← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι τον Σπύρο Πάττα, Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 1364/07, 11 Ιανουαρίου, 2008

Επί τοις αφορώσι τον Σπύρο Πάττα, Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 1364/07, 11 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 1364/07 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ Επί τοις αφορώσι τον Σπύρο Πάττα εκ Λευκωσίας Οφειλέτη Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Οφειλέτη: κ. Μιχαηλούδης για τον κ. Πιερίδη Για τους Πιστωτές: κα Αντωνίου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά από την έκδοση απόφασης ημερομηνίας 25.10.2004 στην αγωγή με αρ. 3153/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον του Σπύρου Πάττα (στη συνέχεια «ο οφειλέτης») για το ποσό των £5.519,55 πλέον τόκων και εξόδων, εκδόθηκε στις 6.7.2007 μετά από αίτημα των εναγόντων στην εν λόγω αγωγή, δηλαδή της Τράπεζας Κύπρου Λτδ (στη συνέχεια «οι πιστωτές») ειδοποίηση πτώχευσης προς τον οφειλέτη. Στις 8.8.2007 καταχωρήθηκε από τον οφειλέτη ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας για ακύρωση της εν λόγω ειδοποίησης πτώχευσης, όπου αναφέρεται ότι ο οφειλέτης ενίσταται στην έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του για τους ακόλουθους λόγους. Η παρούσα διαδικασία είναι πρόωρη και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου καθότι στις 7.10.2005, κατόπιν σχετικής αίτησης ημερομηνίας 26.4.2005, εκδόθηκε εκ συμφώνου εναντίον του διάταγμα του Δικαστηρίου να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις από £150 έκαστη από 1.1.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Στερείται οποιασδήποτε ακίνητης και κινητής περιουσίας που μπορεί να κατασχεθεί και πωληθεί και ως εκ τούτου η ειδοποίηση πτώχευσης θα του προκαλέσει ταλαιπωρία και βλάβη δυσανάλογη προς την αιτούμενη θεραπεία, με αποτέλεσμα η ειδοποίηση να είναι εκδικητική και ενοχλητική εφόσον δεν θα προκύψει οποιοδήποτε προϊόν λόγω του ότι δεν έχει περιουσία. Η ειδοποίηση είναι παράτυπη και/ή δεν αναφέρει τη νομοθεσία και τους κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται. Οι πιστωτές δεν έχουν εξαντλήσει όλα τα μέσα εκτέλεσης που προνοούνται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο. Εναντίον των πιστωτών έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση για το ποσό των £5.573,55 πλέον τόκους και έξοδα και τέλος οι πρόνοιες του περί Πτωχεύσεως Νόμου που αφορούν τη διάπραξη πράξης πτώχευσης λόγω μη συμμόρφωσης με την ειδοποίηση πτώχευσης είναι αντίθετες με το άρθρο 9 του Συντάγματος. Η υπόθεση ορίστηκε από τον Πρωτοκολλητή ενώπιον του Δικαστηρίου για «προγραμματισμό» στις 14.9.2007 οπότε και δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των πιστωτών και στη συνέχεια ορίστηκε για ακρόαση. Οι πιστωτές καταχώρησαν απαντητική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 17.10.2007 με την οποία απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του οφειλέτη, αν και γίνεται αποδεκτό ότι εκδόθηκε το αναφερθέν από αυτόν διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις, χωρίς ωστόσο ο οφειλέτης να έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό βάσει του διατάγματος στους πιστωτές (βλ. Τεκμήριο Α). Θεωρούν κατά συνέπεια ότι η ειδοποίηση πτώχευσης, πέραν του ότι είναι ορθή και νομότυπη και βασίζεται στους Πτωχευτικούς Θεσμούς 39-43, δεν είναι πρόωρη ούτε καταχρηστική ούτε μπορεί να κριθεί ότι είναι εκδικητική και ενοχλητική δεδομένου μάλιστα ότι δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης της απόφασης. Αντίθετα, ο οφειλέτης δεν προβάλλει κανένα νομικό λόγο για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης, ούτε παραθέτει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ή λεπτομέρειες για υποστήριξη των ισχυρισμών του, με την ένορκη του δήλωση προσπαθεί να καθυστερήσει την ειδοποίηση πτώχευσης με αναληθείς, άσχετους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς ενόσω το ότι στερείται περιουσίας δεν μπορεί να επενεργήσει ως λόγος ακύρωσης της νομότυπα εκδοθείσας ειδοποίησης πτώχευσης. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι συνήγοροι αγόρευσαν, καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις και υποστηρίζοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους. Ο συνήγορος του οφειλέτη επεσήμανε ότι οι πιστωτές αν και απέκρυψαν ότι εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα πληρωμής του επίδικου χρέους με μηνιαίες δόσεις, παραδέχθηκαν την έκδοση του όταν ήγειρε το θέμα ο οφειλέτης στην ένορκη του δήλωση. Με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους ανεστάλη η εκτέλεση της απόφασης εφόσον στο υπό αναφορά διάταγμα δεν υπάρχει πρόνοια ότι η παράλειψη πληρωμής μιας δόσης καθιστά ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό άμεσα απαιτητό. Εφόσον οι πιστωτές συμφώνησαν τον τρόπο πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους εμποδίζονται να ζητούν την πληρωμή ολόκληρου του ποσού με την υπό κρίση ειδοποίηση και η απαίτηση τους είναι καταχρηστική, θα μπορούσαν δε να ζητήσουν την πληρωμή μόνο των καθυστερημένων δόσεων μέχρι την ημέρα καταχώρησης της ειδοποίησης και όχι την πληρωμή μελλοντικών ποσών που δεν είναι πληρωτέα. Με την εισήγηση ότι η ειδοποίηση είναι πρόωρη, καταχρηστική και αβάσιμη, ο συνήγορος ζήτησε την απόρριψη αυτής, υποστηρίζοντας ότι οι πιστωτές μπορούσαν να εφαρμόσουν τις πρόνοιες του Νόμου για είσπραξη των οφειλομένων δόσεων. Αντίθετα, η συνήγορος των πιστωτών πρόβαλε ότι η ένορκη δήλωση του οφειλέτη δεν πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζει η νομοθεσία και ειδικότερα το άρθρο 3

(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 (στη συνέχεια «ο Νόμος»), ούτε και είναι σύμφωνη με τη σχετική νομολογία. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι παρόλο που στην ένορκη δήλωση του οφειλέτη αναφέρεται ότι έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση εναντίον των πιστωτών, για το ποσό των £5.573,55 πλέον τόκους και έξοδα, δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο σχετικά ούτε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και ως εκ τούτου ο οφειλέτης δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης ότι υπάρχει γνήσιο θέμα προς εκδίκαση. Ως προς τους λοιπούς ισχυρισμούς του οφειλέτη, η συνήγορος υποστήριξε ότι, εφόσον παρέμεινε αναμφισβήτητο ότι ο οφειλέτης δεν προέβη σε καμία πληρωμή έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του, είναι πρόδηλη η αδυναμία του να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις και η ύπαρξη του διατάγματος πληρωμής δεν εμποδίζει τους πιστωτές να καταχωρήσουν την υπό κρίση ειδοποίηση πτώχευσης, παραπέμποντας σχετικά στην απόφαση Αρέστη v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 1258 και επισύροντας την προσοχή του Δικαστηρίου στη φύση και τον σκοπό της πτωχευτικής διαδικασίας. Οι λοιποί ισχυρισμοί του οφειλέτη δεν αποτελούν λόγους ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, είναι γενικοί, αόριστοι και ανυπόστατοι και θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τη νομική πτυχή, στο άρθρο 3
(1)(ζ) του Νόμου προνοείται ότι ο οφειλέτης διαπράττει πράξη πτώχευσης αν δεν συμμορφωθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση σε ειδοποίηση πτώχευσης. Συγκεκριμένα ο οφειλέτης θα πρέπει εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης είτε να συμμορφωθεί με ό,τι απαιτείται από αυτή, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό που εξ αποφάσεως απαιτείται εναντίον του και δεν ήταν δυνατόν να την προβάλει στην αγωγή όπου εξασφαλίστηκε η εναντίον του απόφαση. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)των Κανονισμών ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση όπου να αναφέρει τυχόν ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση, όπως προαναφέρθηκε, αλλά όχι οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών (βλ. σχετικά Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1 ΑΑΔ 1694). Σύμφωνα με τον Κανονισμό 41 η εν λόγω ένορκη δήλωση ενεργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης και πρέπει να καταχωρείται εντός 3 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη, σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(3), όταν η επίδοση γίνεται στην Κύπρο. Αν η αίτηση του οφειλέτη δεν μπορεί να ακουσθεί εντός της προθεσμίας των 7 ημερών, το Δικαστήριο παρατείνει τον χρόνο και δεν θεωρείται ότι διαπράττεται πράξη πτώχευσης μέχρις ότου δικαστεί και αποφασιστεί η αίτηση του οφειλέτη (Κανονισμός 41). Προκύπτει, κατά συνέπεια, ότι σε αντίθετη περίπτωση διαπράττεται πράξη πτώχευσης, παρά την καταχώρηση ένορκης δήλωσης. Όπως έχει νομολογηθεί οι ενστάσεις που προβάλλονται με την εν λόγω διαδικασία είναι σαφείς και οι σχετικές νομικές πρόνοιες ερμηνεύονται και εφαρμόζονται αυστηρά (βλ. Re Chinery, Ex parte Chinery
(1884)12 Q.B.D. 342, Re Collier
(1891)64 L.T. 742, Re Cole, Ex p. Attenborough
(1898)67 L.J.Q.B. 302). Στην υπόθεση Τhe Debtor v. Seater Walker Ltd
(1981)2 All E.R. 987, μάλιστα, λέχθηκε ότι ο Πρωτοκολλητής θα πρέπει να ικανοποιείται ότι τέτοια ένορκη δήλωση πληροί την προαναφερθείσα πρόνοια και μετά να προβαίνει σε ορισμό ημερομηνίας ακρόασης της. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του βαρύνει τον οφειλέτη σε τέτοιες περιπτώσεις, ενώ αν η ειδοποίηση πτώχευσης επιχειρείται να παραμεριστεί για άλλους από τους προαναφερθέντες λόγους όπως λ.χ. για παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης ή πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους, θα πρέπει να καταχωρηθεί αίτηση για παραμερισμό σύμφωνα με τις πρόνοιες των Κανονισμών 16, 17 και 18. (βλ. Re Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365 και σύγγραμμα των Williams and Muir Hunter, The Law and Practice in Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38). Σε τέτοια δε περίπτωση δεν τηρείται ούτε η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κανονισμού 40. Στην παρούσα υπόθεση αρχικά θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)και
(3)ενόψει της εισήγησης των πιστωτών ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του οφειλέτη ημερομηνίας 8.8.2007 προκύπτει ότι αυτή δεν έχει καταχωρηθεί με βάση τις πρόνοιες των Κανονισμών 16, 17 και 18 και τον σχετικό τύπο καθόσον δεν περιέχει τα στοιχεία τα οποία επιβάλλεται όπως περιέχει μια τέτοια αίτηση όπως λ.χ. τη νομική της βάση. Στην υπόθεση Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 788, όπου λέχθηκε ότι όταν οι Κανονισμοί 16 και 18 αναφέρονται στην ανάγκη να καταγράφεται στην αίτηση ή και στην ένσταση ο Νόμος και οι Κανονισμοί στους οποίους βασίζονται, δεν εννοούν τους ίδιους τους κανονισμούς που παρέχουν την εν πάση περιπτώσει υπαρκτή δυνατότητα υποβολής αίτησης ή ένστασης αλλά εκείνους στους οποίους στηρίζονται από την άποψη της ουσίας, επαναβεβαιώθηκε, με αναφορά στην Λάρκος ν. Κατσιαρή (πιο πάνω), ότι αναγνωρίζεται η δυνατότητα παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης με την υποβολή ένορκης δήλωσης που λειτουργεί ως αίτηση, εφόσον προβάλλεται εξόφληση του χρέους ή ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή συμψηφισμού που υπερβαίνει το χρέος. Κατά συνέπεια η ένορκη δήλωση του οφειλέτη στην παρούσα υπόθεση πρέπει να θεωρηθεί ότι καταχωρήθηκε βάσει του Κανονισμού 40
(2), που είναι και ο μόνος Κανονισμός που αναφέρεται σ' αυτή, λειτουργεί δε βάσει του Κανονισμού 41 ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης που πρέπει να καταχωρείται εντός 3 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(3). Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, ο οφειλέτης, πέραν των άλλων λόγων που αντικανονικά προβάλλει, ισχυρίζεται ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταξίωση εναντίον των πιστωτών για το ποσό των £5.573,55 πλέον τόκους και έξοδα. Ωστόσο κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία όχι μόνον δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του αυτού, που ελλιπώς και χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία ή λεπτομέρειες περιέλαβε στην ένορκη του δήλωση, αλλά ούτε καν απλή αναφορά έγινε σε τέτοιο θέμα, που σαφώς είναι το μόνο που θα μπορούσε να εγείρει με τον τρόπο που επέλεξε να αμφισβητήσει την ειδοποίηση πτώχευσης. Όπως αναφέρεται στο σύγραμμα των Williams and Muir Hunter (πιο πάνω), σελ. 37-38, ο οφειλέτης θα πρέπει στην ένορκη του δήλωση να δείχνει σε εύλογο βαθμό λεπτομέρειας τη φύση και το ποσό του ισχυριζόμενου συμψηφισμού, ανταπαίτησης ή ανταξίωσης ώστε, για να είναι δυνατό να ακυρωθεί η ειδοποίηση πτώχευσης, να προκύπτει υπό το φως της μαρτυρίας στην ολότητα της, γνήσιο θέμα προς εκδίκαση, έχοντας και το βάρος απόδειξης της θέσης του, νοουμένου ότι η ανταπαίτηση έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας και συνδέεται με την αρχική απαίτηση του πιστωτή (βλ. In Re A Debtor (No. 75 of 1982) Ex Parte The Debtor v. National Westminster Bank Plc.
(1984)1 WLR 353). Είναι πρόδηλο ότι η ένορκη δήλωση του οφειλέτη στην υπό κρίση υπόθεση δεν περιέχει τις αναγκαίες λεπτομέρειες που να υποστηρίζουν την ανταπαίτηση, ανταξίωση ή δικαίωμα συμψηφισμού που προβάλλει έναντι των πιστωτών ούτε και δίδει οποιαδήποτε εξήγηση για το θέμα αυτό και περαιτέρω δεν υπάρχει ισχυρισμός εξόφλησης της οφειλής. Ενόψει τόσο του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης όσο και της διαδικασίας που επακολούθησε οι ισχυρισμοί του οφειλέτη για το προαναφερθέν θέμα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Παρόλο που η πιο πάνω κατάληξη μου είναι καθοριστική για την τύχη της ένορκης δήλωσης του οφειλέτη σχολιάζοντας τους λοιπούς ισχυρισμούς της καταχωρηθείσας ένορκης δήλωσης, είναι επίσης πρόδηλο ότι έχουν εγκαταλειφθεί ενόψει της μόνης εισήγησης που έγινε από τον συνήγορο του οφειλέτη ότι η υπό κρίση ειδοποίηση πτώχευσης καταχωρήθηκε πρόωρα και καταχρηστικά εφόσον στο παρόν στάδιο θα μπορούσε να ζητηθεί η πληρωμή μόνο των καθυστερημένων δόσεων και όχι των μελλοντικών ποσών που δεν κατέστησαν πληρωτέα, με το δεδομένο ότι στις 7.10.2005 έχει εκδοθεί εκ συμφώνου διάταγμα του Δικαστηρίου όπως ο οφειλέτης πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις από £150 έκαστη από 1.1.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Ως προς την εν λόγω εισήγηση και παρόλο που το θέμα αυτό δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, μπορεί να λεχθεί ότι η μη συμμόρφωση σε μία απόφαση δεν αποτελεί πράξη πτώχευσης ενόσω έχει συμφωνηθεί η πληρωμή της απόφασης με δόσεις και ο πιστωτής δεν δικαιούται να εκδώσει ειδοποίηση πτώχευσης μέχρις ότου όλες οι δόσεις έχουν καταστεί πληρωτέες νοουμένου ότι δεν έχει συμφωνηθεί ότι παράλειψη πληρωμής μίας δόσης καθιστά όλο το χρέος άμεσα πληρωτέο και απαιτητό (βλ. σύγραμμα των Williams and Muir Hunter (πιο πάνω), σελ. 33-34 και 39 και In Re H.B.
(1904)1 K.B. 94, Ex p. Feast, 4 Mor. 37, followed in Re Vogel, 109 L.T. 325). Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση London Clubs Ltd κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1699, η πτωχευτική διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο αλλά στην προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε αυτή να χρησιμοποιηθεί όπως ορίζει ο Νόμος για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Στην απόφαση αυτή είχαν ακυρωθεί ειδοποιήσεις πτώχευσης, κατόπιν σχετικών αιτήσεων δυνάμει των Κανονισμών 16-18, καθότι κρίθηκε ότι, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης εκείνης, η πτωχευτική διαδικασία που άρχισαν οι πιστωτές αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας δεδομένου ότι εχρησιμοποιείτο για αλλότριους σκοπούς ολωσδιόλου αντίθετους με αυτούς που σκοπεί η πτωχευτική διαδικασία σύμφωνα με το Νόμο. Στην παρούσα διαδικασία πέραν του ότι δεν καταδείχθηκε ότι η ειδοποίηση πτώχευσης εκδόθηκε για αλλότριους σκοπούς, θεωρώ ότι οι πιστωτές δεν αποκλείοντο από του να προχωρήσουν με την πτωχευτική διαδικασία απλά και μόνο λόγω της ύπαρξης διατάγματος μηνιαίων δόσεων, που εκδόθηκε προς εκτέλεση της επίδικης απόφασης, δεδομένου αφενός ότι η πτωχευτική διαδικασία δεν αποτελεί μέθοδο εκτέλεσης της απόφασης και αφετέρου εφόσον ο οφειλέτης δεν προέβη σε πληρωμή οποιουδήποτε μέρους του οφειλόμενου στους πιστωτές ποσού έστω υπό μορφή δόσεων, τις οποίες συμφώνησε να καταβάλει. Ενόψει όλων των προαναφερθέντων η ένορκη δήλωση που θα ενεργούσε ως αίτηση ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Η πράξη πτώχευσης θεωρείται ότι διαπράττεται με την έκδοση της παρούσας απόφασης. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον του οφειλέτη και υπέρ των πιστωτών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.