FURCO (FURNISHINGS) LTD ν. Μάρως Πυρκεττή, Αρ. Αγωγής: 6158/2007, 25 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6158/2007 Μεταξύ: FURCO (FURNISHINGS) LTD Εναγόντων και Μάρως Πυρκεττή Εναγομένης . . . . . . . Αίτηση ημερ. 26.6.07 για διαγραφή της Ενάγουσας κ.λ.π. Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια/Εναγόμενη: κα. Ε. Χριστοφίδου για κ.κ. Lica Law Partners Orphanides. Για την Καθ΄ης η αίτηση/Ενάγουσα: κ. Μακρίδης για κ.κ. Βορκάς και Μηλιώτου. . . . . . . ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται η διαγραφή του ονόματος της Ενάγουσας από το κλητήριο ένταλμα, και/ή η ακύρωση και/ή η απόρριψη της αγωγής και/ή του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου και η αναστολή των διαδικασιών (stay of proceedings) στην παρούσα αγωγή. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται το πιο πάνω αίτημα δεν αναγράφονται στην αίτηση αλλά αναφέρονται στις δύο ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση: της Εναγομένης και του Κωνσταντίνου Πυρκεττή. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, θ.26 και Δ.27 θ.
- Στο κυρίως σώμα της αίτησης παρατίθεται και ο περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ.
- Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Εναγομένης, αυτή ήταν μια από τους ιδρυτές της Ενάγουσας, συμμετέχοντας τόσο στη μετοχική όσο και στη διοικητική δομή της τελευταίας. Σε μεταγενέστερο στάδιο η Εναγόμενη μεταβίβασε το μετοχικό της κεφάλαιο στα παιδιά της και συγκεκριμένα το 20% στο γιο της Κωνσταντίνο Πυρκεττή, ο οποίος είναι σήμερα ένας από τους τέσσερεις διοικητικούς συμβούλους της Ενάγουσας, και το 10% στη θυγατέρα της Μόνα Χαραλαμπίδου και, κατά συνέπεια, σήμερα δεν συμμετέχει ούτε στη μετοχική ούτε στη διοικητική δομή της εταιρείας. Η ομνύουσα στη συνέχεια αναφέρει πως, καθώς την ενημερώνει ο γιος της Κωνσταντίνος Πυρκεττής, εξ όσων ο τελευταίος γνωρίζει, δεν συνεκλήθη οποιοδήποτε Διοικητικό Συμβούλιο της Ενάγουσας για λήψη απόφασης για έγερση της παρούσας αγωγής εναντίον της. Κατά συνέπεια, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή ηγέρθη άνευ εξουσιοδοτήσεως της Ενάγουσας. Περαιτέρω η Ενάγουσα αναφέρει ότι, όπως την ενημερώνει ο εν λόγω γιος της, ο τελευταίος ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε πρόσκληση για συμμετοχή σε οποιαδήποτε συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας σχετικά με τη λήψη απόφασης για έγερση της παρούσας αγωγής εναντίον της. Κατά συνέπεια, σύμφωνα πάντοτε με την ομνύουσα, ακόμα και αν υπάρχει απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας για έγερση της παρούσας αγωγής, αυτή λήφθηκε παράτυπα, ήτοι χωρίς την ενημέρωση και συμμετοχή ενός εκ των τεσσάρων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας. Η ένορκη δήλωση της Εναγομένης ουσιαστικά επιβεβαιώνεται από την ένορκη δήλωση του γιου της Κωνσταντίνου Πυρκεττή. Ο ομνύων αναφέρει περαιτέρω ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Ενάγουσας απαρτίζεται από τον ίδιο και τους Στέφανο Αγγελίδη, Μιχάλη Αγγελίδη και Κώστα Αγγελίδη. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση επισυνάπτονται ως τεκμήρια αντίγραφο πιστοποιητικού μετόχων, αντίγραφο πιστοποιητικού Διευθυντών και αντίγραφο του Ιδρυτικού και Καταστατικού της Ενάγουσας. Αυτό που προκύπτει από τις δύο ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση είναι πως οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η αίτηση είναι ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε χωρίς την εκ των προτέρων λήψη της ορθής και νόμιμης εξουσιοδότησης από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ενάγουσας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τους ενόρκως δηλούντες, δεν συνεκλήθη οποιοδήποτε Διοικητικό Συμβούλιο της Ενάγουσας για λήψη απόφασης για έγερση της παρούσας αγωγής εναντίον της Εναγομένης. Αλλά ακόμη και αν λήφθηκε τέτοια απόφαση, αυτή λήφθηκε παράτυπα, ήτοι χωρίς την ενημέρωση και συμμετοχή ενός από τα 4 μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας. Η ένσταση την οποία καταχώρισε η Ενάγουσα έχει το ίδιο ουσιαστικά νομικό υπόβαθρο όπως η αίτηση. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «Α. Η Αίτηση είναι γενική και αόριστη αφού στις Αιτούμενες θεραπείες δεν επεξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους η Αιτήτρια επιζητά ακύρωση και ή απόρριψη της Αγωγής και/ή του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος. Β. Η Αίτηση είναι πρόωρη και/ή καταχρηστική αφού από τα γεγονότα και τους πραγματικούς ισχυρισμούς που υπάρχουν στις Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση το Δικαστήριο δεν μπορεί να σχηματίσει άποψη και να αποφασίσει επί των Αιτούμενων θεραπειών. Γ. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχει θέσει η Νομολογία ώστε να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση. Δ. Οι Ενόρκως Δηλούντες αναγνωρίζουν την ύπαρξη της Ενάγουσας και συνεπώς κωλύονται από το να ζητούν τη διαγραφή του ονόματος της. Ε. Πουθενά στο Καταστατικό της Ενάγουσας δεν αναφέρεται ότι για να λάβει χώρα οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη πρέπει να προηγηθεί Συνέλευση των Συμβούλων της Ενάγουσας. ΣΤ. Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Ενάγουσας ενεργώντας εντός των αρμοδιοτήτων του και με γνώμονα τα συμφέροντα της Ενάγουσας εξουσιοδότησε νομίμως και νομοτύπως τους δικηγόρους της Ενάγουσας να λάβουν όλα τα δέοντα μέτρα για να εξασφαλίσουν τα οφειλόμενα προς την Ενάγουσα.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Στέφανου Αγγελίδη, Διευθύνοντος Συμβούλου της Ενάγουσας. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Το περιεχόμενο των παραγράφων 5 και 6 της ένορκης δήλωσης του Στέφανου Αγγελίδη είναι, πιστεύω, ουσιαστικής σημασίας για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 5 αναφέρει: «
- . , πουθενά στο Καταστατικό της Ενάγουσας . δεν αναφέρεται ότι για τη λήψη απόφασης για έγερση αγωγής εκ μέρους της Ενάγουσας για είσπραξη οφειλομένων χρειάζεται σύγκληση συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου. Βάσει του Πίνακα Α του Κεφ. 113 άρθρο 80 (που βάσει του Καταστατικού ισχύει για την Ενάγουσα στο σύνολο του πλην κάποιων εξαιρέσεων) όλες οι εξουσίες της Ενάγουσας ασκούνται από τους συμβούλους πλην των εξουσιών της Γενικής Συνέλευσης. Πουθενά είτε στο Καταστατικό είτε στον Πίνακα Α δεν αναφέρεται ότι οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται σε συνεδρία αλλά ο κάθε σύμβουλος είναι ελεύθερος να ενεργεί και να δεσμεύει την Ενάγουσα έχοντας πάντα ως γνώμονα τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της.» Στην παράγραφο 6 αναφέρει: «
- Εγώ ο ίδιος προσωπικά ως Διευθύνων Σύμβουλος της Ενάγουσας υπέγραψα το διορισμό προ τους κ.κ. Βορκάς & Μηλιώτου για την έγερση της παρούσας αγωγής αφού έκρινα, έχοντας ως γνώμονα τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της Ενάγουσας, ότι το ποσό των Λ.Κ. 194.903,69 το οποίο η Εναγόμενη οφείλει στην Ενάγουσα πρέπει να της εξοφληθεί και αφού η Εναγόμενη παρ΄όλες τις οχλήσεις προς αυτήν δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα. Ως εκ τούτου, ο ενδεδειγμένος τρόπος ανάκτησης των ήταν δια της δικαστικής οδού.» Είναι φανερό από τις πιο πάνω παραγράφους της ένορκης δήλωσης του Στέφανου Αγγελίδη ότι είναι παραδεκτό ότι ουδέποτε συγκλήθηκε το Διοικητικό Συμβούλιο της Ενάγουσας για τη λήψη απόφασης για έγερση της παρούσας αγωγής αλλά ούτε και λήφθηκε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας για έγερση της παρούσας αγωγής. Ο ίδιος ο Στέφανος Αγγελίδης προσωπικά, ως Διευθύνων Σύμβουλος της Ενάγουσας, υπέγραψε το σχετικό διοριστήριο δικηγόρου για την έγερση της παρούσας αγωγής. Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης οι συνήγοροι περιορίστηκαν στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Όπως έχω προαναφέρει, η θέση της Εναγομένης είναι ότι η Ενάγουσα προχώρησε στην έγερση αγωγής εναντίον της χωρίς η τελευταία να δώσει την απαραίτητη δυνάμει του Καταστατικού της εταιρείας ειδοποίηση για συνεδρίαση του διοικητικού της συμβουλίου. Περαιτέρω, είναι η θέση της ότι η απόφαση για έγερση της αγωγής εναντίον της λήφθηκε χωρίς να δοθεί η σχετική προς τούτο εξουσιοδότηση του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας εταιρείας. Σύμφωνα με τη νομολογία, μια εταιρεία δεν έχει φυσική υπόσταση αλλά αποτελεί μια ανεξάρτητη νομική οντότητα διαφορετική τόσο από τους μετόχους όσο και από τους διευθύνοντες συμβούλους της (Salomon v. Salomon
(1897)A.C. 22). Η ευθύνη διοίκησης μιας εταιρείας βρίσκεται στα χέρια του διοικητικού της συμβουλίου. Ιδιοκτήτες μιας εταιρείας είναι οι μέτοχοι αυτής. Είναι δυνατόν οι μέτοχοι να είναι ταυτόχρονα και μέλη του διοικητικού συμβουλίου, όπως συμβαίνει μερικώς και στην παρούσα περίπτωση, αλλά αυτό δεν αποτελεί κανόνα. Στο σύγγραμμα Pennington´s Company Law, 4th Ed., σελ. 523-525, αναφέρεται ότι το διοικητικό συμβούλιο και η γενική συνέλευση των μετόχων μιας εταιρείας δύνανται μεταξύ τους να ασκήσουν και να αναλάβουν την ευθύνη άσκησης όλων των εξουσιών της εταιρείας. Υπό την αίρεση των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου, με βάση τις οποίες ορισμένες εξουσίες πρέπει να ασκούνται από τη γενική συνέλευση, ο διαμοιρασμός των εξουσιών μεταξύ διοικητικού συμβουλίου και μελών καθορίζεται αποκλειστικά από το καταστατικό της εταιρείας ή οποιαδήποτε τροποποίηση αυτού (Palmer´s Company Law, 23rd Ed. Vol.1, σελ. 797, παρ. 61-05). Στο σύγγραμμα Gower´s Principles of Modern Company Law, 6th Edition, σελ. 195-196 αναφέρονται τα εξής: «Where powers are conferred on the directors under articles such as those considered above in the Tables A, they are conferred upon the directors collectively as a board. Prima Facie, therefore, they can be exercised only at board meetings of which due notice has been given and at which a quorum is present. But unless the regulations provide to the contrary, due notice must be given to all of them and a quorum must be present at a meeting which must be convened as such. And although majority decision prevails, a meeting of the majority without notice to the minority is ineffective, for it could be that the persuasive oratory of the minority would have induced the majority to change their minds. It follows that prima facie neither an individual director nor any group of directors has any powers conferred on him or them. It seems that in the absence of an express authorization in the articles or other appropriate constitutional document the board will not be entitled to delegate such powers.» Μια από τις σημαντικές εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου μιας εταιρείας είναι και η απόφαση για έγερση αγωγής από την εταιρεία εναντίον οποιουδήποτε τρίτου προσώπου. Ο Κανονισμός 80 του Πίνακα Α του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 προνοεί ρητά ότι οι εργασίες της εταιρείας θα τυγχάνουν διαχείρισης από τους διοικητικούς συμβούλους, οι οποίοι και θα ασκούν τις εξουσίες αυτές κατά το δοκούν, εφόσον βέβαια οι εξουσίες αυτές δεν ασκούνται είτε με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, είτε με βάση τις πρόνοιες άλλων κανονισμών του Πίνακα Α, από την εταιρεία σε γενική συνέλευση. Στην υπό κρίση αίτηση ο Κανονισμός 80 βρίσκεται σε απόλυτη ισχύ εφόσο, με βάση το Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό της Ενάγουσας, το οποίο έχει κατατεθεί ως τεκμήριο στην αίτηση, δεν έχει αποκλεισθεί ή περιοριστεί με οποιοδήποτε τρόπο. Αντίθετα, στις εισαγωγικές διατάξεις του Καταστατικού ενσωματώνεται ο Πίνακας Α, ο οποίος και θα εφαρμόζεται, εκτός αν αποκλείεται ή τροποποιείται στο Καταστατικό, που δεν είναι όμως η περίπτωση. Στο σύγγραμμα Company Law in Practice, 4η έκδοση, του Inns of Court School of Law, σελ. 118 αναφέρεται ότι η απόφαση στη Foss v. Harbottle
(1843)2 Ηare 461, έχει δύο πτυχές, πρώτο την αρχή του καθορισμού του ορθού ενάγοντα και δεύτερο, την αρχή της πλειοψηφίας. Κατά την πρώτη, η ίδια η εταιρεία είναι ο ορθός διάδικος, εφόσον πλήττονται τα συμφέροντα της, κατά τη δεύτερη, αν η συναλλαγή είναι της φύσης για την οποία η απλή πλειοψηφία μπορεί να αποφασίσει να την προωθήσει και να δεσμεύσει την εταιρεία, τότε δεν χωρεί αγωγή προσωπικά από ένα μέτοχο. Ως εκ τούτου, η απόφαση για έγερση αγωγής θα πρέπει να λαμβάνεται από την εταιρεία, και αυτό σημαίνει είτε μετά από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, είτε μετά από απόφαση των μελών σε γενική συνέλευση. Η αναφορά συνεχίζει θέτοντας το ερώτημα κατά πόσο τα μετοχικά μέλη της εταιρείας μπορούν να αποφασίσουν να εγείρουν την αγωγή αν η γενική διεύθυνση των εργασιών της εταιρείας έχει εκχωρηθεί ή μεταβιβαστεί στο διοικητικό συμβούλιο. Στην υπόθεση Airways Ltd v. Bowen and another (ανωτέρω), στην οποία αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους η εξουσία της ενάγουσας εταιρείας να εγείρει αγωγή εναντίον δύο εκ των διοικητικών συμβούλων αυτής, καθότι απουσίαζε η σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου για τη λήψη τέτοιας απόφασης, το Αγγλικό Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 359: «First, that there was no resolution of the Board of Airways Ltd which had authorized these proceedings in the name of the Company. Second, which goes still further, that the action had been improperly constituted when it was brought and remained improperly constituted at the date when the judge heard the defendants´application. In other words, it was properly conceded on the evidence that the respondent solicitors had had no authority from the plaintiff company to bring this action.» Το νομικό καθεστώς του Ιδρυτικού Εγγράφου και του Καταστατικού της Ενάγουσας εταιρείας διέπεται από το Άρθρο 21
(1)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 όπου προνοείται: «Τηρουμένων των διατάξεων του νόμου αυτού το ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό όταν εγγραφούν, δεσμεύουν την εταιρεία και τα μέλη της στην ίδια έκταση όπως αν είχαν υπογραφεί και σφραγιστεί από κάθε μέλος αντίστοιχα και περιλαμβάνουν συμφωνία εκ μέρους καθενός μέλους να τηρεί όλες τις πρόνοιες του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού.» Στο σύγγραμμα της Brenda Hannigan, Company Law 2003, σελ. 115 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The result is that the articles form a contract between the company and the members as if signed and sealed by each member individually with the company.» Το Άρθρο 12 του Καταστατικού της Ενάγουσας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ειδοποίησις Συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου θα δίδηται εις όλους τους Συμβούλους συμπεριλαμβανομένου οιουδήποτε Συμβούλου επί του παρόντος απουσιάζοντος από την Κυπριακήν Δημοκρατίαν.» Κατά συνέπεια αποτελεί υποχρέωση έκαστου διοικητικού συμβούλου της Ενάγουσας, ο οποίος προτίθεται να προβεί σε σύγκληση διοικητικού συμβουλίου όπως δώσει ειδοποίηση στους άλλους διοικητικούς συμβούλους να παραστούν στη σύγκληση διοικητικού συμβουλίου. Όπως έχω αναφέρει ανωτέρω νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν η Δ.19, θ.26 και Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.19, θ.26 προνοεί τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο που μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή που τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» Έχοντας πάντοτε κατά νου την πλούσια επί του θέματος νομολογία κρίνω ότι οι πρόνοιες της Δ.19, θ.26 δεν προσφέρονται προς επίκληση από την Εναγόμενη για προώθηση αιτήματος για διαγραφή, για δύο κυρίως λόγους: 1. Στην υπό κρίση αίτηση δεν τίθεται θέμα διαγραφής κάποιου επιλήψιμου μέρους ή ζητήματος σε δικόγραφο της Ενάγουσας αλλά ζητείται η διαγραφή ολόκληρης της αγωγής. Σύμφωνα με τη Δ.9, θ.26 τα μέρη τα οποία ο αιτητής επιθυμεί να διαγραφούν πρέπει να συγκεκριμενοποιούνται στην αίτηση (Williamson v. London etc.
(1879), 12 Ch.D. 787, 790).
- Εκείνο που καταλογίζεται εδώ στην αγωγή της Ενάγουσας δεν είναι ότι ενυπάρχει σε δικόγραφο της ο,τιδήποτε το σκανδαλώδες, αχρείαστο ή οτιδήποτε άλλο απ΄όσα παρατίθενται στη Δ.19, θ.
- Να σημειωθεί ότι κανένας από τους προβληθέντες από την Αιτήτρια λόγους τείνει να καταδείξει ότι κάποιο ή κάποια από τα θέματα που θίγονται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα μπορούν να χαρακτηρισθούν ότι είναι όπως αυτά που περιγράφονται στη Δ.19, θ.26, ήτοι, σκανδαλώδη, μη αναγκαία κ.λ.π. Η Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία επίσης εδράζεται η αίτηση, προνοεί για τη διαγραφή δικογράφων για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτουν λογική βάση αγωγής ή ότι η αγωγή είναι επιπόλαια και ενοχλητική. Η Δ.27, θ.3 στοχεύει στη διαγραφή της ίδιας της αγωγής ή της έκθεσης απαίτησης ή της υπεράσπισης ανάλογα, όπου δεν φαίνεται ουσιαστικό επίδικο ζήτημα ή όπου τα δικόγραφα είναι τόσο ξεκάθαρα επιπόλαια και ενοχλητικά (frivolous and vexatious) που η κατάθεση τους αποτελεί στην ουσία κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να δύναται να τερματίσει ή να αναστείλει την αγωγή ή να εκδώσει απόφαση ως είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις (βλ. το αντίστοιχο Ο.25, r.4 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών και την υπόθεση Whitworth v. Darbishire 68 L.T. 216). H εξουσία προς διαγραφή in limine είναι πολύ δραστική και ασκείται με μεγάλη φειδώ χωρίς ταυτόχρονα να παραγνωρίζεται ότι αποτελεί χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, άχρηστων ή ενοχλητικών θεμάτων (Drummond - Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All E.R. 1094). Στο Annual Practice 1958, σελ. 573-578, όπου σχολιάζεται το O.25, r.4 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, που αντιστοιχεί με τη δική μας Δ.27, θ.3 αναφέρεται ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα πρέπει να ασκείται σε πολύ καθαρές περιπτώσεις, όταν δεν υπάρχει αμφισβήτηση για το γεγονός ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει. Μεταξύ των περιπτώσεων που αναφέρονται είναι και η περίπτωση όπου το Δικαστήριο διαγιγνώσκει ότι ο ενάγων είναι ανίκανος να υπογράψει ή να δώσει έγκυρο διοριστήριο (retainer), οπότε η αγωγή απορρίπτεται ακόμη και χωρίς ιδιαίτερη προς τούτο αίτηση (Daimler Co. v. Continental Tyre Co.
(1916)2 A.C. 337). Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία η Δ.27, θ.3 παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου ως και προσώπου που δε νομιμοποιείται στην καταχώριση της (Lioufis and Co. Ltd v. Ανδρονίκου κ.ά.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 773, 780 και Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.ά.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1058, 1072, 1073). Στο Annual Practice 1958, σελ. 574, 575 αναφέρεται: «. if the defendant desires to question the authority to sue in the plaintiff´s name, he must apply to strike out the plaintiff´s name at an early stage; he cannot by his defence dispute the authority, nor can he do so at the trial.» Σε μετάφραση: «. αν ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα πρέπει να αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο. δεν μπορεί να αμφισβητήσει την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο στη δίκη.» Η πιο πάνω αρχή έχει διατυπωθεί στην αγγλική υπόθεση Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D´Escompte De Mulhouse and Others
(1925)A.C. 112, (H.L.) στην οποία λέχθηκαν τα εξής στη σελ. 130: «... I do not think that it is open to the defendants to raise this question by way of defence to the action. If the defendants desired to dispute the authority of Mr. Jones to commence these proceedings in the name of the plaintiff company, their proper course was to move at an early stage of the action to have the name of the company struck out as plaintiff and so to bring the proceedings to an end.» Σε μετάφραση: «. Δεν νομίζω ότι οι εναγόμενοι μπορούσαν να εγείρουν αυτό το θέμα με την μορφή υπεράσπισης στην αγωγή. Αν οι εναγόμενοι επιθυμούσαν να αμφισβητήσουν την εξουσία του κ. Jones να αρχίσει αυτή τη διαδικασία στο όνομα της ενάγουσας εταιρείας η ορθή διαδικασία έγκειτο στη λήψη μέτρων στο αρχικό στάδιο της αγωγής για τη διαγραφή του ονόματος της εταιρείας ως ενάγουσας και με τον τρόπο αυτό να τερματίσουν τη διαδικασία.» Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι στις περιπτώσεις όπου αμφισβητείται η εξουσία κάποιου προσώπου να ενάγει, το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι εξουσιοδοτημένο να εγείρει αγωγή (has no authority to sue), έχει εξουσία να προβεί σε διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα. Στις εν λόγω περιπτώσεις το ορθό δικονομικό μέτρο είναι η υποβολή αίτησης για διαγραφή σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας και όχι η προβολή του σχετικού ισχυρισμού στα πλαίσια της υπεράσπισης. Σύμφωνα με τη νομολογία, αυτό μπορεί να επιτευχθεί με αίτηση δυνάμει των προνοιών της Δ.27, θ.3. Περαιτέρω, στην αγγλική υπόθεση Airways Ltd v. Bowen and another
(1985)BCLC 355, σελ. 358 και 361 αναφέρεται: «There is no prescribed form for this application. When there is only one plaintiff and the application is to strike out the name of the plaintiff, then it is necessarily implied in the substance of the application that the effect of the order sought is that the action be stayed or dismissed. There could not be a clearer case than the present, once it had been conceded and brought without authority. In those circumstances the judge should have granted this application at once, with the effect that the action would necessarily have come to an end. Nothing else was open to him on the facts of this case.» Στην αγγλική απόφαση Richmond v. Branson & Son
(1914)1 Ch. 968, η οποία αφορούσε στην έγερση αγωγής εκ μέρους του πλησιέστερου φίλου του ενάγοντα, ο οποίος περιγραφόταν ως πρόσωπο μη έχων σώας τας φρένας, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 974: «But the real question is the authority of the solicitor. Is that a question which can be raised as a relevant issue in the action and at the trial? No authority has been cited in support of the affirmative of such a proposition, and in my opinion, it is impossible, according to the ordinary practice and procedure of the Court to justify that proposition. The business of this Court could not be carried on if one were not entitled to assume the authority of the solicitor unless and until that authority has been disputed and shewn not to exist in the proper form of proceeding, namely, a substantive application on the part of the parties concerned to stay the proceedings on the ground of want of authority.» Σχετική είναι και η υπόθεση Re Oriental Gas Co. Ltd
(1999)1 BCLC 209, στην οποία το θέμα που τέθηκε ήταν κατά πόσο η εταιρεία, η οποία προστέθηκε ως ενάγουσα σε αίτηση για καταπίεση της μειοψηφίας με βάση το άρθρο 459 του Companies Act 1985, χωρίς την εξουσιοδότηση της εταιρείας, θα έπρεπε να διαγραφεί ή όχι. Αποφασίστηκε ότι: «It was not too late for the applicants to take the point that the petition was presented without the authority of DVL. It appeared that the original authority to present the Oriental petition on behalf of DVL was given at an irregularly convened and constituted meeting of the directors of DVL and was thus invalid.» Ειδικότερα στην πιο πάνω υπόθεση ουδέποτε δόθηκε ειδοποίηση από τον διοικητικό σύμβουλο της εταιρείας στους άλλους διοικητικούς συμβούλους ότι θα συγκαλείτο διοικητικό συμβούλιο με σκοπό την απόφαση για έγερση αίτησης για καταπίεση της μειοψηφίας. Το Δικαστήριο επί τούτου σχολίασε: «There can, I think, be no doubt that, in the absence of an express provision in a company´s articles, every director of a company is entitled to be given notice of meetings of the board of directors and to be present at every such meeting. In these circumstances I have been strongly tempted to decide that the correct course is to strike out the name of DVL as a petitioner in the Oriental petition on the ground of the invalidity of the original authority and the absence of any ratification or early prospect of ratification. On the whole, however, I have reached the conclusion that, in the complicated and unusual circumstances of this case, it would be preferable not to take this draconian course. Looking only at the want of authority point I think that justice would be better served by making an order which leaves this point to be revisited if and when the current uncertainties arising from the proceedings in India have been cleared away.» Στο Annual Practice 1970, Τόμος 2, σελ. 840, παρα. 3224, αναφέρονται περιπτώσεις όπου ο δικηγόρος ενεργεί στη διαδικασία χωρίς την απαραίτητη εξουσιοδότηση, όπως όπου ο ενάγων είναι εταιρεία ή άλλη εγγεγραμμένη νομική οντότητα που δεν έχει διοικητικό συμβούλιο ορθά διορισμένο ή άλλους αξιωματούχους που μπορούν να δώσουν οδηγίες για την καταχώριση αγωγής. Στην υπόθεση West End Hotels Syndicate Ltd v. Bayer
(1912)29 T.L.R. 92, υπήρχαν δύο μόνο διευθυντές που κατείχαν εξίσου το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Ο ένας ήγειρε αγωγή στο όνομα της εταιρείας εναντίον του άλλου καταλογίζοντας σ΄αυτόν διάφορες λανθασμένες ενέργειες και ζητώντας την απομάκρυνση του, όπως και απαγορευτικό διάταγμα για την εκ μέρους του συνέχιση των εργασιών της εταιρείας κατά τρόπο ζημιογόνο προς αυτήν. Δεν υπήρξε απόφαση της εταιρείας ή των διευθυντών εξουσιοδοτούσα την έγερση της αγωγής και από τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου τέτοια εξουσιοδότηση ήταν αδύνατον να δοθεί. Σε σχετική αίτηση του ετέρου των διευθυντών, που κατέστη εναγόμενος, αποφασίστηκε η διαγραφή του ονόματος της εταιρείας ως ενάγουσας και η αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας. Το ίδιο συνέβη και στην υπόθεση Fergus Navigation & Embankment Co. v. Kingdon
(1861)4 L.T. 262, όπου καταχωρίστηκε αγωγή από τον ένα από τους διευθυντές και πάλι στο όνομα της εταιρείας, ζητώντας διάταγμα εναντίον του άλλου διευθυντή απαγορεύον σε αυτόν να προβεί σε διάφορες εταιρικές ενέργειες, οπότε και σε σχετική αίτηση η αγωγή απερρίφθη επί τη βάσει ότι ο δικηγόρος δεν είχε εξουσιοδότηση να ενεργήσει εκ μέρους της εταιρείας εφόσον δεν υπήρχε συγκατάθεση του άλλου διευθυντή. Παρόμοιες υποθέσεις που σχετίζονται με νόμιμη εξουσιοδότηση από το διοικητικό συμβούλιο είναι και οι John Morley Building Co. v. Barras
(1891)2 Ch. 386 και Marshall´s Valve Gear Co. Ltd v. Manning, Wardle & Co. Ltd
(1909)1 Ch.
- Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1965 στη σελ. 3077 αναφέρεται ότι: «If in the course of the action the Court becomes aware that the plaintiff is incapable of giving any retainer at all, it will not allow the action to proceed.» Ωστόσο το ζητούμενο στην παρούσα αίτηση δεν είναι κατά πόσο η Εναγόμενη έχει κάνει χρήση του κατάλληλου δικονομικού μέτρου αλλά κατά πόσο έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το απαραίτητο υπόβαθρο γεγονότων το οποίο θα καθιστούσε δυνατή την επίλυση της επίδικης διαφοράς, όπως αυτή έχει τεθεί στην υπό κρίση αίτηση. Διεξήλθα προσεκτικά τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τα εν λόγω έγγραφα. Με την ίδια προσοχή διεξήλθα τα έγγραφα/τεκμήρια που οι δύο πλευρές έθεσαν ενώπιον μου κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας. Παράλληλα, κατά την εξέταση της αίτησης, είχα συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των δύο συνηγόρων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Κρίνω ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει το απαραίτητο υπόβαθρο γεγονότων που καθιστά εφικτή την επίλυση της επίδικης διαφοράς δυνάμει της Δ.27, θ.
- Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι Διοικητικοί Σύμβουλοι της Ενάγουσας είναι ο Κωνσταντίνος Πυρκεττής, ο Στέφανος Αγγελίδης, ο Μιχάλης Αγγελίδης και Κώστας Αγγελίδης. Ο Κωνσταντίνος Πυρκεττής, υπό την ιδιότητα του ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας, ουδέποτε έλαβε πρόσκληση για να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου σχετικά με τη λήψη απόφασης για έγερση της εν λόγω αγωγής εναντίον της Εναγομένης. Περαιτέρω, ο Κωνσταντίνος Πυρκεττής στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση της Εναγομένης ημερ. 26.6.2007, εξ όσων ο ίδιος γνωρίζει δεν συνεκλήθη οποιοδήποτε διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας για τη λήψη απόφασης για έγερση αγωγής εναντίον της Εναγομένης. Επαναλαμβάνω ότι αποτελεί γεγονός παραδεκτό από την Ενάγουσα ότι ουδέποτε λήφθηκε απόφαση από το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας εταιρείας για έγερση της παρούσας αγωγής. Η απόφαση λήφθηκε από τον Στέφανο Αγγελίδη προσωπικά, όπως ο ίδιος παραδέχεται, υπό την ιδιότητα του ως Διευθύνων Σύμβουλος της Ενάγουσας. Ως εκ τούτου η έγερση και καταχώριση της εν λόγω αγωγής εναντίον της Εναγομένης είναι παράτυπη και παράνομη καθότι έγινε άνευ εξουσιοδότησης από το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας και χωρίς προηγουμένως να έχει δοθεί η εκ του Καταστατικού προβλεπόμενη ειδοποίηση για σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου σε όλα τα μέλη αυτού, και, κατά συνέπεια, παρέχεται δικαίωμα στην Εναγόμενη να αμφισβητεί την εξουσία της Ενάγουσας να εγείρει αγωγή εξ ονόματος της. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η εξουσιοδότηση της Ενάγουσας προς τους δικηγόρους της (retainer) είναι άκυρη, ανεπαρκής ή παράτυπη. Ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια για διόρθωση της παρατυπίας δεν θα απορρίψω την αγωγή αλλά θα αναστείλω τη διαδικασία μέχρι να θεραπευθεί η παρατυπία με τη δέουσα και νόμιμη σύγκληση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας για τη λήψη της δέουσας και νόμιμης απόφασης για έγερση αγωγής εναντίον της Εναγομένης (βλ. Land of the Kings Hotel Appartments Ltd v. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού, Υπόθεση αρ. 1169/03 απόφαση ημερ. 12.5.05 και Re Oriental Gas Co. Ltd [ανωτέρω]). Αυτό θεωρώ ότι επιβάλλει το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η αίτηση συνεπώς επιτυγχάνει ως η παράγραφος (Β) αυτής. Η αγωγή αναστέλλεται μέχρι να θεραπευθεί η παρατυπία. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας. (Υπ.) ............. Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο