← Κύπρος

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΤΩΡΙΔΗ ν. FAIRBROKERS LTD, Αρ.Αγωγής: 8907/03, 18 Ιανουαρίου, 2008

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΤΩΡΙΔΗ ν. FAIRBROKERS LTD, Αρ.Αγωγής: 8907/03, 18 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 8907/03 Μεταξύ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΤΩΡΙΔΗ Ενάγοντος και FAIRBROKERS LTD Εναγομένων ____________________________ 18 Ιανουαρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Θεοφάνης Ανδρέου και κ. Στέφανος Χαραλάμπους. Για τους Εναγόμενους: κα Δώρα Κωνσταντίνου για Πελαγία, Χριστοδούλου, Βράχα & Σία. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα εμπίπτει στην κατηγορία των υποθέσεων που αφορούν χρηματιστηριακές διαφορές που προέκυψαν πριν από μερικά χρόνια όταν η ενασχόληση με το Χρηματιστήριο ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Οι εδώ ισχυρισμοί του ενάγοντος ως προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης, εν συντομία, είναι οι εξής: Στις 27.7.2000 βάσει πληρεξουσίου εγγράφου (που στη δίκη κατατέθηκε ως τεκμήριο 4), διόρισε την εναγόμενη εταιρεία, που τότε εκτελούσε χρηματιστηριακές συναλλαγές όντας και εγγεγραμμένο μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), να αγοράζει και να πωλεί εκ μέρους του μετοχές, οι τίτλοι των οποίων ήταν εισηγμένοι στο ΧΑΚ. Προϋπόθεση για την εκτέλεση συναλλαγής ήταν να προϋπήρχε επ' αυτού ρητή εντολή και/ή οδηγία του ενάγοντος. Στα πλαίσια της πιο πάνω συνεργασίας η εναγόμενη στις 29.8.2000 δια του υπαλλήλου της Ριχάρδου Λιάτσου, ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι προτίθετο να αγοράσει για λογαριασμό του 10.757 μετοχές της εταιρείας Europrofit Capital Investment Ltd. Στο άκουσμα και μόνο του ονόματος της πιο πάνω εταιρείας, ο ενάγων όχι απλώς δεν συγκατατέθηκε στο να γίνει η αγορά αλλά διαβίβασε την έντονη αντίθεση και απαγόρευση του αφού είχε έντονες επιφυλάξεις σε σχέση με την επικερδότητα μιας τέτοιας επένδυσης. Έδωσε δε ρητή εντολή για ακύρωση και ανάκληση της επικείμενης πράξης. Ο προαναφερθείς υπάλληλος διαβίβασε έγκαιρα την εντολή του ενάγοντος στον διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας Χρίστο Ηλιάδη, ο οποίος εκείνη την ώρα μαζί με τον Ριχάρδο Λιάτσο και ακόμα ένα χρηματιστή βρισκόντουσαν στο πάτωμα του Χρηματιστηρίου αφού επρόκειτο να ξεκινήσει η χρηματιστηριακή συνάντηση της ημέρας. Παρόλα ταύτα η εναγόμενη αμέλησε και/ή παρέλειψε να ακολουθήσει την εντολή του ενάγοντος και παράνομα και αυθαίρετα προχώρησε στην αγορά των εν λόγω μετοχών, καταβάλλοντας από τον χρηματιστηριακό λογαριασμό του ενάγοντος το τίμημα αγοράς που ανήλθε στις £32.948,03 σεντ. Περαιτέρω η εναγόμενη στις 30.8.2000 και πάλι παράνομα και αυθαίρετα και/ή χωρίς την έγκριση και συγκατάθεση του ενάγοντος προχώρησε στην αγορά άλλων 7.000 μετοχών της ίδιας εταιρείας, καταβάλλοντας αυτή τη φορά από το λογαριασμό του ενάγοντος το ποσό των £19.790,42 σεντ. Το ίδιο έπραξε και στις 4.9.2000 αγοράζοντας αυτή τη φορά 2.243 μετοχές της εν λόγω εταιρείας έναντι του ποσού των £5.771,37 σεντ, τις οποίες πλήρωσε και πάλι από το λογαριασμό του ενάγοντος. Συνολικά δηλαδή αγοράστηκαν επ' ονόματι του ενάγοντος 20.000 μετοχές της Europrofit Capital Investment Ltd έναντι του ποσού των £58.509,82 σεντ. Ακολούθως και συγκεκριμένα κατά την περίοδο 18.9.2000 μέχρι 28.12.2000, η εναγόμενη και πάλι παράνομα και αυθαίρετα και/ή χωρίς την έγκριση και συγκατάθεση του ενάγοντος, προχώρησε στην πώληση των πιο πάνω μετοχών εισπράττοντας το συνολικό ποσό των £25.859,68 σεντ. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο ενάγων υπέστη συνολική ζημιά ύψους £32.650,14 σεντ. Κατά την πιο πάνω περίοδο ο ενάγων επιχείρησε αρκετές φορές να συναντήσει τον διευθυντή της εναγόμενης έτσι ώστε ο τελευταίος να τον ενημερώσει σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εκ μέρους του συναλλαγές, πλην όμως με διάφορες προφάσεις, απέφευγε τη συνάντηση. Τελικώς οι δύο άντρες στην παρουσία και του κ. Λιάτσου, συναντήθηκαν περί τις αρχές του

  1. Αφού ο ενάγων ενημερώθηκε για τις πραγματοποιηθείσες συναλλαγές, εκφράζοντας συνάμα την έντονη δυσφορία και διαφωνία του, ο κ. Ηλιάδης αναγνώρισε το λάθος της εναγόμενης, ανέλαβε εκ μέρους της να αποζημιώσει τον ενάγοντα αλλά ζήτησε πίστωση χρόνου μέχρι τις 31.12.
  2. Κατά τη χρονική αυτή περίοδο, συμφωνήθηκε όπως η εναγόμενη κατά την απόλυτη της κρίση συνεχίσει να πραγματοποιεί αγοραπωλησίες μετοχών εξ ονόματος του ενάγοντος και σε περίπτωση που πραγματοποιείτο κέρδος, να λογίζετο έναντι της ήδη συντελεσθείσας ζημιάς αλλά σε περίπτωση ζημιάς να την αναλάμβανε εξ ολοκλήρου η εναγόμενη. Έτσι και έγινε. Δόθηκε η ευκαιρία στην εναγόμενη μέχρι τις 31.12.2001 να διορθώσει την κατάσταση, αλλά αντ' αυτού προέκυψαν περαιτέρω ζημιές, σε σχέση με τις οποίες ο ενάγων επιφυλάσσει μάλιστα το δικαίωμα να τις διεκδικήσει με ξεχωριστή αγωγή. Ο ενάγων ζήτησε επανειλημμένα από την εναγομένη όπως του καταβάλει το ποσό των £32.650,14 σεντ, πλην όμως η τελευταία παρέλειψε να ανταποκριθεί εξού και η υποβολή της παρούσας απαίτησης με την οποία διεκδικεί το εν λόγω ποσό μετά τόκων και εξόδων. Προτού παραθέσω την εκδοχή της εναγομένης σε σχέση με τα πιο πάνω είναι πολύ σημαντικό να σημειώσω πως ο συνήγορος του ενάγοντος, κυριολεκτικά την υστάτη, κατά την τελική του αγόρευση δηλαδή, περιόρισε την απαίτηση του ενάγοντος σε £18.881,48 σεντ αποδίδοντας τη διαφοροποίηση "σε καλόπιστο λάθος στον υπολογισμό της ζημιάς". Η πραγματική ζημιά εξήγησε προκύπτει από τη δοθείσα μαρτυρία και την κοινώς αποδεχθείσα κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 2) όπου φαίνονται όλες οι συναλλαγές της επίμαχης περιόδου. Οι ισχυρισμοί της εναγόμενης ως προκύπτουν από την Έκθεση Υπεράσπισης είναι απλοί. Παραδέχεται όλα τα προκαταρκτικά που αφορούν στα της συνεργασίας της με τον ενάγοντα αλλά αρνείται όλα τα ουσιώδη που αφορούν στις κατ' ισχυρισμό παράνομες, αυθαίρετες και χωρίς εντολή αγοραπωλησίες μετοχών και δη της εταιρείας Europrofit Capital Investment Ltd. Όλες οι πράξεις, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων επιμένει, γίνονταν με την εντολή του ενάγοντος. Ο ενάγων τις διαβίβαζε στον κ. Λιάτσο του οποίου ήταν πελάτης και ο κ. Λιάτσος είτε τις εκτελούσε προσωπικά (όταν απέκτησε δικό του τερματικό), είτε τις διαβίβαζε στον χρηματιστή της εταιρείας Δημήτρη Μαλάη προς εκτέλεση. Ο κ. Ηλιάδης ουδέποτε επενέβη ή είχε οποιανδήποτε προσωπική ανάμειξη στις πράξεις του ενάγοντος και οι περί αυτού ισχυρισμοί του ενάγοντος είναι αναληθείς και κακόβουλοι. Τέλος η εναγόμενη αρνείται τα περί της συνάντησης μεταξύ ενάγοντος και κ. Ηλιάδη στις αρχές του 2001 όπως κατ' επέκταση αρνείται την οποιαδήποτε ανάληψη ευθύνης και προσπάθειας επανόρθωσης από μέρους της εναγόμενης. Για τους λόγους τούτους ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Με βάση τους πιο πάνω ισχυρισμούς η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση αφού προηγουμένως πέρασε και από τον Ανώτατο Δικαστήριο σε σχέση με εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, το οποίο παρεμπιπτόντως παραμένει σε ισχύ. Για τον ενάγοντα κατέθεσε ο Ριχάρδος Λιάτσος (Μ.Ε.1) και ο ίδιος, Κωνσταντίνος Κτωρίδης (Μ.Ε.2). Για την εναγόμενη εταιρεία κατέθεσε ο διευθυντής της Χρίστος Ηλιάδης (Μ.Υ.1), η τότε υπάλληλος Κατερίνα Νικολάου (Μ.Υ.2) και ο χρηματιστής Δημήτρης Μαλάης (Μ.Υ.3). Δεν θα επιχειρήσω να καταγράψω σε έκταση τη μαρτυρία των προαναφερθέντων προσώπων καθ' ότι κάτι τέτοιο θα ήταν ανώφελο και εν πολλοίς αντιπαραγωγικό. Νοείται βέβαια πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α v. Παπαδόπουλου

(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Το ίδιο ισχύει κατ' αναλογία σε ότι αφορά τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων, τις οποίες, αφού κατατέθηκαν και γραπτώς, είχα την ευκαιρία να διεξέλθω με κάθε προσοχή. Θα προχωρήσω επομένως απευθείας με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, παραπέμποντας εκεί και όπου χρειάζεται σε επιμέρους πτυχές της δοθείσας μαρτυρίας και σε εκατέρωθεν επιχειρήματα. Ως γενικό σχόλιο μπορεί να λεχθεί ότι η αξιολόγηση είναι εγχείρημα λεπτό και δύσκολο. Για να καταλήξει σε συμπεράσματα επί του προκειμένου, το δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του και εφαρμόζει καθιερωμένες από τη Νομολογία, αρχές αξιολόγησης. Ενδείξεις αληθείας αποτελούν η εν γένει λογικότητα, η φυσικότητα, η συνοχή, η σταθερότητα, η απουσία αντιφάσεων και υπεκφυγών και γενικά η πειστικότητα και καλή συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα. Υπόψη λαμβάνονται επίσης η επαφή και η σχέση του μάρτυρος με το αντικείμενο, τυχόν κίνητρα ή διακυβευόμενα συμφέροντα και γενικά οι λόγοι που είχε να ξέρει ή να θυμάται αυτά τα οποία κατέθεσε. Πέραν του ατομικού λόγου υπέχει σημασίας βεβαίως και η ύπαρξη ή μη συνάφειας, αλληλουχίας και συνοχής στους ευρύτερους κόλπους μιας προβαλλόμενης εκδοχής (βλ. Στυλιανίδης v. Χ"Πιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ.1056). Σε σχέση με τους Μ.Ε.1 και 2, η μαρτυρία των οποίων συναποτελεί το θεμέλιο της όλης αγωγής, το ζήτημα που κυριαρχεί στη σκέψη μου και που αναμφίβολα δημιουργεί ερωτήματα σε σχέση με την αξιοπιστία αμφοτέρων είναι η δραστική μείωση της απαίτησης από £32.650,14 σεντ σε £18.881,48 σεντ και τα όσα αυτή συνεπάγεται, που έγινε κατά την τελική αγόρευση του συνηγόρου του ενάγοντος αποδίδοντας τη μείωση "σε καλόπιστο λάθος στον υπολογισμό της ζημιάς". Η μείωση αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα ανεπαίσθητο συγχωρετέο μαθηματικό σφάλμα που μπορεί να παραγνωρισθεί από το δικαστήριο έτσι ώστε να μην επηρεάζεται η γενικότερη απαίτηση του ενάγοντος. Το ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο και εξέταση των διαφόρων παραμέτρων του, για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως μετά, καταδεικνύει ότι πρόκειται για ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας για την όλη υπόθεση. Πέραν του αριθμητικού χάσματος μεταξύ των δύο ποσών, αφού το τελικώς διεκδικούμενο είναι σχεδόν £14.000,00 σεντ λιγότερο από το αρχικώς διεκδικούμενο, γεγονός που από μόνο του δημιουργεί αμηχανία, προκύπτουν και άλλα ερωτήματα. Το αρχικώς διεκδικούμενο ποσό αναφέρεται επανειλημμένως τόσο στην Έκθεση Απαιτήσεως ημερ. 18.8.2003 όσο και στην Αίτηση για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος ίδιας ημερομηνίας. Βάσει της αξίωσης αυτού του ποσού, ο ενάγων πέτυχε τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση διάταγμα που δέσμευε και που ακόμα δεσμεύει ποσό £35.000,00 σεντ της εναγόμενης εταιρείας που είναι κατατεθειμένο στο ΧΑΚ. Αυτό είναι το συνολικό ποσό που η εναγόμενη κατέθεσε βάσει της τότε ισχύουσας νομοθεσίας ως εγγύηση για τις χρηματιστηριακές της συναλλαγές. Η εγγύτητα αυτού του ποσού με το αρχικώς διεκδικούμενο ποσό των £32.650,14 σεντ, που τώρα, ως η ίδια η πλευρά του ενάγοντος ομολογεί, πόρρω απέχει από την πραγματικότητα, κάθε άλλο παρά σε καλοπιστία παραπέμπει. Αυτού λεχθέντος δεν είναι πρόθεση ή έργο του παρόντος δικαστηρίου σε τούτο το στάδιο να επανανοίξει ζητήματα που έχουν αποφασισθεί και μάλιστα τελεσίδικα. Ωστόσο το ζήτημα δεν τελείωσε με την εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος. Στην ακρόαση τόσο ο Μ.Ε.1 όσο και ο Μ.Ε.2 υιοθετώντας γραπτή κατάθεση που είχαν ετοιμάσει προηγουμένως, προέβησαν στη σχετική μαθηματική πράξη και υποστήριξαν ενόρκως πως το οφειλόμενο πόσο είναι £32.650,14 σεντ. Τη θέση αυτή τη διατήρησαν, με ιδιαίτερη επιμονή μάλιστα, μέχρι τέλους. Ο Μ.Ε.2 (ο ενάγων δηλαδή) παρέπεμψε στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 2) για να πλαισιώσει τον ισχυρισμό του. Περιέργως πρόκειται για την ίδια ακριβώς κατάσταση που επικαλέστηκε ο συνήγορος στο τέλος της δίκης για να δικαιολογήσει τη μείωση. Την κατάσταση αυτή, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του ενάγοντος, την εξασφάλισε περί τον Φεβρουάριο του 2002, ενάμιση χρόνο δηλαδή πριν την καταχώρηση της αγωγής (18.8.2003) και σχεδόν πέντε χρόνια πριν την κατάθεση του στο δικαστήριο (1.11.2006). Πώς είναι δυνατό το δικαστήριο να αξιολογήσει θετικά ένα άνθρωπο (που ως διαφάνηκε γνωρίζει πολύ καλά τα χρηματιστηριακά δρώμενα), που κρατούσε για σχεδόν πέντε χρόνια μια κατάσταση λογαριασμού και επικαλούμενος την μάλιστα ανέφερε ότι η ξεκαθαρισμένη απαίτηση του εναντίον της εναγόμενης είναι £32.650,14 σεντ, όταν μερικούς μήνες αργότερα (9.5.2007) ο συνήγορος του, επικαλούμενος την ίδια ακριβώς κατάσταση ανέφερε πως η απαίτηση του τελικώς είναι £18.881,48 σεντ; Τα ίδια ισχύουν βέβαια και για τον Μ.Ε.1 που ταυτίστηκε επί του προκειμένου με τον Μ.Ε.2, από πιο αρμόδια θέση μάλιστα αφού αυτός ήταν ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των μερών αλλά και το πρόσωπο που κατέθεσε στο δικαστήριο την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει ούτε εδώ. Στον πυρήνα της Έκθεσης Απαίτησης και της δια ζώσης μαρτυρίας των δύο προαναφερθέντων μαρτύρων, είναι ο ισχυρισμός πως ο διευθυντής της εναγόμενης Μ.Υ.1, αναγνώρισε το λάθος της εναγόμενης και ανέλαβε εκ μέρους της να αποζημιώσει τον ενάγοντα. Ο ισχυρισμός αυτός τόσο στο δικόγραφο όσο και στην ακρόαση από τους Μ.Ε.1 και 2 συνδέθηκε με το αρχικώς διεκδικούμενο ποσό των £32.650,14 σεντ. Είναι αυτό το ποσό που υποτίθεται αναγνώρισε και ανέλαβε να επιστρέψει ο Μ.Υ.1, ζητώντας απλώς παράταση χρόνου για να μπορέσει να το πράξει. Πώς είναι δυνατό λοιπόν ο Μ.Υ.1 να αναγνώρισε και να ανέλαβε μια τέτοια δέσμευση όταν χρόνια μετά, η πλευρά του ενάγοντος ομολογεί πως τέτοια απαίτηση δεν υφίσταται και πως το πραγματικό ποσό που οφείλεται είναι μόλις £18.881,48 σεντ; Συναφώς πως μπορεί η πιο πάνω αναφορά των μαρτύρων να αποδοθεί σε "καλόπιστο λάθος στον υπολογισμό της ζημιάς"; Μήπως η ρητή και σαφής αναφορά των μαρτύρων σε αναγνώριση και ανάληψη υποχρέωσης από μέρους του Μ.Υ.1 να αποζημιώσει τον ενάγοντα για ποσό £32.650,14 σεντ να οφείλεται σε καλόπιστο σφάλμα; Η απάντηση είναι προδήλως αρνητική. Οι μάρτυρες στο συγκεκριμένο ζήτημα περιέγραφαν ένα υποτιθέμενο γεγονός που βίωσαν ιδίοις όμμασι και δεν προέβαιναν σε μαθηματικούς υπολογισμούς ώστε να ετίθετο ζήτημα λάθους. Πέραν των όσων έχω προαναφέρει, που από μόνα τους σφραγίζουν αρνητικά την εντύπωση που μου προξένησαν οι Μ.Ε.1 και 2, θα πρέπει να προσθέσω πως και η εν γένει εκδοχή που προέβαλαν ενώπιον του δικαστηρίου είναι ασυμβίβαστη με τη λογική και ουδόλως πειστική. Θέση αμφοτέρων υπενθυμίζω, ήταν ότι όλα κυλούσαν ομαλά μέχρι τις 29.8.
  1. Εκείνη την ημέρα η εναγόμενη δια του Μ.Υ.1 προς εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων, αποφάσισε να αγνοήσει και να αθετήσει ρητές απαγορευτικές εντολές του ενάγοντος και προχώρησε έτσι στην αγορά των μετοχών της Europrofit Capital Investment Ltd. Αν και μια τέτοια ενέργεια θα ήταν άκρως αντιδεοντολογική, σκανδαλώδης θα έλεγα, δόθηκε μια λογικοφανής εξήγηση και έτσι δεν αποκλείεται και να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τα όσα φέρεται να έπραξε στη συνέχεια η εναγόμενη. Δηλαδή αν στις 29.8.2000 είχε ιδιοτελή συμφέροντα να εξυπηρετήσει μη ακυρώνοντας την εντολή αγοράς, τί συμφέρον είχε στις 30.8.2000 και στις 4.9.2000 όπου φέρεται αυτοβούλως να προχώρησε στην αγορά περαιτέρω μετοχών της Europrofit και μάλιστα αυτή τη φορά εν αγνοία και του Μ.Ε.
  2. Καμία λογική εξήγηση επ' αυτού δεν δόθηκε; Ο Μ.Ε.1 πιθανολογώντας ανέφερε ακροθιγώς πως ίσως η εναγόμενη να ήθελε να μειώσει τη ζημιά που προκλήθηκε στις 29.8.
  3. Η εξήγηση αυτή όμως δεν βρίσκει έρεισμα στο τεκμήριο 2 ούτε και συμβιβάζεται με τον σκιαγραφούμενο χαρακτήρα ενός προσώπου, του Μ.Υ.1 δηλαδή, ο οποίος προς εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων, φερόταν τις αμέσως προηγούμενες ημέρες ασύστολα να αγνόησε ρητές εντολές πολύ καλού πελάτη της εναγόμενης. Φρονώ πως ένα τέτοιο πρόσωπο δεν θα πολυενδιαφερόταν να επανορθώσει την όποια προκληθείσα ζημιά. Στην ίδια ακριβώς βάση προκύπτει και το συναφές ερώτημα. Για ποιο λόγο και με βάση ποια λογική η εναγόμενη ανέλαβε για το επόμενο τετράμηνο (από τον 9/2000-12/2000) πλήρως τα ηνία του λογαριασμού του εναγομένου και αυτόβουλα και αυτόκλητα, εν αγνοία τόσο του ενάγοντος όσο και του Μ.Ε.1, επιδόθηκε σε ένα πραγματικό όργιο αγοραπωλησίας τίτλων, όχι μόνο της Europrofit, αλλά και πολλών άλλων εταιρειών; Ούτε και επ' αυτού δόθηκε κάποια σοβαρή εξήγηση. Η εξήγηση της μείωσης της αρχικής ζημιάς φαντάζει ακόμα πιο παράξενη και παράλογη. Επομένως και για αυτούς τους ουσιώδεις λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και
  4. Προτού κλείσω με την αξιολόγηση των Μ.Ε.1 και 2, υπάρχει ακόμα ένα ζήτημα το οποίο αξίζει αναφοράς. Για να τεθεί στη σωστή του διάσταση να υπενθυμίσω πρώτα ότι ένας από τους βασικούς ισχυρισμούς των Μ.Ε.1 και 2 ήταν ότι, μετά τη συνάντηση του Ιανουαρίου του 2001 μεταξύ ενάγοντος και Μ.Υ.1, η εναγόμενη σε μια προσπάθεια να επανορθώσει τα πράγματα, ανέλαβε καθ' όλη τη διάρκεια του 2001 την πλήρη και αποκλειστική διαχείριση του λογαριασμού του ενάγοντος. Κατά την περίοδο αυτή, ως προκύπτει από την κατάσταση (τεκμήριο 2), έγιναν σχεδόν εκατόν χρηματιστηριακές πράξεις. Ούτε ο ενάγων ούτε ο Μ.Ε.1 είχαν οποιανδήποτε ανάμειξη στα τεκταινόμενα και τις εκτελεσθείσες πράξεις της περιόδου αυτής αφού σε περίπτωση περαιτέρω ζημιάς, θα την αναλάμβανε αποκλειστικά η εναγόμενη. Ο ενάγων πέραν της δωδεκάμηνης παράτασης δεν είχε τίποτε άλλο να χάσει. Εν αναμονή συνεπώς των αποτελεσμάτων αυτού του εγχειρήματος, είναι λογικό να συμπεράνει κανείς και έτσι προκύπτει από τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2, πως η απευθείας συνεργασία ενάγοντος και εναγομένης κατά κάποιο τρόπο ανεστάλη προσωρινά. Κατ' επέκταση λογικώς εχόντων των πραγμάτων δεν πρέπει να είχαν οποιεσδήποτε ενδιάμεσες δοσοληψίες. Και όμως είχαν. Μεσούσης της περιόδου, η εναγόμενη εξέδωσε προς όφελος του ενάγοντος την επιταγή ημερ.18.4.2001 για ποσό £35.522,69 σεντ (τεκμήριο 5). Η επιταγή αυτή κατατέθηκε με πρωτοβουλία της πλευράς του ενάγοντος για να καταρρίψει κάποιο ισχυρισμό του Μ.Υ.1, που εδώ δεν ενδιαφέρει. Ενδιαφέρει όμως το γεγονός ότι η έκδοση και μόνο της εν λόγω επιταγής είναι χρονικά άτοπη και εντελώς ασυμβίβαστη με το προαναφερθέν σκέλος της εκδοχής των Μ.Ε.1 και
  5. Για όλους λοιπόν τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία τόσο του Μ.Ε.1 όσο και του Μ.Ε.
  6. Η κατάληξη αυτή ουσιαστικά σφραγίζει και την τύχη της υπόθεσης, αφού δεν απομένει μαρτυρία προς απόδειξη της απαίτησης. Ωστόσο για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω και στην αξιολόγηση των λοιπών μαρτύρων. Ο Μ.Υ.1 σε γενικές γραμμές μου προξένησε καλή εντύπωση. Παρέμεινε σταθερός και η μαρτυρία του ακλόνητη στα καίρια σημεία της υπόθεσης, μεταξύ αυτών, στο ότι ουδέποτε παρενέβη ο ίδιος στις οδηγίες του ενάγοντος. Τα διάφορα ζητήματα που εγείρει ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντος στην αγόρευση του δεν αφορούν κεντρικά ζητήματα της αντιδικίας και έτσι ακόμα και αν σε κάποια εξ αυτών ο μάρτυρας δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής, πράγμα που δεν αποκλείεται, δεν δικαιολογείται η εν γένει απόρριψη της μαρτυρίας του ως αναξιόπιστη. Επ' αυτού να σημειώσω πως ακόμα και αν ο μάρτυρας κρινόταν αναξιόπιστος αυτό δεν θα αποτελούσε ένδειξη αξιοπιστίας των Μ.Ε.1 και
  7. Η αξιολόγηση δεν γίνεται σε απευθείας αντιπαραβολή μεταξύ των μαρτύρων. Πολύ συχνά "αντίπαλοι" μάρτυρες ή ακόμα και οι αντιμαχόμενοι διάδικοι, ο κάθε ένας για δικούς του λόγους, λένε ψέματα με αποτέλεσμα το δικαστήριο να μην αποδέχεται καμιά εκδοχή. Τούτο το επισημαίνω διότι σε αρκετά σημεία της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντος, προβάλλεται ο ισχυρισμός με παραπομπή στη μαρτυρία ότι, η εκδοχή του ενάγοντος είναι "τουλάχιστον...πιο λογική και πιθανή". Η Μ.Υ.2 δεν μου προξένησε καλή εντύπωση. Σε μια προσπάθεια ίσως να βοηθήσει την πλευρά της εναγόμενης ήταν καταφανώς υπερβολική σε ότι αφορά τις επαφές που φέρεται να είχε με τον ενάγοντα. Ισχυρίστηκε ότι τον γνωρίζει αφού επισκεπτόταν πολύ συχνά το χρηματιστηριακό γραφείο της εναγόμενης και πως του έδινε καταστάσεις λογαριασμού. Σίγουρα κάποια επαφή μεταξύ τους υπήρχε, πράγμα που προκύπτει εξάλλου και από τη μαρτυρία του ενάγοντος, όχι όμως της εγγύτητας και συχνότητας που η ίδια υποστήριξε. Τούτο ενισχύεται από το ότι δεν αναγνώρισε τον ενάγοντα στην αίθουσα του Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι την ώρα που της ζητήθηκε να το πράξει, οι εκεί παριστάμενοι ήταν ελάχιστοι. Ο Μ.Υ.3 μου προξένησε ιδιαιτέρως καλή εντύπωση. Ήταν σταθερός και πειστικός στα κεντρικά σημεία της υπόθεσης. Σε αντιδιαστολή της εισήγησης του συνηγόρου του ενάγοντος, θεωρώ πως έδειξε να γνωρίζει και πολύ καλά το αντικείμενο της ενασχόλησης του. Ο μάρτυρας αυτός χαρακτηρίστηκε από την πλευρά του ενάγοντος ως "πλήρως αναξιόπιστος". Παράλληλα υποστηρίχθηκε ότι η μαρτυρία του "επιβεβαίωσε και/ή ενίσχυσε" τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και
  8. Δηλαδή και πάλι θεωρήθηκε ότι η κατ' ισχυρισμό αναξιοπιστία του μάρτυρος αποτελούσε ένδειξη αξιοπιστίας των Μ.Ε.1 και
  9. Κάτι τέτοιο επαναλαμβάνω δεν ισχύει. Έρχομαι τώρα για ακαδημαϊκούς περισσότερο λόγους να αναφερθώ και στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης στην αγόρευση της, όχι αδικαιολόγητα νομίζω, σχολιάζει ιδιαιτέρως τη σύγχυση που προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης σε ότι αφορά τη νομική βάση της αγωγής. Είναι γεγονός ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη σαφήνεια στο ζήτημα αυτό. Στο παρακλητικό αλλά και στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης, γενικά και αόριστα γίνεται αναφορά: (α) σε "παράβαση όλων των σχετικών Νόμων και Κανονισμών δεοντολογίας", β) σε "παράβαση όλων των νενομισμένων καθηκόντων και υποχρεώσεων της εναγόμενης, και (γ) στο "ότι η εναγόμενη ενήργησε παράνομα, αυθαίρετα, αμελώς......" Αυτή είναι η νομική βάση που προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, η οποία σε αντίθεση με τα όσα επιτάσσουν οι κανόνες δικογράφησης, κάθε άλλο παρά συγκεκριμένη μπορεί να χαρακτηριστεί. Όπως και να έχουν τα πράγματα σε περιπτώσεις όπως την παρούσα η αιτία αγωγής είναι συνήθως ή η σύμβαση συνεργασίας και παροχής υπηρεσιών ή το αστικό αδίκημα της αμέλειας, αναλόγως της προέλευσης του καθήκοντος επιμέλειας. Στην πρώτη περίπτωση το καθήκον επιμέλειας προκύπτει από την ίδια τη σύμβαση ενώ στη δεύτερη είναι ανεξάρτητο από σύμβαση και επιβάλλεται στα μέρη από τον Νόμο. Εδώ κρίνοντας από το γεγονός πως δεν παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων, στοιχεία απαραίτητα για θεμελίωση αγωγής στηριζόμενης σε τέτοιες θέσεις, συμπεραίνω ότι η βάση της αγωγής είναι η παράβαση σύμβασης. Τούτο εξάλλου προκύπτει και από την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του ενάγοντος όπου γίνεται επίκληση του πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 27.7.2000 (τεκμήριο 4) και ειδικά του όρου που αναφέρεται σε εντολές του ενάγοντος. Στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence (8η έκδοση), παράγραφοι 8-198 και 8-199 αναφέρονται σε σχέση με τα γενικά καθήκοντα των χρηματιστών τα ακόλουθα: 8-198: "General liability of stockbrokers. With regard to the customer, a stockbroker's duty lies primarily in contract and stockbrokers are liable for failing to use that skill and diligence, which a reasonably competent and careful stockbroker would exercise. The stockbroker's duty includes that of ascertaining with reasonable accuracy facts, relating to any particular transaction, and transmitting them to the customer. If the latter suffers loss by the stockbroker's breach of duty, it matters not whether the stockbroker had acted innocently or fraudulently". 8-199: "There can be no room for doubt that since the decision in Hedley Byrne & Co. Ltd n. Heller & Partners Ltd
(1963)2 All E.R. 575 H.L. a stockbroker also owes a duty in tort to his customer." Συνεπώς δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε περίπτωση που ένας χρηματιστής εκτελούσε πράξεις χωρίς εντολή, βάσει ενός πληρεξουσίου εγγράφου όπως το τεκμήριο 4, θα είχε ευθύνη έναντι του πελάτη του για την όποια προκληθείσα ζημιά. Υπάρχει όμως και μια άλλη παράμετρος στο ζήτημα η οποία αξίζει αναφοράς. Η προβληθείσα θέση του ενάγοντος ήταν ότι τον Ιανουάριο του 2001 συναντήθηκε με τον Μ.Υ.1 και παρά τις από μέρους της εναγόμενης προηγηθείσες και αλλεπάλληλες παραβιάσεις του πληρεξουσίου εγγράφου (τεκμήριο 4) με τις χωρίς εντολή αγοραπωλησίες μετοχών, συμφώνησε να της επιτρέψει να συνεχίσει να πράττει το ίδιο για ακόμα ένα χρόνο, υπό την προϋπόθεση όμως πως στο τέλος του χρόνου
(2001), θα τον αποζημίωνε για την ήδη συντελεσθείσα ζημία και πως η ίδια (η εναγόμενη) θα επωμιζόταν αποκλειστικά τυχόν περαιτέρω ζημιά. Τελικώς υπήρξε υποτίθεται περαιτέρω ζημιά και έτσι στηριζόμενος και πάλι στο τεκμήριο 4 διεκδίκησε την αρχική ζημιά. Να το θέσω και αλλιώς. Ενώ ο ενάγων για ένα ολόκληρο χρόνο δέχθηκε την αδρανοποίηση του όρου του πληρεξουσίου εγγράφου (τεκμήριο 4) που επέβαλλε όπως οι συναλλαγές γίνονταν βάσει μόνο των δικών του ρητών εντολών, στη συνέχεια τον επανέφερε και στηριζόμενος αποκλειστικά σ' αυτόν υπέβαλε την παρούσα απαίτηση. Συμβατικά ομιλούντες θεωρώ πως τέτοια συμπεριφορά είναι απαράδεκτη. Επομένως ακόμα και δεκτή να γινόταν η εκδοχή του, αν η εναγόμενη αναδείκνυε δικογραφικά (βλ. Λάμπρου κ.α. ν. Κεφάλα
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1516) ζήτημα κωλύματος (waiver), η αγωγή πάλι θα κατέληγε σε απόρριψη. Επ' αυτού αναφέρονται στο σύγγραμμα J. Beatson Anson's Law of Contract (27η έκδοση), σελ. 496 τα εξής: "A party who voluntarily agrees to forbear from insisting on the mode of performance or timed fixed by the contract or forbears from so insisting, will be held to have waived the right to require that the contract be performed by the other party in accordance with its terms." Παρομοίως στην υπόθεση Hadjiyiannis v. Attorney General
(1970)1 C.L.R. 32 εξηγείται πως η επίκληση του δόγματος του κωλύματος γίνεται όταν με λέξεις ή τη συμπεριφορά του το ένα μέρος σε μια συνδιαλλαγή υπόσχεται ή διαβεβαιώνει το άλλο μέρος κάτι το οποίο θα επηρεάσει τις νομικές τους σχέσεις και το άλλο μέρος ενεργήσει βασιζόμενος στην υπόσχεση ή διαβεβαίωση αυτή, μεταβάλλοντας τη θέση του προς ζημία του. Σε τέτοια περίπτωση στο μέρος το οποίο υπεσχέθη ή διαβεβαίωσε δεν θα επιτραπεί να ενεργήσει με ασυνέπεια (βλ. επίσης Shiakolas v. Michaelides and Another
(1967)1 C.L.R. 290 και Πελεκάνου κ.α. ν. Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1768). Να υπενθυμίσω εδώ πως βάσει του προβαλλόμενου ισχυρισμού είναι η εναγόμενη που θα επωμιζόταν την περαιτέρω ζημιά, ενδεχόμενο που δεν υπήρχε αν ο ενάγων τερμάτιζε πάραυτα τη μεταξύ τους συνεργασία. Δεν διακρίνω άλλα ζητήματα προς σχολιασμό και έτσι στο σημείο τούτο η αγωγή για τους λόγους που εξήγησα απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντος. Το προσωρινό διάταγμα παύει να ισχύει. (Υπ) .............................. Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.