← Κύπρος

Alpha Asset Finance Limited ν. K K Ovolos Transport Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 11656/01, 29/01/08

Alpha Asset Finance Limited ν. K K Ovolos Transport Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 11656/01, 29/01/08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11656/01 Μεταξύ: Alpha Asset Finance Limited Εναγόντων -και-

  1. K. K. Ovolos Transport Limited
  2. Αλέξης Νικολάου
  3. Γεώργιος Πασσιάς
  4. Χριστάκης Ζήνωνος
  5. Ανδρέας Παπαδόπουλος
  6. Ανδρέας Χ. Ονησιφόρου
  7. Αμαλία Ευριπίδου
  8. Τάκης Μιχαήλ Εναγομένων Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 27.4.07 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Limited Εναγόντων -και-
  9. K. K. Ovolos Transport Limited
  10. Αλέξης Νικολάου
  11. Γεώργιος Πασσιάς
  12. Χριστάκης Ζήνωνος
  13. Ανδρέας Παπαδόπουλος
  14. Ανδρέας Χ. Ονησιφόρου
  15. Αμαλία Ευριπίδου
  16. Τάκης Μιχαήλ Εναγομένων --------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29/01/08 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Σαζεΐδου Για Εναγόμενο 8: κος Σωφρονίου ------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Εναγόμενος 8 κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε εταιρεία αγοραπωλησιών φορτηγών οχημάτων διεθνών μεταφορών. Η εναγόμενη 1 εταιρεία ήταν πελάτης του και της πώλησε φορτηγά αυτοκίνητα για διεθνείς μεταφορές. Τα αυτοκίνητα χρηματοδοτήθηκαν από την Alpha Asset Finance Ltd αργότερα μετονομασθείσα σε Alpha Bank Cyprus Ltd. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 1, 2 και
  17. Ειδικότερα στο Τεκμήριο 2 που είναι το σχετικό τιμολόγιο περιγράφονται τα φορτηγά αυτοκίνητα. Παρενθετικά να αναφέρω ότι πωλητής είναι ο Εναγόμενος 8 προσωπικά και όχι κάποια εταιρεία. Με το Τεκμήριο 3 οι ενάγοντες χρηματοδότησαν την αγορά των αυτοκινήτων από την εναγόμενη 1 εταιρεία. Με το Τεκμήριο 4 υπέγραψαν ως επιπρόσθετοι εγγυητές του εγγράφου χρηματοδότησης ακόμα δύο πρόσωπα. Τόσο η εταιρεία όσο και όλοι οι εγγυητές ενάχθηκαν στην παρούσα αγωγή. Σε προγενέστερο στάδιο εκδόθηκε απόφαση εναντίον όλων. Έγινε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης από τον εναγόμενο 8 η οποία μετά από ακρόαση εγκρίθηκε. Πιο κάτω θα αναφέρεται ως ο εναγόμενος. Ο εναγόμενος δεν ήταν εγγυητής του συμβολαίου ενοικιαγοράς. Ήταν μόνο μάρτυρας των υπογραφών όλων των εμπλεκομένων. Εκείνο όμως που έγινε, είναι ότι σε μεταγενέστερο στάδιο υπέγραψε εν λευκώ έτοιμο έντυπο εγγύησης του συμβολαίου ενοικιαγοράς το οποίο και αποτέλεσε το αντικείμενο της δικαστικής διαφοράς. Συγκεκριμένα, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία και είναι παραδεκτό, τα χρηματοδοτηθέντα αυτοκίνητα, καθώς λέχθηκε, διεθνών μεταφορών, με άδεια των εναγόντων εξέρχοντο από την Κύπρο προς εκτέλεση διεθνών δρομολογίων και μεταφοράς εμπορευμάτων. Επρόκειτο για μια διαδικασία που γινόταν με γραπτή συγκατάθεση των εναγόντων. Ειδικότερα οι ενάγοντες υπέγραφαν επιστολή προς το Διευθυντή Τελωνείων ότι δεν είχαν ένσταση κάποιο συγκεκριμένο αυτοκίνητο να εξέλθει προσωρινά της Δημοκρατίας. Η κρινόμενη υπόθεση οδηγήθηκε στο Δικαστήριο ακριβώς για ένα τέτοιο αυτοκίνητο για το οποίο οι ενάγοντες έδωσαν τη συγκατάθεσή τους να φύγει προσωρινά από την Κύπρο για την εκτέλεση διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων. Πρόκειται για το αυτοκίνητο-ψυγείο με αριθμό 2744CT (Τεκμήριο 10). Προς διασφάλισή τους οι ενάγοντες ζήτησαν από τον εναγόμενο να υπογράψει σχετικό έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης του συμβολαίου ενοιαγοράς, το οποίο και υπέγραψε εν λευκώ (Τεκμήριο 8). Αργότερα οι ενάγοντες το συμπλήρωσαν, ως είναι αντιληπτό, για την έγερση της παρούσας αγωγής (Τεκμήριο 9). Επίμαχο και επίδικο θέμα ήταν τι ακριβώς συμφώνησε και υπέγραψε ως εγγυητής σε τελευταία ανάλυση ο εναγόμενος. Η θέση των εναγόντων ήταν πως εγγυήθηκε ολόκληρο το συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Ο εναγόμενος τότε θα απαλλασσόταν από τη σχετική εγγύηση όταν θα παρουσίαζε στους ενάγοντες όλα τα αυτοκίνητα που χρηματοδοτήθηκαν. Αντίθετα η θέση του εναγόμενου ήταν πως εγγυήθηκε μόνο το αυτοκίνητο 2744CT και οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να τον απαλλάξουν, από τη συγκεκριμένη εγγύηση, με την επιστροφή του αυτοκινήτου στην Κύπρο και αφού προηγουμένως το παρουσίαζε στα γραφεία των εναγόντων στη Λεμεσό. Ηγέρθη θέμα κατά τις αγορεύσεις των δύο πλευρών, κυρίως από την πλευρά του κ. Σωφρονίου ότι υπήρξε διάσταση στις θέσεις των εναγόντων με το δικόγραφό τους. Ότι ενώ μεν στην έκθεση απαιτήσεως εκείνο που οι ενάγοντες επικαλούνται είναι ότι ο εναγόμενος εγγυήθηκε την πιστή τήρηση των όρων του συμβολαίου ενοικιαγοράς, κατά την ακροαματική διαδικασία αλλοίωσαν τη δικογραφημένη τους θέση. Αντέταξε επ΄ αυτού η κα Σαζεΐδου ότι η θέση των εναγόντων παρέμεινε ως έχει. Η βάση της αξίωσης των εναγόντων ήταν η εγγύηση που υπέγραψε ο εναγόμενος. Εκείνο που κατέστη επίδικο με την υπεράσπιση ήταν κατά πόσο υπήρχε συμφωνία για απαλλαγή του εναγόμενου από την εγγύηση και αν αυτή τηρήθηκε. Θα συμφωνήσω με τη θέση της κας Σαζεΐδου. Η βάση της απαίτησης των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου αποτελεί συμφωνία εγγύησης του συμβολαίου ενοικιαγοράς. Ο εναγόμενος με την υπεράσπισή του ήγειρε μεταξύ άλλων και θέμα όρων απαλλαγής του από την εγγύηση, οπότε το ζήτημα, από την άποψη των όρων, κατέστη επίδικο με την υπεράσπιση. Που φέρει βεβαίως, και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του αφού αυτός το ήγειρε ως επίδικο. Έτυχε απάντησης από τους ενάγοντες χωρίς να τεθεί η θέση τους σε αντίθεση με την έκθεση απαίτησης. Δεν πρόβαλαν δηλαδή, κάποιο νέο ισχυρισμό αλλά απάντησαν στις διάφορες θέσεις του εναγόμενου αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις απαλλαγής που ο ίδιος έθεσε. Έτσι μια προσεκτική μελέτη της απάντησης στην υπεράσπιση αποκαλύπτει ακριβώς ότι επαναλαμβάνουν ότι ο εναγόμενος δεν τήρησε τους όρους αποδέσμευσης που ισχυρίζεται, και συνεπώς η δοθείσα εγγύηση εξακολουθεί να τον δεσμεύει. Και επειδή ακριβώς το θέμα κατέστη επίδικο, δόθηκε και ορθώς χωρίς ένσταση μαρτυρία από όλους τους εμπλεκόμενους προς αυτή την κατεύθυνση. Έτσι και χάριν πληρότητας του ιστορικού αλλά και επιβεβαίωσης των πιο πάνω, η θέση του εναγόμενου, όπως αυτή εκφράζεται στην υπεράσπισή του, είναι ότι οι ενάγοντες παραποίησαν το έντυπο εγγύησης που υπέγραψε κατά δόλιο τρόπο ώστε να φαίνεται ότι εγγυήθηκε ολόκληρο το συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Η θέση του είναι ότι στις 8.8.01 ζήτησε από το Διευθυντή της εναγόμενης 1 εταιρείας να του ενοικιάσει ένα εκ των χρηματοδοτηθέντων αυτοκινήτων, το 2744CT, για να πραγματοποιήσει ο ίδιος μια μεταφορά κρεάτων στα Σκόπια, νοουμένου ότι θα έπαιρνε τη συγκατάθεση των εναγόντων. Συνεννοήθηκε προφορικά με το Διευθυντή των εναγόντων, Λεωνίδα Αντωνίου, ότι για να μπορέσει να βγάλει το αυτοκίνητο εκτός Κύπρου θα έπρεπε να υπογράψει εγγύηση για την επιστροφή του αυτοκινήτου στην Κύπρο. Ως αποτέλεσμα υπέγραψε εν λευκώ το σχετικό έντυπο-εγγύηση, Τεκμήριο 8, με χειρόγραφη σημείωση του Λεωνίδα Αντωνίου ότι το εγγυητήριο αφορά το πιο πάνω όχημα και ότι αφού θα το επέστρεφε στην Κύπρο και το έδειχνε στους ενάγοντες, το εγγυητήριο θα του επιστρεφόταν ακυρωμένο. Σε μια εβδομάδα επέστρεψε το αυτοκίνητο και πήγε στο Διευθυντή των εναγόντων στη Λεμεσό για να το παρουσιάσει και να πάρει πίσω το έγγραφο. Ο Διευθυντής του είπε πως όλα είναι εντάξει και το έγγραφο ακυρώθηκε και σκίστηκε και δεν υπάρχει πλέον. Οι ενάγοντες με δόλιο τρόπο όχι μόνο δεν το έσκισαν, αλλά αφού έσβησαν τη χειρόγραφη σημείωση του Διευθυντή, συμπλήρωσαν το έγγραφο παρουσιάζοντάς τον ως εγγυητή για ολόκληρο το ποσό της ενοικιαγοράς. Θα πρέπει ακόμα να προστεθεί ότι στα πλαίσια της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης τόσο η πλευρά των εναγόντων όσο και του εναγόμενου καταχώρησαν ένορκες δηλώσεις, το περιεχόμενο των οποίων αντιπαραβλήθηκε με τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο. Όπου χρειαστεί πιο κάτω θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές. Τα πιο πάνω συνθέτουν σε συντομία το επίδικο θέμα, επί του οποίου η κάθε πλευρά κάλεσε μάρτυρες προς απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών της. Αναφορά στις αγορεύσεις θα γίνει πιο κάτω και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο. Δεν προτίθεμαι να αναφερθώ σε έκταση στη δοθείσα μαρτυρία. Θα επικεντρωθώ σε όσα διημείφθησαν την επίδικη και καθοριστική ημερομηνία που είναι η 10.8.
  18. Συνάγεται ότι την ημέρα εκείνη ο εναγόμενος πήγε στα γραφεία των εναγόντων στη Λεμεσό με αίτημα να του δοθεί η συγκατάθεση των εναγόντων για να βγει εκτός Κύπρου το πιο πάνω όχημα. Μίλησε με το Λεωνίδα Αντωνίου, ΜΕ2, Υπεύθυνο Εργασιών Χρηματοδοτήσεων Λεμεσού. Παρεμβάλω πως το έγγραφο χρηματοδότησης Τεκμήριο 1 υπεγράφη την 29.12.99 στη Λευκωσία. Επρόκειτο, ως κατέδειξε η μαρτυρία για συμφωνία που αφορούσε τα γραφεία της Λευκωσίας, πλην όμως αποτάθηκαν στα γραφεία της Λεμεσού χάριν ευκολίας του εναγόμενου. Σύμφωνα με τον Αντωνίου, όταν ο εναγόμενος του είπε ότι ήθελε την άδεια της τράπεζας για να του επιτρέψει την έξοδο του αυτοκινήτου στο εξωτερικό, του εξήγησε ότι χρειαζόταν η έγκριση του Πάμπου Κωνσταντίνου, Γενικού Διευθυντή Εργασιών Κύπρου, ΜΕ
  19. Ο Αντωνίου έδωσε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του Κωνσταντίνου, γιατί βρισκόταν με άδεια στον Πρωταρά, και ο εναγόμενος του τηλεφώνησε. Του εξήγησε τι ήθελε και ήταν επί τούτου η θέση του Κωνσταντίνου, ΜΕ1, πως επειδή δύο ακόμα από τα χρηματοδοτημένα αυτοκίνητα βρίσκονταν ήδη στο εξωτερικό, δεν ήταν πρόθυμος να δώσει τέτοια συγκατάθεση χωρίς πρόσθετες εγγυήσεις. Έτσι ζήτησε από τον εναγόμενο να υπογράψει προσωπικά ο ίδιος ως εγγυητής των υποχρεώσεων της εναγόμενης εταιρείας που πήγαζε από το συμβόλαιο ενοικιαγοράς, που αφορούσε μεταξύ άλλων και το συγκεκριμένο αυτοκίνητο που ήθελε ο εναγόμενος την έξοδό του από την Κύπρο. Όταν ο εναγόμενος θα παρουσίαζε στον Αντωνίου όλα τα χρηματοδοτημένα αυτοκίνητα τότε θα απαλλασσόταν από την εγγύηση. Εδώ κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλω τι κατέθεσε ο εναγόμενος. Κατ΄ αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι διαφοροποιήθηκε από την υπεράσπισή του κατά τούτο. Ενώ στην υπεράσπιση αναφέρεται ότι ο ίδιος ζήτησε από την εναγόμενη εταιρεία να του ενοικιάσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ότι κάποιος άλλος συνάδελφός του ήθελε να το ενοικιάσει. Όταν μάλιστα στην παρουσία του συμφωνήθηκε η ενοικίαση, ο ιδιοκτήτης είπε ότι είχε καθυστερημένες δόσεις στην τράπεζα και έπρεπε να δοθεί η άδεια της τράπεζας για να βγει το αυτοκίνητο στο εξωτερικό. Έτσι μεσολάβησε ο ίδιος γιατί το είχε ξανακάμει αφού είχε καλές σχέσεις με την τράπεζα και ότι είναι εντάξει να εγγυηθεί το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ότι θα επιστρέψει στην Κύπρο. Τόνισε με έμφαση ότι δεν είχε ο ίδιος κάποιο όφελος στη μεταφορά, και απλώς έκαμνε διευκόλυνση. Ήταν ακόμα σαφής ότι την προσφορά για τα κρέατα στη Βοσνία την είχε κάποιος Παναγιώτου, και επειδή ήταν ο πωλητής των αυτοκινήτων, απλώς ήθελε να βοηθήσει. Θα πρέπει όμως εδώ να παρεμβάλω ότι στην ένορκή του δήλωση, ημερομηνίας 15.3.02, αναφέρει ότι ο ίδιος ζήτησε να το ενοικιάσει για να μεταφέρει ο ίδιος κρέατα στα Σκόπια, στη στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ. Ανάλογος, ως λέχθηκε, είναι και ο ισχυρισμός στην υπεράσπιση. Η αντίφαση βέβαια είναι προφανής, όπως προφανής κρίνω πως είναι και ο λόγος. Και τούτο γιατί αφενός ο ΜΕ1 κατέθεσε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι ο εναγόμενος του έλεγε ότι ουσιαστικά η εναγόμενη εταιρεία είναι δική του και αφετέρου για να καταδείξει ότι χωρίς όφελος δεν θα μπορούσε να υπογράψει τέτοιας μορφής και έκτασης εγγύηση. Να προσθέσω ακόμα πως ο Κωνσταντίνου ανέφερε, και δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι ο εναγόμενος ήταν το πρόσωπο που διαχειριζόταν τις δραστηριότητες της εναγόμενης εταιρείας και διευθέτησε ξανά έξοδο αυτοκινήτων της εταιρείας στο εξωτερικό. Σχετική προς αυτή την κατεύθυνση ήταν και η μαρτυρία του Αντωνίου, ότι δηλαδή διαχειριστής της εναγόμενης εταιρείας ήταν ο Μιχαήλ και αυτός διευθετούσε την έξοδο των αυτοκινήτων από την Κύπρο. Άλλωστε το είχε ξανακάμει. Ακριβώς σε αυτά τα πλαίσια ο Κωνσταντίνου κατέθεσε ότι ο Μιχαήλ γνώριζε που βρίσκονταν και τα άλλα δύο αυτοκίνητα της εταιρείας, γι΄ αυτό και του ζήτησε να υπογράψει προσωπικά ως εγγυητής. Όταν θα φρόντιζε την επιστροφή τους στην Κύπρο και τα παρουσίαζε στην τράπεζα τότε θα τον απάλλασσαν από την προσωπική εγγύηση. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι και πάλι ο Κωνσταντίνου κατέθεσε και δεν αμφισβητήθηκε ότι, παρόλο που ο εναγόμενος δεν είχε εξουσία επί των αυτοκινήτων, του έλεγε ότι ήταν στενός συνεργάτης με ένα εκ των διευθυντών και ότι υπήρχε μεταξύ τους συμφωνία να αγοράσει την εταιρεία και γνώριζε πού βρίσκονταν τα αυτοκίνητα. Δεν πρέπει ακόμα να διαφεύγει της προσοχής ότι η μεταφορά των εμπορευμάτων θα γινόταν από τον εναγόμενο διά ίδιον όφελος, έστω και αν προσπάθησε να διαφοροποιηθεί επί τούτου. Και ακριβώς γι΄ αυτό κρίνω πως δεν πρόκειται για μια τυχαία και επουσιώδη αντίφαση, αλλά για μια σαφώς επιλεγμένη πλην όμως εμφανή διαφοροποίηση στη θέση του που αφορά το όλο πλέγμα των σχέσεών του τόσο με την εναγόμενη εταιρεία όσο και με τους ενάγοντες. Και ακριβώς ο ΜΕ1, χωρίς αυτό το συγκεκριμένο υπόβαθρο, δεν θα είχε κανένα λόγο να επιτρέψει, με όλους τους κινδύνους, την έξοδο των χρηματοδοτημένων αυτοκινήτων εκτός Κύπρου. Ακολούθως, σύμφωνα με τον εναγόμενο, πήγε μαζί με τους άλλους στο κατάστημα των εναγόντων και είδε κάποιο Βάσο Μιχαηλίδη. Του είπε ο Μιχαηλίδης, ότι τον ενημέρωσαν από τη Λευκωσία και είναι εντάξει για να υπογράψει. Έτσι υπόγραψε ένα ασυμπλήρωτο έγγραφο. Ο ΜΕ2 του είπε ότι του εγγυάται πως μόλις επιστρέψει το αυτοκίνητο θα σχίσει το έγγραφο. Όταν επέστρεψε το αυτοκίνητο, το πήρε προσωπικά ο ίδιος στην τράπεζα και βγήκε έξω ο Μιχαηλίδης και το είδε. Αντεξεταζόμενος επί του συγκεκριμένου θέματος δέχθηκε ότι μίλησε με τον Κωνσταντίνου που βρισκόταν στον Πρωταρά. Η θέση του ήταν πως ο Κωνσταντίνου του είπε "εντάξει φόρτωσε το και να πάρεις το χαρτί τη Δευτέρα". Δεν θυμόταν όμως σε σχετική ερώτηση τι είπαν με τον Κωνσταντίνου, μόνο ότι είναι εντάξει, γιατί αυτό τον ενδιέφερε. Σημειώνω πάντως πως το "χαρτί", που είναι η συγκατάθεση των εναγόντων, δόθηκε αυθημερόν και όχι κάποια άλλη ημερομηνία. Σε υποβολή ότι ο Κωνσταντίνου του είπε ότι δεν δεχόταν να βγει το αυτοκίνητο εκτός Κύπρου λόγω των κινδύνων και πως υπήρχαν ακόμα δύο αυτοκίνητα εκτός Κύπρου, εκτός αν υπέγραφε προσωπικά ως εγγυητής του συμβολαίου, αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν ήταν δυνατόν να δεχθεί τέτοια πρόταση και όλα αυτά είναι πονηρές σκέψεις του Κωνσταντίνου. Γι΄ αυτό ανέφερα προηγουμένως ότι η πιο πάνω αντίφαση του εναγόμενου δεν είναι τυχαία. Στην ερώτηση για ποιο λόγο, εν τοιαύτη περιπτώσει ο Κωνσταντίνου θα επέτρεπε να φύγει εκτός Κύπρου το αυτοκίνητο, η απάντησή του ήταν "ρωτάτε τον Κωνσταντίνου". Βεβαίως ότι ο εναγόμενος δεν θυμόταν τι συμφώνησε με τον Κωνσταντίνου δεν μπορεί, ούτε κατ΄ ελάχιστον, να γίνει αποδεκτό. Είναι προφανές και ξεκάθαρο ότι δεν ήθελε να απαντήσει και όχι ότι δεν θυμόταν. Θεωρώ πως για ένα τέτοιο κρίσιμο, αν όχι και το ουσιωδέστερο, και καθοριστικό ζήτημα που αφορά την όλη συναλλαγή, να μη θυμόταν τι συμφωνία έκαμε με τον Κωνσταντίνου που ήταν και ο μόνος, σε τελική ανάλυση, αρμόδιος να δώσει τη συγκατάθεσή του για την έξοδο του αυτοκινήτου. Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του, αρνούμενος ότι υπέγραψε ως εγγυητής του συμβολαίου ενοικιαγοράς, ανέφερε ότι δεν είχε το δικαίωμα να πάρει τα αυτοκίνητα άλλου και να τα πάρει στην τράπεζα. Με την ίδια όμως λογική και αφού δεν είχε τέτοιο δικαίωμα ή κάποιο συμφέρον, πώς θα παρουσίαζε, έστω, το 2744CT στην τράπεζα. Δεδομένου μάλιστα όπως κατέθεσε ήταν απλώς μια βοήθεια προς τους πελάτες του. Από την άλλη προσθέτω πως οι ΜΕ1 και 2 κατέθεσαν ότι εγγυήθηκε ξανά αυτοκίνητα της εναγόμενης 1 εταιρείας, το δέχθηκε και ο ίδιος, οπότε, πώς αναλάμβανε τέτοια ευθύνη παρουσίασης των αυτοκινήτων στους ενάγοντες, έναντι μιας εταιρείας που σε τελική ανάλυση δεν είχε καμιά δέσμευση ή άλλη υποχρέωση και απλώς τους πώλησε αυτοκίνητα. Θεωρώ πως είναι άκρως ασύνηθες, αν όχι και ιδιαίτερα περίεργο, να εγγυάται εκ των υστέρων τα αυτοκίνητα των πελατών του, όταν μάλιστα κατέθεσε πως δεν μπαίνει εγγυητής στα συμβόλαια ενοικιαγοράς, και να αναλαμβάνει μάλιστα να τα παρουσιάζει στη τράπεζα. Είναι όμως σημαντικά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την τηλεφωνική τους συνδιάλεξη. Και τούτο γιατί ως διεφάνη από τη μαρτυρία, ήταν άμεσο αποτέλεσμα της τηλεφωνικής τους συμφωνίας. Ο Κωνσταντίνου κατέθεσε ότι αμέσως μετά τηλεφώνησε στον Αντωνίου και τον ενημέρωσε ότι ο Μιχαήλ θα υπέγραφε προσωπικά έγγραφο εγγύησης της ενοικιαγοράς και τότε θα δινόταν η συγκατάθεση για την έξοδο του αυτοκινήτου. Είναι ακόμα σημαντικό να λεχθεί πως ο Κωνσταντίνου κατέθεσε ότι ο Αντωνίου μετά την υπογραφή του εγγράφου του τηλεφώνησε και του είπε ότι ο Μιχαήλ είπε ότι η μεταξύ τους συμφωνία ήταν πως το έγγραφο εγγύησης θα επιστρεφόταν όταν θα του παρουσίαζε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, το 2744CT, καθώς και όλα τα υπόλοιπα αυτοκίνητα της ενοικιαγοράς, γεγονός που το επιβεβαίωσε. Ο Αντωνίου επί του θέματος αυτού κατέθεσε ότι μετά την πιο πάνω τηλεφωνική συνομιλία, ο Κωνσταντίνου του τηλεφώνησε και του είπε ότι μίλησε με το Μιχαήλ και συμφώνησαν ότι θα επιτρεπόταν η έξοδος του αυτοκινήτου, νοουμένου ότι ο Μιχαήλ θα υπέγραφε εγγυητής των υποχρεώσεων της ενοικιαγοράς, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο Μιχαήλ. Όταν μάλιστα ο Μιχαήλ υπέγραψε το έγγραφο εγγύησης, Τεκμήριο 8, του είπε ότι συνεννοήθηκε με τον Κωνσταντίνου πως όταν θα παρουσίαζε τα αυτοκίνητα της ενοικιαγοράς θα του επέστρεφαν το έγγραφο εγγύησης. Μίλησε με τον Κωνσταντίνου, ο ΜΕ2, ακριβώς για το συγκεκριμένο αυτό ζήτημα και του επιβεβαίωσε τα συμφωνηθέντα. Και εδώ ακριβώς εστιάζεται και το κρίσιμο θέμα. Κατέθεσε ο Αντωνίου ότι πήρε μια χειρόγραφη σημείωση σε ξεχωριστή κόλλα και ουσιαστικά έγραψε όσα του είπε ο Μιχαήλ και του επιβεβαιώθηκαν από τον Κωνσταντίνου. Και προσθέτω το εξής σημαντικό. Ήταν ο εναγόμενος που του ζήτησε, έτσι κατέθεσε ο ΜΕ2, να γράψει σε ένα πρόχειρο χαρτί τη συμφωνία του με τον Κωνσταντίνου. Είναι σημαντικό εδώ να ξεκαθαρίσει το εξής. Σύμφωνα με όλους τους εμπλεκόμενους επρόκειτο για δύο συμφωνίες. Η μία ήταν πως για να επιτραπεί η έξοδος του αυτοκινήτου, ο Μιχαήλ θα υπέγραφε ως εγγυητής του συμβολαίου ενοικιαγοράς. Αυτό ενδιέφερε τους ενάγοντες και αποτελούσε προυπόθεση για την δική τους εξασφάλιση. Η άλλη ενδιέφερε τον Μιχαήλ. Αφορουσε την απαλλαγή του από την εγγύηση. Όταν υπέγραψε την εγγύηση ανέφερε στον Αντωνίου ότι συμφώνησε με τον Κωνσταντίνου πως θα απαλλασσόταν από την εγγύηση όταν θα παρουσίαζε τα αυτοκίνητα της χρηματοδότησης. Γιαυτό και ζήτησε από τον Αντωνίου να γράψει σε μια χειρόγραφη σημείωση το θέμα της απαλλαγής του. Άλλως η εγγύηση θα παρέμενε ανοικτή και άνευ όρων, δέσμευση που σαφώς ενδιέφερε τον εναγόμενο. Ακολούθως, ο ΜΕ2, τα έβαλε μαζί και τα φωτοτύπησε και τα έστειλε με φαξ στο γραφείο του Κωνσταντίνου στη Λευκωσία. Πρόκειται ως λέχθηκε για το Τεκμήριο
  20. Έδωσε ένα αντίγραφο στο Μιχαήλ μαζί με τη συγκατάθεση για την έξοδο του αυτοκινήτου, Τεκμήριο
  21. Ήταν ξεκάθαρη η θέση του ότι επρόκειτο για μια πρόχειρη σημείωση και την έγραψε για να θυμάται την προφορική τους συμφωνία. Ήταν ακόμα σαφής ότι η χειρόγραφη σημείωση γράφτηκε μπροστά στον εναγόμενο που επειγόταν να πάρει την επιστολή για το αυτοκίνητο. Αρνήθη ότι έγραψε τη σημείωση για να θυμάται ότι αφορούσε μόνο το αυτοκίνητο 2744CT και αρνήθη ότι αργότερα είπε του εναγόμενου ότι έσκισε το έγγραφο της εγγύησης, αλλά αντίθετα του είπε ότι η συμφωνία ήταν να παρουσιάσει όλα τα αυτοκίνητα της ενοικιαγοράς. Επί του συγκεκριμένου υπεδείχθη στον Αντωνίου η ένορκη δήλωση που υπέγραψε στα πλαίσια της αίτησης για ακύρωση της απόφασης εναντίον του εναγόμενου. Ότι στην παράγραφο 7 ορκίσθη ότι είναι ο εναγόμενος που παραποίησε το έγγραφο εγγύησης, παρουσιάζοντας τη χειρόγραφη σημείωση που του δόθηκε σε ξεχωριστό χαρτάκι ως σημείωση πάνω στο έγγραφο. Και τούτο γιατί στην παράγραφο 4 της ίδιας ένορκης δήλωσης ανέφερε ότι το χαρτάκι το έδωσε στο Μιχαήλ, μαζί με αντίγραφο της εγγύησης που υπέγραψε. Προτού αξιολογηθεί η μαρτυρία του Αντωνίου επί του συγκεκριμένου αυτού θέματος, κρίνω πως είναι σημαντικό να λεχθεί τι κατέθεσε ο εναγόμενος επ΄ αυτού. Να ξεκαθαρίσω όμως από τώρα πως σύμφωνα με τον Αντωνίου, το Τεκμήριο 8 που αργότερα συμπληρώθηκε και είναι το Τεκμήριο 9 και το χαρτί που έγραψε τα συμφωνηθέντα μεταξύ Κωνσταντίνου και εναγόμενου είναι δύο ξεχωριστά έγγραφα. Απλώς επί του Τεκμηρίου 8 τοποθέτησε το χαρτί, και τα φωτοτύπησε μαζί ως ένα έγγραφο και μετά το απέστειλε με φαξ στη Λευκωσία. Τούτο ως αληθές γεγονός επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο
  22. Ο εναγόμενος κατά την κυρίως εξέταση κατέθεσε ότι υπέγραψε εν λευκώ μόνο το έγγραφο εγγύησης, και ότι ο Αντωνίου του εγγυήθηκε πως όταν επιστρέψει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο θα έσχιζε την εγγύηση. Δεν αναγνώρισε τη χειρόγραφη σημείωση του Αντωνίου ενώ αντίγραφο του εγγράφου πήρε μετά την έγερση της αγωγής, όταν διαμαρτυρήθηκε στον Αντωνίου. Αντεξετάστηκε ειδικά επί της χειρόγραφης αυτής σημείωσης. Ρωτήθηκε αν γράφτηκε μπροστά του και απάντησε αρνητικά, θεωρώντας το Τεκμήριο 8 παραποιημένο. Είναι, ως κατέθεσε, γραμμένη η σημείωση σε άλλη κόλλα και είναι παραποιημένα και φωτοτυπήθηκε. Ήταν σίγουρος επιμένοντας ότι δεν γράφτηκε μπροστά του. Του υπεδείχθη η παράγραφος 8 της ένορκής του δήλωσης ημερ. 15.3.2002, στην οποία ορκίσθη ότι ". . . μου δόθηκε ένα εγγυητήριο το οποίο ήταν ασυμπλήρωτο, το υπέγραψα αφού προηγουμένως ο κ. Λεωνίδας Αντωνίου έγραψε με το δικό του γραφικό χαρακτήρα ότι τούτο αφορά το φορτηγό τρέιλερ 2744CT και δεσμεύτηκε προσωπικά πως με την επιστροφή του θα μου επέστρεφε πίσω το ρηθέν έγγραφο". Η αμηχανία πλέον του μάρτυρα ήταν έντονη, διάχυτη και προφανής. Απάντησε συγχισμένα πως το χειρόγραφο του το έδωσε ο Αντωνίου και ότι μάλιστα "είπετε ότι εγώ το έγραψα". Σε νέα ερώτηση ότι γράφτηκαν δηλαδή στην παρουσία του απάντησε ότι δεν θυμάται, ούτε επίσης θυμόταν αν φεύγοντας του έδωσαν αντίγραφο του Τεκμηρίου
  23. Νομίζω πως με όσα μόλις ανέφερα δεν χρειάζονται να λεχθούν πολλά. Η αντιφατικότητα του μάρτυρα και οι υπεκφυγές του είναι προφανείς, και η εκλεκτική κατά το δοκούν μνήμη του αξιοσημείωτη. Δύο ουσιαστικά ζητήματα εγείρονται, και επί των δύο ο εναγόμενος δεν θυμόταν. Το ένα τι συμφώνησε τηλεφωνικά με τον Κωνσταντίνου, άλλωστε αυτός μίλησε μαζί του, αφού στο Λεωνίδα Αντωνίου απλώς ανέφεραν και επιβεβαίωσαν τα συμφωνηθέντα που τα κατέγραψε στη χειρόγραφη σημείωση. Και το άλλο αφορά τη χειρόγραφη σημείωση που σύμφωνα με τον Αντωνίου την κατέγραψε καθ΄ υπόδειξιν του, αν γράφτηκε μπροστά του, παίρνοντας μάλιστα ως συνάγεται και το πρωτότυπο. Ακόμα και να δεχθώ ότι ο εναγόμενος δεν θυμόταν, που το απορρίπτω βεβαίως καθ΄ ολοκληρίαν ως παντελώς παράλογο, και πάλι η μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 παρέμεινε αναντίλεκτη. Εν πάση περιπτώσει και σε κάθε περίπτωση όσα κατέθεσαν επιβεβαιώνονται εκ των γεγονότων και των σχετικών εγγράφων. Θεωρώ εντελώς αδιανόητο και παράλογο ο εναγόμενος να μη θυμάται τίποτε από όσα συμφώνησε με τον Κωνσταντίνου και όσα έγιναν στην παρουσία του με τον Αντωνίου. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου, στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί και στα ευρύτερα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας, είναι ότι ο εναγόμενος απέφυγε επιμελώς να αναφέρει τα συμφωνηθέντα και όσα λέχθηκαν με τον Αντωνίου και κατέφυγε στην εύκολη και βολική λύση ότι δεν θυμόταν. Παρεμβάλλω εδώ ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας πως όπως λέχθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.

(2002)1 ΑΑΔ 661, η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρος έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. Και μέσα σε αυτά τα πλαίσια, και σε συνάρτηση και με άλλους παράγοντες και παραμέτρους που αναγνωρίζει η νομολογία ότι καθορίζουν και οριοθετούν το μέτρο κρίσης ενός μάρτυρα θα αξιολογηθεί η μαρτυρία στο σύνολό της. Και ακριβώς αυτά τα στοιχεία συνεκτιμούμενα, που να σημειώσω ήταν έντονα στη μαρτυρία του εναγόμενου, δεν άφησαν καμιά αμφιβολία στο Δικαστήριο, ότι ο μάρτυρας απλώς δεν ήθελε να καταθέσει και να αναφέρει την αληθή και πραγματική φύση της συναλλαγής και της συμφωνίας του με τους ΜΕ1 και
  1. Έχω ήδη παραθέσει βασικούς ισχυρισμούς και θέσεις του που ανατρέπονται είτε από όσα κατέθεσε ενόρκως στις 22.3.2002, είτε ανετράπηκαν κατά την αντεξέτασή του και ανάγλυφα αναδεικνύουν την ποιότητα της μαρτυρίας του. Η προσήλωσή του δεν ήταν επικεντρωμένη στην αλήθεια αλλά στο ίδιον όφελος και στην αποποίηση των δικών του ευθυνών. Θεωρώ κατάλληλο το σημείο να παρεμβάλω τη μαρτυρία του ΜΥ2, Μιχαηλίδη. Ήταν κατά τον επίδικο χρόνο βοηθός του Αντωνίου στις χρηματοδοτήσεις Λεμεσού. Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες της μαρτυρίας του. Θα περιοριστώ σε δύο-τρία ουσιώδη σημεία. Το πρώτο αφορά το γεγονός ότι έφυγε από την τράπεζα γιατί, ως κατέθεσε κατά την κυρίως εξέταση, είχε δικές του δουλειές και αφού ζύγισε τα πράγματα έκρινε ότι ήταν το ορθό και προς το συμφέρον του να εγκαταλείψει την τράπεζα. Το δεύτερο αφορά την ουσία. Επί της ουσίας κατέθεσε ότι ο Μιχαήλ πήγε αρχικά κοντά του και ζήτησε την άδεια εξόδου του αυτοκινήτου στο εξωτερικό. Τον παρέπεμψε στον Αντωνίου. Ήταν η θέση του ότι ο Αντωνίου τηλεφώνησε μπροστά του στον Κωνσταντίνου και μιλούσαν αρκετή ώρα για να βρουν λύση για να δοθεί η επιστολή. Δεν ήταν συνέχεια παρών στο γραφείο του Αντωνίου και έτσι δεν γνώριζε τι τελικά συμφώνησαν. Ήξερε όμως και κατέθεσε ότι ο Αντωνίου αργότερα του είπε ότι δόθηκε άδεια να φύγει το αυτοκίνητο στο εξωτερικό με την εγγύηση του εναγόμενου και ότι με την επιστροφή του στην Κύπρο θα επιστρεφόταν και το εγγυητήριο. Αντελήφθη ότι η επιπλέον εγγύηση αφορούσε ένα αυτοκίνητο ψυγείο που ήθελε ο εναγόμενος, προσωπικά, να βγάλει εκτός Κύπρου. Ήταν ακόμα η θέση του ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε να εγγυηθεί ολόκληρο το συμβόλαιο ενοικιαγοράς αφού μόνο ένα αυτοκίνητο θα έφευγε εκτός Κύπρου. Επανέλαβε ότι ο Αντωνίου του είπε ότι η συμφωνία ήταν να υπογράψει ο Μιχαήλ για το συγκεκριμένο όχημα. Η μαρτυρία του κρίνεται σε όλα σχεδόν τα σημεία της ως ανακριβής. Κατ΄ αρχήν ήταν παραδεκτό ακόμα και από τον εναγόμενο, ότι εκείνος που τηλεφώνησε του Κωνσταντίνου ήταν ο εναγόμενος και όχι ο Αντωνίου. Η συμφωνία έγινε μεταξύ του εναγόμενου και του Κωνσταντίνου και όχι μεταξύ του Αντωνίου και του Κωνσταντίνου. Έτσι δεν θα μπορούσε να άκουγε τους ΜΕ1 και 2 να συνομιλούν, αρκετή μάλιστα ώρα, για το πώς θα έλυναν το θέμα του αυτοκινήτου. Δεύτερο, ποτέ δεν τέθηκε στον Αντωνίου ότι μίλησε με το μάρτυρα και ότι μάλιστα του είπε ότι η συμφωνία ήταν να υπέγραφε ο εναγόμενος, πρόσθετη εγγύηση μόνο για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Επ΄ αυτού να προσθέσω ακόμα, πως ο Αντωνίου εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσε να του έλεγε κάτι τέτοιο, αφού έρχεται σε άμεση σύγκρουση με το περιεχόμενο της χειρόγραφης σημείωσης που ο ίδιος έγραψε, μπροστά μάλιστα στον εναγόμενο. Τρίτο, η μαρτυρία του ελέγχεται ανακριβής στο γεγονός ότι ως ήταν η θέση του για ένα αυτοκίνητο δεν θα μπορούσε ο εναγόμενος να υπογράψει εγγυητής ολόκληρου του συμβολαίου. Και είναι ανακριβής αφού ως κατέδειξε η αναντίλεκτη επί τούτου μαρτυρία ήδη απουσίαζαν στο εξωτερικό ακόμα δύο αυτοκίνητα. Τα με διακριτικό αριθμό 920CT και ΑΑΗ322 (βλέπε Τεκμήρια 2, 6 και 14). Και παρεμβάλλω πως το σύνολο των χρηματοδοτημένων αυτοκινήτων ήταν σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 πέντε. Με τη δήλωση, Τεκμήριο 5, αποδεσμεύτηκε του συμβολαίου ένα αυτοκίνητο, το 3305 CT, ενώ την 17.3.00 το αυτοκίνητο με τα διακριτικά ΕΜΕ864 αντικαταστάθηκε με το αυτοκίνητο ΑΑΗ322, οπότε κατά τον επίδικο χρόνο τα αυτοκίνητα ήταν τέσσερα. (τεκμήρια 6 και 13). Υπενθυμίζω εδώ ότι η συμφωνία του εναγόμενου έγινε την 10.8.
  2. Και με την άδεια που ζητούσε, τρία από τα τέσσερα αυτοκίνητα θα έλειπαν στο εξωτερικό. Αυτό απαντά και στην εισήγηση του κ. Σωφρονίου ως προς το με ποια λογική ο εναγόμενος θα δεχόταν να υπογράψει εγγύηση για όλα τα αυτοκίνητα και όχι μόνο για αυτά που ήταν στο εξωτερικό. Ο λόγος είναι γιατί με το συγκεκριμένο που επιζητούσε να φύγει στο εξωτερικό, τρία από τα τέσσερα αυτοκίνητα θα βρίσκονταν στο εξωτερικό. Αυτή άλλωστε ήταν και η ανησυχία του ΜΕ1 και ζήτησε την εγγύηση του εναγόμενου επί ολοκλήρου του συμβολαίου ενοικιαγοράς. Και προσθέτω πως ήταν λογικό αυτό, αφού, πως αλλως ο ΜΕ1 θα εξασφάλιζε και θα προστάτευε τα δικαιώματα των εναγόντων. Η μαρτυρία του Μιχαηλίδη για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κρίνεται όμως απορριπτέα και για ακόμα ένα λόγο. Ο μάρτυρας απέφυγε να αναφέρει την πραγματική αιτία που έφυγε από την τράπεζα. Τα περί δικών του εργασιών απεδείχθηκαν κατά την αντεξέταση προφάσεις. Η αλήθεια βρίσκεται στην επιστολή Τεκμήριο
  3. Αφορά τους λόγους και εξηγά γιατί πλαστογράφησε ένα έγγραφο χρηματοδότησης. Δέχτηκε τελικά ότι η τράπεζα δεν τον κάλυψε και έτσι έδωσε την παραίτησή του για να πάρει τα δικαιώματά του. Χωρίς να υπεισέρχομαι στο περιεχόμενο της επιστολής, Τεκμήριο 17, το οποίο και δεν εξετάζω, προκύπτει όμως σαφώς ότι ο μάρτυρας δεν είπε την αλήθεια για τους λόγους που έφυγε από την υπηρεσία των εναγόντων. Ο λόγος αυτός από μόνος του κρίνω πως είναι αρκετός για να κλονίσει, σοβαρότατα μάλιστα, την αξιοπιστία του. Παρά ταύτα την έχω αξιολογήσει και για τους λόγους που έχω εξηγήσει δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Να σημειώσω πάντως πως ανεξάρτητα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, τουλάχιστον δεν επιβεβαίωσε τον εναγόμενο ότι πράγματι του παρουσίασε το επίδικο αυτοκίνητο στα γραφεία των εναγόντων στη Λεμεσό. Πριν καταλήξω επί της αξιοπιστίας να αναφέρω, επανερχόμενος στον Αντωνίου, ότι δεν θεωρώ ότι υπάρχει αντίφαση με εκείνα που κατέθεσε στο Δικαστήριο σε συνάρτηση με την ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 15.5.
  4. Κατ΄ αρχήν ο μάρτυρας ορκίσθη ότι έδωσε την ανεξάρτητη χειρόγραφη σημείωση στον εναγόμενο. Αρνείται τη θέση του εναγόμενου ότι παραποίησαν το έγγραφο, και εκφράζει τη θέση ότι είναι ο εναγόμενος που το παραποίησε παρουσιάζοντας τη χειρόγραφη σημείωση ως μέρος του εγγράφου. Ότι πρόκειται βέβαια για δύο ξεχωριστά έγγραφα δεν υπάρχει αμφιβολία. Το Τεκμήριο 8 είναι εκείνο που ο Αντωνίου απέστειλε στον Κωνσταντίνου, ενώ το πρωτότυπο το είχε ο Αντωνίου. Εδώ να παρεμβάλω ότι έγινε σχετική υποβολή στον Αντωνίου ότι ο εναγόμενος ζήτησε μια διευκόλυνση και τον πάτησαν να εγγυηθεί όλα τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς και να τα παρουσιάσει στην τράπεζα και δέχτηκε. Η απάντηση του μάρτυρα ήταν πως αυτή ήταν η προφορική του συμφωνία. Να αναφέρω πως εν πάση περιπτώσει ισχυρισμός για εξαναγκασμό του εναγόμενου δεν προβάλλεται στο δικόγραφό του. Έχω ακούσει όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους. Έχω ήδη αναφερθεί με έκταση σε όλη την ουσιώδη μαρτυρία που αφορά τα επίδικα θέματα. Έχω αντιπαραβάλει τη μαρτυρία με τα σχετικά έγγραφα που κατατέθηκαν. Αποτελεί ακράδαντη πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι οι ΜΕ1 και 2 κατέθεσαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Άφησαν άριστες εντυπώσεις όταν κατέθεταν, απαντούσαν ευκρινώς και με ευθύτητα και αμεσότητα και η μαρτυρία τους ήταν χωρίς αντιφάσεις. Αντίθετα ο εναγόμενος για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί είχε επιλεκτική και ανάλογα με το συμφέρον του μνήμη. Ήταν αντιφατικός τόσο με την υπεράσπιση όσο και με την ένορκή του δήλωση. Οι αντιφάσεις του ως έχει εξηγηθεί δεν ήταν επί επουσιωδών σημείων αλλά επί καίριων ζητημάτων καθοριστικών στη συμφωνία του με τον ΜΕ1 και με τα διαμοιφθέντα με τον ΜΕ2 που αφορούσαν τη συνολική συναλλαγή του. Η μαρτυρία του για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Από την αξιολόγηση της μαρτυρίας και έχοντας την υπόψη μου το σύνολο της, αβίαστα το συμπέρασμα που εξάγεται και τούτο υπό μορφή ευρημάτων του Δικαστηρίου είναι ότι ο εναγόμενος, πωλητής των αυτοκινήτων που ήταν αντικείμενο χρηματοδότησης που έγινε στη Λευκωσία την 29.12.99 (Τεκμήρια 1, 2 και 3), με αγοραστή την εναγόμενη 1 εταιρεία, την 10.8.01 ζήτησε από τα γραφεία των εναγόντων στη Λεμεσό, να του επιτρέψουν την έξοδο του αυτοκινήτου με τα διακριτικά στοιχεία 2744CT για μια δική του μεταφορά εμπορευμάτων στο εξωτερικό. Ο ΜΕ2 τον παρέπεμψε στον ΜΕ1, Γενικό Διευθυντή Εργασιών Κύπρου. Ο εναγόμενος μίλησε τηλεφωνικά μαζί του γιατί βρισκόταν με άδεια στην Αγία Νάπα. Ο ΜΕ1, και επειδή απουσίαζαν από την Κύπρο ακόμα δύο εκ των χρηματοδοτημένων αυτοκινήτων, συμφώνησε με τον εναγόμενο πως θα του επιτρεπόταν η έξοδος του αυτοκινήτου από την Κύπρο νοουμένου ότι θα υπέγραφε προηγουμένως προσωπικά ως εγγυητής του πιο πάνω συμβολαίου ενοικιαγοράς. Ήταν περαιτέρω η συμφωνία τους πως όταν ο εναγόμενος θα παρουσίαζε στην τράπεζα όλα τα αυτοκίνητα της χρηματοδότησης, η εγγύηση που θα υπέγραφε θα έπαυε να ισχύει. Τη συμφωνία τους την επιβεβαίωσαν, τόσο ο εναγόμενος όσο και ο ΜΕ1 στο Λεωνίδα Αντωνίου, ΜΕ2, που κατέγραψε καθ΄ υπόδειξη και μπροστά στον εναγόμενο επί πρόχειρης σημείωσης τα συμφωνηθέντα. Ο εναγόμενος υπέγραψε εν λευκώ έτοιμο έντυπο έγγραφο εγγύησης και πήρε από τους ενάγοντες τη γραπτή τους συγκατάθεση, Τεκμήριο 10, που την υπέγραψε ο ΜΕ2 για την έξοδο του πιο πάνω αυτοκινήτου από την Κύπρο. Ο ΜΕ2 έβαλε την πρόχειρη σημείωση πάνω στο λευκό έντυπο που υπέγραψε ο εναγόμενος και αφού τα φωτοτύπησε, απέστειλε με τηλεομοιότυπο το έγγραφο με τη χειρόγραφη σημείωση στα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Η συμφωνία του εναγόμενου σε σχέση με τους όρους της εγγύησης που υπέγραψε (τεκμήριο 9) αντανακλάται ουσιαστικά και συνάδει, πέραν της προφορικής μαρτυρίας, με το περιεχόμενο της χειρόγραφης σημείωσης ημερομηνίας 10.8.01 του ΜΕ
  5. Η σημείωση κατά λέξη αναφέρει τα εξής: "Να μου παρουσιάσει ο Τάκης Μιχαήλ το 2744CT και τα αντικείμενα του Βόλου και να παραδοθεί το έγγραφο με την υπογραφή του σαν εγγυητής." Να προσθέσω πως ο Βόλος είναι η πρωτοφειλέτρια και αγοράστρια εταιρεία στο έγγραφο χρηματοδότησης, που έχει την επωνυμία Κ.Κ. OVOLOS TRANSPORT LTD. Ήταν σαφές και ξεκάθαρο στη μαρτυρία ότι πρόκειται για την ίδια εταιρεία, αφού όλοι σχεδόν οι μάρτυρες, ακόμα και στην αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων, έτσι αποκαλείτο η πρωτοφειλέτρια εταιρεία. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται ιδιαίτεροι κανόνες ερμηνείας για το περιεχόμενο της πιο πάνω χειρόγραφης σημείωσης. Το νόημα είναι καθαρό και σαφές. Με την παρουσίαση των αντικειμένων της χρηματοδότησης, τα αντικείμενα του Βόλου, που αφορά τα αυτοκίνητα του τιμολογίου, ( δες Τεκμήρια 2, 5, 6 και 13) το έγγραφο εγγύησης θα επιστρεφόταν στον εναγόμενο. Είναι σαφές και ξεκάθαρο ότι η συμφωνία δεν αφορούσε μόνο το 2744 CT αφού στην σημείωση χρησιμοποιείται η συνδετική λέξη «και» σε σχέση με τα αντικείμενα του Βόλου. Με άλλα λόγια ήταν προαπαιτούμενο της απαλλαγής του απο την εγγύηση, η παρουσίαση, εκ μέρους του, όλων των αντικειμένων της χρηματοδότησης της εναγόμενης 1 εταιρείας. Η ερμηνεία που εισηγείται ο κ. Σωφρονίου ότι το περιεχόμενο της σημείωσης αφορά τα εξαρτήματα ή παρελκόμενα του αυτοκινήτου 2744CT δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όχι γιατί κάτι τέτοιο δεν μπορεί να εξαχθεί από την πιο πάνω σημείωση, αλλά ούτε και η μαρτυρία κατέδειξε κάτι τέτοιο. Ότι δηλαδή αυτή ήταν η συμφωνία των διαδίκων, όπως την εισηγείται. Ούτε καν ο εναγόμενος δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Και εδώ ακριβώς θεωρώ κατάλληλο το σημείο να παρεμβάλω ότι ο εναγόμενος στο τέλος της ημέρας, παρά την αντιφατικότητα των ισχυρισμών του και της εκλεκτικής του μνήμης, ουσιαστικά τίποτε από όσα έχουν ήδη καταγραφεί ως ευρήματα του Δικαστηρίου δεν αμφισβήτησε. Εκείνο που διαφάνηκε ως αμφισβητούμενο ήταν, όχι αν εγγυήθηκε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς αλλά, αν θα έπρεπε να παρουσιάσει όλα τα αυτοκίνητα της ενοικιαγοράς για να απαλλαγεί της εγγύησης. Επικαλέστηκε μάλιστα σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ακόμα και τη χειρόγραφη σημείωση ότι αφορούσε το συγκεκριμένο μόνο αυτοκίνητο. Και εδώ θα συμφωνήσω με την κα Σαζεΐδου ότι αν έτσι είχαν τα πράγματα, τότε ποια ήταν η έκταση της εγγύησής του, αν δεν παρουσίαζε το αυτοκίνητο στην τράπεζα. Και ορθώς ο Αντωνίου, σε σχετικη υποβολή, απάντησε ότι θα γινόταν διαφορετικό έγγραφο αν η εγγύηση αφορούσε μόνο το συγκεκριμμένο αυτοκίνητο. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ πως τελικά το μόνο επίδικο ζήτημα ήταν το πώς ο εναγόμενος ερμηνεύει τη συμφωνία του με τους ενάγοντες ως προς τον όρο της απαλλαγής του από την εγγύηση και τη χειρόγραφη σημείωση. Είναι η κρίση μου ότι ακόμα και αυτό ως ζήτημα προέκυψε αργότερα μετά την έγερση της αγωγής και οι θέσεις του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του και τίποτε περισσότερο. Επιβεβαίωση αποτελεί το γεγονός ότι αφού ως κατέθεσε παρουσίασε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο σε λίγες ημέρες, δεν φαίνεται να διαμαρτυρήθηκε στους ενάγοντες όταν έλαβε τη μεταγενέστερη επιστολή τερματισμού του συμβολαίου ενοικιαγοράς. Ούτε και αν, αφού το παρουσίασε και δεν του έδωσαν πίσω το τεκμήριο 9 διαμαρτυρήθηκε, ούτε και απέστειλε κάποια επιστολή. Το θέμα ήταν αρκούντως σοβαρό και αν έτσι είχαν τα πράγματα θα ήταν αδιονόητο να μην αντιδρούσε γραπτώς ή με κάποιο άλλο τρόπο. Το λογικό, το μόνο θα έλεγα λογικό, ήταν να έπαιρνε όλα τα αναγκαία και νόμιμα διαβήματα για να ακυρώσει την εγγύηση που υπέγραψε. Περαιτέρω η επιστολή τερματισμού από μόνη της σηματοδοτούσε αλλά και τροχιοδρομούσε θέτοντας σε εφαρμογή τις υποχρεώσεις του ως εγγυητή του συμβολαίου ενοικιαγοράς και όμως και πάλι αδράνησε εντελώς. Αντίθετα άφησε τα πράγματα να οδηγηθούν στην έγερση της αγωγής οπότε και άρχισε να διαμαρτύρεται. Η κα Σαζεϊδου στην αγόρευσή της αναφέρεται στις αρχές του non est factum και ότι η υπεράσπιση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει. Παρόλο που ο κ. Σωφρονίου δεν αναφέρεται ευθέως στο θέμα αυτό, εν τούτοις, θα το εξετάσω στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, παρόλο που στην υπεράσπιση αλλά και στη μαρτυρία του εναγόμενου το ζήτημα δεν ήταν αφεαυτής η εγγύηση που υπέγραψε αλλά οι όροι και οι προϋποθέσεις απαλλαγής του. Οπότε θα ήταν και αντιφατικό να συνυπάρχουν ως επίδικα και τα δύο ζητήματα. Η αρχή αυτή, του non est factum, αναλύεται σε έκταση στην υπόθεση Αναστασίου ν. Μιχαηλούδη
(1998)1 ΑΑΔ 264 και δεν προτίθεμαι να επαναλάβω όσα εξηγούνται αναλυτικά σε αυτή. Κρίνω πως είναι αρκετό να επαναλάβω πως για να επιτύχει η υπεράσπιση με βάση την αρχή αυτή, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ένας συμβαλλόμενος παραπλανήθηκε από τον άλλο με σκοπό τη δημιουργία εσφαλμένης εντύπωσης, αναφορικά με το περιεχόμενο και τη φύση του εγγράφου που υπέγραψε. Ότι ο εναγόμενος υπέγραφε έγγραφο εγγύησης αποζημίωσης, άλλωστε έτσι τιτλοφορείται το σχετικό έντυπο, δεν αμφισβητείται. Ότι η εγγύηση αφορά την ενοικίαση εμπορευμάτων (hiring) συμβολαίου ενοικιαγοράς και πάλι δεν αμφισβητείται, αφού αυτά είναι ήδη στοιχεία καταγραμμένα στο έτοιμο έντυπο που υπέγραψε. Ότι το αυτοκίνητο για το οποίο αποτάθηκε για την έξοδό του από την Κύπρο ήταν αντικείμενο της χρηματοδότησης ημερ. 29.12.99 αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Η χειρόγραφη σημείωση και η προφορική του συμφωνία καθόριζε τα όρια και την έκταση της εγγύησης του. Το γεγονός ότι το σχετικό έγγραφο συμπληρώθηκε αργότερα, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Κουταλιανός ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(2000)1 ΑΑΔ 276, της οποίας τα γεγονότα είναι παρόμοια με την παρούσα, η μετέπειτα συμπλήρωση στο έντυπο ορισμένων τυπικών ενδείξεων, όπως ο κωδικός και οι αριθμοί του τιμολογίου και της απόδειξης δεν μπορούν να στηρίξουν και να στοιχειοθετήσουν την υπεράσπιση της πιο πάνω αρχής. Και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης οι ενάγοντες, βασικά ο ΜΕ2 συμπλήρωσε την ημερομηνία που είναι παραδεκτή, τον αριθμό και την ημερομηνία του συμβολαίου της ενοικιαγοράς καθώς και το όνομα του ενοικιαγοραστή, που είναι η εναγόμενη 1 εταιρεία. Ως ήδη έχουν διαμορφωθεί τα ευρήματα, τίποτε περισσότερο από όσα συμφώνησε ο εναγόμενος με τον ΜΕ1 δε συμπληρώθηκε στο έγγραφο. Ο εναγόμενος γνώριζε, και μάλιστα πάρα πολύ καλά, τι υπέγραφε, όπως πολύ καλά γνώριζε τι συμφώνησε με τον ΜΕ1, που αντανακλάται στη χειρόγραφη σημείωση του ΜΕ2 που γράφτηκε καθ' υπόδειξιν του και μπροστά του. Η σύμβαση εγγύησης που καταρτίστηκε ήταν καθόλα έγκυρη και νόμιμη. Η υπεράσπιση του non est factum δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Το επόμενο θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι αν ο εναγόμενος παρουσίασε στην τράπεζα όλα τα χρηματοδοτημένα αυτοκίνητα ώστε να απαλλασσόταν από την εγγύηση που υπέγραψε. Ουσιαστικά ούτε και ο ίδιος ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Ο μόνος ισχυρισμός του, ο οποίος παρέμεινε και αυτός νεφελώδης και σαφώς αναπόδεικτος, ήταν ότι τουλάχιστον το 2744CT το παρουσίασε. Από την άλλη, η μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 κατέδειξε ότι από τα χρηματοδοτημένα αυτοκίνητα τουλάχιστον δύο ακόμα μέχρι και σήμερα, παρόλο που υπάρχει και σχετική απόφαση του Δικαστηρίου εναντίον της εταιρείας, δεν έχουν ούτε παρουσιαστεί ούτε και παραδοθεί. Ο ΜΕ1 κατέθεσε ότι μέχρι και την έγερση της αγωγής κανένα αυτοκίνητο δεν παρουσιάστηκε. Ειδικά για το 2744 CT ο Αντωνίου αρνήθηκε ότι το παρουσίασε ο εναγόμενος. Παρεμβάλλω πάντως πως και ο εναγόμενος κατέθεσε ότι το έδειξε στον Μιχαηλίδη και όχι στον Αντωνίου. Και ανεξάρτητα απο την απόρριψη της μαρτυρίας του Μιχαηλίδη, ούτε αυτός τον επιβεβαίωσε για το ζήτημα αυτό. Ανέφερε ακόμα, ο ΜΕ1, ότι δύο εξ αυτών, τα ΑΑΗ322 και 2200CT δεν παραδόθηκαν με τη δικαιολογία ότι κλάπηκαν στην Ελλάδα. Ο δε ΜΕ3 κατέθεσε επιβεβαιώνοντας τα πιο πάνω ότι μετά την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και την έκδοση σχετικού διατάγματος, δύο εκ των αντικειμένων, μεταξύ των οποίων και το 2744CT εγκαταλείφθηκαν σε χωράφι έξω από τα γραφεία των εναγόντων στη Λεμεσό. Σχετικώς επιβεβαιωτική προς τούτο είναι και η επιστολή των εναγόντων προς την εναγόμενη 1 εταιρεία ημερ. 26.10.01 (τεκμήριο 14) με την οποία τερματίστηκε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς και καλείτο η εταιρεία να επιστρέψει τα αντικείμενα της χρηματοδότησης. Και ως λέχθηκε η επιστολή αυτή αποστάληκε και προς τον εναγόμενο. Τέθηκε θέμα για πόσο χρονικό διάστημα θα ίσχυε η εγγύηση του εναγόμενου δεδομένου ότι δεν κατεγράφη χρονικός προσδιορισμός στη σχετική συμφωνία. Ο μεν ΜΕ1 ερωτηθείς προς τούτο απάντησε ότι θα ίσχυε για κανένα περίπου μήνα που θα επέστρεφε το αυτοκίνητο από το εξωτερικό ενώ ο εναγόμενος ανέφερε μια εβδομάδα, 10 ημέρες. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος θα πρέπει να είναι εύλογος και οποσδήποτε πριν τον τερματισμό της συμφωνίας. Όμως ο χρόνος δεν έχει σημασία αφού ακόμα και κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης οι εναγόμενοι, και καθ΄ όσον αφορά τον εναγόμενο, δύο τουλάχιστον αυτοκίνητα δεν είχαν ακόμα παρουσιαστεί στην τράπεζα. Έτσι το γεγονός αυτό, και κυρίως ότι κατά το χρόνο τερματισμού του συμβολαίου τα αυτοκίνητα δεν είχαν παρουσιαστεί στην τράπεζα, δεν απαλλάσσει τον εναγόμενο από την υποχρέωσή του που πήγαζε από τη συμφωνία εγγύησης του συμβολαίου ενοικιαγοράς. Ένα, τέλος, θέμα που ηγέρθη είναι αν η μεταγενέστερη συμπλήρωση από το ΜΕ2 του κενού εγγράφου εγγύησης, Τεκμήριο 8, αποτελεί παραποίηση του εγγράφου, ιδίως γιατί τα χαρτόσημα φέρουν μεταγενέστερη ημερομηνία της υπογραφής του εγγράφου. Δόθηκαν, βέβαια, εξηγήσεις από το ΜΕ
  1. Το συμπλήρωσε, Τεκμήριο 9, όταν θα το απέστελλε στο δικαστικό τμήμα. Να παρεμβάλω πως υπέγραψε ως μάρτυρας της υπογραφής όταν ο εναγόμενος υπέγραψε την 10.8.01 το έγγραφο. Η υπόθεση Κουταλιανός (ανωτέρω) είναι σχετική. Η χαρτοσήμανση δεν αποτελούσε ούτε και αποτελεί ουσιώδη όρο εγκυρότητας του συγκεκριμένου εγγράφου. Αποτελεί βέβαια εκ του νόμου υποχρέωση που δεν επιφέρει μεν ακυρότητα στην εγκυρότητα του εγγράφου, επιφέρει όμως πρόσθετη επιβάρυνση από τον Έφορο Τελών και Χαρτοσήμων. Και κάτι τέτοιο έγινε αφού το σχετικό έγγραφο φέρει, στο πίσω μέρος του, τη σφραγίδα του Εφόρου Χαρτοσήμων ότι είναι δεόντως χαρτοσημασμένο. Ούτε και η μεταγενέστερη συμπλήρωση του εγγράφου αποτελεί παραποίησή του αφού ο ΜΕ2 που το συμπλήρωσε δεν πρόσθεσε οτιδήποτε άλλο από τα ήδη συμφωνηθέντα, τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά και έχουν εξαχθεί ως ευρήματα του Δικαστηρίου. (Κουταλιανός ανωτέρω). Το τελικό ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αν οι ενάγοντες απέδειξαν το αξιούμενο ποσό. Προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η μαρτυρία του ΜΕ3, Σάββα Άδωνη, που εργάζεται στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων των εναγόντων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, τηρούσαν συνήθη βιβλία ως μέρος του αρχείου του λογαριασμού στο όνομα της εναγόμενης σε ηλεκτρονική μορφή. Τύπωσε μέρος του βιβλίου που παρουσιάζει την κατάσταση λογαριασμού της εναγόμενης εταιρείας και φαίνεται η κίνηση του λογαριασμού και το αξιούμενο υπόλοιπο. Το Τεκμήριο 15 που αποτελεί την κατάσταση λογαριασμού την ετοίμασε με βάση τα στοιχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Βρήκε το αρχικό ποσό από το συμβόλαιο ενοικιαγοράς και ήταν η θέση του σε σχετική υποβολή, ότι τα στοιχεία της κατάστασης είναι ορθά. Δεν αντιπαρέβαλε τα στοιχεία της κατάστασης λογαριασμού με τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε για τους άλλους εναγόμενους. Την 26.10.01 ο εναγόμενος όφειλε το ποσό των ΛΚ45.345,62 και οι καθυστερημένες δόσεις ήταν ΛΚ13.949,
  2. Αφαιρέθηκαν από το αρχικό ποσό του δανείου διάφορες πληρωμές. Εδώ να παρεμβάλω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία πωλήθηκαν τρία από τα αντικείμενα. Το ένα που είχε προηγουμένως αποδεσμευτεί και πωλήθηκε, Τεκμήριο 5, και εισπράχθηκε ένα ποσό ύψους ΛΚ11.
  3. Επίσης τα άλλα δύο που αφέθηκαν, μετά τον τερματισμό και την έγερση της αγωγής, έξω από τα γραφεία στη Λεμεσό πωλήθηκαν και εισπράχθηκε από την πώλησή τους το ποσό των ΛΚ3.
  4. Θα αναφερθώ όμως σε αυτά στη συνέχεια. Αμφισβητήθηκαν τα αξιούμενα ποσά καθώς και η διαφορά στο αξιούμενο ποσό από την εκδοθείσα απόφαση εναντίον των άλλων εναγόμενων, όπως και η επιβολή των τόκων υπερημερίας καθώς και το ύψος τους. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, που είναι το έγγραφο χρηματοδότησης, το αρχικό ποσό της ενοικιαγοράς ήταν Λ.Κ.46.000 πλέον Λ.Κ.14.260,64 δικαιώματα ενοικιαγοράς, ήτοι σύνολο ΛΚ60.260,64 πληρωτέο δια 48 μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.1.255,
  5. Κατά την ημέρα του τερματισμού το υπόλοιπο, σύμφωνα με το Τεκμήριο 14, ήταν ΛΚ45.345,
  6. Στο υπόλοιπο αυτό συμπεριλαμβανόταν, σύμφωνα με το τεκμήριο 15, και το ποσό των ΛΚ13.949,87 που ήταν 11 καθυστερημένες δόσεις και μέρος της 12ης μέχρι και τον τερματισμό. Πρόκειται για τις δόσεις από 29.1.01 μέχρι και την 29.9.01 καθώς και μέρος της δόσης του Δεκεμβρίου του 2000 ύψους Λ.Κ.140.
  7. Απο την άλλη όμως να σημειώσω ότι η επιστολη τερματισμού αναφέρει ως καθυστερήσεις μισθωμάτων το ποσό των Λ.Κ.264.87 Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα κ.ά. ν. Τσαρτελλή
(2003)1 ΑΑΔ 246, εξηγήθηκε ότι η παράλειψη καταβολής των προβλεπόμενων ενοικιαστικών δόσεων, αφ΄ εαυτής παρέχει έρεισμα για την καταγγελία της, επαγομένη τον τερματισμό της. Τέτοιος όρος ρητά προνοείται στην παράγραφο 4 της σύμβασης ενοικιαγοράς, Τεκμήρια 1 και
  1. Η μαρτυρία του ΜΕ3 είχε σοβαρές ελλείψεις που θα αναφερθώ στη συνέχεια. Όμως ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταβολή δόσεων πριν τον τερματισμό και εξάγεται ανάλογο εύρημα. Έπεται πως οι ενάγοντες νομίμως τερμάτισαν τη σύμβαση με την επιστολή τους Τεκμήριο
  2. Παραμένει όμως να διαπιστωθεί ποιο ήταν το υπόλοιπο κατα τον χρόνο του τερματισμού. Ο ΜΕ3 κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με την κατάσταση αυτή παρουσιάζονται 11 καθυστερημένες δόσεις και μέρος της 12ης. Οι καθυστερημένες δόσεις προσδιορίζονται στο ποσό των Λ.Κ.13.949,
  4. Ο τερματισμός της συμφωνίας σύμφωνα με το τεκμήριο 14 έγινε την 26.10.01 και τα καθυστερημένα μισθώματα ανέρχονταν, αντίθετα από όσα καταγράφονται την κατάσταση λογαριασμού, στο ποσό των Λ.Κ.254.
  5. Υπάρχει με άλλα λόγια σοβαρή διάσταση μεταξύ των δύο αυτών τεκμηρίων ως προς το ύψος των καθυστερημένων δόσεων. Προστίθεται ακόμα, πως στο τεκμήριο 15 οι καθυστερημένες δόσεις παρουσιάζονται ως 11 και μέρος της 12ης, γεγονός όμως που δεν είναι ορθό, γιατι οι καθυστερημένες δόσεις πάντα με το τεκμήριο 15, θα έπρεπε να ήταν 9 καθώς και μέρος της δόσης του Δεκεμβρίου του 2000, αφού πρόκειται για τις δόσεις από 29.1.01 μέχρι και την 29.9.
  6. Διάσταση όμως ως προς τα ποσά υπάρχει και με την έκθεση απαίτησης. Στην παράγραφο 6, ως έχει τροποποιηθεί, αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι καθυστερούν να πληρώσουν το ποσό των Λ.Κ.12.068,83, ήτοι τις δόσεις για τη περίοδο 29.12.00 (μέρος) μέχρι 29.9.
  7. Προστίθεται εδώ πώς το οφειλόμενο ποσό του Δεκεμβρίου, σύμφωνα με το τεκμήριο 15 ήταν Λ.Κ.140,
  8. Το πρόβλημα που εγείρεται, ως τουλάχιστον το εντοπίζει το δικαστήριο, που επιτείνει ακόμα περισσότερο τη σύγχιση, εστιάζεται στη πώληση του αυτοκινήτου 3305 CT. Απο τη μαρτυρία εξάγεται ότι πωλήθηκαν τρία αυτοκίνητα. Ένα αυτοκίνητο πωλήθηκε πριν τον τερματισμό του συμβολαίου, (βλπ παράγραφο 8 κατάθεσης ΜΕ3) και πρόκειται για το 3305 CT, ενώ τα άλλα δύο πωλήθηκαν μετά τον τερματισμό. Υπάρχει όμως εδώ ένα σημαντικό ζήτημα. Πρόκειται για τις Λ.Κ.11.000 που εισπράχθηκαν, πριν τον τερματισμό, από την πώληση του αυτοκινήτου με διακριτικό αριθμό 3305 CT. Πωλήθηκε σύμφωνα με τους ΜΕ1 και 3 τον Μάρτιο του
  9. Έχω ανατρέξει, στο σύνολο της, τη μαρτυρία του ΜΕ3 καθώς και στη κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε. Στην παράγραφο 8 της κατάθεσης του (έγγραφο Γ), αναφέρει ότι εισπράχθηκε από την πώληση το ποσό των Λ.Κ.11.000 που αφαιρέθηκε, ως αναφέρει, από το ποσό της ενοικιαγοράς. Δεν αντεξετάστηκε επί του θέματος αυτού, ούτε όμως και έδωσε άλλες διευκρινίσεις ή εξηγήσεις. Αναλόγως αδιευκρινίστη ήταν και η μαρτυρία του ΜΕ
  10. (βλπ κατάθεση έγγραφο Α, παράγραφος 9). Ανεξάρτητα ότι δεν αντεξετάστηκε επι του συγκεκριμμένου σημείου, παρεμβάλλω πάντως πως υπεβλήθη στον ΜΕ3 ότι οι πράξεις και οι λογαριασμοί του τεκμηρίου 15 είναι λάθος, έχω μελετήσει την κατάσταση λογαριασμού. Η διαπίστωση του δικαστηρίου είναι ότι όντως εντοπίζονται αριθμητικά λάθη και εσφαλμένες καταγραφές. Έτσι ενώ για παράδειγμα για τα αυτοκίνητα με διακριτικό αριθμό 2744 CT και 0920 CT που πωλήθηκαν μετά την έγερση της αγωγής, και εισπράχθηκε το ποσό των Λ.Κ.3.050, όπως και οι τρεις πληρωμές του εναγόμενου 5 συμποσούμενες στο ποσό των Λ.Κ.400, ρητώς αναφέρονται και αφαιρούνται στη κατάσταση λογαριασμού, οι πιο πάνω Λ.Κ.11.000 δεν φαίνονται πουθενά, παρά τη μαρτυρία ότι αφαιρέθηκαν από το ποσό της ενοικιαγοράς. Ούτε και στην έκθεση απαίτησης γίνεται οποιαδήποτε αναφορά. Καμιά εξήγηση δεν υπάρχει, ούτε δόθηκε μαρτυρία από που αφαιρέθηκαν οι Λ.Κ.11.
  11. Στη κατάσταση λογαριασμού ως λέχθηκε, δεν φαίνεται, ούτε και παρουσιάζεται πουθενά το ποσό αυτό. Οι Λ.Κ.14.925,02 της κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 15) που αφαιρούνται ως πληρωμές των πρώτων 11 δόσεων και μέρος της 12ης, ούτε διασυνδέονται με την είσπραξη του ποσού αυτού, έστω με κάποιο τρόπο, ούτε και υπάρχει άλλη μαρτυρία που να τις διασυνδέει. Αλλά και αυτό να συνέβαινε, θα έπρεπε να υπήρχε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση, όπως για παράδειγμα έναντι ποιων δόσεων κατεβλήθη το ποσό αυτό και πότε έγινε η αντίστοιχη αφαίρεση. Αντίθετα μάλιστα, ο ΜΕ1 στην γραπτή του κατάθεση (έγγραφο Α παράγραφος 9) αναφέρει ότι για ένα διάστημα μετά τη σύναψη της συμφωνίας οι δόσεις της εναγομένης 1 πληρώνονταν κανονικά και ότι μεταγενέστερα δεν έγιναν οποιεσδήποτε άλλες πληρωμές με αποτέλεσμα να υπάρχουν αρκετές καθυστερημένες δόσεις. Αυτό ενισχύει την άποψη του δικαστηρίου ότι υπάρχει σύγχιση και ασάφεια, και ότι το ποσό των Λ.Κ.11.000 δεν αφορά τις καταβληθείσες δόσεις, άλλωστε ως λέχθηκε δεν υπάρχει προς τούτο τέτοια μαρτυρία, και ότι δεν φαίνεται να έχει αφαιρεθεί από το ποσό της ενοικιαγοράς. Εικασίες βέβαια και υποθέσεις δεν μπορούν να γίνουν. Το βάρος ήταν στους ενάγοντες να αποδείξουν τι απέγινε ή, και αν όντως αφαιρέθηκε, πότε και από πού αφαιρέθηκε. Ουσιαστικά οι Λ.Κ.11.000, και ενώ είναι παραδεκτό ότι εισπράχθηκαν, δεν παρουσιάζονται ούτε και φαίνονται πουθενά στην κατάσταση λογαριασμού. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας και δεδομένης βέβαια της είσπραξης του ποσού των Λ.Κ.11.000, κρίνω ότι θα πρέπει να αφαιρεθούν από το οφειλόμενο ποσό. Το δικαστήριο δεν κατέχει ιδιαίτερες γνώσεις λογιστικής, ούτε και πρόκειται να γίνει εμπειρογνώμονας λογιστικών αναλύσεων και περίπλοκων μαθηματικών πράξεων. Οι ενάγοντες όφειλαν να παρουσιάσουν ικανοποιητική, αναλυτική και επεξηγηματική μαρτυρία των διαφόρων λογιστικών καταγραφών και προσθαφαιρέσεων. Καθώς επίσης όφειλαν να δώσουν πειστικές εξηγήσεις για τις διαφορές που υπάρχουν στα ποσά που παρουσιάζονται στα διάφορα τεκμήρια καθώς και στην έκθεση απαίτησεως. Έχοντας υπόψη ότι οι Λ.Κ.11.000 εισπράχθηκαν τον Μάρτιο του 2001 το ποσό αυτό κρίνω πως θα πρέπει να αφαιρεθεί κατά τον χρόνο αυτό. Ο λόγος είναι αυτονόητος, αλλά και γιατί ο τερματισμός έγινε την 26.10.01 και συνεπώς, το ποσό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως προς το πραγματικό ύψος των καθυστερημένων δόσεων. Έτσι οι εναγόμενοι όφειλαν κατά την 29.12.2000 το ποσό των Λ.Κ.140.
  12. (δες τεκμήριο 15). Οι δόσεις από την ημερομηνία αυτή μέχρι και τον τερματισμό της συμφωνίας (δηλαδή από 29.1.01 μέχρι 29.9.01) ειναι εννέα. Το ποσό συνεπώς των δόσεων κατά τον τερματισμό ήταν Λ.Κ.11.298.87, που είναι οι 9 δόσεις, επί του οποίου θα πρέπει να προστεθεί και το ποσό των Λ.Κ.140.14 που ήταν το οφειλόμενο μέρος της δόσης του Δεκεμβρίου του
  13. Το συνολικό συνεπώς ποσό μέχρι και τον τερματισμό ανέρχεται σε Λ.Κ.11.439.
  14. Οι εναγόμενοι τον Μάρτιο του 2001 κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.11.
  15. Το πραγματικό συνεπώς οφειλόμενο ποσό των καθυστερημένων δόσεων κατά τον χρόνο του τερματισμού ήταν Λ.Κ.439.01 που αποτελεί μέρος της δόσης του Σεπτεμβρίου του
  16. Οι υπολοιπόμενες δόσεις, μέχρι και την λήξη του συμβολαίου, είναι 27 ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.33.896.
  17. Είναι αυτονόητο βέβαια, ότι τα πιο πάνω αποτελούν απλές μαθηματικές πράξεις προς εξεύρεση των υπολοιπόμενων ποσών και δόσεων. Έχω αναφέρει ότι υπάρχουν, εμφανείς μάλιστα, εσφαλμένες καταγραφές στην κατάσταση λογαριασμού. Θα αναφερθώ σε ακόμα δύο που δεν απαιτούνται ιδιαίτερες μαθηματικές ή λογιστικές γνώσεις. Το πρώτο σημείο αφορά τις καταγραφείσες ως καθυστερημένες δόσεις κατα τον τερματισμό. Απο 29.1.01 μέχρι και 29.9.01 που παρουσιάζονται ως καθυστερημένες δόσεις ο αριθμός τους ειναι 9 και όχι 11 ως καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού. Αυτό βέβαια επηρεάζει τις υπόλοιπες, μετά τον τερματισμό δόσεις που ως λέχθηκε είναι 27 και όχι 24 ως παρουσιάζεται στην κατάσταση. Το άλλο αφορά τα ποσά. Με απλή μαθηματική μέθοδο οι εναγόμενοι κατέβαλαν μέχρι και την 29.12.00 το ποσό των Λ.Κ.14.925,02 και Λ.Κ.11.000 τον Μάρτιο του 2001, δηλαδή συνολικά κατεβλήθη το ποσό των Λ.Κ.25.925,
  18. Αν αφαιρεθεί το ποσό αυτό από το αρχικό ποσό της ενοικιαγοράς το συνολικό υπόλοιπο ειναι Λ.Κ.34.335,62 και όχι Λ.Κ.45.345,62 ως η κατάσταση λογαριασμού. Στο ποσό όμως αυτό περιλαμβάνεται και το ποσό των Λ.Κ.439.01 που είναι μέρος της καθυστερημένης δόσης του Σεπτεμβρίου του 2001 κατά τον χρόνο του τερματισμού. Οπότε το υπόλοιπο των οφειλόμενων δόσεων κατά τον χρόνο του τερματισμού είναι Λ.Κ.33.896,61 που αντιστοιχεί ακριβώς σε 27 δόσεις, πλέον το ποσό των Λ.Κ.439.01 που είναι η καθυστερημένη δόση του Σεπτεμβρίου του
  19. Εξάγεται συνεπώς ως εύρημα του δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες κατά τον χρόνο του τερματισμού καθυστερούσαν μέρος της δόσης του Σεπτεμβρίου του 2001, ή ποσό Λ.Κ.439.01 και όχι Λ.Κ.13.949.87 ως η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 15), ούτε Λ.Κ.264.87 ως η επιστολή τερματισμού (τεκμήριο 14), ούτε και Λ.Κ.12.068,83 ως η παράγραφος 6 της έκθεσης απαιτήσεως. Ως περαιτέρω εξηγείται στην πιο πάνω υπόθεση (Τσαρτελλή), σε τέτοια περίπτωση το μέτρο των αποζημιώσεων είναι το συνολικό ποσό που είναι πληρωτέο βάση της συμφωνίας ενοικιαγοράς, μείον το ποσό των δόσεων που έχουν καταβληθεί. Παρεμβάλλω πως η συμφωνία χρηματοδότησης προβλέπει στον όρο 2(γ) την πληρωμή τόκου 9% επί όλων των οφειλομένων ποσών ή τόκο ίσο προς το εκάστοτε, επιτρεπόμενο από το Νόμο, επιτόκιο. Σχετικά με την αύξηση του επιτοκίου από 9% σε 12%, αποτελούν τα Τεκμήρια 7 και 14 γνωστοποίηση και επιστολή τερματισμού, που αποστάληκαν στους εναγόμενους, μεταξύ των οποίων και του εναγόμενου. Σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να γίνεται διαχωρισμός των καθυστερημένων δόσεων από τις υπολοιπόμενες, αφαιρουμένων των ποσών που εισπράχθηκαν μεταγενέστερα. Παρεμβάλλω πως ακριβώς γιαυτόν το λόγο έκρινα ότι οι Λ.Κ.11.000 θα έπρεπε να αφαιρεθούν κατα τον χρόνο της είσπραξης τους αφου καταβλήθηκαν πριν τον τερματισμό της συμφωνίας. Στην υπόθεση Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 530, με αναφορά στην Τσαρτελλη (ανωτέρω), υποδεικνύεται ότι: "Άμα τω τερματισμώ της σύμβασης, ο εκμισθωτής αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεων, ανάλογο προς τη ζημιά που υφίσταται. . . . Αυτή ποικίλει, ανάλογα με τα επακόλουθα του τερματισμού. Εάν επιστραφεί το αντικείμενο της μίσθωσης, η ζημιά περιορίζεται στη διαφορά μεταξύ, αφενός, του ολικού τιμήματος της ενοικιαγοράς και, αφετέρου, της αξίας του αντικειμένου της μίσθωσης κατά το χρόνο επιστροφής, που συνήθως που παίρνει τη μορφή του τιμήματος διάθεσής του. Στην περίπτωση μη επιστροφής του αντικειμένου της ενοικιαγοράς, ο εκμισθωτής δικαιούται σε αποζημιώσεις για ποσό ίσο προς την αξία του αντικειμένου το οποίο κατακρατεί ή οικειοποιείται ο μισθωτής. Τα αστικά αδικήματα της παράνομης κατακράτησης και της παράνομης οικειοποίησης διαγραφούν ανάλογα με την περίπτωση, το πλαίσιο διεκδίκησης αποζημιώσεων για τη ζημιά που υφίσταται ο εκμισθωτής. Και στις δύο περιπτώσεις η αξία των απωλεσθέντων αντικειμένων θεωρείται ίση προς τη συμφωνηθείσα στη σύμβαση ενοικιαγοράς αξία των αντικειμένων......... Στον καθορισμό της ζημιάς, λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η αξία των αντικειμένων καθορίζεται με αναφορά στο χρόνο που επέρχεται η ζημία, ως αποτέλεσμα της κατακράτησης ή της οικειοποίησης. ΄Ετσι ο χρόνος καθορισμού των αποζημιώσεων επέρχεται πρότερα του χρόνου καταβολής των δόσεων ενοικιαγοράς, γεγονός που λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων ". Υπεδείχθη ακόμα πως ένας πρόσφορος τρόπος καθορισμού του οφέλους που αποκτά ο εκμισθωτής παρέχεται με την αφαίρεση ποσού ίσου προς τα δικαιώματα ενοικιαγοράς που ενσωματώνεται στις υπολοιπόμενες δόσεις. Ακολουθώ, στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, ως προς τον τρόπο καθορισμού της επιδίκασης των ποσών που δικαιούνται οι ενάγοντες, τον τρόπο καθορισμού στις πιο πάνω υποθέσεις, καθώς και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Παντελή κ.ά
(2004)1 ΑΑΔ.
  1. Ως εκ τούτου οι ενάγοντες, με βάση τα πιο πάνω, δικαιούνται: Α. Ποσό ΛΚ439.01 που είναι μέρος της καθυστερημένης δόσης του Σεπτεμβρίου του 2001 με τόκο 12% από 29.9.01 που είναι η ημερομηνία καθυστέρησης. Β. Ποσό Λ.Κ33.896.61 που αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο της αξίας των αυτοκινήτων της ενοικιαγοράς, που είναι οι υπολοιπόμενες 27 δόσεις κατά το χρόνο του τερματισμού της συμφωνίας (που είναι 3 δόσεις για το 2001, 12 για το 2002 και 12 για το 2003), μειωμένο κατά ποσό ίσο προς το αποκτώμενο απο τους ενάγοντες όφελος, από το γεγονός ότι λαμβάνουν την αξία των αντικειμένων της ενοικιαγοράς ως ζημία νωρίτερα απ' ότι κανονικά θα την έπαιρναν. Η ζημιά καθορίζεται κατά τον χρόνο τερματισμού της συμφωνίας και μη επιστροφής όλων των αντικειμένων της ενοικιαγοράς, δηλαδή την 26.10.
  2. Ένας πρόσφορος τρόπος καθορισμού του οφέλους που αποκτούν οι ενάγοντες παρέχεται με την αφαίρεση απο το ποσό αυτό, ποσού ίσου προς τα δικαιώματα ενοικιαγοράς που ενσωματώνονται στις επόμενες 27 δόσεις. Τα δικαιώματα ενοικιαγοράς ήταν Λ.Κ.14.260.64 και επί των υπολοιπόμενων 27 δόσεων τα δικαιώματα αυτά ανέρχονται στο ποσό των Λ.Κ.8.021.60 το οποίο και θα πρέπει να αφαιρεθεί από το υπολειπόμενο ποσό των 27 δόσεων. Τοιουτοτρόπως, το ποσό της αποζημίωσης που δικαιούνται οι ενάγοντες καθορίζεται σε Λ.Κ.25.875.
  3. Το ποσό αυτό θα φέρει τόκο 8% από την καταχώριση της αγωγής. Το γεγονός ότι οι θεραπείες των εναγόντων δεν προσδιορίζονται στην απαίτηση και δεν δομήθηκαν με αυτή τη τάξη δεν αποτελεί κώλυμα στην παροχή τους, εφόσον δικαιολογούνται από τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την απαίτηση. (Αντωνιάδου ανωτέρω και Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400). Να προσθέσω ότι το άθροισμα όλων των πιο πάνω ποσών, δηλαδή καταβληθεισών δόσεων και καθυστερήσεων, καταλήγει στο ποσό της ενοικιαγοράς των Λ.Κ.60.260,
  1. Η διαφορά των Λ.Κ.10 αποτελεί τα δικαιώματα ενοικιαγοράς τα οποία οι εναγόμενοι 1 δεν άσκησαν, αφού το συμβόλαιο τερματίστηκε πριν την λήξη του. Η εγγύηση, Τεκμήριο 9, που υπέγραψε ο εναγόμενος 8 εκτείνεται αλληλέγγυα με τους πρωτοφειλέτες για την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και στην εξασφάλιση των εναγόντων έναντι πάσης ζημιάς από το συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Να παρεμβάλω εδώ ότι επειδή το ένα αυτοκίνητο αντικαταστάθηκε, το ΕΜΕ 864 με το ΑΑΗ 322, δεν μεταβάλλει την κατάσταση, τόσο γιατί η αντικατάσταση έγινε τον Μάρτιο του 2000, πριν δηλαδή την υπογραφή της επίδικης σύμβασης εγγύησης, όσο και γιατί ήταν σε γνώση του εναγόμενου, αφού ήταν μάρτυρας στην αλλαγή του αυτοκινήτου. Σχετικό προς τούτο είναι το τεκμήριο
  2. Έπεται ότι οι ενάγοντες δικαιούνται απόφαση εναντίον του εναγόμενου για τα πιο πάνω ποσά σε ευρώ, πλέον τους τόκους ως έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί ανωτέρω. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση εναντίον του εναγομένου και υπέρ των εναγόντων ως εξής : Α. Ποσό 750.09 ευρώ με τόκο 12% από 29.9.01 που είναι η ημερομηνία μη καταβολής μέρους της δόσης του Σεπτεμβρίου του
  3. Β. Ποσό 44210.42 ευρώ, που αποτελεί το ποσό της αποζημίωσης που δικαιούνται οι ενάγοντες με τόκο 8% από την καταχώριση της αγωγής. Το ποσό των 5211.23 ευρώ που αντιστοιχεί στο ποσό των ΛΚ.3.050 που εισπράχθηκε από την πώληση των δύο αυτοκινήτων μετά την έγερση της αγωγής, θα αφαιρεθεί από το χρέος κατά την ημέρα της αντίστοιχης παραλαβής εκάστου αυτοκινήτου. Το ποσό των Λ.Κ.400 που κατέβαλε ο εναγόμενος 5 ή 683.44 ευρώ θα αφαιρεθεί από το χρέος κατά την ημέρα των αντιστοίχων καταβολών. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και σε βάρος του εναγομένου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.