτήσεις που αν επιτύχουν θα αυξήσουν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Ως έχει λεχθεί, οι πρόνοιες του άρθρου 312 του Κεφ.113 εφαρμόζονται μόνο στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης μιας εταιρείας. Ενόψει όμως των εξειδικευμένων και πολύ δραστικών προνοιών του Νόμου και της πλατιάς και σε βάθος εξουσίας και διερεύνησης που παρέχεται στο Δικαστήριο και των νέων πλέον δυνατοτήτων που παρέχονται από το Νόμο, έχω την άποψη, ότι μπορεί να αντληθεί σχετική, παράλληλη καθοδήγηση από τις πιο πάνω πρόνοιες με ανάλογη εφαρμογή στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Άλλωστε κατά το άρθρο 82
(1)(γ) του Νόμου ο εξ αποφάσεως οφειλέτης εξετάζεται μεταξύ άλλων και για οποιαδήποτε διακίνηση ή απόκρυψη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που έχει ως αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί ο πιστωτής στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. Οι διατάξεις του Νόμου, είναι η τελική μου κρίση ότι, εφαρμοζόμενες και σε νομικά πρόσωπα, εκτείνονται, ως εκ της φύσεως της διαδικασίας, και στις ενέργεις των διοικητικών συμβούλων και άλλων αξιωματούχων, που δρουν εξ ονόματος της εταιρείας, κατά το στάδιο της εξέτασης της οικονομικής δυνατότητας της εταιρείας κάτω από τις πρόνοιες του Κεφ.
  1. Με το Νόμο, είναι η κρίση μου ότι, εισάγονται πλέον διατάξεις που δημιουργούν ευθύνη στους διευθυντές και αξιωματούχους των εταιρειών έναντι των εκ δικαστικών αποφάσεων πιστωτών των εταιρειών. Καταλήγω συνεπώς ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία και εξουσία να διατάξει το διευθυντή της εταιρείας να καταβάλει και να επιστρέψει προς την εταιρεία εκείνο το ποσό που ως εκ των ενεργειών και των παραλείψεών του, ή λόγω της απόκρυψης ή και διακίνησης περιουσιακών στοιχείων από την εταιρεία παρεμποδίζεται ο πιστωτής να εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος του. Από την ενώπιον μου μαρτυρία εξάγεται, άλλωστε ήταν παραδεκτό γεγονός, ότι ο διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας, Πέτρος Κάττος, είσπραξε για λογαριασμό της εταιρείας από την πώληση της επιχείρησης πλυντηρίου αυτοκινήτων το ποσό των ΛΚ57.
  2. Δεν έδωσε απολύτως καμιά εξήγηση στο Δικαστήριο τι απέγινε το ποσό αυτό, αλλά ούτε και φάνηκε να κατατέθηκε στο ταμείο της εταιρείας. Όφειλε να δώσει πλήρεις, συγκεκριμμένες και πειστικές αποδείξεις ως προς τη διάθεση του ποσού των ΛΚ57.000 που είσπραξε από την πώληση όλων των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Το ποσό αυτό ανήκει στην καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία αλλά και στους εξ αποφάσεως πιστωτές της (Βασιλειάδης - ανωτέρω), μεταξύ των οποίων και ο ενάγοντας-αιτητής. Αποτελεί, ενόψει των πιο πάνω, διαπίστωση και κατά συνέπεια κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η απουσία παροχής συγκεκριμμένων και πειστικών αποδεικτικών στοιχείων ως προς τη διάθεση του ποσού των ΛΚ57.000 αποτελεί και συνιστά πράξη καταδολίευσης σε βάρος του εξ αποφάσεως πιστωτή, ως ενέργεια και πράξη απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης-καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας εντός της εννοίας του άρθρου 91Α
(1)(β) του Νόμου. Οφείλει συνεπώς, ο διευθυντής, να καταβάλει και να επιστρέψει στην εναγόμενη-καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία, το ποσό που απέκρυψε, προς πληρωμή του επίδικου εξ αποφάσεως χρέους της εταιρείας. Κρίνω όμως πως το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διατάξει το διευθυντή να καταβάλει προς την εταιρεία ποσό μεγαλύτερο από το εξ αποφάσεως χρέος, αφού άλλος ο στόχος του άρθρου 312 που αφορά την προστασία των πιστωτών κατά το στάδιο εκκαθάρισης μιας εταιρείας, και άλλος ο σκοπός και ο στόχος του Νόμου που αφορά την οικονομική δυνατότητα της εταιρείας για το συγκεκριμμένο εξ αποφάσεως χρέος. Προσθέτω πως στην αίτηση που υπεβλήθη καλύπτονται οι σχετικές θεραπείες. Έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας και τα ευρήματα που έχω καταλήξει, καθώς επίσης και τις νομικές αρχές όπως έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο διευθυντής της εναγόμενης-καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας, Πέτρος Κάττος, να καταβάλει προς την εναγόμενη εταιρεία εντός 15 ημερών από της επιδόσεως του παρόντος διατάγματος, το ισάξιο και αντίστοιχο ποσό της δικαστικής απόφασης σε ευρώ, περιλαμβανόμενων των τόκων και των εξόδων, καθώς και των εξόδων της παρούσας διαδικασίας. Εκδίδεται ακολούθως περαιτέρω διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η εναγόμενη-καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία να καταβάλει εντός 15 ημερών, δια μιας δόσεως, ολόκληρο το ποσό της απόφασης σε ευρώ, περιλαμβανoμένων των τόκων και των εξόδων, καθώς και των έξοδων της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΝΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.