Τάσου Χριστοφίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή Αρ.6092/01, 29.1.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.6092/01 Μεταξύ: Τάσου Χριστοφίδη, από Λευκωσία Ενάγοντα - και -
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου
- Amathus Navigation Ltd, από Λευκωσία
- Sharelink Securities and Financial Services Ltd, από Λευκωσία
- Ellinas Finance Public Company Ltd, από Λευκωσία
- Ellinas Finance (Custodian) Ltd, από Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 29.1.2008 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Γ. Γεωργιάδης Για εναγόμενη 4: κ. Φ. Πελίδης Για εναγόμενους 5 και 6: κ. Παπαχαραλάμπους Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εναγόμενη 5 παραχώρησε στον ενάγοντα χρηματικές διευκολύνσεις ύψους £50.000 (στο εξής η διευκóλυνση) για αγορά μετοχών ή άλλων αξιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). Οι αξίες αυτές, όπως προβλεπόταν από τη συμφωνία χρηματοδότησης, θα αγοράζονταν και θα πωλούνταν μέσω της εναγομένης 4 - χρηματιστηριακής εταιρείας - και θα εγγράφονταν στο όνομα της εναγόμενης 6 - θυγατρικής εταιρείας της εναγόμενης 5 - για εξασφάλιση της διευκόλυνσης. Με την παραχώρηση της διευκόλυνσης, η εναγόμενη 5 προχώρησε σε άνοιγμα ειδικού λογαριασμού για τον ενάγοντα (στο εξής ο Λογαριασμός), αλλά η πτώση των τιμών στο Χρηματιστήριο είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας τόσο του χαρτοφυλακίου του όσο και της εξασφάλισης που είχε δώσει. Η εναγόμενη 5 αξίωσε την αποκατάσταση της εξασφάλισης, με θετική, αρχικώς, ανταπόκριση από τον ενάγοντα. Όμως, όταν του αποστάληκε και τρίτη επιστολή αντέδρασε με αγωγή, διεκδικώντας ειδικές, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις και διάφορα διατάγματα, τα οποία όμως δεν προώθησε. Τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση είναι σε μεγάλο βαθμό παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα. Παρατίθενται όπως πιο κάτω και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου: Η διευκόλυνση παραχωρήθηκε κατόπιν αίτησης του ενάγοντα ημερ. 13.10.99 (τεκμ.27) και στη βάση των όρων συμφωνίας χρηματοδότησης ημερ. 4.11.99 (τεκμ.28), αφού ο ενάγοντας μεταβίβασε στο όνομα της εναγόμενης 5 2000 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου ως εξασφαλίσεις. Μεταγενέστερα όμως, λόγω μετατροπής της εναγόμενης 5 σε δημόσια εταιρεία, υπογράφηκε νέα συμφωνία ημερ. 7.1.00 (τεκμ.29), η οποία αντικατέστησε την πρώτη. Στη νέα συμφωνία προστέθηκαν ως συμβαλλόμενοι και οι εναγόμενες 4 και 6, ο δε ενάγοντας επαναδιόρισε την εναγόμενη 4 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του (τεκμ.28(α) και 29α), εξουσιοδοτώντας την, μεταξύ άλλων, ν΄ αγοράζει και πωλεί για λογαριασμό του μετοχές και να χειρίζεται το λογαριασμό του, κι αυτό έναντι αμοιβής, θέμα που ρυθμίστηκε με συμφωνία ημερ. 5.5.00 (τεκμ.24). Λίγες ημέρες μετά την παραχώρηση της διευκόλυνσης, στις 18.11.99, αγοράσθηκαν για λογαριασμό του ενάγοντα 12.000 μετοχές της εταιρείας Amathus Navigation Ltd. Πρόκειται για την εναγόμενη 3, η αγωγή εναντίον της οποίας - όπως και για τους εναγόμενους 1 και 2 - δεν προχώρησε. Κατ΄ ακολουθία της αγοράς η εναγόμενη 5 χρέωσε το Λογαριασμό με το ποσό των £40.015,80, δηλαδή £39.600 για την απόκτηση των μετοχών και £415.80 ως προμήθεια της εναγόμενης 4 (τεκμ.3). Ακολούθησε και δεύτερη αγορά στις 14.12.99, η οποία αφορούσε 2.350 μετοχές της Woolworth & Co Ltd αντί του ποσού των £9.477,50 πλέον £99.52 προμήθεια (τεκμ. 4α και 4β) με αντίστοιχη χρέωση του Λογαριασμού. Από τις αρχές του 2000 εμφανίσθηκαν τα πρώτα πτωτικά σημάδια στις τιμές των αξιών του Χρηματιστηρίου, οι οποίες προηγουμένως είχαν θεαματική άνοδο. Η πτώση που ακολούθησε είχε αρνητικές επιπτώσεις στην αξία του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα και στις εξασφαλίσεις που έδωσε. Η εναγόμενη 5 επεδίωξε την αποκατάσταση τους, αποστέλλοντας προς τον ενάγοντα επιστολές ημερ. 18/7 και 20.9.00 (τεκμ.30α και 30β) με θετικό αποτέλεσμα. Δηλαδή τη μεταβίβαση από τον ενάγοντα στο όνομα της αριθμού μετοχών, οι οποίες αποκατέστησαν τις εξασφαλίσεις στο συμφωνηθέν επίπεδο. Η περαιτέρω όμως πτώση των τιμών ανάτρεψε και πάλιν τις εξασφαλίσεις με αποτέλεσμα την αποστολή νέας επιστολής ημερ. 3.4.01 (τεκμ.31), γεγονός που πυροδότησε την καταχώριση της παρούσας αγωγής, με την οποία αξιώνει εναντίον των εναγομένων:-
- £37.020,52 ως ειδικές αποζημιώσεις, για ζημιές που υπέστηκε λόγω καθυστέρησης στην έκδοση των 12000 μετοχών της εναγόμενης 3 και της πώλησης τους σε περίοδο μεγάλης πτώσης,
- £89.453,52 ως ειδικές αποζημιώσεις, για ζημία που υπέστη λόγω πώλησης των υπολοίπων μετοχών του χαρτοφυλακίου του σε ασύμφορη περίοδο και
- Γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους και/ή ρεαλιστικής ευκαιρίας κέρδους, λόγω σκόπιμων και/ή δόλιων και/ή παράνομων και/ή αμελών πράξεων ή παραλείψεων των εναγομένων. Για στοιχειοθέτηση των πιο πάνω αξιώσεων προβάλλει με την έκθεση απαίτησης του, βασικά, τα ακόλουθα: Η εναγόμενη 4 είχε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του και η αγορά των μετοχών έγινε κατόπιν συμβουλής της, αλλά σε χρόνο που οι μεγαλομέτοχοι της προέβαιναν σε μαζικές πωλήσεις, με αποτέλεσμα η αξία των μετοχών του να σημειώσει μεγάλη πτώση και να υποστεί ανάλογη ζημία. Περαιτέρω, οι εναγόμενες δεν αναζήτησαν και/ή δεν παρέλαβαν και/ή απώλεσαν τους τίτλους των 12.000 μετοχών της εναγόμενης 3, με αποτέλεσμα να μην υλοποιηθούν δύο εντολές που έδωσε για πώληση τους με ανάλογη για τον ίδιο ζημία. Η πρώτη εντολή - όπως διευκρινίζει στις λεπτομέρειες που έδωσε ημερ. 28.6.06 - ήταν στις 12.1.00 όταν η τιμή της κάθε μετοχής ήταν £2.25 και η δεύτερη στις 11.5.00, όταν η τιμή είχε πέσει στη £1.61 ανά μετοχή. Τους επιρρίπτει, επίσης, ευθύνη για παράλειψη να πωλήσουν, ή να τον συμβουλεύσουν να πωλήσει, τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του σε χρόνο που η αξία τους ήταν ψηλή και ότι τις πώλησαν 4.7.01 σε ιδιαίτερα χαμηλή, με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν αντίστοιχη ζημία. Οι εναγόμενες απορρίπτουν τις αξιώσεις του ενάγοντα και όσα επικαλείται για στήριξη τους. Η εναγόμενη 4, διατείνονται, πρόσφερε στον ενάγοντα μόνο χρηματιστηριακές υπηρεσίες, δηλαδή απλώς εκτελούσε τις εντολές του και ο ισχυρισμός ότι η αγορά των επίδικων μετοχών έγινε κατόπιν συμβουλής της είναι αναληθής. Αναληθής είναι και ο ισχυρισμός ότι σε δύο περιπτώσεις πήρε εντολή για πώληση των 12.000 μετοχών της εναγόμενης 3, την οποία δεν εκτέλεσε για τους λόγους που επικαλείται ο ενάγοντας. Όσον αφορά την εναγόμενη 6, προβάλλεται η θέση ότι ήταν απλώς θεματοφύλακας των μετοχών του ενάγοντα και καμιά από τις ισχυριζόμενες επιλήψιμες πράξεις ή παραλείψεις δεν την αφορά. Τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις απορρίπτονται και από τις εναγόμενες 4 και 5, οι οποίες, όπως διατείνονται, ενήργησαν σύμφωνα με το Νόμο και στη βάση των συμφωνηθέντων. Ο ενάγοντας, προβάλλουν, παραβίασε ουσιώδη όρο της Συμφωνίας Χρηματοδότησης σ΄ ότι αφορά τις συμφωνηθείσες εξασφαλίσεις, με αποτέλεσμα η εναγόμενη 5 να πωλήσει στις 2.7.01, όπως είχε συμβατικό δικαίωμα, όλες τις αξίες του χαρτοφυλακίου του και να τερματίσει τη μεταξύ τους συμφωνία. Ως αποτέλεσμα της πώλησης, ισχυρίζεται η εναγόμενη 5, το χρέος του ενάγοντα μειώθηκε από τις £57.331.05 στις £28.107,01, ποσό που αξιώνει με ανταπαίτηση ως υπόλοιπο λογαριασμού πλέον τόκο προς 8.5%, κάτι που ο ενάγοντας δεν αποδέχεται. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΝΤΑ Προέρχεται από τον ίδιο (ΜΕ.1) και τον Π. Χαραλάμπους (ΜΕ.2), διευθυντή της εταιρείας P & D Secretarial Services Ltd η οποία ενεργούσε ως γραμματέας της Amathus Navigation Ltd. Η μαρτυρία του ενάγοντα, στο πλαίσιο της οποίας κατατέθηκαν ως τεκμήρια 18 έγγραφα (τεκμ.2-19), συνοψίζεται ως ακολούθως:- Η ενασχόληση του με χρηματιστηριακές συναλλαγές χρονολογείται από το 1988, οκτώ
(8)δηλαδή χρόνια πριν τη λειτουργία του ΧΑΚ. Η απόφαση του να αγοράσει μετοχές των εταιρειών Amathus και Woolworth ήταν αποτέλεσμα συμβουλών και προτροπών του χρηματιστή Xασάπη (ΜΥ.3), υπαλλήλου της εναγόμενης
- Όπως ανάφερε σχετικά κατά την αντεξέταση, ο Xασάπης του είπε ότι οι μετοχές της Woolworth είχαν πολύ καλή προοπτική και η τιμή ανά μετοχή είχε πέσει από τις £7.00 στις £4.
- Επομένως, θα΄ ταν καλή μια τέτοια αγορά εκείνη την περίοδο. Του υποβλήθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε, υποβολή την οποία απέρριψε. Η αξία των μετοχών της Amathus, συνέχισε, σημείωσε άνοδο στις αμέσως επόμενες μέρες, αλλά δεν έδωσε εντολή για πώληση τους γιατί ανάμενε περαιτέρω άνοδο και μεγαλύτερο κέρδος. Στις 29.11.99, όμως, οι μετοχές αυτές τέθηκαν εκτός διαπραγμάτευσης και μέχρι 5.1.00 δεν μπορούσε να πωλήσει. Επανήλθαν «στο πάτωμα» 6.1.00, αλλά η αξία τους έπεσε στις £2.78 και τις αμέσως επόμενες ημέρες η μετοχή συνέχιζε πτωτική πορεία. Αυτό τον ανησύχησε και το πρωί της 12.1.00, ή το απόγευμα της προηγούμενης ημέρας, έδωσε εντολή στον Xασάπη να τις πωλήσει προς £2.30, όπως ήταν τότε η αξία της μετοχής (τεκμ.7). Η εντολή του δεν εκτελέσθηκε γιατί, όπως του ανάφερε ο Xασάπης όταν διαμαρτυρήθηκε σχετικά, δεν τους είχαν αποσταλεί οι τίτλοι και χωρίς τίτλους δεν μπορούσε να γίνει πώληση. Η μη εκτέλεση της εντολής αυτής, υποστήριξε, είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί απώλεια κέρδους ύψους £27.
- Του υποβλήθηκε ότι τέτοια εντολή δεν έδωσε γιατί αν έδιδε τηλεφωνικώς θα ηχογραφείτο ενώ γραπτή εντολή δεν υπάρχει (τεκμ.18). Επαναλαμβάνοντας ισχυρισμό της κυρίως εξέτασης του, ανάφερε ότι όλες οι εντολές του ήταν προφορικές και απέρριψε την υποβολή ότι δεν έδωσε την ισχυριζόμενη εντολή. Στο σημείο αυτό του υποδείχθηκε γραπτή εντολή που έδωσε για πώληση μετοχών στις 28.9.00 (τεκμ.17). Αναγνωρίζοντας την ύπαρξη της πρόβαλε ότι τη ξέχασε, γιατί, έκτοτε, πέρασαν αρκετά χρόνια. Διαμαρτυρίες υπόβαλε τηλεφωνικώς και στον Αιμίλιο Έλληνα (ΜΥ.4), διευθύνοντα σύμβουλο της εναγόμενης 5 και διευθυντή της εναγόμενης 6, με τον οποίο είχε και συνάντηση τέλος Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου του
- Ο Έλληνας, ισχυρίσθηκε, τον καθησύχασε και τον έπεισε να μη προχωρήσει στην πώληση των μετοχών του, λέγοντας του ότι η πτώση των τιμών ήταν προσωρινή και ότι οι μετοχές θα επανέρχονταν σε υψηλά επίπεδα. Του ανάφερε, επίσης, ότι υπαίτια για τη μη διεκπεραίωση της εντολής του ήταν η Amathus και ο Χασάπης θα απολυόταν επειδή, μεταξύ άλλων, πίεζε πελάτες να αγοράζουν μετοχές Amathus, Woolworth και Claridge. Χαρακτηριστικά, μάλιστα, του ανάφερε ότι «έκρουσε και τον ίδιο», αφού τον συμβούλευσε να αγοράσει μετοχές Claridge και θα φρόντιζε να διορισθεί νέος χρηματιστής για το χαρτοφυλάκιο του. Του υποσχέθηκε, τέλος, ότι προσεχώς θα του παραχωρούσε μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση, κάτι που τότε ήταν ελκυστικό, προκειμένου το χαρτοφυλάκιο του να παρουσιάσει θετικό πρόσημο. Τότε, επεσήμανε, η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν £90.287,93 και ο λόγος που δεν προχώρησε σε πώληση των μετοχών του οφείλεται στις καθησυχάσεις, διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις του Έλληνα. Ο Έλληνας, όμως, δεν τήρησε τις υποσχέσεις που του έδωσε, εκτός από την αλλαγή του Χασάπη, στη θέση του οποίου διορίσθηκε ο χρηματιστής Τσαγγάρης. Του υποβλήθηκε ότι δεν είχε την ισχυριζόμενη συνάντηση με τον Έλληνα και ούτε του δόθηκαν οι διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις που ισχυρίσθηκε, υποβολή που απέρριψε. Με βάση τα όσα του υποσχέθηκε ο Έλληνας, συνέχισε, έκαμε υπομονή μέχρι το Μάιο του 2000 οπόταν συναντήθηκε με το χρηματιστή Τσαγγάρη, στον οποίο έδωσε εντολή να πωλήσει τις μετοχές Amathus, η αξία των οποίων είχε πέσει στις £1.60 ανά μετοχή (τεκμ.9). Ούτε κι αυτή η εντολή εκτελέσθηκε, επειδή, όπως του είπε ο Τσαγγάρης, δεν υπήρχαν οι τίτλοι. Στο μεταξύ, συνέχισε, κάλυπτε το περιθώριο ασφαλείας, μεταβιβάζοντας στις εναγόμενες 5 ή 6 περισσότερες μετοχές. Συνολικά η αξία όλων των μετοχών που τους μεταβίβασε ανήλθε στις £106.710,43 όπως προκύπτει και από την κατάσταση που του απέστειλε η εναγόμενη 5 στις 5.12.00 (τεκμ.5). Η μη εκτέλεση και της δεύτερης εντολής, πρόβαλε, είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί απώλεια κέρδους ύψους £19.
- Όσον δε αφορά τους τίτλους των μετοχών Amathus, όπως πληροφορήθηκε αργότερα από τους δικηγόρους του, εκδόθηκαν 28.6.00 (τεκμ.10) κατόπιν αίτησης της εναγόμενης 5 (τεκμ.19) προς την Amathus, χωρίς να προηγηθεί ενημέρωσή του. Η τιμή, τότε, είχε μειωθεί στις £1.16 ανά μετοχή (τεκμ.11). Επεσήμανε, επίσης, ότι ταυτόχρονα με την αγωγή καταχώρησε και αίτηση για παρεμπόδιση των εναγομένων από το να πωλήσουν τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του, η οποία τους επιδόθηκε 29.6.
- Ωστόσο, οι εναγόμενες αγνόησαν την αίτηση και χωρίς τη συγκατάθεση του προχώρησαν και τις πώλησαν στις 4.7.01 σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή. Στη συνέχεια του απέστειλαν κατάσταση λογαριασμού (τεκμ.12), η οποία δείχνει τις μετοχές που πώλησαν και την αξία πώλησής τους. Τέλος, αφού πρόβαλε σύνδεση της εναγόμενης 4 με τις εναγόμενες 5 και 6 (τεκμ.13 και 14), επικαλέσθηκε τις μηνιαίες καταστάσεις που του απέστελλε η εναγόμενη 4 (τεκμ.15) ως βάση διατύπωσης δύο βασικών θέσεων για τεκμηρίωση αξιώσεων για αποζημιώσεις. Η πρώτη, ότι η αξία του χαρτοφυλακίου του το Φεβρουάριο του 2000 ανερχόταν στις £90.287,15 και ο λόγος που, τότε, δεν έδωσε εντολή για πωλήσεις οφείλεται στις υποσχέσεις που του έδωσε ο Έλληνας. Η δεύτερη, ότι σκόπιμα η εναγόμενη 5 καθυστερούσε να πωλήσει τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του, κι αυτό για να επωφελείται του υψηλού επιτοκίου. Ο ΜΕ.2 ανάφερε ότι οι 12.000 μετοχές της Amathus ανήκαν σε κάποιο Γ. Βιολάρη, ο οποίος τις πώλησε χωρίς τίτλο. Η αγορά τους για λογαριασμό του ενάγοντα διεκπεραιώθηκε στις 9.12.99 και οι σχετικοί τίτλοι με αρ. 3579-23 παραδόθηκαν από την Amathus στο ΧΑΚ στις 16.12.99 (τεκμ. 20α-20στ, 21 και 22). Ποιος τους παρέδωσε δεν γνωρίζει, ούτε γνωρίζει σε τι ενέργειες προέβηκε το ΧΑΚ όταν τους παρέλαβε. Αυτό, όμως, που ξέρει είναι ότι εκείνο το διάστημα πολλοί επενδυτές επικοινώνησαν μαζί του και του παραπονέθηκαν πως δεν πήραν τίτλους. Η ανυπαρξία όμως τίτλων δεν εμπόδιζε τον ενάγοντα να τις πωλήσει, κάτι που μπορούσε να γίνει με βάση τον Καν.40 των Κανονισμών του ΧΑΚ, νοουμένου ότι θα υπογραφόταν έγγραφο για indemnity, όπως είναι το τεκμ.
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΕΣ Προέρχεται από τους Ν. Παπαϊωάννου (ΜΥ.1), Τ. Αποστολίδου (ΜΥ.2), Χασάπη (ΜΥ.3) και Έλληνα (ΜΥ.4). Ο ΜΥ.1 είναι διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας Dot.cy Developments Ltd, με ειδικότητα και καθήκοντα τη συγγραφή και υποστήριξη λογισμικών προγραμμάτων για χρηματιστηριακές εταιρείες. Το Σεπτέμβριο του 1999, ανάφερε, η εναγόμενη 4 εγκατέστησε στα γραφεία της το σύστημα ηχογράφησης τηλεφωνικών συνδιαλέξεων Mirra Voice Recorder, η επιλογή του οποίου έγινε κατόπιν δικής του συμβουλής. Έκτοτε η εταιρεία του παρέχει στο σύστημα υποστήριξη για συγκεκριμένα θέματα. Το σύστημα, εξήγησε, συνδέει τις 16 τηλεφωνικές γραμμές της εναγόμενης 4 με ηλεκτρονικό υπολογιστή και κάθε τηλεφωνική συνδιάλεξη ηχογραφείται αυτόματα σε ειδικές κασέτες (τεκμ.23α, 23β) μόλις σηκωθεί το ακουστικό. Η ασφάλεια δε που παρέχει είναι απόλυτη και δεν επιτρέπει την επιλεκτική διαγραφή καταγεγραμμένων συνδιαλέξεων. Περαιτέρω, παρέχει τη δυνατότητα ακρόασης των συνδιαλέξεων ως και αναπαραγωγής τους σε συνηθισμένα δισκάκια. Κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία του συστήματος, με την προώθηση της θέσης ότι το σύστημα είναι δεκτικό επέμβασης, θέση που απορρίφθηκε από το μάρτυρα. Η μαρτυρία της ΜΥ.2, διευθύντριας της εναγομένης 4, συνοψίζεται ως ακολούθως: Η εναγόμενη 4 προσέφερε στον ενάγοντα μόνο χρηματιστηριακές υπηρεσίες. Περιοριζόταν, δηλαδή, στη διεκπεραίωση των εντολών του και ακολούθως του απέστελλε τα πινακίδια συναλλαγών (τεκμ.25β), ενώ παράλληλα τηρούσε και κατάσταση λογαριασμού (τεκμ.25α). Οι διάφορες χρεωπιστώσεις του λογαριασμού αυτού, ανάφερε, είναι ορθές και αντιστοιχούν στα αναφερθέντα πινακίδια συναλλαγών. Το Σεπτέμβριο του 1999 η εναγόμενη 4 εγκατέστησε στα γραφεία της το σύστημα ηχογράφησης που ανέφερε ο ΜΥ.1, κι αυτό κατόπιν της συμφωνίας που αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση του ΧΑΚ, τεκμ.
- Έχει ακούσει όλες τις ηχογραφημένες συνδιαλέξεις, οι οποίες είναι κατεγραμμένες στις δισκέττες τεκμ.23α και 23β και δεν εντόπισε καμιά εντολή του ενάγοντα προς τον Χασάπη για την περίοδο από 10.1.00 μέχρι 20.1.00, ούτε εντόπισε οποιανδήποτε γραπτή εντολή του για την περίοδο 8.5 - 19.5.
- Οι μόνες ηχογραφημένες εντολές που εντόπισε και αφορούν τον ενάγοντα, ανάφερε κατά την αντεξέταση της, είναι καταγραμμένες στο δισκάκι τεκμ.
- Πρόκειται για δυο συνομιλίες ημερ. 18.11.99, από τις οποίες η πρώτη (τεκμ.26α) καταγράφηκε στις 9.37 π.μ. και η δεύτερη (τεκμ.26β) στις 16.
- Στην πρώτη ακούγεται ο Χασάπης να δίδει εντολή για αγορά 12.000 μετοχών της Amathus για λογαριασμό του ενάγοντα, ενώ με τη δεύτερη ο Χασάπης πληροφορεί τον ενάγοντα ότι οι μετοχές αυτές αγοράσθηκαν και ο ενάγοντας απαντά «Εντάξει. Πολλά καλά». Τέλος, η μάρτυρας παρουσίασε και κατάσταση τιμών των μετοχών Amathus για την περίοδο 1.11.99 μέχρι 28.2.
- Κατά την αντεξέταση συμφώνησε ότι μεταξύ χρηματιστή και πελάτη αναπτύσσεται συνήθως καλή σχέση και ο πελάτης μπορούσε να δώσει εντολή και μέσω κινητού τηλεφώνου, οπόταν δεν θα καταγραφόταν στο σύστημα. Με τη μαρτυρία του ο ΜΥ.3 απέρριψε τα όσα του καταλόγισε ο ενάγοντας. Την περίοδο 1999-2001, ανάφερε, εργαζόταν στην εναγόμενη 4 ως λειτουργός εξυπηρέτησης πελατών και όχι ως χρηματιστής. Διεκπεραίωνε, δηλαδή, τις εντολές που έπαιρνε από τους πελάτες και ποτέ δεν συμβούλευσε οποιονδήποτε είτε να αγοράσει είτε να πωλήσει μετοχές. Την ίδια τακτική ακολούθησε και σ΄ ότι αφορά τον ενάγοντα, τον οποίο εξυπηρετούσε μέχρι το Μάιο του 2000, όταν, λόγω φόρτου εργασίας, τον ανέλαβε ο Τσαγγάρης. Η απόφαση, τόνισε, για αγορά των επίδικων μετοχών ήταν αποκλειστικά του ενάγοντα και απέρριψε υποβολή ότι ήταν αποτέλεσμα δικών του συμβουλών ή προτροπών. Επί του προκειμένου, συμφώνησε ότι την εντολή για αγορά των μετοχών της Amathus την έδωσε ο ίδιος το πρωί της 18.11.99 (τεκμ. 26α), αλλά ισχυρίσθηκε ότι προηγήθηκε εντολή του ενάγοντα και επικαλέσθηκε σχετικά, το τεκμ. 26β. Σ΄ ότι αφορά τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι τον Ιανουάριο του 2000 του έδωσε εντολή για πώληση των μετοχών της Amathus ανάφερε τα ακόλουθα: Δεν θυμάται αν τότε ο ενάγοντας τον πήρε καν τηλέφωνο. Όμως, αν του έδωσε τέτοια εντολή μέσω των τηλεφωνικών γραμμών της εναγόμενης 4, η εντολή θα καταγραφόταν στο σύστημα. Αν, πάλι, η εντολή ήταν μέσω κινητού τότε θα την ηχογραφούσε ο ίδιος, όπως έκαμε και με την εντολή για αγορά. Του υποβλήθηκε ότι του δόθηκε η εντολή, την οποία δεν εκτέλεσε λόγω του ότι δεν είχαν - όπως είπε στον ενάγοντα - τους τίτλους. Διαφώνησε, τονίζοντας ότι αν πράγματι έπαιρνε την ισχυριζόμενη εντολή δεν είχε λόγο να μην την εκτελέσει, τη στιγμή μάλιστα που θα τον χρέωναν και με προμήθεια. Όσον αφορά την ανυπαρξία τίτλων, επεσήμανε ότι αυτό δεν αποτελούσε εμπόδιο για την πώληση. Σε τέτοια περίπτωση, εξήγησε, θα ενημέρωνε τον ενάγοντα και θα του ζητούσε να υπογράψει σχετικό έγγραφο για να γίνει η πώληση. Τέλος, ανάφερε ότι το 2001 εργοδοτήθηκε από άλλο χρηματιστηριακό γραφείο και επανήλθε στην εναγόμενη 4 το
- Για 6-7 χρόνια, κατέληξε, δεν ήξερε για τα παράπονα του ενάγοντα. Τα πληροφορήθηκε από τον ίδιο όταν συναντήθηκαν. Μάλιστα, κατά τη συνάντηση, ο ενάγοντας του ανάφερε ότι δεν είχε παράπονο εναντίον του, αλλά τον ήθελε να καταθέσει ότι η πώληση δεν έγινε λόγω του ότι δεν υπήρχαν τίτλοι. Του εξήγησε, ανάφερε, ότι ακόμη και χωρίς τίτλους μπορούσε να γίνει πώληση με υπογραφή εγγράφου για indemnity. Πλείστα σημεία της μαρτυρίας του ΜΥ.4 περιλήφθηκαν ήδη στα παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Αφορούν την υποβολή αίτησης από τον ενάγοντα να του παραχωρηθεί η διευκόλυνση των £50.000, ή παραχώρηση της με την υπογραφή της συμφωνίας χρηματοδότησης, η οποία αντικαταστάθηκε με νέα συμφωνία και πληρεξούσιο στις 7.1.00 (τεκμ.27, 28, 28α, 29 και 29α), ως και το άνοιγμα του Λογαριασμού. Σημειώθηκε, επίσης, ότι με τη πτώση των τιμών στο ΧΑΚ μειώθηκε η αξία τόσο του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα όσο και των εξασφαλίσεων που είχε δώσει, με αποτέλεσμα να του αποσταλούν οι επιστολές ημερ. 18.7.00, 20.9.00 και 30.4.01 (τεκμ. 30α, 30β και 31), ως και η θετική ανταπόκριση του στις δυο πρώτες. Η αντίδραση του ενάγοντα στην τρίτη επιστολή, ισχυρίσθηκε ο μάρτυρας, δεν άφησε στην εναγόμενη 5 άλλη επιλογή παρά να ασκήσει το δικαίωμα που είχε για πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του. Το άσκησε στις 2.7.01 και ακολούθως του απέστειλε επιστολή ημερ. 5.7.01 (τεκμ.32), με την οποία αφού τον ενημέρωνε για την πώληση τον καλούσε να εξοφλήσει το υπόλοιπο που ανερχόταν στις £28.107,
- Επί του προκειμένου, κατάθεσε κατάσταση λογαριασμού (τεκμ.33), στην οποία καταγράφονται οι διάφορες χρεοπιστώσεις - τις οποίες και επεξήγησε - καθώς επίσης και λεπτομέρειες σ΄ ότι αφορά τις μετοχές που πωλήθηκαν και την αξία πώλησης τους. Κατάθεσε, περαιτέρω, και δικαιολογητικά (τεκμ.34) για εισπραχθέντα μερίσματα διατυπώνοντας τη θέση ότι η εναγόμενη 5 δικαιούται σε απόφαση ως η ανταπαίτηση της μείον £
- Δηλαδή σε £27.995,82, πλέον 8.5% τόκο από 1.7.
- Η εναγόμενη 5, τόνισε ο μάρτυρας, δεν είχε καμιά ανάμειξη στις αγοραπωλησίες μετοχών του ενάγοντα. Το θέμα αυτό αφορούσε τον ίδιο και την εναγόμενη 4, ενώ η σχέση του με την εναγόμενη 5 ρυθμιζόταν από τους όρους της συμφωνίας χρηματοδότησης. Στο πλαίσιο δε των όρων αυτών, του απέστελλαν κάθε μήνα κατάσταση λογαριασμού μαζί με όλα τα πινακίδια συναλλαγών και ποτέ δεν διατύπωσε οποιαδήποτε διαφωνία ή παράπονο τόσο για τις συναλλαγές που έγιναν όσο και για τις διάφορες χρεοπιστώσεις. Αναφορά έκαμε, τέλος, και σ΄ ότι του απέδωσε ο ενάγοντας, ως και στην αίτηση ημερ. 21.6.00 (τεκμ.19) για έκδοση νέων τίτλων από την Amathus. Σε σχέση με το πρώτο θέμα, δεν απέκλεισε να συναντήθηκε με τον ενάγοντα τους πρώτους μήνες του
- Απέρριψε, όμως, κατηγορηματικά ότι του έδωσε οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις ή υποσχέσεις, ή ότι τον απέτρεψε με οποιοδήποτε τρόπο να πωλήσει μετοχές του χαρτοφυλακίου του. Σ΄ ότι αφορά το δεύτερο θέμα, ανάφερε ότι όταν διαπιστώθηκε ότι ο σχετικός τίτλος δεν παραλήφθηκε από την εταιρεία του, απευθύνθηκαν στην Amathus για έκδοση νέου τίτλου, όπως και έγινε. Εν πάση όμως περιπτώσει, την περίοδο εκείνη ήταν συχνό φαινόμενο η μη έγκαιρη έκδοση τίτλων, ως και η μη έγκαιρη αποστολή τους στο ΧΑΚ. Η ανυπαρξία, όμως, τίτλων δεν εμπόδιζε τον ιδιοκτήτη τους να πωλήσει, γιατί υπήρχε η διαδικασία που ανάφεραν και οι ΜΕ.2 και ΜΥ.
- Κατά την αντεξέταση επανέλαβε ότι ποτέ δεν έδωσε οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις ή υποσχέσεις στον ενάγοντα, αλλά συμφώνησε ότι οι εναγόμενες 4 και 5 του παραχώρησαν μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση. Διαφώνησε, όμως, ότι η παραχώρηση έγινε στο πλαίσιο των υποσχέσεων του προς τον ενάγοντα, τονίζοντας ότι του τις παραχώρησαν αφού κατέβαλε το τίμημα τους. Του υποδείχθηκαν, περαιτέρω, καταστάσεις της εναγόμενης 4 για την αξία του χαρτοφυλακίου και των εξασφαλίσεων του ενάγοντα για τους μήνες Νοέμβριο του 2000 μέχρι Μάρτη του 2001 (τεκμ.35α - 35δ) και ρωτήθηκε γιατί, έστω και τότε, δεν προχώρησαν σε πώληση των μετοχών του. Απάντησε ότι δεν είχαν υποχρέωση να πωλήσουν αλλά δικαίωμα και αντέτεινε ότι ο ενάγοντας μπορούσε οποτεδήποτε να ζητήσει την πώληση των μετοχών του, αλλά δεν το έπραξε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, η διαφωνία των διαδίκων - σ΄ ότι αφορά τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης - περιορίζεται, ουσιαστικά, σε τρία
(3)ζητήματα. Το πρώτο, αν η αγορά των μετοχών τόσο της Amathus όσο και της Woolworth ήταν αποτέλεσμα συμβουλών ή προτροπών της εναγόμενης 4 και μάλιστα σε χρόνο - όπως προβάλλεται στην έκθεση απαίτησης - που οι μεγαλομέτοχοι της προέβαιναν σε μαζικές πωλήσεις μετοχών. Το δεύτερο, αν πράγματι ο ενάγοντας έδωσε σε δύο περιπτώσεις εντολή για πώληση των μετοχών της Amathus και, το τρίτο, αν τέλος Ιανουαρίου ή αρχές Φεβρουαρίου του 2000, ο ενάγοντας συναντήθηκε με τον ΜΥ.4 και αν κατά τη συνάντηση του δόθηκαν οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις ή υποσχέσεις, με ό,τι αυτές συνεπάγονται. Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις γραπτές προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων. Κρίνω ότι και στα τρία
(3)ζητήματα ο ενάγοντας δεν είπε την αλήθεια, όχι μόνο γιατί η εικόνα που σχημάτισα για την αξιοπιστία του δεν είναι και τόσο θετική αλλά και ως αποτέλεσμα σφαιρικής αντίκρισης του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας. Συγκεκριμένα:- 1. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του δεν ήταν ένας άπειρος επενδυτής. Η ενασχόληση του με χρηματιστηριακής φύσεως συναλλαγές χρονολογείται από το 1988, οκτώ
(8)δηλαδή χρόνια πριν τη λειτουργία του ΧΑΚ. Επομένως, δεν θα ανέμενε κάποιος ότι θα επηρεαζόταν τόσο εύκολα, όπως πρόβαλε, από γενικές και αόριστες συμβουλές ή παροτρύνσεις του Χασάπη. Όσον αφορά το περιεχόμενο του τεκμ. 26β, την ηχογραφημένη δηλαδή συνομιλία που είχε με τον Χασάπη μετά την αγορά των μετοχών Amathus, απ΄ αυτό δεν συνάγεται ότι το πρόσωπο αυτό του έδιδε συμβουλές. Ό,τι εξάγεται είναι απόπειρα του ενάγοντα να αποσπάσει περιστασιακά τη γνώμη του Χασάπη για τη μελλοντική πορεία της μετοχής Claridge και τίποτα περισσότερο. Εν πάση περιπτώσει, ο ενάγοντας δεν φαίνεται να έδωσε σημασία στο τι σχετικά του είπε ο Χασάπης και ούτε ισχυρίσθηκε ότι αγόρασε μετοχές της εταιρείας αυτής, ακολουθώντας τη γνώμη που ο ίδιος απόσπασε.
- Η ισχυρισθείσα εντολή ημερ. 12.1.00 δεν εντοπίσθηκε στο καταγραφικό σύστημα της εναγόμενης 4 και η προσπάθεια του να πλήξει την αξιοπιστία του συστήματος δεν απέδωσε. Αντίθετα, όπως προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΥ.1 - την οποία αφού εξέτασα τη δέχομαι στο σύνολό της - το σύστημα δεν είναι δεκτικό επιλεκτικής διαγραφής συνομιλιών. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει κανένα λόγο γιατί ο Χασάπης να μην προωθούσε την εντολή του, αν αυτή είχε δοθεί μέσω κινητού τηλεφώνου, όπως έγινε και με την εντολή για αγορά των εν λόγω μετοχών.
- Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία των Χασάπη και Έλληνα, αλλά και από τη μαρτυρία του ΜΕ.2 - την οποία αποδέχομαι εξ ολοκλήρου - η ανυπαρξία τίτλων δεν αποτελούσε εμπόδιο για εκτέλεση της εντολής του, αν πράγματι είχε δώσει τέτοια εντολή. Όμως, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τέτοια εντολή δεν δόθηκε και ό,τι σχετικά απέδωσε στο Χασάπη είναι εκ των υστέρων εφεύρημα, κι αυτό όταν πολύ αργότερα διαπίστωσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχαν αποσταλεί στην εναγόμενη 5 οι τίτλοι των μετοχών Amathus. Ανάλογες παρατηρήσεις γίνονται και σ΄ ότι αφορά την εντολή που ισχυρίσθηκε ότι έδωσε το Μάιο του 2000 στο Τσαγγάρη. Η εντολή, ισχυρίσθηκε, δόθηκε σε συνάντηση που είχαν και ήταν προφορική, όπως προφορικές ήταν όλες οι εντολές του. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι στις 28.9.00 (τεκμ.17) έδωσε και γραπτώς εντολή προβάλλοντας ότι την ξέχασε. Δεν θα αμφισβητήσω ότι πράγματι ξέχασε την εντολή τεκμ.
- Όμως, αν το Μάιο του 2000 έδωσε την ισχυρισθείσα εντολή, αυτή θα έπρεπε να ήταν γραπτή. Αφ΄ ενός μεν γιατί - σύμφωνα πάντα με τον ίδιο - δεν δόθηκε τηλεφωνικώς και σύμφωνα με τον όρο 8 του τεκμ.24 θα΄ πρεπε να΄ ταν γραπτή και αφ΄ ετέρου, γιατί όχι μόνο δεν εκτελέσθηκε προηγούμενη προφορική εντολή του αλλά, περαιτέρω, ο ΜΥ.4 δεν υλοποίησε και τις υποσχέσεις που, όπως ισχυρίσθηκε, του έδωσε τρεις
(3)μήνες (περίπου) προηγουμένως. 4. Τέλος, και το πιο σημαντικό, οι ισχυρισμοί του και στα τρία
(3)πιο πάνω ζητήματα δεν συνάδουν με την αντίδραση του στις επιστολές ημερ. 18.7.00 και 20.9.00 (τεκμ. 30α και 30β). Υπενθυμίζω, επί του προκειμένου, ότι με τις εν λόγω επιστολές η εναγόμενη 5 αξίωνε την αποκατάσταση των εξασφαλίσεων και ο ενάγοντας ανταποκρίθηκε θετικά, χωρίς να εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα. Επομένως, αν τα παράπονα που εγείρει με την αγωγή του είναι γνήσια το φυσιολογικό θα΄ ταν να τα είχε εγείρει από τότε και όχι εκ των υστέρων. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι δεν προχώρησε σε πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του το Φεβρουάριο του 2000 λόγω των υποσχέσεων που του έδωσε ο ΜΥ.4, υποσχέσεις που τον ώθησαν να κάμει υπομονή μέχρι το Μάιο. Μα, αν το Μάιο εξαντλήθηκε η υπομονή του, τότε γιατί δε έδωσε εντολή για πώληση και άλλων μετοχών και περιορίσθηκε μόνο στις μετοχές Amathus; H απάντηση στο ερώτημα, κατά την άποψή μου, είναι προφανής. Όπως ανάμενε περαιτέρω άνοδο των τιμών για μεγαλύτερο κέρδος-όπως είναι η θέση του για τη μη πώληση των μετοχών Amathus όταν είχαν άνοδο - έτσι ανάμενε ανάκαμψη των τιμών για μείωση της ζημιάς του. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που, κατά τη γνώμη μου, ποτέ δεν έδωσε εντολή για πώληση οποιωνδήποτε μετοχών του και επέλεξε τις μετοχές Amathus για να δημιουργήσει θέμα, ενόψει του ότι διαπίστωσε εκ των υστέρων ότι για κάποιους μήνες οι τίτλοι των μετοχών αυτών δεν είχαν αποσταλεί στην εναγόμενη 5. Κατ΄ ακολουθία της αξιολόγησης που έγινε, κρίνω ότι και στα τρία
(3)ζητήματα που εντοπίζεται διαφωνία, σ΄ότι αφορά τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, ο ενάγοντας δεν είπε την αλήθεια και, επομένως, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή. Αντίθετα, η αλήθεια βρίσκεται στη μαρτυρία των μαρτύρων υπερασπίσεως την οποία αποδέχομαι εξ ολοκλήρου και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ό,τι χρειάζεται να επισημανθεί είναι ότι στις 2.7.01 η εναγόμενη 5 πώλησε όλες τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα και πίστωσε το Λογαριασμό με το προϊόν πώλησης τους, με αποτέλεσμα να παραμείνει χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του ενάγοντα και προς όφελος της εναγόμενης 5 ποσό £27.995,82, όπως αυτό μειώθηκε από το ΜΥ.
- Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι μετά την πώληση των μετοχών αυτών η εναγόμενη 5 τερμάτισε τη συμφωνία χρηματοδότησης που είχε με τον ενάγοντα, αποστέλλοντας του σχετική επιστολή ημερ. 5.7.
- ΝΟΜΙΚΕΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ-ΚΑΤΑΛΗΞΗ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις νομικές τους θέσεις σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Τις έχω μελετήσει με την αρμόζουσα προσοχή και διαπίστωσα ότι, οι όποιες εισηγήσεις τους είναι συμβατές με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή περιστρέφονται, ουσιαστικά, γύρω από τρεις
(3)άξονες. Ο πρώτος, αν η εναγόμενη 4 είχε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα. Ο δεύτερος, αν μπορεί να καταλογισθεί στις εναγόμενες παράβαση καθήκοντος ή αμέλεια και, ο τρίτος, αν ο ενάγοντας νομιμοποιείται στις αξιούμενες αποζημιώσεις ή σε οποιανδήποτε απ΄ αυτές. Η ισχυριζόμενη διαχείριση του χαρτοφυλακίου Είναι θέση της εναγόμενης 4 ότι σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, αλλά και στη βάση των όρων των συμφωνιών χρηματοδότησης (τεκμ.29) και Παροχής Υπηρεσιών (τεκμ. 24), δεν είχε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου. Οι μόνες υπηρεσίες, πρόβαλε, που πρόσφερε στον ενάγοντα ήταν υπηρεσίες χρηματιστή και επεσήμανε ότι δεν είχε διακριτική ευχέρεια να αγοράζει ή πωλεί μετοχές χωρίς να προηγηθεί εντολή του. Οι μετοχές Amathus και Woolworth, αντέτεινε ο ενάγοντας, αγοράσθηκαν κατόπιν παροτρύνσεων του Χασάπη και, επομένως, η εναγόμενη 4 είχε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του. Η θέση της εναγόμενης 4 είναι ορθή. Πράγματι, πουθενά στις πιο πάνω δύο
(2)συμφωνίες δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να δίδει έρεισμα ότι η εναγόμενη 4 ανέλαβε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα. Ό,τι ανάλαβε ήταν η εκτέλεση των εντολών του έναντι προμήθειας 1% επί της αξίας της κάθε συναλλαγής και αυτό έπραξε καθ΄ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Έπεται ότι η σχετική θέση του ενάγοντα δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Παράβαση καθήκοντος, αμέλεια και αποζημιώσεις Οι υποχρεώσεις και δικαιώματα των εναγομένων 5 και 6, υποστήριξε ο συνήγορος τους, διέπονται από τους όρους της συμφωνίας χρηματοδότησης και καμιά σχέση δεν είχαν στη λήψη και διεκπεραίωση εντολών του ενάγοντα. Περαιτέρω, η εναγόμενη 5 δεν είχε υποχρέωση να πωλήσει μετοχές του χαρτοφυλακίου του αλλά δικαίωμα, το οποίο άσκησε όταν ο ενάγοντας δεν της άφησε άλλη επιλογή. Παρέπεμψε, σχετικά, στους όρους της συμφωνίας χρηματοδότησης, στο άρθρο 134
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, ως και σε αυθεντίες μεταξύ των οποίων και την υπόθεση Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1 (Α) AAΔ 740. Επομένως, κατέληξε, οι εναγόμενες 5 και 6 δεν παραβίασαν οποιοδήποτε καθήκον και ούτε επέδειξαν οποιαδήποτε αμέλεια έναντι του ενάγοντα. Στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, υποστήριξε ο συνήγορος της εναγόμενης 4, ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται σε αποζημιώσεις λόγω αθέμιτου πλουτισμού ή ψευδών παραστάσεων, ελλείψει μαρτυρίας ότι η εναγόμενη 4 αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος σε βάρος του, ή ότι προέβηκε σε οτιδήποτε που εξισώνεται με ψευδείς παραστάσεις. Παρόμοια, δεν δικαιούται αποζημιώσεις λόγω παράβασης καθήκοντος ή αμέλειας, γιατί ούτε το ένα συνέβη ούτε το άλλο. Πιο συγκεκριμένα, το θέμα της αμέλειας συνδέθηκε με την ισχυριζόμενη μη εκτέλεση εντολών του για πώληση των μετοχών Amathus λόγω ανυπαρξίας τίτλων. Όμως, τέτοιες εντολές δεν δόθηκαν και η ανυπαρξία τίτλων δεν αποτελούσε εμπόδιο για εκτέλεση τους. Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, η εναγόμενη 4 εκτελούσε εντολές του ενάγοντα και δεν είχε καθήκον να προβεί από μόνη της σε πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του. Παρέπεμψε, σχετικά, στους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας και στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Τέλος, επεσήμανε ότι ο ενάγοντας δεν έχει δικογραφήσει λεπτομερώς τον τρόπο υπολογισμού της ισχυριζόμενης ζημιάς και ούτε την έχει αποδείξει με την αναγκαία αυστηρότητα όπως όφειλε (Μερκης ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1923). Βασικές εισηγήσεις του συνηγόρου του ενάγοντα στηρίζονται σε ισχυρισμούς του πελάτη του οι οποίοι δεν έγιναν αποδεκτοί και, επομένως, οποιαδήποτε αναφορά σ΄ αυτές είναι αχρείαστη. Παρέμειναν, ουσιαστικά, οι ακόλουθες εισηγήσεις:- 1. Η εναγόμενη 4, ως χρηματιστηριακή εταιρεία, είχε καθήκον να προειδοποιήσει τον ενάγοντα για τους κινδύνους της επένδυσης του. Τότε, επεσήμανε, η κατάσταση που επικρατούσε στο ΧΑΚ ήταν τέτοια που η οποιαδήποτε επένδυση εγκυμονούσε ορατούς κινδύνους, τους οποίους η εναγόμενη 4 παρέλειψε να υποδείξει. Παρέπεμψε, σχετικά, στον Καν.19
(10)των Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Κανονισμούς, σε Αμερικανική Νομολογία και στο σύγγραμμα CHARLESWOORTH & PERCY ON NEGLIGENCE, 8η έκδοση, σελ. 657 υπό τον τίτλο General Liability of Stockbrokers. 2. Η εναγόμενη 4, περαιτέρω, είχε καθήκον, σύμφωνα με τον Καν.19
(9)των Κανονισμών του ΧΑΚ, να συμβουλεύσει τον ενάγοντα να εκποιήσει τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του έγκαιρα, δηλαδή πριν μειωθεί δραματικά η αξία τους. 3. Οι εναγόμενες 5 και 6 είναι συνυπεύθυνες για τις πράξεις ή παραλείψεις της εναγόμενης 4 γιατί, παρόλο που αποτελούν χωριστές επιχειρήσεις εντούτοις είχαν μεταξύ τους στενή σχέση. Πρόβαλε, σχετικά, ότι είναι η εναγόμενη 5 που παρέπεμψε τον ενάγοντα στην εναγόμενη 4, ότι και οι τρεις
(3)εταιρείες υπάγονται στον ίδιο όμιλο και έχουν την ίδια γραμματέα, στεγάζονται στο ίδιο κτίριο και χρησιμοποιούν το ίδιο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τέλος,
- Ότι οι εναγόμενες αμέλησαν να εκποιήσουν έγκαιρα μετοχές του χαρτοφυλακίου του, τις οποίες πώλησαν σε χρόνο που η αξία τους είχε μειωθεί δραστικά. Όσον αφορά το θέμα των αποζημιώσεων, υποστήριξε ότι σε περίπτωση που το δικαστήριο δεν επιδικάσει στον ενάγοντα το ποσό των £90.287,75σ., που ήταν η αξία του χαρτοφυλακίου του το Φεβρουάριο του 2000 θα πρέπει να του επιδικάσει είτε £27.600 είτε £19.200, λόγω της απώλειας κέρδους που υπέστη ως αποτέλεσμα της μη εκτέλεσης της εντολής Ιανουαρίου ή Μαϊου
- Κι αν αυτή η αξίωση δεν ικανοποιηθεί, τότε, εισηγήθηκε, θα πρέπει να του επιδικασθεί ποσό £17.700,41 σ. Υπέδειξε, σχετικά, ότι το Σεπτέμβριο του 2000 η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν £67.700.41σ. (τεκμ. 11) και αν τότε οι εναγόμενες το εκποιούσαν, όπως είχαν υποχρέωση, θα εξοφλείτο ο Λογαριασμός και θα παρέμενε προς όφελος του ως κέρδος το εν λόγω ποσό. Μελέτησα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Κρίνω ότι προέχει η εξέταση της εισήγησης ότι οι εναγόμενες 5 και 6 είναι συνυπεύθυνες για πράξεις ή παραλείψεις της εναγόμενης 4, για τους λόγους που παράθεσε ο συνήγορος του ενάγοντα. H εισήγηση, κατά την άποψή μου, εγείρει θέμα άρσης του εταιρικού πέπλου και απομάκρυνση από την αρχή ότι κάθε εταιρεία αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα, με ξεχωριστά νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Η αρχή αυτή ανάγεται στη γνωστή υπόθεση Salomon v. Salomon & Co Ltd
(1987)A.C. 22 και αποκρυσταλλώθηκε έκτοτε από τη μεταγενέστερη νομολογία με αναφορά και στο σύγχρονο, σχετικά, φαινόμενο της δημιουργίας ομίλου εταιρειών. Οι εταιρείες, αναφέρθηκε στην υπόθεση Ord v. Belhaven Pubs Ltd
(1998)2 BCLC 47, είναι ελεύθερες να οργανώνουν τις επιχειρήσεις τους με τη δημιουργία ομίλου εταιρειών, αλλά δικαιούνται να αναμένουν ότι τα Δικαστήρια θα εφαρμόσουν τις αρχές της Salomon v. Salomon και, όπως επισημάνθηκε από την υπόθεση Adams v. Cape Industries plc
(1980)Β CLR 479, δεν υπάρχει γενική αρχή ότι όλες οι εταιρείες ενός ομίλου θα πρέπει να θεωρούνται ως μια οντότητα. Αντίθετα, αποτελούν ξεχωριστές νομικές οντότητες με ξεχωριστά νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Παρατίθεται, σχετικά, αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα:- «There is no general principle that all companies in a group of companies are to be regarded as one. On the contrary, the fundamental principle is that "each company in a group of companies (a relative modern concept) is a separate legal entity possessed of separate legal rights and liabilities"». Στην παρούσα περίπτωση δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί άρση του εταιρικού πέπλου, ο οποίος μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις αίρεται (βλ. σύγγραμμα της B. Hannigan, Company Law 2003, σελ. 74-82). Εδώ έχουμε τρεις εταιρείες με διαφορετικούς σκοπούς και με διαφορετικό κύκλο εργασιών. Την εναγόμενη 4, η οποία είναι χρηματιστηριακή εταιρεία, την εναγόμενη 5 που είναι επενδυτική και την εναγόμενη 6 η οποία, ως θυγατρική της 5, ενεργούσε ως θεματοφύλακας των μετοχών του ενάγοντα. Περαιτέρω, η συμβατική σχέση του ενάγοντα με κάθε μια από τις εν λόγω εταιρείες ήταν διαφορετική και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπήρχε σχέση αντιπροσώπου ή αντιπροσωπευόμενου μεταξύ εναγόμενης 4, αφ΄ ενός και εναγομένων 5 και 6, αφετέρου. Έπεται ότι η σχετική εισήγηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Η πιο πάνω κατάληξη είναι καταλυτική σ΄ ότι αφορά το τι καταλογίζει ο ενάγοντας στις εναγόμενες 5 και 6. Οι εναγόμενες αυτές, σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, δεν είχαν καμιά ανάμειξη στη λήψη της απόφασης για αγορά των επίδικων μετοχών, αλλά ούτε και στη διεκπεραίωση των εντολών του ενάγοντα. Επομένως, σ΄ ότι αφορά τα δύο αυτά θέματα, δεν μπορεί να τους καταλογισθεί καμιά αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος, όπως είναι η θέση του ενάγοντα. Το μόνο που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης είναι το παράπονο του ότι αμέλησαν να εκποιήσουν έγκαιρα μετοχές του χαρτοφυλακίου του, αλλά πώλησαν σε χρόνο που η αξία τους είχε μειωθεί δραστικά. Όμως, ούτε αυτή η εισήγηση ευσταθεί, γιατί σύμφωνα με τη συμφωνία χρηματοδότησης οι εναγόμενες 5 και 6 δεν ανέλαβαν υποχρέωση επιμέλειας έναντι του ενάγοντα να εκποιήσουν τις μετοχές ώστε να μη προκληθεί σ΄ αυτόν ζημία. Η συμφωνία ρητά αναγνωρίζει δικαίωμα εκποίησης και όχι υποχρέωση για εκποίηση. Επί του προκειμένου εφαρμόζονται πλήρως τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου (ανωτέρω, σελ. 744), από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Στην υπόθεση αυτή (στη China & South Sea Bank Ltd v. ΄Τan Soon Gin
(1998)3 All E.R. 839 (PC)), όταν ο οφειλέτης απέτυχε να εξοφλήσει το χρέος του, οι πιστωτές δεν προχώρησαν στην εκποίηση μετοχών, που είχαν υποθηκευτεί προς όφελος τους από εταιρεία, αλλά αργότερα και σε κάποιο στάδιο που οι μετοχές αυτές δεν είχαν πια αξία, απαίτησε το οφειλόμενο ποσό από τον εγγυητή. Η Δικαστική Επιτροπή του Ανακτοσυμβουλίου, επιτρέποντας την έφεση, αποφάσισε ότι οι πιστωτές δεν είχαν καθήκον να ασκήσουν το δικαίωμα εκποίησης των υποθηκευμένων μετοχών, αλλά μπορούσαν να αποφασίσουν αν θα πωλούσαν ή όχι και πότε. Η απόφαση αυτή υποστηρίζει τη θέση ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν υποχρέωση να ασκήσουν το δικαίωμα συμψηφισμού, έστω και αν ήταν έγκυρη η δέσμευση. Παρατηρούμε επίσης πως βασικό θέμα που αποφασίστηκε ήταν ότι οι πιστωτές δεν είχαν υποχρέωση επιμέλειας προς τον εγγυητή να ασκήσουν το δικαίωμα εκποίησης των υποθηκευμένων από τρίτους μετοχών, ούτως ώστε να μην προκληθεί στον εγγυητή ζημιά.» Για όλα τα πιο πάνω όλα τα παράπονα του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων 5 και 6 δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Έπεται ότι η αγωγή εναντίον τους είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Παρέμειναν προς εξέταση τα παράπονα εναντίον της εναγόμενης
- Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα CHARLESWOORTH & PERCY ON NEGLIGENCE, 8η έκδοση - στο οποίο παρέπεμψε ο δικηγόρος του ενάγοντα - τα καθήκοντα ενός χρηματιστή έναντι του πελάτη του θα πρέπει να αναζητηθούν πρωτίστως στη μεταξύ τους συμφωνία. Γενικά, όμως, ευθύνεται όταν δεν ενεργεί με την προσοχή και επιμέλεια που αναμένεται από ένα μέσο, συνετό, ικανό και προσεκτικό χρηματιστή. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «General liability of stockbrokers. With regard to the customer a stockbroker´s duty lies primarily in contract and stockbrokers are liable for failing to use that skill and diligence which a reasonably competent and careful stockbroker would exercise». Στην εξεταζόμενη περίπτωση η μόνη υποχρέωση που ανέλαβε η εναγόμενη 1 έναντι του ενάγοντα ήταν η εκτέλεση των εντολών του, κι αυτό έναντι προμήθειας 1% επί της αξίας της κάθε συναλλαγής. Η απόφαση για αγορά των επίδικων μετοχών ήταν αποκλειστικά του ενάγοντα, ο οποίος δεν ζήτησε ούτε πήρε οποιαδήποτε σχετική συμβουλή από την εναγόμενη
- Επομένως, το να επικαλείται εκ των υστέρων καθήκον της εναγόμενης 4 να τον προειδοποιήσει για τους οποιουσδήποτε μελλοντικούς κινδύνους, σ΄ ότι αφορά δική του απόφαση, συνιστά απόπειρα μετάθεσης των συνεπειών δικών του επιλογών σε τρίτους, στην εναγόμενη 4 δηλαδή. Για περαιτέρω στήριξη της θέσης του αυτής, επικαλέσθηκε και τις πρόνοιες του Καν.19
(10)των Κανονισμών του ΧΑΚ, ο οποίος όμως δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του. Ο εν λόγω κανονισμός προνοεί για την υποχρέωση των Μελών του ΧΑΚ, όπως είναι και η εναγόμενη 4, να παρέχουν στους εντολείς που συμβουλεύουν κάθε πληροφορία που κατέχουν, προκειμένου να τους βοηθήσουν στη λήψη σωστής απόφασης. Ο ενάγοντας, όμως, ναι μεν ήταν εντολέας της εναγόμενης 4 αλλά η εναγόμενη 4 δεν ήταν ταυτόχρονα και σύμβουλός του και, επομένως, δεν είχε έναντι του το ισχυριζόμενο καθήκον. Συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ανάλογες παρατηρήσεις γίνονται και σ΄ ότι αφορά το παράπονο του, ότι η εναγόμενη 4 είχε καθήκον σύμφωνα με τον Καν.19
(9)να τον συμβουλεύσει να εκποιήσει έγκαιρα τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του. Τέτοιο καθήκον κρίνω ότι δεν είχε και, κατά συνέπεια, απορρίπτεται κι αυτή η εισήγηση. Τέλος, σ΄ ότι αφορά το παράπονο του ότι οι εναγόμενες αμέλησαν να εκποιήσουν έγκαιρα μετοχές του χαρτοφυλακίου, κρίνω ότι το ζήτημα αυτό δεν αφορούσε την εναγόμενη 4 αλλά την εναγόμενη
- Αυτή παραχώρησε στον ενάγοντα τη διευκόλυνση και αυτή είχε δικαίωμα σε εκποίηση των μετοχών του, το οποίο, όπως κρίθηκε, δεν αποτελούσε ταυτόχρονα και υποχρέωση. Επί του προκειμένου επισημαίνεται και μια σημαντική, κατά τη γνώμη μου, αντίφαση μεταξύ του προβαλλόμενου παραπόνου και ενεργειών του ενάγοντα. Από τη μια προβάλλει ότι οι εναγόμενες όφειλαν να εκποιήσουν έγκαιρα τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του, προσδιορίζοντας ως χρόνο το Σεπτέμβριο του 2000 και, από την άλλη, ανταποκρίνεται θετικά στις επιστολές ημερ. 18.7.00 και 20.9.00 (τεκμ.30α και 30β), προσκομίζοντας περαιτέρω μετοχές για ικανοποίηση του ορίου εξασφάλισης. Το τι υποδηλώνουν αυτές οι ενέργειες είναι, κατά την άποψή μου, έκδηλο. Υποδηλώνουν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν επιθυμούσε να εκποιηθούν τότε οι μετοχές του χαρτοφυλακίου του, προφανώς αναμένοντας ανάκαμψη των τιμών του Χρηματιστηρίου και το να προβάλλει εκ των υστέρων παράπονο μη εκποίησης τους αποτελεί κραυγαλέα αντίφαση. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω κρίνω ότι οτιδήποτε καταλόγισε στις εναγόμενες δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ως εκ περισσού επισημαίνεται ότι η αξίωση του για αποζημιώσεις στη βάση ότι δεν πώλησε τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του το Φεβρουάριο του 2000 λόγω των διαβεβαιώσεων ή υποσχέσεων του ΜΥ.4, ή στη βάση ότι δεν εκτελέσθηκαν οι εντολές του για πώληση μετοχών Amathus, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν ως αποτέλεσμα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Όσον δε αφορά το κονδύλι των £17.400,41, το οποίο αξιώνει ως απώλεια κέρδους γιατί οι εναγόμενες παρέλειψαν να εκποιήσουν τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του το Σεπτέμβριο του 2000, ούτε αυτό το δικαιούται για τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω. Για όλα τα πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα και προς όφελος των εναγομένων. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. Η ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Το ότι η εναγόμενη 5 παραχώρησε στον ενάγοντα διευκόλυνση ύψους £50.000 αποτελεί κοινό έδαφος. Αποτελεί, επίσης, αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι μετά την παραχώρηση της διευκόλυνσης η εναγόμενη 5 άνοιξε για τον ενάγοντα ειδικό Λογαριασμό, στον οποίο καταχωρούσε τις διάφορες χρεοπιστώσεις που προνοούνταν από τη συμφωνία χρηματοδότησης. Ο τηρούμενος Λογαριασμός προσκομίσθηκε από τον ΜΥ.4 στο Δικαστήριο (τεκμ.33) και το κάθε κονδύλι που χρεώνεται ή πιστώνεται σ΄ αυτόν είναι πλήρως δικαιολογημένο και, ουσιαστικά, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Με την άσκηση από την εναγόμενη 5 του δικαιώματος εκποίησης των μετοχών του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα πιστώθηκε ο Λογαριασμός με ό,τι εισπράχθηκε, με αποτέλεσμα να παραμείνει χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του το ποσό των £28.107,82, το οποίο ο ΜΥ.4 περιόρισε στις £27.995,
- Ακολούθησε νομότυπα ο τερματισμός της συμφωνίας χρηματοδότησης και μέχρι σήμερα ο ενάγοντας δεν κατέβαλε οποιονδήποτε ποσό έναντι του υπολοίπου του εν λόγω Λογαριασμού. Έπεται, ότι η εναγόμενη 5 έχει αποδείξει πλήρως την ανταπαίτηση της και δικαιούται σε σχετική απόφαση. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος της εναγόμενης 5 και εναντίον του ενάγοντα για το ποσό των 47.833,70 Ευρώ (= £27.995,82), με τόκο 8,5% ετησίως από 2.7.01 μέχρι την εξόφληση, πλέον έξοδα. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο