Ανδρέα Γερακιώτη ν. POLYWATER LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1223/06, 31.1.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A20 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1223/06 Μεταξύ: Ανδρέα Γερακιώτη Ενάγοντα και
- POLYWATER LTD
- Μαρίας Γρηγορίου
- Πανίκου Νεοφύτου
- Έλενας Νεοφύτου Εναγομένων ----- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.1.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Αγ. Κορέλλης για κ. Ε. Ευσταθίου Για Εναγομένους 3 και 4: κ. Χρ. Χριστοφή (κ. Δ. Συρίμης για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα απόφαση αφορά στους Εναγομένους 3 και 4, αφού η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 έχει αποσυρθεί και απορριφθεί σε προγενέστερο στάδιο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγων μαζί με τους Εναγόμενους 2, 3, 4 ήταν κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, συνεγγυητές της Εναγόμενης 1 (πρωτοφειλέτιδα) δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 8.8.1997 σε σχέση με τραπεζικές διευκολύνσεις που παρασχέθηκαν προς αυτήν από την Ελληνική Τράπεζα Λτδ. Η Εναγόμενη 1 κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων παρέλειψε να καταβάλει το χρέος της προς τη δανείστρια τράπεζα με αποτέλεσμα η τελευταία να καταθέσει την αγωγή με αρ. 2588/05 εναντίον της και εναντίον των εγγυητών. Στις 6.10.2005 ο Ενάγων κατέβαλε στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ ως εγγυητής ολόκληρο το ποσό της οφειλής της Εναγόμενης 1, που ανήρχετο σε £50.
- Είναι η θέση του ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 πρέπει να του καταβάλουν £12.500 έκαστος, ποσό για το οποίο ζητά δικαστικές αποφάσεις εναντίον τους. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 με κοινό τους δικόγραφο αρνούνται την αιτούμενη θεραπεία και ισχυρίζονται ότι από την Έκθεση Απαίτησης δεν προκύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, θέση η οποία δεν με βρίσκει σύμφωνο και δεν θα τη σχολιάσω. Άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης αρνούνται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που περιέχονται στις παραγράφους 1 και 2 της Έκθεσης Απαίτησης. Παραδέχονται ότι σε κάποιο στάδιο ο Ενάγων κατέβαλε κάποιο ποσό προς την Ελληνική Τράπεζα Λτδ για εξόφληση υποχρεώσεων της Εναγόμενης
- Είναι η θέση τους πως και αν ακόμη τα γεγονότα είναι όπως εκτίθενται στις παραγράφους 1 - 4 της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγων δεν νομιμοποιείται να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό εναντίον τους διότι κατά τον χρόνο της πληρωμής υπήρξε συνεννόηση και ή προφορική συμφωνία μεταξύ τους ότι αυτός θα κατέβαλλε τα χρήματα προς την Ελληνική Τράπεζα Λτδ προς εξόφληση υποχρεώσεων και ή οφειλών της Εναγόμενης 1 που ο ίδιος δημιούργησε χωρίς να έχει οποιαδήποτε απαίτηση από τους Εναγομένους 3 και
- Με ανταπαίτηση τους αξιώνουν τις ακόλουθες θεραπείες (παρατίθενται αυτολεξεί τα όσα εκτίθενται στις παραγράφους 23 και 24 του δικογράφου τους): «
- Ως εκ των ανωτέρω οι εναγόμενοι 3 και 4 αξιώνουν ανταπαιτητικώς εναντίον του ενάγοντα:
- Διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι δεν έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση συνεισφοράς οποιασδήποτε μορφής υπέρ του ενάγοντα δυνάμει δανείου ή οφειλής της εναγόμενης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα ως ανωτέρω αναφέρεται.
- Περαιτέρω ο εναγόμενος 3 αξιώνει ανταπαιτητικώς εναντίον του ενάγοντα:
- Διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας προέβει σε δόλιες πράξεις και/ή ενέργειες και/ή παραλείψεις με σκοπό να καταδολιεύσει και/ή να ξεγελάσει τον εναγόμενο
- Γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις εναντίον του ενάγοντα και ΛΚ 100.000 που αντιπροσωπεύει την αξία της απώλειας του εναγόμενου 3 από την οικονομική κατάρρευση της εναγόμενης 1.» Σε μεταγενέστερο στάδιο η αξίωση για αποζημιώσεις ύψους £100.000 αποσύρθηκε. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και στην παρούσα απόφαση θα την παραθέσω σε γενικές γραμμές. Ο Ενάγων καταθέτοντας αναφέρθηκε στις περιστάσεις σύστασης της Εναγόμενης 1 εταιρείας και στον τρόπο λειτουργίας αυτής. Αναφέρθηκε επίσης στο δάνειο και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις που δόθηκαν από την Ελληνική Τράπεζα Λτδ προς την Εναγόμενη
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 τη σχετική συμφωνία βάσει της οποίας δόθηκε το δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 τη συμφωνία εγγύησης η οποία υπογράφεται από τον ίδιο και τους Εναγόμενους 2 , 3, 4 στην παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με την εν λόγω εγγύηση οι εγγυητές ευθύνονται «.δια το τελικόν υπόλοιπον το οποίον δυνατόν να καταστή πληρωτέον προς την Τράπεζαν υπό του πρωτοφειλέτου.». Σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του, η Εναγόμενη 1 εταιρεία όφειλε χρήματα προς την Ελληνική Τράπεζα Λτδ δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, με αποτέλεσμα η τελευταία να καταχωρίσει στις 31.3.2005 εναντίον της εταιρείας και των εγγυητών την αγωγή 2588/05 (Τεκμήριο 3). Στα πλαίσια της πιο αγωγής εκδόθηκε στις 21.6.2005 δικαστική απόφαση (Τεκμήριο 8) εναντίον όλων των Εναγομένων. Προς εξόφληση της εκδοθείσας απόφασης και/ή χρέους ο ίδιος κατέβαλε στις 6.10.2005 το ποσό των £50.
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 σχετική απόδειξη πληρωμής. Αρνήθηκε ότι συνήψε οποιαδήποτε συμφωνία ή υποσχέθηκε στους Εναγομένους ότι δεν θα είχε οποιαδήποτε απαίτηση από αυτούς σε σχέση με την καταβολή των £50.
- Ανέφερε πως οι σχέσεις του με τον μέτοχο και διευθυντή Πανίκο Νεοφύτου, Εναγόμενο 3 στην παρούσα αγωγή, ήταν καλές, μέχρι που ο τελευταίος αποφάσισε το Σεπτέμβρη του 2000 να «φύγει» από την εταιρεία. Μάλιστα τον Αύγουστο του 2000 είχαν μεταβεί μαζί οικογενειακώς στο εξωτερικό για διακοπές και δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα στις σχέσεις στους. Αναφέρθηκε στον τρόπο λειτουργίας της εταιρείας για να προσθέσει πως όλες οι αποφάσεις λαμβάνονταν από κοινού. Ο ίδιος αφιέρωνε περισσότερο χρόνο σε άλλη εταιρεία που είχε με αποτέλεσμα ο Πανίκος Νεοφύτου να είχε τη μεγαλύτερη δραστηριότητα στην εταιρεία Polywater Ltd. Τίποτε δεν γινόταν στην εταιρεία χωρίς να το γνωρίζουν και οι δύο, οι οποίοι, ας σημειωθεί, ήταν οι μέτοχοι και διευθυντές αυτής. Αρνήθηκε τα όσα εκτίθενται στην παράγραφο 17 της Ανταπαίτησης περί ατασθαλιών και κακοδιαχείρισης. Τα λογιστικά έγγραφα της εταιρείας τα υπέγραφαν και οι δύο. Αναφέρθηκε στην οικονομική κατάσταση της εταιρείας για να απορρίψει τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 3 και 4, όπως αυτοί εκτίθενται στο δικόγραφο τους, περί οικονομικής καταστροφής της εταιρείας. Αναφέρθηκε στην κοινή αποθήκη που δημιουργήθηκε μετά το «χωρισμό» και στον τρόπο με τον οποίο έπαιρναν εμπορεύματα από αυτήν. Ανέφερε επίσης ότι μετά τη διάλυση της συνεργασίας τους «χώρισαν» και τους πελάτες της εταιρείας. Τα προβλήματα άρχισαν όταν ο Εναγόμενος 3 προσπάθησε να επηρεάσει δικούς του πελάτες. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως παρέλαβε κλητήριο ένταλμα της αγωγής 2588/05 και για την Polywater Ltd και αντίγραφο αυτής έστειλε στον Πανίκο Νεοφύτου με φαξ. Η θέση του ήταν ότι κατά τον χρόνο καταβολής του ποσού των £50.000 το οφειλόμενο ποσό προς την Ελληνική Τράπεζα Λτδ δυνάμει της εκδοθείσας απόφασης ήταν πάνω από £50.000 αλλά έγινε έκπτωση από την Τράπεζα, και συνεπώς με την καταβολή του ποσού των £50.000 το χρέος θεωρήθηκε εξοφληθέν. Ήταν η θέση του ότι οι υπεύθυνοι της Ελληνικής Τράπεζας ενημέρωναν συνεχώς τον Πανίκο Νεοφύτου, ο οποίος είχε λογαριασμούς στην Τράπεζα αυτή, για όλες τις εξελίξεις και ότι ο τελευταίος γνώριζε ότι το τελικό οφειλόμενο ποσό ήταν £50.000 και ότι αυτό έπρεπε να πληρωθεί. Η Ελληνική Τράπεζα Λτδ του απέστειλε επιστολή για εκποίηση της ενυπόθηκης οικίας του με αποτέλεσμα να αποταθεί σε συνήγορο ο οποίος τον συμβούλευσε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό για να αποφευχθεί η εκποίηση αυτής και ακολούθως να κινηθεί δικαστικώς για να διεκδικήσει τα δικαιώματα του. Ανέφερε ότι πριν καταβάλει το ποσό των £50.000 στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 3 και του ζήτησε να πληρώσει το ποσό που του αντιστοιχεί για να εξοφληθεί το χρέος αλλά ο Εναγόμενος 3 του ανέφερε ότι δεν πληρώνει. Σε καμιά περίπτωση ο Εναγόμενος 3 δεν του ανέφερε ότι η Εναγόμενη 1 δεν οφείλει το ποσό των £50.000 στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ. Η αντεξέταση του μάρτυρα θα έλεγα επικεντρώθηκε κυρίως στις σχέσεις των μετόχων της Εναγόμενης 1 εταιρείας, στον τρόπο λειτουργίας της, στο στοκ της αποθήκης που δημιουργήθηκε μετά το «χωρισμό» και στις δοσοληψίες που είχε η Εναγόμενη 1 με άλλη εταιρεία του Ενάγοντα, την Edem Gardens. Καμιά ερώτηση και καμιά υποβολή δεν έγινε στη βάση των όσων οι Εναγόμενοι 3 και 4 αναφέρουν στην παράγραφο 6 του δικογράφου τους και συγκεκριμένα ότι ο Ενάγων «.δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε συνεισφορά διότι κατά το χρόνο της υποτιθέμενης πληρωμής υπήρχε η συνεννόηση και/ή προφορική συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων ότι θα κατέβαλλε τα χρήματα προς την Ελληνική Τράπεζα προς εξόφληση υποχρεώσεων και/ή οφειλών της εναγομένης 1 που ο ίδιος δημιούργησε και χωρίς να έχει οποιαδήποτε απαίτηση από τους εναγόμενους.» Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε ο Βάσος Βασιλείου, υπάλληλος στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ τα τελευταία 11 χρόνια. Αναφέρθηκε στο λογαριασμό που διατηρούσε η Εναγόμενη 1 κοντά τους και στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός τερματίστηκε. Κατέθεσε ως τεκμήριο 6 επιστολές ημερ. 22.12.04 που είχαν αποσταλεί στην πρωτοφειλέτιδα και τους εγγυητές. Είχε προηγηθεί η αποστολή άλλων επιστολών ημερ. 9.10.03 (Τεκμήριο 7). Το Μάρτιο του 2005 καταχωρίστηκε εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ η αγωγή 2588/05 (Τεκμήριο 3) εναντίον της πρωτοφειλέτιδας Polywater Ltd και των εγγυητών. Στις 21.6.2005 εκδόθηκε εναντίον όλων των Εναγομένων απόφαση η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση ως Τεκμήριο
- Αφού έγινε κάποια έκπτωση στο οφειλόμενο ποσό της Polywater Ltd, ο Ενάγων εξόφλησε το χρέος και την εκδοθείσα απόφαση, καταβάλλοντας το ποσό των £50.000 στις 6.10.
- Παρέπεμψε στο τεκμήριο 4 λέγοντας ότι αυτό συνιστά απόδειξη πληρωμής χρημάτων που έγινε από τον Ενάγοντα. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 9 σχετική κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με την εταιρεία Polywater Ltd όπου από αυτή προκύπτει ότι το χρεωστικό υπόλοιπο αυτής μετά την κατάθεση των £50.000 είναι μηδέν. Αναφέρθηκε στις υποθήκες που υπήρχαν προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ προς εξασφάλιση του χρέους της Polywater Ltd. Αντεξεταζόμενος, ήταν η θέση του πως οι αποσταλείσες επιστολές έχουν παραληφθεί αφού δεν έχουν επιστραφεί ως μη παραληφθείσες, οπότε σε τέτοια περίπτωση θα κατέληγαν κοντά του. Ρωτήθηκε γιατί καθυστέρησε έξι μήνες να αποστείλει τις επιστολές (τεκμήριο 6). Η απάντηση του ήταν ότι ήθελαν να δώσουν περισσότερο χρόνο λόγω της φερεγγυότητας, των εξασφαλίσεων της εταιρείας και του φόρτου εργασίας. Στις 29.8.05 καταχωρίστηκε writ κινητών εναντίον των Εναγομένων 1, 4 και 5 στην αγωγή 2588/
- Ο Ενάγων στην παρούσα αγωγή δεν του ανέφερε ότι υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία με το συνέταιρο του Πανίκο Νεοφύτου για να εξοφλήσει (ο Ενάγων) το χρέος της Polywater Ltd. Ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε για διαφορές των μετόχων ή διευθυντών της εταιρείας Polywater Ltd. Ο Εναγόμενος 3 με γραπτή δήλωση του δυνάμει του περί Αποδείξεως Νόμου, ανέφερε ότι οι σχέσεις του με τον Ενάγοντα χρονολογούνται από τις αρχές του 1990 και ότι αποκορύφωμα των στενών φιλικών τους σχέσεων ήταν η βάφτιση της θυγατέρας του Κατερίνας από τον Ενάγοντα. Τον Αύγουστο του 1996 αποφάσισε μαζί με τον Ενάγοντα να ιδρύσουν την Εναγόμενη 1 εταιρεία, η οποία θα ασχολείτο με την εμπορία και πώληση αρδευτικών και υδρευτικών ειδών. Για χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της εταιρείας συνάφθηκαν διάφορες συμφωνίες χρηματοδότησης κυρίως με την Ελληνική Τράπεζα Λτδ. Τα καθήκοντα τους στην εταιρεία ήταν διαφορετικά. Συγκεκριμένα ο ίδιος απασχολείτο με τις πωλήσεις και την εξυπηρέτηση των πελατών της Εναγόμενης 1 και συνεχώς βρισκόταν εκτός γραφείου, ενώ ο Ενάγων παρέμενε στα γραφεία της εταιρείας και απασχολείτο με τη διαχείριση αυτής και άλλης εταιρείας που συνέστησε, της Edem (Gardens) Ltd. Η τελευταία ασχολείτο με συναφείς με την Εναγόμενη 1 εργασίες και στεγαζόταν στα γραφεία της Εναγόμενης
- Αναφέρθηκε στην εμπιστοσύνη που είχε ο ίδιος προς το πρόσωπο του Ενάγοντα. Σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του, από τις αρχές του 2000 διαπίστωσε κενά στον τρόπο που ο Ενάγων διηύθυνε την Εναγόμενη 1, τα οποία αφορούσαν σε αποξένωση στοκ της Εναγόμενης 1 χωρίς καταβολή οποιουδήποτε αντιτίμου και σε συναλλαγές με την Edem (Gardens) Ltd. Την ίδια περίοδο ο πατέρας του, ο οποίος ήταν υπάλληλος της Εναγόμενης 1, έφερε σε γνώση του ότι ο Ενάγων χρησιμοποιούσε στοκ της Εναγόμενης 1 για δουλειές της Edem (Gardens) Ltd χωρίς να εκδίδει τιμολόγια και χωρίς να καταβάλλει το αντίτιμο προς την Εναγόμενη
- Όταν περιήλθαν στην αντίληψη του οι πρώτες ενδείξεις περί ατασθαλιών, δεν προέβη σε οποιαδήποτε άμεση ενέργεια διότι δεν ήθελε να διαταράξει το αρμονικό κλίμα που υπήρχε στη σχέση του με τον Ενάγοντα. Διαπίστωσε και ο ίδιος ότι υπήρχε αποξένωση προϊόντων της Εναγόμενης 1 από την αποθήκη χωρίς να εκδίδονται τιμολόγια ή αποδείξεις. Τέλος Αυγούστου του 2000 αποφάσισε ότι δεν μπορούσε πλέον να λειτουργήσει η εταιρεία υπό αυτές τις συνθήκες. Κορυφή του παγόβουνου ήταν απαίτηση του Ενάγοντα να διοριστεί η γυναίκα του υπεύθυνη σε νέο κατάστημα που θα μίσθωνε η Εναγόμενη 1 στην οδό Σταδίου στον Στρόβολο. Ανέφερε στον Ενάγοντα ότι δεν επιθυμούσε πλέον συνεργασία μαζί του και ότι οι εργασίες της Εναγόμενης 1 έπρεπε να διακοπούν. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2000 συμφώνησαν ότι ο τρόπος «διαχωρισμού» θα ήταν ως εξής (παρατίθενται αυτολεξεί τα όσα ανέφερε): « · θα αναλάμβανε ο κάθε ένας συγκεκριμένες ευθύνες και θα αποπλήρωνε από δικά του χρήματα χρέη της εταιρείας είτε σε Τράπεζες είτε σε πιστωτές ή οπουδήποτε αλλού. · το υφιστάμενο στοκ της Polywater Ltd θα διαμοιράζετο μεταξύ των δύο σε ίσα μερίδια. · Αναφορικά με τα χρέη της Edem (Gardens) Ltd προς την Polywater Ltd δεν καταβάλλονταν χρήματα προς την Polywater Ltd αλλά ο ενάγοντας θα αναλάμβανε τη διευθέτηση τους πληρώνοντας όλες τις οφειλές της Polywater Ltd προς την Ελληνική Τράπεζα και Τράπεζα Κύπρου. Εγώ θα αναλάμβανα τους πιστωτές της εταιρείας, την Ελληνική Τράπεζα Φάκτορς Λτδ και τη ΣΠΕ Στροβόλου.» Ήταν η θέση του ότι μέσα στα πιο πάνω πλαίσια ο ίδιος εξόφλησε από δικά του χρήματα χρέη της εταιρείας καταβάλλοντας ποσό £20.109,61σ. Επίσης κατέβαλε το ποσό των £11.480 για εξόφληση της ΣΠΕ Στροβόλου. Πλήρωσε επίσης τα χρέη της Εναγόμενης 1 στην Ελληνική Τράπεζα Φάκτορς Λτδ. Κατά τον χρόνο της απόφασης για διαχωρισμό, δηλαδή το Σεπτέμβριο του 2000 το χρέος της Edem (Gardens) Ltd προς την Εναγόμενη 1 ήταν £25.264,29σ και αυτό το ποσό λήφθηκε υπόψη στο διακανονισμό. Ισχυρίστηκε ότι η ενέργεια του Ενάγοντα να πληρώσει τις οφειλές της Εναγόμενης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα έγινε μέσα στα πλαίσια του πιο πάνω διακανονισμού. Ήταν η θέση του ότι η αγωγή 2588/05 καταχωρίστηκε από την Ελληνική Τράπεζα Λτδ με μοναδικό σκοπό να πιεστεί ο Ενάγων να τηρήσει τα όσα υποσχέθηκε και προς την Τράπεζα. Ουδέποτε του επεδόθηκε η εν λόγω αγωγή και ούτε γνώριζε περί της ύπαρξης της. Το ίδιο ισχύει και για τη σύζυγο του, Εναγόμενη
- Ουδέποτε πληροφορήθηκε περί της ύπαρξης απόφασης ή εντάλματος κινητών εναντίον του ή εναντίον της συζύγου του. Αυτά τα πληροφορήθηκε όταν ο μάρτυρας Βάσος Βασιλείου κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση του πως η πληρωμή του ποσού προς την Ελληνική Τράπεζα Λτδ από τον Ενάγοντα, έγινε γιατί αυτός είχε αναλάβει την εν λόγω υποχρέωση. Θεωρεί ότι η κατάθεση της εν λόγω αγωγής από τον Ενάγοντα σκοπό έχει να τον εκβιάσει. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι υπέγραψε ως εγγυητής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας προς την Ελληνική Τράπεζα Λτδ. Δεν αμφισβήτησε ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία όφειλε χρήματα προς την Ελληνική Τράπεζα δυνάμει της συμφωνίας (Τεκμήριο 2). Ουσιαστικά δεν αμφισβήτησε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το χρέος της Εναγόμενης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα Λτδ, στο οποίο ο ίδιος ήταν εγγυητής, ξεπερνούσε τις £50.
- Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, το ποσό που όφειλε η Εναγόμενη 1 προς την Ελληνική Τράπεζα Λτδ έφθασε να είναι μέχρι £56.000 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του θα αναφερθώ όταν θα αξιολογώ την προσαχθείσα μαρτυρία. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέφεραν με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 3 και 4 εισηγήθηκε ότι πρέπει να αγνοηθούν έγγραφα «που είναι αντίγραφα για τα οποία δεν δόθηκε καμιά δικαιολογία ή μαρτυρία ή εξήγηση για το που είναι τα πρωτότυπα». Η πιο πάνω εισήγηση, η οποία ας σημειωθεί δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα έγγραφα, δεν έχει έρεισμα και δεν με βρίσκει σύμφωνο. Δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε ο χρόνος κατά τον οποίο αυτή προβάλλεται. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 3 και 4 σε καμιά περίπτωση δεν έφερε ένσταση στην κατάθεση εγγράφων ισχυριζόμενος ότι αυτά είναι φωτοαντίγραφα. Μάλιστα σε μια περίπτωση όταν ο Ενάγων επεδίωξε να καταθέσει ως τεκμήριο φωτοαντίγραφο, έφερε ένσταση την οποία αργότερα απέσυρε όταν ο Ενάγων έδωσε μαρτυρία για το πού βρισκόταν το πρωτότυπο έγγραφο. Δεν είναι ορθό και δίκαιο να πάρει τώρα το Δικαστήριο τα κατατεθέντα χωρίς ένσταση έγγραφα, και να κάνει τον πραγματογνώμονα για να αποφασίσει κατά πόσο αυτά είναι φωτοαντίγραφα ή όχι, όταν μάλιστα σε καμιά περίπτωση δεν έχει αμφισβητηθεί η αυθεντικότητα του περιεχομένου τους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, διαβάζουμε τα ακόλουθα από τις σελίδες 1280 - 1281: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και την γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.» ΄Εχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους. Ο Ενάγων και ο μάρτυρας που κάλεσε μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους χωρίς ενδοιασμό. Παρακολουθώντας τους, διαπίστωσα ότι αυτοί έδιδαν αυθόρμητες, πειστικές και καθαρές απαντήσεις. Θα τολμούσα να πω πως στα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή θέματα, η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε. Ο Εναγόμενος 3 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτω τη μαρτυρία του χωρίς ενδοιασμό. Σε καίριες ερωτήσεις απέφευγε να απαντήσει με σαφήνεια. Συγκεκριμένα όταν του ζητήθηκε να αναφέρει κατά πόσο ο ίδιος υπέγραψε ως διευθυντής τον ισολογισμό της Εναγόμενης 1 εταιρείας για το 1999 (Τεκμήριο 14) έδωσε τις ακόλουθες απαντήσεις: «Α. Απ΄ ότι ξέρω, δεν θυμάμαι ακριβώς αν υπέγραψα αυτό, υπάρχει υπογραφή. Πρέπει να το ελέγξουμε, δεν είμαι βέβαιος. Α. Δεν θυμάμαι να υπέγραψα το 99 έγγραφο. Δικαστήριο: Δεν μπορείτε να μας πείτε αν η μια από τις δύο υπογραφές που υπάρχουν στο σχετικό έγγραφο είναι δική σας; Α. Φαίνεται παρόμοια με τη δική μου. Νομίζω ότι δεν είμαι εγώ που υπέγραψα.» Το Δικαστήριο βρίσκει πως οι πιο πάνω ασαφείς απαντήσεις δόθηκαν εσκεμμένα σε μια προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14 το οποίο βεβαίως καταρρίπτει τη μαρτυρία του ότι δεν ενημερωνόταν γύρω από την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγων έκλεβε την Εναγόμενη 1 εταιρεία και προέβαινε σε διάφορες ατασθαλίες, και ότι είναι γι΄ αυτό το λόγο που αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία που είχε μαζί του. Ποτέ όμως δεν διαμαρτυρήθηκε και ποτέ δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε καταγγελία γι΄ αυτές τις κλοπές και ατασθαλίες που ισχυρίστηκε ότι διαπίστωσε. Μάλιστα, αντεξεταζόμενος, του υποβλήθηκε ότι ενημερωνόταν για την οικονομική κατάσταση και για τα αποθέματα της εταιρείας αφού υπέγραφε κάθε τι το λογιστικό. Δεν μπορούσε βεβαίως να αμφισβητήσει αυτή την υποβολή, όμως προσπάθησε και πάλι να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά: «Ε. Συμφωνάτε μαζί μου ότι τους σχετικούς ελέγχους αναφορικά με συναλλαγές, καταστάσεις λογαριασμών των τραπεζών, οφειλές πελατών, τιμολόγια της εταιρείας κλπ εξουσιοδοτείτο λογιστής προκειμένου να προβαίνει σε αυτούς τους ελέγχους; Α. Φυσικά όπως σας είχα πει ήταν λογιστής της εταιρείας που μπορούσε. Ε. Και υπογράφετε κάθε τι το λογιστικό; Α. Γι΄ αυτό ήθελα να πω κάτι. Όπως είχα προαναφέρει και χθες, ο λογιστής της εταιρείας ήταν στενός φίλος του κ. Ανδρέα Γερακιώτη. Συνεχώς είχα την πίεση του και δεν μπορούσα να πάρω και πολλές αποφάσεις γιατί δεν είχα υποθήκη στις εγγυήσεις της συγκεκριμένης εταιρείας. Συνεχώς πίστευαν σχεδόν όλοι ότι ήμουν υπάλληλος και δεν μπορούσα να πάρω πλείστες αποφάσεις για έλεγχο που έκαμε κυρίως για το θέμα που μας αφορά, για την Edem Gardens. Όπως σας είπα και χθες δεν έκαμα τίποτε. Δεν είχα τη δύναμη στην εταιρεία και γιατί ήταν όλη η οικογένεια του Ανδρέα Γερακιώτη εκεί και είχα πίεση από το λογιστή. Υπέγραφα γιατί όπως σας είπα και στη μαρτυρία μου τα έβαλα λίγο στο πλάι. Έλεγα άστα, άστα για να μην διαταράξω τις σχέσεις που είχα μαζί του. Ε. Σας υποβάλλω ότι ο λογιστής δεν ήταν φίλος του κ. Γερακιώτη. Ότι σχέση είχε με τον κ. Ανδρέα είχε και μαζί σας. Α. Διαφωνώ.» Από τα πιο πάνω φαίνεται πως έφθασε στο σημείο να αμφισβητήσει ακόμη και το λογιστή της εταιρείας, για τον οποίο ποτέ προηγουμένως δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο, αφήνοντας να νοηθεί ότι αυτός δεν ήταν αντικειμενικός επειδή ήταν φίλος του Ενάγοντα. Η μαρτυρία του ότι δεν είχε τη δύναμη στην εταιρεία να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, στερείται πειστικότητας αφού σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ήταν μέτοχος κατά 50% στην εταιρεία και διευθυντής αυτής. Με άλλα λόγια είχε την ίδια δύναμη στην εταιρεία με αυτή του Ενάγοντα. Θεωρώ πως αν διαπίστωνε τις ατασθαλίες για τις οποίες έκανε αναφορά δεν θα τα έβαζε στο πλάι ως ισχυρίστηκε. Τέλος η μαρτυρία του ότι σε συνάντηση που είχε μετά το «διαχωρισμό» με τον Ενάγοντα και τους λογιστές του ασκήθηκε στο πρόσωπο του ψυχολογική πίεση και γι΄ αυτό δεν «άντεχε» να παραστεί σε άλλη συνάντηση, στερείται πειστικότητας και δείχνει για άλλη μια φορά την ευκολία με την οποία καταφεύγει σε υπερβολές για να γίνει πιστευτός. Σε συμφωνία με τα όσα ανέφερε ο κ. Κορέλλης βρίσκω ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου 3 ενώπιον του Δικαστηρίου συνιστά σκέψεις εκ των υστέρων σε μια προσπάθεια του να αποφύγει τις υποχρεώσεις του απέναντι στον Ενάγοντα. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 με το δικόγραφο τους αρνούνται ότι ο Ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. Στην παράγρ. 6 της Υπεράσπισης τους ισχυρίζονται ότι ο Ενάγων (παρατίθενται αυτολεξεί τα όσα αναφέρουν), «.δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε συνεισφορά διότι κατά το χρόνο της υποτιθέμενης πληρωμής υπήρχε η συνεννόηση και/ή προφορική συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων ότι θα κατέβαλλε τα χρήματα προς την Ελληνική Τράπεζα προς εξόφληση υποχρεώσεων και/ή οφειλών της εναγομένης 1 που ο ίδιος δημιούργησε και χωρίς να έχει οποιαδήποτε απαίτηση από τους εναγόμενους.» Στην παράγρ. 19 της Ανταπαίτησης τους αναφέρουν τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτολεξεί): « .Εν πάση περιπτώσει αποτελούσε προφορική συμφωνία και/ή συνεννόηση των μερών ότι ο ενάγοντας θα εξοφλούσε το δάνειο προς την Ελληνική Τράπεζα χωρίς να έχει οποιαδήποτε απαίτηση από τους εναγόμενους 3 και 4 αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ότι η εναγόμενη 1 οδηγήθηκε σε οικονομική καταστροφή λόγω των δικών του παράνομων και/ή δόλιων ενεργειών και/ή πράξεων και/ή παραλείψεων και/ή αμέλειας, λεπτομέρειες για τις οποίες δίδονται στην παράγραφο 17 ανωτέρω.» Δεν χρειάζεται να εξετάσω κατά πόσο οι πιο πάνω δικογραφημένοι ισχυρισμοί ενδεχομένως να συγκρούονται μεταξύ τους. Το σίγουρο είναι ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου 3 ενώπιον του Δικαστηρίου έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τα όσα εκτίθενται στο δικόγραφο των Εναγομένων 3 και 4. Συγκεκριμένα, ως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ανέφερε τα ακόλουθα: «Μετά από συζητήσεις που κάναμε το Σεπτέμβριο του 2000 καταλήξαμε περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2000 και συμφωνήσαμε ότι ο τρόπος διαχωρισμού θα ήταν ως εξής: · θα αναλάμβανε ο κάθε ένας συγκεκριμένες ευθύνες και θα αποπλήρωνε από δικά του χρήματα χρέη της εταιρείας είτε σε Τράπεζες είτε σε πιστωτές ή οπουδήποτε αλλού. · το υφιστάμενο στοκ της Polywater Ltd θα διαμοιράζετο μεταξύ των δύο σε ίσα μερίδια. · Αναφορικά με τα χρέη της Edem (Gardens) Ltd προς την Polywater Ltd δεν καταβάλλονταν χρήματα προς την Polywater Ltd αλλά ο ενάγοντας θα αναλάμβανε τη διευθέτηση τους πληρώνοντας όλες τις οφειλές της Polywater Ltd προς την Ελληνική Τράπεζα και Τράπεζα Κύπρου. Εγώ θα αναλάμβανα τους πιστωτές της εταιρείας, την Ελληνική Τράπεζα Φάκτορς Λτδ και τη ΣΠΕ Στροβόλου.» Με άλλα λόγια, στο δικόγραφο τους οι Εναγόμενοι 3 και 4 ισχυρίζονται ότι συμφωνήθηκε όπως ο Ενάγων εξοφλήσει το χρέος της Εναγόμενης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα Λτδ χωρίς να έχει οποιαδήποτε απαίτηση επειδή αυτό το χρέος το δημιούργησε ο ίδιος ή επειδή αναγνώριζε ότι η Εναγόμενη 1 οδηγήθηκε σε οικονομική καταστροφή λόγω δικών του παράνομων και ή άλλως πως ενεργειών. Στη μαρτυρία του όμως δεν ομιλεί για ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας αλλά για μια άλλη συμφωνία βάσει της οποίας ο Ενάγων και ο Εναγόμενος 3, στα πλαίσια «διαχωρισμού» και στα πλαίσια διακοπής της λειτουργίας της Εναγόμενης 1 εταιρείας, ανέλαβαν να εξοφλήσουν συγκεκριμένα χρέη αυτής, όπως αυτά περιγράφονται πιο πάνω. Όπως έχει επανειλημμένα αναφερθεί, η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων (Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836). Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο σχολιάζοντας το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και άλλα θέματα που δεν ήταν επίδικα, αναφέρει τα ακόλουθα στη σελ. 840: «Έχουμε διαπιστώσει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν περιορίστηκε στην επίλυση των επίδικων θεμάτων αλλά επεκτάθηκε στην εξέταση και άλλων θεμάτων κατ΄ αντίθεση προς τους δικονομικούς κανόνες που αναφέραμε. Η έφεση δεν στρέφεται εναντίον των ευρημάτων που κατέστησαν την αγωγή ανεδαφική αλλά εκείνων που εξετάστηκαν έξω από το πλαίσιο της δίκης. Όπως και η δίκη έτσι και η έφεση δεν μπορεί να προεκταθεί πέραν και έξω από τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίζονται από τη δικογραφία. Αναπόφευκτα η έφεση πρέπει να απορριφθεί.» Εδώ δεν έχει δοθεί καμιά μαρτυρία για την απόδειξη των πιο πάνω δικογραφημένων ισχυρισμών των Εναγομένων 3 και
- Συνεπώς η υπεράσπιση αυτή αποτυγχάνει. Σε περίπτωση όμως που η πιο πάνω προσέγγιση μου κριθεί εσφαλμένη η εν λόγω υπεράσπιση είναι έτσι και αλλιώς καταδικασμένη σε αποτυχία αφού η μαρτυρία του Εναγόμενου 3 έχει απορριφθεί στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Με βάση την πιο πάνω αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία το Δικαστήριο βρίσκει πως κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ο Ενάγων και ο Εναγόμενος 3 ήταν μέτοχοι κατά 50% στην Εναγόμενη 1 εταιρεία Polywater Ltd. Ήταν επίσης και οι δύο διευθυντές της εν λόγω εταιρείας, η οποία στις 8.8.97 συνήψε γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 1) με την Ελληνική Τράπεζα Λτδ για παραχώρηση δανείων και ή πιστώσεων οποιασδήποτε μορφής και ή πιστωτικών διευκολύνσεων. Την ίδια ημέρα, ο Ενάγων και οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν εγγύηση (Τεκμήριο 2) με την οποία εγγυήθηκαν την πληρωμή του όποιου τελικού χρεωστικού υπολοίπου της εταιρείας Polywater Ltd προς την Ελληνική Τράπεζα Λτδ. Το Δικαστήριο βρίσκει ότι στις 6.10.2005 το οφειλόμενο ποσό της Polywater Ltd προς την Ελληνική Τράπεζα Λτδ δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας υπερέβαινε τις £50.000 και ότι η εταιρεία Polywater Ltd δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους της. Ο Ενάγων κατέβαλε το ποσό των £50.000 ως εγγυητής προς πλήρη εξόφληση του χρέους της Polywater Ltd. Βρίσκει επίσης ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγόμενων 3 και 4 περί καταβολής του ποσού αυτού από τον Ενάγοντα, χωρίς ο τελευταίος να έχει οποιαδήποτε απαίτηση από τους Εναγόμενους 3 και
- Τέλος, βρίσκει ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 κανένα ποσό δεν έχουν καταβάλει στον Ενάγοντα σε σχέση με το χρέος της Εναγόμενης 1 που αυτός εξόφλησε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ. Όπως ορθά ανέφερε και ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 3 και 4 η αγωγή βασίζεται στο άρθρο 104 του περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149, το οποίο ενσωματώνει την αρχή της συνεισφοράς μεταξύ των συνεγγυητών, η οποία πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας. [Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Μ. Πολυδωρίδη και άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ. 68, 78] Το άρθρο 104 προβλέπει τα ακόλουθα: «Όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα είναι συνεγγυητές για το ίδιο χρέος ή υποχρέωση, είτε από κοινού είτε χωριστά, και είτε δυνάμει ίδιας είτε δυνάμει διαφόρων συμβάσεων, και είτε εν γνώσει των υπολοίπων είτε όχι, οι συνεγγυητές, αν δεν υπάρχει συμβατικός όρος για το αντίθετο, ευθύνονται μεταξύ τους, εξίσου για την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου χρέους ή του μέρους αυτού που δεν καταβλήθηκε ακόμη από τον πρωτοφειλέτη.» [Παραπέμπω επίσης στα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Dutt on Contract, 4η έκδοση, σελ. 791-794.] Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, το Δικαστήριο βρίσκει πως ο Ενάγων έχει αποδείξει την υπόθεση του εναντίον των Εναγομένων 3 και
- Εφόσον το εξοφληθέν χρέος ήταν £50.000 και οι εγγυητές αυτού τέσσερεις, ο Ενάγων δικαιούται σε απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 3 για £12.500 και σε απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 4 επίσης για £12.
- Ως εκ τούτου εκδίδεται, (α) απόφαση υπέρ Ενάγοντα και εναντίον Εναγόμενου 3 για €21.357,52σ (που είναι το αντίστοιχο ποσό των £12.500) με νόμιμο τόκο, (β) απόφαση υπέρ Ενάγοντα και εναντίον Εναγόμενης 4 για €21.357,52σ (που είναι το αντίστοιχο ποσό των £12.500) με νόμιμο τόκο. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 καταδικάζονται στα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα τα οποία προέκυψαν μέχρι 31.12.2007 να υπολογιστούν στην κλίμακα £5.000-£25.000 ενώ τα έξοδα που προέκυψαν μετά την πιο πάνω ημερομηνία να υπολογιστούν στην κλίμακα €10.000-€50.000 [δες τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Αρ.1 (Μετατροπή των δικηγορικών δικαιωμάτων από Κυπριακές λίρες σε ευρώ) Διαδικαστικό Κανονισμό, που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 5.12.2007, και ιδιαίτερα την παράγραφο 4 αυτού]. Νοείται ότι η ευθύνη των Εναγόμενων 3 και 4 σε σχέση με τα έξοδα είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) Ι. Ιωαννίδης Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ Ε. Συμφωνάτε μαζί μου ότι τους σχετικούς ελέγχους αναφορικά με συναλλαγές, καταστάσεις λογαριασμού των τραπεζών, οφειλές πελατών, τιμολόγια της εταιρείας κλπ εξουσιοδοτείτο λογιστής προκειμένου να προβαίνει σε αυτούς τους ελέγχους; Α. Φυσικά όπως σας είχα πει ήταν λογιστής της εταιρείας που μπορούσε. Ε. Και υπογράφετε κάθε τι το λογιστικό; Α. Γι΄ αυτό ήθελα να πω κάτι. Όπως είχα προαναφέρει και χθες ο λογιστής της εταιρείας ήταν στενός φίλος του κ. Ανδρέα Γερακιώτη. Συνεχώς είχα την πίεση του ότι δεν μπορούσα να πάρω και πολλές αποφάσεις γιατί δεν είχα υποθήκη στις εγγυήσεις της συγκεκριμένης εταιρείας. Συνεχώς πίστευαν σχεδόν όλοι ότι ήμουν υπάλληλος και δεν μπορούσα να πάρω πλείστες αποφάσεις για έλεγχο που έκαμε κυρίως για το θέμα που μας αφορά, για την Edem Gardens. Όπως σας είπα και χθες δεν έκαμα τίποτε. Δεν είχα τη δύναμη στην εταιρεία και γιατί ήταν όλη η οικογένεια του Ανδρέα Γερακιώτη εκεί και είχα πίεση για το λογιστή υπέγραφα γιατί όπως σας είπα και στη μαρτυρία μου τα έβαλα λίγο στο πλάι. Έλεγα άστα, άστα για να μην διαταράξω τις σχέσεις που είχα μαζί του. Ε. Σας υποβάλλω ότι ο λογιστής δεν ήταν φίλος του κ. Γερακιώτη. Ότι σχέση είχε με τον κ. Ανδρέα είχε και μαζί σας. Α. Διαφωνώ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο