← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Αντιγόνης Θεοδώρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 13333/03, 30 Ιανουαρίου, 2008

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Αντιγόνης Θεοδώρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 13333/03, 30 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 13333/03 Μεταξύ ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων Και

  1. Αντιγόνης Θεοδώρου, εκ Κάτω Λακατάμειας
  2. Νίκου Ιωαννίδη, εκ Λακατάμειας
  3. Παναγιώτη Ιωαννίδη, εκ Λακατάμειας
  4. Μιχαήλ Ιωαννίδη, εκ Λακατάμειας Εναγομένων ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/10/2007 Μεταξύ ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων Και
  5. Αντιγόνης Θεοδώρου, εκ Κάτω Λακατάμειας
  6. Νίκου Ιωαννίδη, εκ Λακατάμειας
  7. Παναγιώτη Ιωαννίδη, εκ Λακατάμειας
  8. Επίσημου Παραλήπτη της Δημοκρατίας υπό την ιδιότητα του ως παραλήπτου της περιουσίας του Μιχαήλ Ιωαννίδη, εκ Λακατάμειας Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου,
  9. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Κ. Λιβέρας για Δ.Π. Λιβέρας & Σία Για Εναγόμενους: κ. Χ¨Δημητρίου για Βορκάς & Mηλιώτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα διεκδικεί εναντίον όλων των Εναγομένων αλληλλεγγύως και/ή κεχωρισμένως απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.4.366,12, ως χρεωστικό υπόλοιπο Συμβάσεως Πιστώσεως συν τόκους προς 11,5% από 29-7-03 κεφαλαιοποιούμενο δύο φορές ετησίως. Για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ως πρώτο μάρτυρα τον κ. Ανδρέα Λιβέρα (Μ.Ε.1), ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής του καταστήματος «Μόρφου» (αρ. 526) και ως δεύτερο τον κ. Αλκιβιάδη Κωνσταντίνου (Μ.Ε.2) ο οποίος ανέλαβε διευθυντής στο ίδιο κατάστημα από τον Απρίλιο του
  10. Προς υπεράσπιση των Εναγομένων κατέθεσε ο Εναγόμενος 4 κ. Μιχαήλ Ιωαννίδης (Μ.Υ.1) και η σύζυγος του Εναγόμενη 1 κα Αντιγόνη Θεοδώρου (Μ.Υ.2). Δικόγραφα Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης κατά ή περί τις 23-9-99, κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης 1, η Ενάγουσα της παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.95.000 με την εγγύηση των Εναγομένων 2, 3 και 4 δυνάμει της υπ' αρ. 526/336283-9 Συμβάσεως Πιστώσεως. Λίγες ημέρες προηγουμένως, ήτοι στις 7-9-99 οι Εναγόμενοι 1 και 4 συμφώνησαν γραπτώς όπως καταθέσουν Λ.Κ.85.449,13 στο λογαριασμό 526/518394-04 ο οποίος επενέργησε ως δεσμευμένη κατάθεση προς εγγύηση παρόντων (τότε) και μελλοντικών διευκολύνσεων της Εναγόμενης 1, με δικαίωμα της Ενάγουσας να συμψηφίσει τους δύο λογαριασμούς. Κατά τις 29-7-03 η Ενάγουσα τερμάτισε τη σύμβαση πίστωσης και ο λογαριασμός της μεταφέρθηκε στις καθυστερήσεις με νέο αριθμό 526/399050-2 αφού οι δύο αρχικοί λογαριασμοί συμψηφίστηκαν και προέκυψε έτσι οφειλόμενο υπόλοιπο Λ.Κ.4.366,12, δηλαδή το διεκδικούμενο με την παρούσα αγωγή. Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι η Εναγόμενη 1 είχε οποιαδήποτε κατ' ευθείαν επαφή με την Ενάγουσα και ισχυρίζονται ότι «καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ο Εναγόμενος 4 ενεργούσε διά λογαριασμό της», δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου. Αποτελεί βασική τους θέση πως στις 7-9-99 ο Διευθυντής του υποκαταστήματος Μόρφου πρότεινε στον Εναγόμενο 4 όπως οι Λ.Κ.85.449,13 κατατεθούν σε δεσμευμένο λογαριασμό με παράλληλη παραχώρηση σε άλλο λογαριασμό πιστωτικών διευκολύνσεων για ποσό διπλάσιο της δεσμευμένης κατάθεσης, αναφέροντας του παράλληλα πως ο χρεωστικός τόκος στον τρεχούμενο σε καμιά περίπτωση δεν θα ήταν «αριθμητικά μεγαλύτερος του 1% του ύψους του τόκου με τον οποίον θα επιστώνετο ο δεσμευμένος λογαριασμός». Σε άλλο σημείο ισχυρίζονται πως ένεκα της πιο πάνω προσφοράς ο Εναγόμενος 4 συμφώνησε στην κατάθεση σε δεσμευμένο λογαριασμό με την ταυτόχρονη παραχώρηση στην Εναγόμενη 1 και/ή στην οικογενειακή εταιρεία PANIMA LTD πιστωτικών διευκολύνσεων για το διπλάσιο ποσό δηλ. Λ.Κ.170.898,
  11. Αντί τούτου όμως, όταν στις 23-9-99 επιχειρήθηκε να αποσυρθεί ποσό από τον εν λόγω λογαριασμό, ο Εναγόμενος 4 πληροφορήθηκε πως για να ενεργοποιηθεί θα έπρεπε να υπογράψουν και τρεις εγγυητές επειδή το ύψος του ποσού των διευκολύνσεων ήταν μεγαλύτερο από το ποσό της δεσμευμένης κατάθεσης. ΄Ετσι τα τέκνα των Εναγομένων 1 και 4, δηλαδή οι Εναγόμενοι 2 και 3, μαζί με τον πατέρα τους υπέγραψαν ως εγγυητές και παράλληλα ο Εναγόμενος 4 κατέθεσε επιπλέον Λ.Κ.10.000 ανεβάζοντας το ποσό της δεσμευμένης κατάθεσης στις Λ.Κ.95.449,
  12. Οι Εναγόμενοι αποδίδουν ψευδείς παραστάσεις στην Ενάγουσα όσον αφορά το θέμα του χρεωστικού τόκου αλλά και ως προς τη δέσμευση για παραχώρηση επιπρόσθετων τραπεζικών διευκολύνσεων προς την οικογενειακή τους εταιρεία Panima Ltd. Προβάλλουν επίσης τη θέση πως εξαναγκάστηκαν να υπογράψουν τις συμφωνίες εν λευκώ καθώς και ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να τοκίζει κατ' έτος τη δεσμευμένη κατάθεση. Με την ανταπαίτηση τους αιτούνται Δήλωσης του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα παράνομα και αντισυμβατικά δεν συμψήφισε τους λογαριασμούς νωρίτερα όταν της ζητήθηκε τούτο και αντιθέτως παράνομα εξακολούθησε να χρεώνει τόκους και άλλα έξοδα. Διεκδικούν επίσης απόφαση για κάθε επιπλέον ποσό που εισέπραξε η Ενάγουσα. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Οι δύο πλευρές κατέθεσαν από κοινού τα Τεκμήρια 1-11 τα οποία αποτελούν τις συμβάσεις, καταστάσεις λογαριασμών και επιστολές. Εξειδικευμένη αναφορά θα γίνεται κατωτέρω όπου και εάν χρειάζεται. Ο Μ.Ε.1 γνώριζε τον Εναγόμενο 4 από πολύ παλιά αφού ήταν συμμαθητές. Περί το 1993 τον επισκέφθηκε στο κατάστημα Μόρφου (αρ. 526) όπου ήταν διευθυντής και συνομολόγησαν κάποιες συμφωνίες για την οικογενειακή εταιρεία των Εναγομένων, ήτοι την Panima Ltd, για την οποία ο Εναγόμενος 4 διέθετε πληρεξούσιο έγγραφο. Ήταν η θέση του Μ.Ε.1 πως περί τις 7-9-99 - ίσως και πριν - τον επισκέφθηκε ο Εναγόμενος 4 πληροφορώντας τον ότι με τη σύζυγο του είχαν κάποια χρήματα, γύρω στις Λ.Κ.85.000 τα οποία δεν ήθελαν να ξοδέψουν, αλλά να τα καταθέσουν και παράλληλα, με εγγύηση αυτά, να του παραχωρήσει ισόποσο η Ενάγουσα σε τρεχούμενο λογαριασμό. Αποδέχθηκε το αίτημα του ζητώντας όμως όπως στον τρεχούμενο υπογράψουν ως εγγυητές και τα δύο παιδιά τους, δηλαδή οι Εναγόμενοι 2 και 3 καθώς και ο ίδιος ο Εναγόμενος
  13. ΄Ετσι στις 7-9-99 ο Εναγόμενος 4 κατέθεσε σε δεσμευμένη κατάθεση επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 και του εαυτού του το ποσό των Λ.Κ.85.449,13 και την υπέγραψαν και οι δύο. Πράγματι αυτό επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 2 το οποίο αποτελεί το σχετικό έγγραφο. Σύμφωνα με το Μ.Ε.1 η συνεννόηση τους απ' εκεί και πέρα ήταν να ετοιμάσει ο ίδιος τη σύμβαση πίστωσης και θα τους ειδοποιούσε να έλθουν όλοι για τις υπογραφές. Να σημειωθεί πως ο Εναγόμενος 4 ζήτησε όπως πρωτοφειλέτιδα στον τρεχούμενο να είναι η Εναγόμενη
  14. Τις επόμενες μέρες ο Μ.Ε.1 τηλεφωνικώς είχε ενημερωθεί πως ο Εναγόμενος 4 θα κατέθετε ακόμα Λ.Κ.10.000 στη δεσμευμένη κατάθεση οπότε ανιστοίχως θα αυξάνετο και το ύψος των πιστωτικών διευκολύνσεων, δηλαδή θα ήταν Λ.Κ.95.
  15. Αυτό έγινε, σύμφωνα με το Μ.Ε.1 στις 23-9-99, δηλαδή στην παρουσία του υπεγράφη το Τεκμήριο 1 από την Εναγόμενη 1 και τους εγγυητές της Εναγόμενους 2, 3 και
  16. ΄Οντως το Τεκμήριο 1 αποτελεί Σύμβαση Πίστωσης και Εγγύησης ύψους Λ.Κ.95.000 με τόκον 8% ετησίως, υπογεγραμμένη από τα πιο πάνω πρόσωπα. Ο Μ.Ε.1 υποστήριξε πως ο ίδιος έφυγε από το συγκεκριμένο κατάστημα το τέλος του 2000 και μέχρι τότε η συγκεκριμένη σύμβαση λειτουργούσε, χωρίς κανένα παράπονο ή παρατήρηση. Αρνήθηκε πάντως ότι είχαν οποτεδήποτε υποσχεθεί πως το χρεωστικό επιτόκιο για αυτή δεν θα υπερέβαινε το 7.5% δηλαδή ότι θα περιορίζετο σε 1% διαφορά από το επιτόκιο της κατάθεσης που ήταν 6,5%. Στα πλαίσια αυτά αρνήθηκε επίσης ότι τον Απρίλιο του 2000 τους ζητήθηκε να προχωρήσουν σε συμψηφισμό των δύο λογαριασμών. Βλέποντας την κατάσταση λογαριασμού του τρεχούμενου (Τεκμήριο 3) υπέδειξε πως μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2000 εγίνοντο καταθέσεις μετρητών και επιταγών πράγμα που όντως διαπιστώνεται (π.χ. 5-5-00 επιταγή Λ.Κ.500, 17-5-00 μετρητά Λ.Κ.303, 15-6-00 επιταγή Λ.Κ.190, 22-8-00 επιταγή Λ.Κ.500 και 7-9-00 επιταγή Λ.Κ.400). Μετά το Σεπτέμβριο του 2000 όντως δεν υπάρχει οποιαδήποτε κίνηση πέραν της χρέωσης τόκων και το τελικό υπόλοιπο στις 30-6-03 ήταν Λ.Κ.120.216,
  17. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία και τα διάφορα έγγραφα ο συμψηφισμός τελικά έγινε στις 29-7-03 με τη μεταφορά ποσού Λ.Κ. 116.448,04 από τη δεσμευμένη κατάθεση στον τρεχούμενο. Από τη διαφορά των δύο ποσών δημιουργήθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος των Εναγομένων (ήτοι Λ.Κ.3.768.65) το οποίο συνέχισε να τοκίζεται. Ο Μ.Ε.2 ανέλαβε διευθυντής στο υποκατάστημα Μόρφου τον Απρίλιο του
  18. Κατά τη διάρκεια της θητείας του εκεί, στάληκε προς τους Εναγόμενους η επιστολή ημερ. 29-7-03 (Τεκμήριο 5) με την οποία η Ενάγουσα τους πληροφορούσε ότι τερμάτιζε την πίστωση αυθημερόν και ότι μετά τον συμψηφισμό το υπόλοιπο ήταν Λ.Κ.4.366,12 (δηλαδή αυτό που διεκδικήθηκε με την παρούσα αγωγή). Επίσης πληροφορήθηκαν ότι το υπόλοιπο θα έφερε πλέον τόκον 11,50%, αντί 8% που προνοείτο προηγουμένως. Ο Μ.Ε.2 προέβη και σε λεπτομερέστερη ανάλυση των διάφορων καταγραφών στον τρεχούμενο λογαριασμό. Επίσης αρνήθηκε υποβολή ότι η Εναγόμενη 1 τους είχε ζητήσει από τον Απρίλιο του 2000 να κλείσει ο τρεχούμενος και να συμψηφιστεί το υπόλοιπο του με τη δεσμευμένη κατάθεση. Βλέποντας το Τεκμήριο 7 επισήμανε πως πρόκεται για επιστολή της Panima Ltd η οποία ζητούσε να μεταφερθεί η δεσμευμένη κατάθεση της Εναγόμενης 1 σε τρεχούμενο της εν λόγω εταιρείας, πράγμα αδύνατο. Αμέσως μετά την κατάθεση της Γραπτής Δήλωσης του Εναγόμενου 4 και στην πρώτη ερώτηση που του υπέβαλε ο συνήγορος του προέκυψε πως αυτός είναι πτωχεύσας δυνάμει διατάγματος ημερ. 16-11-95 (στην αιτ. 241/95). Στη Γραπτή Δήλωση του τίποτε δεν ανέφερε σχετικά και μάλιστα όταν αυτό έγινε γνωστό προκλήθηκαν αναβολές για ενημέρωση του Επίσημου Παραλήπτη περί της αγωγής αυτής αλλά και για την τροποποίηση του τίτλου. Στην επόμενη δικάσιμο ισχυρίστηκε πως πληροφορήθηκε παλαιότερα για την πτώχευση του από το συνήγορο των Εναγόντων, κ. Κ. Λιβέρα, ο οποίος του είπε για το πρόβλημα που δημιουργείτο εν σχέσει με την ιδιότητα του ως Διευθυντής της Panima Ltd και του ζήτησε να υπογραφεί το πληρεξούσιο από την εταιρεία προς τον ίδιο (τον Εναγόμενο 4) ούτως ώστε να την εκπροσωπεί και δεσμεύει με την υπογραφή του. Βεβαίως ο Εναγόμενος 4 αναφερόταν στο Ειδικό Πληρεξούσιο ΄Εγγραφο ημερ. 28-3-97 το οποίο είχε ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο 6 και το οποίο πράγματι τον καθιστούσε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της οικογενειακής τους εταιρείας «εις ό,τι αφορά τας μετά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ δοσοληψίας της εταιρείας». Προφανώς λοιπόν γνώριζε για την πτώχευση του τουλάχιστον από το Μάρτιο του 1997 και παρόλα αυτά δεν το αποκάλυψε σε κανένα και άφησε αυτή την αγωγή να συνεχίζει εναντίον του από το 2003 μέχρι το
  19. Αυτά ως μια πρώτη ένδειξη για την αντίληψη που είχε ο ίδιος περί τα πράγματα. Στην αντεξέταση του αρνείτο επίμονα ότι είδε ή υπέγραψε ποτέ το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 6) μέχρι που του υποδείχθηκε η υπογραφή του σ' αυτό, οπότε κατέφυγε σε υπεκφυγές λέγοντας πως αυτό δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση. Το σημαντικότερο βεβαίως είναι πως παρά τους ισχυρισμούς στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης περί υπογραφής των συμβάσεων εν λευκώ, εν τούτοις στην κυρίως εξέταση του ο Εναγόμενος 4 δεν ανέφερε ο,τιδήποτε σχετικό. Το θέμα συνδέεται με τους βασικούς ισχυρισμούς των Εναγομένων ότι είχαν συμφωνήσει (α) να τους δοθούν πιστωτικές διευκολύνσεις διπλάσιες του ποσού της δεσμευμένης κατάθεσης δηλ. Λ.Κ.170.000 και (β) ο χρεωστικός τόκος να μην διαφέρει πέραν της μιας εκατοστιαίας μονάδας από τον πιστωτικό τόκο της κατάθεσης. Παρότι λοιπόν ο Εναγόμενος 4 δεν ανέφερε ο,τιδήποτε από μόνος του, εν τούτοις αντεξετάστηκε ως προς το λόγο που δεν διαμαρτυρήθηκαν όταν διαπίστωσαν ότι δεν έλαβαν πίστωση Λ.Κ.170.
  20. Ήταν σ' αυτό το σημείο που βρήκε την ευκαιρία να ισχυριστεί ότι οι συμβάσεις «υπεγράφησαν χωρίς να ήταν συμπληρωμένες». Καμιά άλλη λεπτομέρεια ή περιγραφή από τον ίδιο ως προς τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπογραφή, εκτός από την πιο πάνω γενικόλογη και αόριστη θέση η οποία προφανώς και δεν γίνεται αποδεκτή αφού κρίνεται ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη. Το κενό κλήθηκε να καλύψει ανεπιτυχώς η Εναγόμενη
  21. Αυτή δέχεται ότι έδωσε την επιταγή ύψους Λ.Κ.85.449 στο σύζυγο της και ότι, όπως της είπε (ο σύζυγος της), θα τους έδιδαν διπλάσιο ποσό σε διευκολύνσεις εάν δεσμεύετο αυτό το ποσό. Ήταν η θέση της πως αυτό της το επιβεβαίωσε και ο Μ.Ε.1 όταν η ίδια πήγε περί τις 9-9-99 για να υπογράψει και μάλιστα αυτός ήταν και ο λόγος που η ίδια συμφώνησε να κατατεθεί το ποσό σε δεσμευμένη κατάθεση. ΄Ετσι της παρουσίασαν αρκετά συμβόλαια ασυμπλήρωτα και ο Μ.Ε.1 της είπε να τα υπογράψει όπως ήταν. Θα της στέλλοντο αντίγραφα αργότερα, πράγμα όμως που τελικά δεν έγινε. Η αμηχανία της ήταν προφανής όταν ερωτήθηκε τι έγγραφα συγκεκριμένα υπέγραψε. Ανέφερε επί λέξει: «Τι να σας πω τώρα; ΄Εγγραφα, τρεις - τέσσερεις σελίδες. Αλλού έγραφαν εγγυητής, αλλού πρωτοφειλέτης, είναι τα συνηθισμένα έγγραφα της Τράπεζας». Προσπάθησε να πείσει πως μόνο μια φορά επισκέφθηκε την τράπεζα για την υπογραφή και ότι απ' εκεί και πέρα χειρίστηκε όλα τα θέματα ο Εναγόμενος 4 βάσει εξουσιοδότησης την οποία επίσης υπέγραψε ανάμεσα στα άλλα έγγραφα. Η ίδια δεν γνώριζε την κίνηση των λογαριασμών αφού όλα τα χειρίζετο ο σύζυγος της, Εναγόμενος 4 και δεν ασχολείτο η ίδια. Παρά ταύτα, ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι μέσα στο 2000 ο σύζυγος της ζήτησε από την Τράπεζα να κλείσει όλους τους λογαριασμούς, αφού τον άκουσε να το ζητά τηλεφωνικώς. Η Ενάγουσα όμως έκλεισε όλους τους άλλους λογαριασμούς εκτός από τους επίδικους. Στην αντεξέταση της αρχικά είπε πως ο Εναγόμενος 4 είχε υπογράψει τη σύμβαση πίστωσης πριν πάει η ίδια για υπογραφή ενώ λίγο αργότερα δήλωνε πως πήγε μετά από αυτήν ο σύζυγος της. Ενώ στην κυρίως εξέταση της φάνηκε να γνωρίζει τις διαφορές του συζύγου της για τις οποίες μάλιστα είχε ακούσει και σχετική τηλεφωνική συνδιάλεξη, αργότερα στην αντεξέταση της προσπάθησε να πείσει πως η ίδια δεν ήταν ενήμερη για το ύψος της πίστωσης καθότι δεν συζητούν στο σπίτι για τις δουλειές. Αλλά και ως προς την τηλεφωνική συνδιάλεξη του συζύγου της αρχικά ενθυμείτο ή μάλλον προσπαθούσε να την τοποθετήσει εντός του 2000 - προφανώς για να συνάδει με τα λεχθέντα από τον ίδιο για απαίτηση τερματισμού των λογαριασμών - ενώ αργότερα έλεγε πως δεν θυμάται πότε έγινε. Το εκπληκτικότερο όλων, πράγμα που δείχνει και την πραγματική εμπλοκή της Εναγόμενης 1, είναι πως δεν γνώριζε πριν την παρούσα ακροαματική διαδικασία ότι ο σύζυγος της είχε πτωχεύσει από το 1995 και δεν γνώριζε καθόλου για την πτώχευση πριν το
  22. Όλα αυτά βεβαίως εξηγούνται από την σταθερή θέση της πως «οι υποθέσεις των τραπεζών ήταν καθαρώς προσωπική του υπόθεση», δηλαδή του συζύγου της. Αποτελεί λοιπόν εύρημα μου πως η Εναγόμενη 1 στην πραγματικότητα δεν ασχολείτο με αυτά τα ζητήματα αλλά αποκλειστικά ο Εναγόμενος 4 σύζυγος της. Η παρουσία της στο Δικαστήριο ήταν απλώς μια προσπάθεια να ενισχύσει και συγκεκριμενοποιήσει κάποιες αόριστες και γενικές αναφορές που εκείνος έκαμε στην αντεξέταση του. Είναι ενδεικτικό πως η Εναγόμενη 1 μετά την αρχική απάντηση της ότι ο Εναγόμενος 4 υπέγραψε πρώτος, άλλαξε τη θέση της μόλις είδε τα Τεκμήρια 1 και 2, χωρίς όμως να εξηγήσει με ποια κριτήρια ή γνώσεις είχε την ικανότητα να διακρίνει ποια υπογραφή ετέθη πρώτη ή δεύτερη. Σοβαρή αντίφαση μεταξύ τους είναι και οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 4 ότι τα χρήματα της πίστωσης θα χρησιμοποιούντο για τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, ενώ η Εναγόμενη 1 δέχθηκε ευθαρσώς πως πέραν των Λ.Κ.50.000 από αυτά ξοδεύθηκαν στο χρηματιστήριο. Διαψεύδεται έτσι ο Εναγόμενος 4 ο οποίος ισχυρίστηκε (στην παρ. 5 της γρ. δήλωσης του) πως οι αναλήψεις ύψους Λ.Κ.94.990 από την πρώτη μέρα που δόθηκαν οι διευκολύνσεις, «χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς των εργασιών τους» δηλαδή για εισαγωγές και γενικό εμπόριο. Ως προς τα θέματα υπογραφής των συμβάσεων και κάποια παρεμφερή θέματα πρέπει να παρατηρήσω πως γενικά οι Εναγόμενοι 1 και 4 δεν μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Αντιθέτως σχημάτισα την εικόνα πως λόγω και της σχέσης τους υπήρξε κάποια προσυνεννόηση μεταξύ τους, ιδιαίτερα για μερικά σημεία που τα θεωρούσαν σημαντικά για την υπεράσπιση τους. Έτσι εξηγείται και το ότι παρότι η Εναγόμενη 1 δεν ενημερώνετο και δεν ασχολείτο με αυτά τα θέματα έπρεπε και παρουσιάστηκε να γνωρίζει επιλεκτικά την κατ' ισχυρισμό δέσμευση για διπλάσια πίστωση, τη σειρά υπογραφών και το τηλεφώνημα του συζύγου της προς την Ενάγουσα. Αντιθέτως θεωρώ τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ως αξιόπιστους και ειλικρινείς μάρτυρες. Τα όσα ανέφεραν είχαν συνοχή μεταξύ τους και συνάδουν πλήρως με τα διάφορα έγγραφα και τις καταγραφές στους λογαριασμούς, ιδιαίτερα όσον αφορά τις αναλήψεις και καταθέσεις μετρητών ή επιταγών. Εξαιρούνται βεβαίως κάποια θέματα για τα οποία δεν είχαν ούτε προσωπική γνώση, αλλά ούτε και στοιχεία να παρουσιάσουν όπως π.χ. για την άποψη τους ότι είχαν ειδοποιηθεί οι εναγόμενοι για τη μείωση του πιστωτικού τόκου. Εν πάση περιπτώσει γεγονός παραμένει ότι κατατέθηκε συνολικά στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2 ποσόν Λ.Κ.95.449,13 το οποίο σύμφωνα με τους όρους του Τεκμηρίου 2 θα λειτουργούσε ως δεσμευμένη κατάθεση φέρουσα τόκον 6,50% και με την εγγύηση των Εναγομένων 2, 3 και 4 δόθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1 ύψους Λ.Κ.95.000 δυνάμει του Τεκμηρίου 1, με χρεωστικό τόκο 8% ετησίως. ΄Αλλωστε αυτά αναφέρει και ο Εναγόμενος 4 στη γραπτή δήλωση του (παρ. 2) - μάλιστα χωρίς καμιά επιφύλαξη εν σχέσει με το θέμα των τόκων σε ολόκληρη τη δήλωση του. Καθοριστικό στοιχείο είναι και το ότι κατά μήκος του Εγγράφου Εγγυήσεως ημερ. 23-9-99, υπάρχει δακτυλογραφημένη προσθήκη εκ τριών γραμμών στα αριστερά και μιας γραμμής στα δεξιά της σελίδας με το εξής περιεχόμενο: «Σε περίπτωση αυξήσεως της χρηματοδοτήσεως με κίνηση του λογαριασμού σε υπέρβαση, η εγγύηση μας θα εξίκνειται μέχρι του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού, πλέον τόκους προμήθειες και έξοδα, νοουμένου πάντοτε ότι το ποσό της υπερβάσεως δεν υπερβαίνει το 50% του αρχικού ποσού της πιστώσεως, ήτοι δεν υπερβαίνει το ποσό των Λ.Κ.142.500». Τόσον από το περιεχόμενο της όσον και από τον τρόπο που είναι γραμμένη είναι σαφές πως πρόκειται για προσθήκη και όχι για προτυπωμένο όρο του εγγράφου αυτού. Το πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως στα τέσσερα άκρα της φέρει υπογραφές και δεν έχει αμφισβητηθεί ότι αυτές ανήκουν στους τρεις εγγυητές. Αντιθέτως η Εναγόμενη 1 αναγνώρισε σε όλα τα έγγραφα τις υπογραφές του Εναγόμενου 4 και των Εναγόμενων 2 και
  23. Ο τρόπος που έχουν τεθεί οι υπογραφές στα τέσσερα άκρα της διακεκομμένης αυτής προσθήκης, που είναι γραμμένη κατακόρυφα, δεν αφήνει περιθώρια υποψίας και δεν δέχομαι ότι οι ενδιαφερόμενοι υπέγραψαν εν λευκώ και καθ' υπολογισμό του χώρου που θα κατελάμβανε η προσθήκη. Είναι προφανές πως είχε καταγραφεί πρώτα και μετά υπέγραψαν στα άκρα της. Θα ανέμενε κάποιος πως εάν ζητείτο π.χ. από τον Εναγόμενο 4 να υπογράψει σε τέσσερα σημεία εν λευκώ στις πλευρές ενός εγγράφου θα το ενθυμείτο και θα το προέβαλλε στη μαρτυρία του, πράγμα που δεν έπραξε. Συνάγεται λοιπόν πως τα έγγραφα ήταν πλήρως συμπληρωμένα όταν υπεγράφησαν και το δεύτερο ενδιαφέρον σημείο είναι πως όλοι γνώριζαν και το ποσό της παραχωρούμενης πίστωσης, διαφορετικά δεν θα είχε καμιά σημασία αυτή η πρσθήκη για την έκταση της ευθύνης των εγγυητών μέχρι Λ.Κ.142.
  24. Δηλαδή με απλά λόγια εάν οι πιστώσεις ήταν για Λ.Κ.170,000 τι νόημα θα είχε η προσθήκη όρου ότι η εγγύηση θα κάλυπτε την υπέρβαση και θα έφθανε μέχρι τις Λ.Κ.142.500; Από την άλλη πλευρά είναι λογικό πως η δυνατότητα του τρεχούμενου γενικά να λειτουργήσει και σε υπέρβαση αποτελεί δυνητικά ένα κίνητρο για το άνοιγμα του με δέσμευση άλλου μικρότερου ποσού. Μια απλή ματιά στην κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού καταδεικνύει π.χ. πως στις 20.12.99 αυτός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.104.
  25. Εκείνη τη στιγμή λοιπόν η Εναγόμενη 1 χρησιμοποιούσε αυτό το ποσό από χρήματα της Ενάγουσας πράγμα που δεν θα μπορούσε να πράξει σε τέτοιο ύψος εάν χρησιμοποιούσε την κατάθεση της, η οποία αφορούσε μόνο Λ.Κ.95.
  26. ΄Ετσι καταρρίπτεται και το επιχείρημα της υπεράσπισης ότι αν ήταν μόνο για πίστωση Λ.Κ.95.000 θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα δικά τους χρήματα. Σημειώνεται δε και η δήλωση του Εναγόμενου 4 ότι εν πάση περιπτώσει δεν έχουν απαίτηση για αυτό το θέμα. Σημειώνω πως δεν προσφέρθηκε καμιά μαρτυρία από πλευράς Εναγομένων και δεν αποδέχομαι ότι οι επιταγές που κατατέθηκαν στον τρεχούμενο μετά τον Απρίλιο του 2000 ανήκαν σε άλλα πρόσωπα (φυσικά ή νομικά) και ότι η Ενάγουσα τις κατέθεσε εξ ιδίας πρωτοβουλίας. Καθίσταται δε σαφές ότι δεν αποδέχομαι ούτε τον ισχυρισμό ότι τον Απρίλιο του 2000 ζητήθηκε ο συμψηφισμός των δύο λογαριασμών. Τα Τεκμήρια 7 και 8 αφορούν αφενός λογαριασμούς της εταιρείας και αφετέρου στάληκαν πολύ μεταγενέστερα (15.5.02 και 26.6.02). Το να επικαλείται αυτά τα έγγραφα ο Εναγόμενος 4 είναι εντελώς αβάσιμο αφού για την επίδικη δεσμευμένη κατάθεση θα απαιτείτο ξεχωριστή επιστολή εκ μέρους των δικαιούχων της, πράγμα που δεν έγινε. Σημειώνω πως η Ενάγουσα είχε αποστείλει προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 4-4-03 και 19-5-03 (Τεκμήρια 9 και 10) για το υπόλοιπο του τρεχουμένου χωρίς καμιά αντίδραση από πλευράς εναγομένων. Συμπεράσματα Η πιο πάνω κατάληξη δεν σημαίνει πως οι Εναγόμενοι έχουν λάθος ή άδικο σε όλα τα θέματα που εγείρουν. Ένα τέτοιο θέμα είναι αυτό των πιστωτικών τόκων όπου στη Σύμβαση της Δεσμευμένης Κατάθεσης (Τεκμήριο 2) προβλέπεται πρώτον ότι ο τόκος θα είναι 6,50% και δεύτερον ότι η Ενάγουσα δικαιούτο κατά την απόλυτη της κρίση «.....να περιορίζει το ποσοστόν του τόκου ειδοποιούσα ...» τους Εναγόμενους 1 και 2 «...δι απλής επιτστολής της». Ο Μ.Ε.1 βλέποντας το Τεκμήριο 12 υποχρεώθηκε να παραδεχθεί πως για τα έτη 2001 - 2003 όντως ο τόκος αυτός είχε μειωθεί. Προσπάθησε να το συνδέσει με τον χρεωστικό τόκο, λέγοντας πως εάν μειώθηκε το ένα επιτόκιο θα μειώθηκε και το άλλο, πλην όμως δεν προκύπτει καμιά μείωση του χρεωστικού τόκου. Επικαλέστηκε επίσης το δικαίωμα των Τραπεζών να μειώνουν ή αυξάνουν τους τόκους με βάση τη φιλελευθεροποίηση που επήλθε το
  27. Είπε μάλιστα πως όλες οι Τράπεζες το έκαναν αφού προέβαιναν σε σχετικές δημοσιεύσεις ενώ ειδικά για την παρούσα περίπτωση επέμεινε πως έγινε ότι προνοούσαν οι σχετικές συμβάσεις συμπεριλαμβανομένης και ειδοποίησης των Εναγομένων 1 και
  28. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική εδώ καθότι κανένας ισχυρισμός και καμιά μαρτυρία δεν υπήρξε είτε για δημοσίευση είτε για ειδοποίηση προς τους Εναγόμενους 1 και 2 περί μείωσης του τόκου της κατάθεσης. Η δε μείωση στον τόκο της είναι αυταπόδεικτη από μια απλή παρατήρηση του Τεκμηρίου
  29. Διαπιστώνεται δηλαδή ότι για το 2000 επί ποσού Λ.Κ.97.283,73 δόθηκαν ορθώς τόκοι ύψους Λ.Κ.6.340,77, ενώ για τα επόμενα έτη και για μεγαλύτερα ποσά δόθηκαν λιγότεροι τόκοι. Συγκεκριμένα η κατάσταση έχει ως εξής: Κεφάλαιο Λ.Κ. Τόκοι Λ.Κ. 2000 97.283,73 6.340,77 2001 103.434,28 6.296,74 2002 109.542,12 5.233,26 2003(μέχρι Ιούλιο) 114.252,05 2.439,99 Εννοείται βεβαίως ότι αμέσως μετά την πίστωση των τόκων για κάθε έτος η Ενάγουσα αφαιρούσε με αντίστοιχη χρέωση και το ανάλογο ποσοστό για την άμυνα δυνάμει της ισχύουσας τότε νομοθεσίας και κανονισμών (4% ή 3% ή 10% αναλόγως). Δεδομένης της υφιστάμενης σύμβασης μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενων 1 και 2 η πρώτη δεν είχε κανένα δικαίωμα να μειώσει τον πιστωτικό τόκο χωρίς να ειδοποιήσει προς τούτο τους δεύτερους. Η ενέργεια της αυτή ήταν αντισυμβατική και σίγουρα είχε συνέπειες στον τελικό συμψηφισμό των ποσών. Η φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων σε καμιά περίπτωση δεν εσήμαινε πως καταργήθηκαν αυτομάτως οι συμβάσεις μεταξύ ενδιαφερομένων. ΄Αλλωστε και ο ίδιος ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Ν.160

(1)/99 - ο οποίος ας σημειωθεί ρυθμίζει μόνον χρεωστικούς τόκους - προβλέπει είτε για δημοσίευση είτε για ειδοποίηση του οφειλέτη, στην περίπτωση αλλαγής του επιτοκίου. Κρίνεται λοιπόν πως η Ενάγουσα είχε την υποχρέωση να παραχωρεί το πιστωτικό επιτόκιο που είχε συμφωνηθεί εκτός εάν ειδοποιούσε δεόντως για το αντίθετο, πράγμα που δεν απέδειξε. Είναι σαφές λοιπόν πως οι Εναγόμενοι 1 και 2 δικαιούντο περισσότερους πιστωτικούς τόκους και ειδικότερα η κατάσταση της κατάθεσης διαμορφώνεται (αν το Δικαστήριο είναι ορθό στις μαθηματικές πράξεις) ως εξής: Ημερομ. Λεπτομέρειες - Λ.Κ Υπόλοιπο Λ.Κ. 23.9.99 95.449,13 31.12.99 Πιστ. Τόκοι 1.911,04 97.360,17 31.12.99 Αμυνα (4%) 76,44 97.283,73 31.12.00 Πιστ. Τόκοι 6.340,77 103.624,50 31.12.00 Αμυνα (3%) 190,22 103.434,28 31.12.01 Πιστ. Τόκοι 6.723,22 110.157,50 31.12.01 Αμυνα (3%) 201,69 109.955,81 31.12.02 Πιστ. Τόκοι 7.147,12 117.102,93 31.12.02 Αμυνα (10%) 714,71 116.388,22 29.7.03 Πιστ. Τόκοι 4.413,01 120.801,23 29.7.03 Αμυνα (10%) 441,30 120.359,93 Συνάγεται λοιπόν από τα πιο πάνω ότι στις 29-7-03 η δεσμευμένη κατάθεση με τον ορθό και συμφωνηθέντα τοκισμό έπρεπε να έχει υπόλοιπο προς όφελος των Εναγομένων 1 και 2 ποσόν Λ.Κ.120.359,93 (και όχι Λ.Κ.116.448,04 που παρουσιάζει το Τεκμήριο 12). Όσον αφορά το θέμα των χρεωστικών τόκων προκύπτει από το Τεκμήριο 3 πως χρεώθηκαν τα εξής ποσά: ΄Ετος Ποσό Λ.Κ. 2000 7.623,94 2001 10.021,38 2002 10.015,31 2003 4.269,62 Κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας δεν υπήρξαν συγκεκριμένες υποβολές όσον αφορά το θέμα των χρεωστικών τόκων. Ο συμβατικός χρεωστικός τόκος ήταν 8% ετησίως, ενώ μετά την 1-1-01 η Ενάγουσα είχε πλέον το δικαίωμα με βάση τον πιο πάνω Ν.160
(1)/99 να ανατοκίζει μέχρι δύο φορές ετησίως. ΄Εχοντας υπόψιν τα υπόλοιπα του τρεχούμενου για κάθε έτος δεν διαπιστώνω ότι υπήρξε υπερχρέωση. Προφανώς αυτός είναι ο λόγος που και οι Εναγόμενοι, παρότι αρχικά δήλωσαν ότι θα καλούσαν ως μάρτυρα κάποιο λογιστή, αργότερα άλλαξαν γνώμη. Το υπόλοιπο λοιπόν του τρεχούμενου λογαριασμού είναι ορθό όπως παρουσιάζεται στις 29-7-03 στο Τεκμήριο 3, δηλ. Λ.Κ.120.216,
  1. Η προηγηθείσα κατάληξη όμως με τη σειρά της οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο συμψηφισμός που τελικώς έγινε στις 29-7-03 ήταν λανθασμένος καθότι οι καταθέσεις υπερέβαιναν το χρέος και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 1 και 4, ως δικαιούχοι της κατάθεσης δικαιούντο το επιπλέον ποσόν. Διαπιστώνω όμως ότι στο αιτητικό της τροποποιηθείσας Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης μόνον η Εναγόμενη 1 διεκδικεί απόφαση για κάθε επιπλέον ποσό που εισπράχθηκε, οπότε μόνον υπέρ της είναι δυνατόν να εκδοθεί απόφαση στην ανταπαίτηση για τη διαφορά που είναι Λ.Κ.143,
  2. Προκύπτει από τα πιο πάνω πως η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την αγωγή της για αυτό και θα πρέπει να απορριφθεί. Οι Εναγόμενοι αντιθέτως πετυχαίνουν στην υπεράσπιση τους και αποτυγχάνουν στις παραγράφους Α και Β της Ανταπαίτησης τους. Η Εναγόμενη 1 δικαιούται σε απόφαση για την παράγραφο Γ της Ανταπαίτησης. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, συν νόμιμο τόκο και Φ.Π.Α. Εκδίδεται απόφαση στην Ανταπαίτηση υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον της Ενάγουσας για το ποσόν των €244,74 (Λ.Κ.143,24) με νόμιμο τόκο, χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα, δεδομένου ότι αγωγή και ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί. (Υπ.) ........... Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.