Ερμιόνη Χριστοφόρου ν. Intefund Investments Ltd, Αρ. Αγωγής: 8664/03, 29 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8664/03 Μεταξύ Ερμιόνη Χριστοφόρου Ενάγουσας και Intefund Investments Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Οικονόμου Για Εναγομένους: κ. Γ. Κολοκασίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα απαιτεί από τους εναγόμενους το ποσό των £6.000 πλέον τόκο προς 6% ετησίως από 25.2.2000 και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος το εν λόγω ποσό κατέβαλε η ενάγουσα προς τους εναγόμενους για αγορά μετοχών ενόψει της προοπτικής της εισαγωγής των τίτλων των εναγομένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής «ΧΑΚ») και ζητά την επιστροφή του σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία καθότι η εισαγωγή των τίτλων των εναγομένων στο ΧΑΚ δεν έγινε στα προνοούμενα χρονικά πλαίσια. Η απαίτηση της ενάγουσας συναντά την άρνηση των εναγομένων για επιστροφή του εν λόγω ποσού με τη θέση που προβάλλουν στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης τους ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε ανέκκλητα σ' αυτούς από την ενάγουσα και η εισδοχή των μετοχών τους στο ΧΑΚ έγινε μετά από παράταση χρόνου που τους δόθηκε σύμφωνα με τη νομοθεσία. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η νομοθεσία στην οποία βασίζει την απαίτηση της η ενάγουσα αντιβαίνει σε συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με την απάντηση της στην τροποποιημένη υπεράσπιση η ενάγουσα αρνείται τους αντίθετους με την θέση της ισχυρισμούς των εναγομένων εμμένουσα στην απαίτηση της εναντίον τους. Αποτέλεσαν παραδεκτά γεγονότα κατά την ακροαματική διαδικασία τα ακόλουθα. Οι εναγόμενοι ως νόμιμα εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης από το 1997, κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ήταν και εξακολουθεί να είναι δημόσια επενδυτική εταιρεία με έδρα την Λεμεσό. Η ενάγουσα με την προοπτική εισαγωγής των τίτλων των εναγομένων στο ΧΑΚ κατέβαλε σ' αυτούς στις 18.2.2000 το ποσό των £6.000 προς το σκοπό απόκτησης 20.000 μετοχών των εναγομένων καθώς και 2.000 δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants), βλ. Τεκμήριο Α, με επιταγή την οποία οι εναγόμενοι εξαργύρωσαν. Οι εναγόμενοι κατέθεσαν αίτηση για εισαγωγή των μετοχών τους στο ΧΑΚ στις 28.3.
- Η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 8.8.2000 (Τεκμήριο Β) ζήτησε από τους εναγόμενους την επιστροφή του εν λόγω ποσού. Οι εναγόμενοι με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 20.9.2000 (Τεκμήριο Γ) επεξηγώντας τους λόγους αρνήθηκαν να επιστρέψουν το εν λόγω ποσό στην ενάγουσα. Οι δικηγόροι της ενάγουσας με απαντητική επιστολή τους ημερομηνίας 19.10.2000, Τεκμήριο Δ, απέστειλαν στους εναγόμενους τους εκδοθέντες στις 30.8.2000 επ' ονόματι της ενάγουσας τίτλους των εν λόγω μετοχών και των δικαιωμάτων αγοράς μετοχών. Κατά διάφορα χρονικά διαστήματα η ενάγουσα μέσω των δικηγόρων της επέστρεψε στους εναγόμενους επιταγές που της στάληκαν ως μέρισμα (Τεκμήρια Ε και ΣΤ). Σε έκτακτη γενική συνέλευση και σε συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου στις 23.3.2000, Τεκμήρια Ζ και Η, οι εναγόμενοι αποφάσισαν να αποδεχθούν τις αμετάκλητες αιτήσεις, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας, και να προχωρήσουν στην έκδοση του αναγκαίου αριθμού μετοχών για να δοθούν στους αιτητές, πληροφορώντας σχετικά με επιστολή τους ημερομηνίας 11.4.2000, την ενάγουσα. Στις 27.9.2000 το ΧΑΚ πληροφόρησε τους εναγόμενους ότι εγκρίθηκε η αίτηση τους για εισαγωγή των μετοχών τους στο ΧΑΚ υπό αίρεση ως αναφέρεται στη σχετική επιστολή Τεκμήριο Θ και στις 29.9.2000 το Συμβούλιο του ΧΑΚ ενημέρωσε τους εναγόμενους ότι εξέτασε το Ενημερωτικό Δελτίο τους και αποφάσισε να παραχωρήσει άδεια δημοσίευσης του, Τεκμήριο Ι, ενόσω το Ενημερωτικό Δελτίο διατέθηκε στη συνέχεια στο κοινό. Το αίτημα των εναγομένων για εισαγωγή των τίτλων τους στο ΧΑΚ εγκρίθηκε στις 19.10.2000 και εκδόθηκε σχετική ανακοίνωση, Τεκμήριο Κ, ενόσω οι τίτλοι εισήχθηκαν στο ΧΑΚ στις 25.10.
- Στους εναγόμενους παραχωρήθηκαν από το Συμβούλιο του ΧΑΚ δυνάμει του άρθρου 3 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2000 (Ν. 42(Ι)/2000, στο εξής «ο Νόμος») και, κατόπιν σχετικού απ' αυτούς αιτήματος, δύο παρατάσεις τριών μηνών έκαστη, με επιστολές ημερομηνίας 26.7.2000 και 28.9.2000, Τεκμήρια Λ και Μ αντίστοιχα, κατόπιν επιστολών εκ μέρους των εναγομένων ημερομηνίας 5.7.2000 και 18.9.2000, Τεκμήρια Ν και Ξ αντίστοιχα. Η ενάγουσα διατηρεί επ' ονόματι της μέχρι σήμερα τις υπό αναφορά μετοχές των εναγομένων τις οποίες δεν έχει πραγματευθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο, ενώ οι εναγόμενοι δεν επέστρεψαν το αξιούμενο ποσό στην ενάγουσα. Στη βάση των παραδεκτών γεγονότων και μη προσφερθείσας οποιασδήποτε μαρτυρίας εκ μέρους των διαδίκων οι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις προέβησαν σε εισηγήσεις υποστηρίζοντας τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ο συνήγορος της ενάγουσας, υποστηρίζοντας την ορθότητα της απαίτησης της, στη βάση των παραδεκτών γεγονότων και με αναφορά στη νομολογία εισηγήθηκε ότι το δικαίωμα επιστροφής του καταβληθέντος από την ενάγουσα ποσού προς τους εναγόμενους για την αγορά μετοχών δημιουργείται δυνάμει του άρθρου 3
(3)του Νόμου, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Γεώργιου Ταμάσιου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1683, όπου σκιαγραφήθηκαν οι προϋποθέσεις γένεσης του δικαιώματος, οι οποίες και συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση και κρίθηκε επιπρόσθετα ότι το εν λόγω άρθρο του Νόμου δεν αντίκειται στα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος, όπως και στην Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 704. Υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι το υπό αναφορά άρθρο δεν αντίκειται στα άρθρα 12, 25 και 28 του Συντάγματος υπέδειξε ότι στην υπόθεση Anaptixis Group Ltd v. Νίκου Μιχαηλίδη
(2006)1 ΑΑΔ 691, κρίθηκε ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει τους τρόπους συμμόρφωσης του εξ αποφάσεως οφειλέτη προς δικαστική απόφαση καθότι ο οφειλέτης υποχρεούται να βρει τον κατάλληλο τρόπο συμμόρφωσης προς τη δικαστική απόφαση. Τέλος, προβάλλοντας τη θέση ότι το σκεπτικό της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή με αριθμό 8662/03 ημερομηνίας 12.9.2007 δεν θα πρέπει να υιοθετηθεί από το παρόν Δικαστήριο και επεξηγώντας τους λόγους για τη θέση του αυτή, ο συνήγορος ζήτησε την έκδοση απόφασης υπέρ της ενάγουσας για το απαιτούμενο ποσό, πλέον τόκων και εξόδων. Αντίθετα, ο συνήγορος των εναγομένων υιοθετώντας το σκεπτικό της απόφασης στην προαναφερθείσα αγωγή με αριθμό 8662/03 εισηγήθηκε ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί εφόσον οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτηση για ένταξη των τίτλων τους στο ΧΑΚ πριν τη θέσπιση του άρθρου 3
(3)του Νόμου και κάλεσε το Δικαστήριο να μην υιοθετήσει την ερμηνεία που δόθηκε στις αποφάσεις Harvest Capital Management Ltd v. Γεώργιου Ταμάσιου (πιο πάνω) και Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd (πιο πάνω) αναφορικά με την έννοια της παράτασης στο υπό αναφορά άρθρο. Ως προς τους ισχυρισμούς αντισυνταγματικότητας εισηγήθηκε ότι το άρθρο αυτό αντίκειται στα άρθρα 12, 25 και 26 του Συντάγματος, ενώ παράλληλα δεν δημιουργεί αστικό αδίκημα ώστε να προκύπτει υποχρέωση επιστροφής του απαιτούμενου εκ μέρους της ενάγουσας ποσού. Με δεδομένο ότι τα ουσιώδη γεγονότα είναι παραδεκτά και δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης μαρτυρίας, σ' αυτό το στάδιο χρήσιμο είναι να γίνει αναφορά στην νομική πτυχή. Η υποχρέωση επιστροφής ποσού που λήφθηκε από εταιρεία ή άλλο πρόσωπο και που δόθηκαν από ενδιαφερόμενο αγοραστή για αγορά τίτλων μετοχών με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο ΧΑΚ, εάν οι σχετικοί τίτλοι δεν εισαχθούν στο ΧΑΚ εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή τους ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, δημιουργείται δυνάμει του άρθρου 3
(3)του Νόμου. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Γεώργιου Ταμάσιου (πιο πάνω) έγκυρη σύμβαση βάσει του εν λόγω άρθρου του Νόμου συνάπτεται κατά τον χρόνο της αποδοχής από την εταιρεία της πρότασης του επενδυτή για αγορά των μετοχών και η έκδοση των τίτλων σε μεταγενέστερο στάδιο δεν επηρεάζει την συνομολόγηση της συμφωνίας. Η υποχρέωση της εταιρείας για επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε για την αγορά των μετοχών και το αντίστοιχο δικαίωμα του ενδιαφερόμενου αγοραστή γεννάται με την πάροδο των τριών μηνών σύμφωνα με τους όρους που τίθενται από το υπό αναφορά άρθρο και η προθεσμία αυτή δεν παρατείνεται. Είναι αρκετό να μην έχουν εισαχθεί οι τίτλοι στο ΧΑΚ στους τρεις μήνες για οποιοδήποτε λόγο και η αιτία ή η ευθύνη γι' αυτό δεν εξετάζεται. Οποιαδήποτε παράταση δίδεται για εισδοχή των τίτλων στο ΧΑΚ δεν αναιρεί ούτε επηρεάζει το δικαίωμα του επενδυτή να απαιτήσει την επιστροφή των δοθέντων χρημάτων αλλά σχετίζεται μόνο με τον χρόνο επιστροφής τους. Στην παρούσα υπόθεση, η συνομολόγηση της συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων έλαβε χώρα στις 11.4.2000 με την αποδοχή από τους εναγόμενους της προσφοράς της ενάγουσας, η οποία στις 18.2.2000 κατέβαλε στους εναγόμενους το ποσό των £6.000 προς το σκοπό απόκτησης 20.000 μετοχών τους καθώς και 2.000 δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants), με επιταγή την οποία οι εναγόμενοι εξαργύρωσαν. Η αίτηση για εισαγωγή των τίτλων των εναγομένων στο ΧΑΚ κατατέθηκε στις 28.3.2000 και η εισαγωγή των τίτλων έγινε στις 25.10.2000. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του υπό αναφορά άρθρου του Νόμου και την ερμηνεία που τους αποδίδεται, το δικαίωμα της ενάγουσας για επιστροφή του απαιτούμενου ποσού δημιουργήθηκε στις 28.6.2000, όταν παρήλθαν δηλαδή οι τρεις μήνες από την υποβολή της αίτησης των εναγομένων για την εισαγωγή των τίτλων τους στο ΧΑΚ, και παρά την έκδοση των τίτλων στις 30.8.2000 αλλά και την έγκριση της αίτησης τους από το ΧΑΚ που έγινε υπό αίρεση στις 27.9.2000 και εντέλει στις 19.10.2000, μένει ανεπηρέαστο. Η ενάγουσα απαίτησε την επιστροφή του ποσού στις 8.8.2000 και οι εναγόμενοι όφειλαν να της το επιστρέψουν εντός δέκα ημερών, με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημέρα υποβολής της αίτησης, έχοντας ωστόσο την δυνατότητα να της το επιστρέψουν μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας έχοντας εξασφαλίσει λογική παράταση του χρόνου επιστροφής του εισπραχθέντος ποσού, σύμφωνα με σχετική απόφαση του ΧΑΚ, βλ. Τεκμήρια Λ, Μ, Ν και Ξ, την οποία οι ίδιοι ζήτησαν όπως προνοείται στην επιφύλαξη του εν λόγω άρθρου. Τα πιο πάνω δεδομένα επιλύουν υπέρ της ενάγουσας την επίδικη διαφορά παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του συνηγόρου των εναγομένων. Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς αυτούς, δεν θα συμφωνήσω αρχικά ότι με το άρθρο 3
(3)του Νόμου δημιουργείται ποινική ευθύνη και συνεπώς αυτό θα πρέπει να ερμηνευθεί ότι δεν εφαρμόζεται για τις εταιρείες που είχαν καταθέσει την αίτηση εισαγωγής των τίτλων τους στο ΧΑΚ πριν την θέσπιση του, δηλαδή πριν τις 7.4.2000. Πέραν του ότι το σχετικό αδίκημα προνοείται στην παράγραφο 4 του άρθρου 3 και συναρτάται η ευθύνη της εταιρείας ή του εισπράξαντος τα χρήματα για την αγορά των μετοχών με συγκεκριμένη συμπεριφορά που θα πρέπει να αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό στο ποινικό Δικαστήριο, στην υπό κρίση υπόθεση εξετάζεται η συνδρομή των προϋποθέσεων για την γένεση του αστικού δικαιώματος του αγοραστή μετοχών για επιστροφή του πληρωθέντος ποσού και η ερμηνεία της παραγράφου 3 του επίδικου άρθρου γίνεται με βάση τα προνοούμενα σ' αυτό. Κατά συνέπεια, αν ο νομοθέτης είχε σκοπό να περιορίσει τις προνοούμενες συνέπειες στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού στις εταιρείες που υπέβαλαν αίτηση εισαγωγής των τίτλων τους στο ΧΑΚ μετά την θέσπιση του Νόμου, δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να μην γίνει σχετική πρόβλεψη στην εν λόγω παράγραφο. Κατά την αντίληψη μου, είναι προφανές ότι ο νομοθέτης θεσπίζοντας το εν λόγω άρθρο γνώριζε την υπάρχουσα κατάσταση και βέβαια το γεγονός ότι ήδη είχαν υποβληθεί αιτήσεις εταιρειών για εισαγωγή των τίτλων τους στο ΧΑΚ, αλλά δεν προέβη σε οποιαδήποτε σχετική διάκριση. Σκοπός θέσπισης του άρθρου 3 του Νόμου ήταν η προστασία των επενδυτών με την δυνατότητα επιστροφής σ' αυτούς ποσών καταβληθέντων πριν από την έναρξη της ισχύος του, όπως συνάγεται από το λεκτικό και το όλο πνεύμα του. Ο νομοθέτης έχει προβεί στην επίδικη παράγραφο 3 του άρθρου 3 σε ρητή αναφορά της είσπραξης χρημάτων για αγορά μετοχών που έγινε πριν από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω Νόμου που σε συνδυασμό με την μη διάκριση αναφορικά με τον χρόνο υποβολής της αίτησης εισδοχής των τίτλων στο ΧΑΚ σε συνάρτηση με την έναρξη της ισχύος του, είναι στοιχεία που δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο να υιοθετήσει την ερμηνεία που προτείνει σχετικά ο συνήγορος των εναγομένων. Η λογική ερμηνεία του Νόμου με βάση το λεκτικό της σχετικής διάταξης είναι ότι θεσμοθετείται η υποχρέωση επιστροφής εισπραχθέντων για συγκεκριμένο σκοπό χρημάτων αναφορικά και με εταιρείες, ανεξάρτητα από τον χρόνο υποβολής της αίτησης εισδοχής τους στο ΧΑΚ. Με την ερμηνεία αυτή μάλιστα επωφελούνται του τυχόν χρόνου που παρήλθε από την υποβολή της αίτησης τους οι εταιρείες που ήδη υπέβαλαν αίτηση εισαγωγής τους στο ΧΑΚ και θεωρώ ότι είναι η αντίθετη ερμηνεία, που συναρτάται με τον αποκλεισμό από την εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου των εταιρειών που υπέβαλαν αίτηση πριν την έναρξη της ισχύος του, που θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα και σε εξουδετέρωση του σκοπού του. Επισημαίνεται, τέλος, ότι και στην υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Γεώργιου Ταμάσιου (πιο πάνω), όπου δεν είχε εγερθεί τέτοιο θέμα, η εναγόμενη-εφεσείουσα εταιρεία είχε υποβάλει την αίτηση της για εισδοχή των τίτλων της στο ΧΑΚ στις 9.2.2000, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου. Ως προς τις εισηγήσεις για αντισυνταγματικότητα του εν λόγω άρθρου παρέλκει η εξέταση των θέσεων για παραβίαση των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος δεδομένου ότι έχει κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Γεώργιου Ταμάσιου (πιο πάνω) ότι το άρθρο αυτό δεν αντιβαίνει στα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος (βλ. και Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd (πιο πάνω)) και τα όσα αντίθετα εισηγείται ο συνήγορος των εναγομένων δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική αντίκρυση του θέματος. Περαιτέρω, έχοντας κατά νου ότι στο άρθρο 12 του Συντάγματος διασφαλίζονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την έλλειψη επιχειρημάτων που να το συνδέουν με το υπό κρίση 3
(3)άρθρο του Νόμου, θεωρώ ότι δεν απαιτείται ιδιαίτερη ενασχόληση με τον σχετικό ισχυρισμό για παραβίαση του άρθρου αυτού του Συντάγματος, κρίνοντας ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των δυο άρθρων. Όσον αφορά τους λοιπούς ισχυρισμούς για αντισυνταγματικότητα του εν λόγω άρθρου του Νόμου πρέπει να λεχθεί ότι η νομολογία έχει προσδιορίσει τις αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.α. ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 335, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στη σελ. 345: «Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers ν. Kyriakides
(1966)3 CLR 640 (απόφαση Ιωσηφίδη, Δ.). Τις παραθέτουμε:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (Βλ. και Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315, 339 (απόφαση Πική, Π.): «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα» (βλ. επίσης, The Improvement Board of Eylenja ν. Andreas Constantίnou
(1967)1 CLR 167, ΡIΚ ν. Καραγιώργη κ.α.
(1991)3 ΑΑΔ 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 ΑΑΔ 252, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 ΑΑΔ 441 και Milίotis ν. Polίce
(1966)2 CLR 62).» Η εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων ότι το επίδικο άρθρο παραβιάζει το άρθρο 25 του Συντάγματος γίνεται με επίκληση των αποφασισθέντων στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.α. v. Αστυνομίας (πιο πάνω), όπου κρίθηκε ότι η επιβολή υποχρέωσης υποβολής αίτησης για εισδοχή στο ΧΑΚ παραβιάζει το άρθρο 25 του Συντάγματος και δεν υπάγεται στους δυνατούς περιορισμούς που προνοούνται στην παράγραφο 2 αυτού. Πέραν του ότι είναι προφανές ότι το άρθρο 3
(3)του Νόμου δεν επιβάλλει οποιαδήποτε επιτακτική υποχρέωση για υποβολή αίτησης για εισδοχή στο ΧΑΚ ώστε να θεωρηθεί ότι προκαλείται ανεπίτρεπτη επέμβαση στο συνταγματικό δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος των εναγομένων κατά τα νομολογηθέντα στην προαναφερθείσα απόφαση, δεν έχουν προβληθεί πειστικά επιχειρήματα προς υποστήριξη της υπό αναφορά εισήγησης. Η σύνδεση της εισήγησης με την έννοια της παράτασης, που σαφώς προνοείται στην επιφύλαξη του άρθρου 3
(3)ότι αφορά την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών, θα έλεγα ότι είναι ατυχής. Η σχετική θέση των εναγομένων ουσιαστικά παραμένει αόριστη και ανυποστήρικτη με αποτέλεσμα την απόρριψη της από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί επίσης να υπάρξει διαφορετική αντιμετώπιση από το Δικαστήριο για τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί παραβίασης του άρθρου 28 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών, στους οποίους σημειωτέον ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στην αγόρευση του συνηγόρου τους και συνεπώς φαίνεται ότι έχουν κατ' ουσίαν εγκαταλειφθεί. Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των εναγομένων αποσείοντας το βάρος που εναπόκειται σ' αυτήν και που καθορίζεται στις πολιτικές υποθέσεις στο πλαίσιο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων για το, αντίστοιχο της αξίωσης της ποσό των ₤6.000, δηλαδή για το ποσό των €10.251,61, που αποτελεί το νέο ισχύον στην Κύπρο νόμισμα σύμφωνα με τον περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμο αρ. 33
(1)/07, πλέον τόκο προς 6% επί του ποσού αυτού από τις 8.8.2000 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Ταυτόχρονα με την πληρωμή προς αυτήν του επιδικασθέντος ποσού η ενάγουσα να προβεί σε οτιδήποτε είναι αναγκαίο ώστε οι σχετικοί με την αγωγή εκδοθέντες επ' ονόματι της τίτλοι μετοχών και δικαιωμάτων αγοράς μετοχών εγγραφούν επ' ονόματι των εναγομένων ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου αυτοί τυχόν υποδείξουν. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο