Cyprus Investment Securities Corporation Ltd ν. Πάμπος Λευκάτης κ.α., Αρ. Αγωγής:6952/03., 31 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:6952/
- Μεταξύ: Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd Ενάγοντες. και
- Πάμπος Λευκάτης
- A. A. Kyprianou Investments Ltd Εναγόμενοι. --------------------- Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Η κ. Λ. Μαλέκου. Για τον Εναγόμενο 1: Η κ. Β. Χριστοδουλίδου. Για τους Εναγόμενους 2: Ο κ. Α. Αργυρού. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες απαιτούν από τους εναγόμενους, προσωπικώς και/ή αλληλεγγύως, ποσόν €125.609,18 (Λ.Κ.73.515,79), δυνάμει υπολοίπου λογαριασμού που προέκυψε από αγορά μετοχών. Είναι εκδοχή των εναγόντων ότι το 2000, οι εναγόμενοι 2 άρχισαν να συνεργάζονται μαζί τους ως αντιπρόσωποι για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Είχε αμοιβαίως συμφωνηθεί μεταξύ τους ότι για όλα τα οφειλόμενα ποσά που θα προέκυπταν από χρηματιστηριακές πράξεις πελατών τους (οι οποίες θα διεκπεραιώνονταν μετά από εντολές των εναγόμενων 2 προς τους ενάγοντες), ευθύνη για αποπληρωμή τους θα έφεραν (πέραν των πελατών - επενδυτών) και οι εναγόμενοι
- Μεταξύ 7 Ιουνίου 2000 και 23 Ιουνίου 2000, κατόπιν εντολών των εναγομένων 2, ενεργούντων για τον εναγόμενο 1, οι ενάγοντες πραγματοποίησαν για λογαριασμό του εναγόμενου 1 αγορές μετοχών, χρεώνοντας ταυτοχρόνως το λογαριασμό που διατηρούσε μαζί τους στα πλαίσια της συμφωνίας («ο λογαριασμός»). Ο εναγόμενος 1 ουδέποτε αμφισβήτησε τις αγορές αυτές. Στις 31.12.02, ο λογαριασμός έδειχνε ως οφειλόμενο υπόλοιπο προς τους ενάγοντες, το ποσό των Λ.Κ. 73.515,79, το οποίο, παρά τις επανειλημμένες προτροπές τους, οι εναγόμενοι εξακολουθούν να μην το πληρώνουν. Στην Υπεράσπιση του, ο εναγόμενος 1 απορρίπτει την εκδοχή των εναγόντων και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έδωσε εντολές στους ενάγοντες για αγορά μετοχών κατά την επίδικη περίοδο αλλά και ότι ποτέ δεν έλαβε γνώση για αυτές τις συναλλαγές τις οποίες σε καμιά περίπτωση δεν αποδέχθηκε. Στη δική τους ξεχωριστή Υπεράσπιση, οι εναγόμενοι 2 απορρίπτουν την αξίωση και ισχυρίζονται ότι η συνεργασία αντιπροσωπείας με τους ενάγοντες άρχισε με πρωτοβουλία των τελευταίων το 2000 και ότι ουδέποτε ήσαν αντιπρόσωποι του εναγόμενου
- Αυτό που είχε προφορικώς συμφωνηθεί με τους ενάγοντες ήταν, μεταξύ άλλων, οι τελευταίοι να αποδέχονταν εντολές για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων από υφιστάμενους πελάτες των εναγόντων. Δεν επιτρεπόταν στους εναγόμενους 2 να δίνουν εντολές στους ενάγοντες για χρηματιστηριακές πράξεις επενδυτών που δεν είχαν εκ των προτέρων ανοίξει λογαριασμό μαζί τους και υπογράψει προς τούτο ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο που να τους εξουσιοδοτεί να προβαίνουν στις πράξεις αυτές. Στην ουσία, οι εναγόμενοι 2 ενεργούσαν ως κράχτες των εναγόντων, υπό την έννοια ότι εξεύρισκαν πελάτες τούς οποίους προωθούσαν στους ενάγοντες οι οποίοι, με τη σειρά τους, προσέφεραν σε αυτούς τις υπηρεσίες τους. Οι πελάτες επικοινωνούσαν με τους εναγόμενους 2, ως αντιπρόσωπους των εναγόντων και τους έδιναν εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών τις οποίες οι εναγόμενοι 2 προωθούσαν στους ενάγοντες. Για τις υπηρεσίες τους οι εναγόμενοι 2 έπαιρναν προμήθεια από τους ενάγοντες, ουδέποτε όμως συμφώνησαν ότι θα έφεραν οποιασδήποτε μορφής ευθύνη για τυχόν οφειλές των πελατών προς τους ενάγοντες. Για υποστήριξη της εκδοχής τους, οι ενάγοντες προσέφεραν την προφορική μαρτυρία των Σταύρου Αγρότη (ΜΕ1), Ανδρέα Γρηγορίου (ΜΕ2), Μάριου Σούπασιη (ΜΕ3) και Στέλιου Χριστοδούλου (ΜΕ4). Για υποστήριξη της εκδοχής του, ο εναγόμενος 1 έδωσε τη δική του προφορική μαρτυρία, προσφέροντας και αυτήν του Παναγιώτη Χριστοφόρου (ΜΥ2). Οι εναγόμενοι 2, δεν προσέφεραν προφορική μαρτυρία, όπως ασφαλώς είχαν κάθε δικαίωμα να πράξουν. Ο Σταύρος Αγρότης (ΜΕ1), κατάθεσε ως πρώην Διευθυντής τού Χρηματιστηριακού Τμήματος των εναγόντων. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στη διαδικασία λήψης εντολών για εκτέλεση χρηματιστηριακών πράξεων. Εξήγησε τον τρόπο συνεργασίας των εναγομένων με τους ενάγοντες, αναφερόμενος ταυτοχρόνως στα Τεκμήρια 1-27(Α), τα οποία επεξήγησε και ανάλυσε. Ο Ανδρέας Γρηγορίου (ΜΕ2), από τον Απρίλιο του 2000 ήταν Βοηθός Διευθυντής Λογιστηρίου και Διοικητικών Υπηρεσιών των εναγόντων, από δε τον Ιανουάριο του 2004, Διευθυντής. Αναφέρθηκε στις προμήθειες των εναγομένων 2 με αναφορά στο Τεκμήριο 27(Α) και στην Κατάσταση Κίνησης Διαθεσίμων του εναγόμενου 1, για την περίοδο 1.7.00 - 17.10.06, ως το Τεκμήριο
- Ο Μάριος Σούπασιης (ΜΕ3), κατάθεσε ως υπάλληλος - χρηματιστής των εναγόντων και αναφέρθηκε στις επίδικες χρηματιστηριακές πράξεις, δίνοντας σχετικές λεπτομέρειες, με αναφορά, κυρίως, στα Τεκμήρια 15 και
- Είπε ότι οι πράξεις έγιναν με εντολές των εναγομένων 2, εκ μέρους του εναγόμενου 1 και εκτελέστηκαν από τον ίδιο. Ο Στέλιος Χριστοδούλου (ΜΕ4), έδωσε μαρτυρία ως Γενικός Διευθυντής των εναγόντων για την περίοδο Ιανουαρίου 2000 - Ιουνίου
- Αναφέρθηκε σε επαφές και διαβουλεύσεις που είχαν γίνει με τους εναγόμενους, με σκοπό την επίλυση της επίδικης διαφοράς πριν την καταχώρηση της αγωγής. Αναφέρθηκε και ανάλυσε τα Τεκμήρια 31 -
- Το Τεκμήριο 31, αποτελείται από σημειώσεις που κρατούσε στις συναντήσεις που είχε με τους εναγόμενους, στην παρουσία και άλλων ατόμων εκ πλευράς εναγόντων, χρησιμοποιώντας τις (χωρίς ένσταση), για να βοηθήσει τη μνήμη του κατά την παράθεση των σχετικών λεπτομερειών. Το Τεκμήριο 32, αφορά σε κατάσταση πελατών των εναγόντων (συμπεριλαμβανομένων των εναγομένων), που κατά το 2000, όφειλαν διάφορα ποσά προς τους ενάγοντες για χρηματιστηριακές πράξεις. Περιέχει επίσης καταχωρήσεις που σχετίζονται με πρόθεση κάποιων από τους επενδυτές για αποπληρωμή των οφειλομένων ποσών. Το Τεκμήριο 33, αποτελεί συνοπτική παράθεση του ιστορικού των συναντήσεων που είχαν οι εναγόμενοι 2 με τους ενάγοντες για σκοπούς διευθέτησης της διαφοράς. Για όλα όσα αναφέρονται εκεί, με εξαίρεση τις αναφορές για την 7.11.00, 28.12.00, 28.2.01, 31.3.01 και τις ενέργειες της Υπηρεσίας Προβληματικών Λογαριασμών (recoveries), ο μάρτυς είχε πρωτογενή γνώση. Ο εναγόμενος 1, Χαράλαμπος (Πάμπος) Λευκάτης (ΜΥ1), ανάφερε ότι οι επίδικες συναλλαγές έγιναν χωρίς τις εντολές του. Παράθεσε λεπτομέρειες της συνεργασίας του με τους ενάγοντες και αντίκρουσε αυτά που του αποδίδουν. Αναφέρθηκε και ανάλυσε, μεταξύ άλλων, τα Τεκμήρια 35-
- Ο Παναγιώτης Χριστοφόρου (ΜΥ2), έδωσε μαρτυρία ως Λειτουργός Εκκαθάρισης Συναλλαγών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) και με συγκεκριμένη αναφορά στον εναγόμενο 1, εξήγησε τη διαδικασία πληροφόρησης των επενδυτών ή άλλων κατόχων μετοχών, περί της εγγραφής των μετοχών τους στο όνομά τους καθώς και τους σκοπούς και λειτουργία του Κεντρικού Αποθετηρίου και τη διαδικασία ανοίγματος λογαριασμού αποθετηρίου εκ πλευράς επενδυτών. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης και ανάλυσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Κατά τις αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, εφοδιάζοντας το Δικαστήριο με γραπτό περίγραμμα των εισηγήσεων τους (με αυτό της κ. Χριστοδουλίδου, να είναι ιδιαίτερα λεπτομερές και εμπεριστατωμένο), επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της μαρτυρίας, καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει, για συγκεκριμένους λόγους, την αντίδικη θεώρηση και να αποδεχθεί πλήρως τις αντιστοίχως προβαλλόμενες θέσεις. Δε χρειάζεται να γίνει αναφορά σε όλες τις εκφάνσεις των επιχειρημάτων που διατυπώθηκαν, αν και αυτά αξιολογήθηκαν πλήρως και στο σύνολό τους. Κάτι τέτοιο θα γίνει όπου κριθεί αναγκαίο, στο κείμενο της απόφασης. Οι μάρτυρες των εναγόντων και ο Παναγιώτης Χριστοφόρου (ΜΥ2), μού δημιούργησαν καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί και απαντούσαν χωρίς περιστροφές. Δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Κάποιες μικροαντιφάσεις που εντοπίσθηκαν, άπτονταν επουσιωδών ζητημάτων και πολύ απείχαν από του να θεωρηθούν ως καταλυτικές για την κατάταξη της μαρτυρίας τους ως αναξιόπιστης. Χωρίς να παραγνωρίζεται η δυναμική των άλλων επιχειρημάτων που προωθήθηκαν εκ πλευράς υπεράσπισης αναφορικώς με την αξιοπιστία της μαρτυρίας των μαρτύρων που καταθέσαν για τους ενάγοντες (και τα οποία αξιολογήθηκαν πλήρως), η προσπάθεια κατάρριψης, ως ανακόλουθης και αναξιόπιστης, της μαρτυρίας του Μάριου Σούπασιη (ΜΕ3), ήταν κάπως εντονότερη, για ευνόητους λόγους, αφού ο μάρτυς ήταν, κατά τους ενάγοντες, ο χρηματιστής που πήρε και εκτέλεσε προς όφελος του εναγόμενου 1 τις εντολές για αγορά των επίδικων μετοχών από τους εναγόμενους
- Παραπονέθηκαν οι δικηγόροι υπεράσπισης ότι ο μάρτυς δεν ήταν σταθερός στη θέση του ότι, πράγματι, αυτός ήταν που έλαβε τις σχετικές εντολές και ότι, επιπροσθέτως, δε γνώριζε αν οι όποιες εντολές, δόθηκαν από τους εναγόμενους 2, με εξουσιοδότηση του εναγόμενου
- Τα παράπονα είναι αβάσιμα και αδικούν τον μάρτυρα ο οποίος ήταν σαφής στο ότι τις εντολές για την αγορά των επίδικων μετοχών, τις πήρε ο ίδιος από τον υπάλληλο / συνεργάτη των εναγομένων 2, Χαράλαμπο Κρασάρη (που παρεμπιπτόντως, δεν κλήθηκε από την υπεράσπιση για να δώσει μαρτυρία), ο οποίος του είπε ότι ενεργούσε με εξουσιοδότηση και εντολές τού εναγόμενου
- Αυτή, ήταν η καλύτερη μαρτυρία που μπορούσαν να προσκομίσουν οι ενάγοντες υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Είναι γεγονός ότι ο μάρτυς απάντησε ότι δε γνώριζε ποιες ακριβώς οδηγίες έδωσε ο εναγόμενος 1 για τις επίδικες χρηματιστηριακές πράξεις και τούτο, αποτέλεσε έρεισμα για υποστήριξη της εκδοχής περί αναξιοπιστίας του. Ο μάρτυς όμως, δε μπορούσε να γνωρίζει και εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε είπε ότι γνώριζε, ποιες οδηγίες έδωσε ο εναγόμενος 1 στους εναγόμενους 2 σε σχέση με την αγορά των μετοχών, πλην ασφαλώς του αυτονόητου περιεχομένου των εντολών αυτών καθ' αυτών για αγορά των επίδικων μετοχών. Το αν ο εναγόμενος 1 είχε δώσει διαφορετικές εντολές στους εναγόμενους 2, είτε για το ύψος της τιμής αγοράς είτε ακόμη και για το είδος των προς αγορά μετοχών, δεν είναι κάτι που ενδιέφερε τον μάρτυρα αλλά ούτε και την παρούσα διαδικασία, όπως δικογραφήθηκε και εξελίχθηκε. Η θέση του μάρτυρα ήταν καθαρότατη ότι πήρε τις επίδικες εντολές από το Χαράλαμπο Κρασάρη (και όχι απευθείας από τον εναγόμενο 1), για λογαριασμό και προς όφελος του τελευταίου, γνωρίζοντας ότι οι εναγόμενοι 2, ενεργούσαν εκ μέρους του εναγόμενου
- Είναι επίσης γεγονός, ότι ο μάρτυς κλήθηκε να δείξει επί κάποιων κατατεθέντων τεκμηρίων (ιδιαίτερα στο Τεκμήριο 30), πού φαίνεται ότι αυτός ήταν που έλαβε και εκτέλεσε τις επίδικες εντολές και ότι είπε ότι, με βάση αυτά τα τεκμήρια, δεν προέκυπτε ενίσχυση της θέσης του για τους χειρισμούς που είπε ότι έκανε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο μάρτυς δεν έλεγε την αλήθεια για το συγκεκριμένο ζήτημα ή ότι δεν πήρε και εκτέλεσε τις εντολές με τον τρόπο που ισχυρίστηκε (και παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 30, μεταξύ άλλων). Ούτως ή άλλως, ουδέποτε η υπεράσπιση υπόβαλε στο μάρτυρα (ή σε οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα των εναγόντων), ότι υπήρχαν έγγραφα που έδειχναν ότι η αλήθεια των πραγμάτων είναι αντίθετη με αυτήν που υποστήριξε ο μάρτυς και κατ' επέκταση οι ενάγοντες. Ο εναγόμενος 1, μου δημιούργησε αρνητική εντύπωση. Ήταν φανερό ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να μην πει όλη την αλήθεια και να πείσει, με τρόπο πλασματικό, ότι η αξίωση των εναγόντων βασίζεται λίγο-πολύ σε ένα φανταστικό σενάριο, βασισμένο σε μια ανεξήγητη απόφαση και τάση των εναγόντων να προβαίνουν σε αγορές μετοχών προς όφελος του (και σε οικονομική ζημιά τους), χωρίς απολύτως κανένα λόγο και δικαιολογία, πόσω μάλλον με τις οδηγίες και εξουσιοδότησή του. Η μαρτυρία του ήταν επιτηδευμένη και προκατασκευασμένη από τον ίδιο, για να εκμεταλλευτεί στρατηγικώς και κατά παράβαση του όρκου του, την κάθε δυνητική αδυναμία στη μαρτυρία των εναγόντων και για να προωθήσει εκδοχές κομμένες-ραμμένες στις ανάγκες της κάθε περίπτωσης που πρότασσε, με τρόπο ασφαλώς που να εξυπηρετεί τα συμφέροντα και επιδιώξεις του. Γνώριζε καλώς ότι κατά τους επίδικους χρόνους, οι εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών αλλά και ευρύτερα, το όλον σύστημα χρηματιστηριακών συναλλαγών, χαρακτηριζόταν από κάποια χαλαρότητα και ανοργανωσιά, και πάνω σε αυτό, ακριβώς, είναι που συγκέντρωσε τις προσπάθειες του, προσπαθώντας να χρησιμοποιήσει προς όφελος του κάθε τι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως θετικό για ενίσχυση της δήθεν αξιόπιστης εκδοχής που προωθούσε. Επιδίωξε να μεταδώσει εικόνα ειλικρινούς ατόμου, καταφεύγοντας συχνά-πυκνά στην παράθεση άσχετων και επουσιωδών λεπτομερειών σε δευτερεύοντα θέματα, ενώ σε κρίσιμες πτυχές των επίδικων θεμάτων, ήταν ασαφής και καθόλου πειστικός. Σημειώνονται ενδεικτικώς, τα πιο κάτω σε σχέση με τη μαρτυρία και εκδοχή που προώθησε και τα οποία υποστηρίζουν τη σκιαγράφηση του ως μάρτυρα: (α) Έκανε αναφορά στο ότι κατά την πρώτη συνάντηση που είχε με τους ενάγοντες στις 12.3.01, για σκοπούς επίλυσης της διαφοράς, τους είπε, ως πρώτη αντίδραση (όπως παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση), ότι αυτό που του είχε κάνει εντύπωση ήταν το γεγονός ότι, για πρώτη φορά μετά από τόσο χρονικό διάστημα τού είπαν ότι υπήρχε πρόβλημα οφειλόμενου υπολοίπου, και όχι, όπως λογικώς θα αναμενόταν, το ότι ουδέποτε είχε δώσει εντολές στους ενάγοντες για τη διενέργεια των επίδικων συναλλαγών, όπως κατ' επανάληψη μεριμνούσε να επαναλαμβάνει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία του, με το «εγώ» που χρησιμοποιούσε τόσο εμφαντικά και γλαφυρά στην κάθε περίπτωση, να καταδείχνει στο ότι, εφόσον ο ίδιος προσωπικώς, όπως διατείνεται, δεν έδινε απευθείας εντολές στους ενάγοντες, τέτοιες εντολές δε μπορούσαν να δίνονταν εκ μέρους του μέσω των εναγομένων 2, κάτι που αποτελεί κατ' ουσίαν και την εκδοχή των εναγόντων. Παραδέχτηκε όμως ότι οι εναγόμενοι 2 δεν προέβηκαν σε αγορές μετοχών εκ μέρους του χωρίς να το γνωρίζει, και ενώ ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες πράξεις ουδέποτε έγιναν από τον ίδιο, παραδέχθηκε, σε υποβολή της κ. Μαλέκου, ότι οι πράξεις αυτές έγιναν από τους εναγόμενους 2, εις γνώσιν του και χωρίς αυτοί να ενεργούν με οποιονδήποτε τρόπο σε βάρος των συμφερόντων του. Βεβαίως, λίγο μετά την τοποθέτηση αυτή, ο μάρτυς είπε, σε πλήρη αντίφαση με την προηγούμενη θέση, ότι δε γνώριζε ότι οι εναγόμενοι 2 πρόβαιναν σε χρηματιστηριακές πράξεις εκ μέρους του και ότι δεν έδωσε εντολές στο Διευθυντή των εναγομένων 2, Αλέξη Κυπριανού, να διαβιβάσει τις εντολές αυτές στους ενάγοντες προς εκτέλεση. Σημειώνεται, ότι εκδοχή των εναγόντων ήταν, ευθύς εξ αρχής, ότι η διαβίβαση των εντολών του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες γινόταν μέσω του υπαλλήλου / συνεργάτη των εναγομένων 2, Χαράλαμπου Κρασάρη και όχι του Αλέξη Κυπριανού. Ο εναγόμενος 1, πέραν της δικής του αναφοράς, δεν προσκόμισε άλλη μαρτυρία (όπως για παράδειγμα τον πλειστάκις αναφερόμενο Αλέξη Κυπριανού) ή τον Χαράλαμπο Κρασάρη, έτσι ώστε να ενισχύσει την εκδοχή του. Δεν είχε βεβαίως υποχρέωση να το έπραττε, ούτε και στη νομική διάσταση των πραγμάτων η μαρτυρία του χρειαζόταν ενίσχυση επί του ζητήματος, πλην όμως παρέμειναν ερωτηματικά σε σχέση με την εκδοχή που προώθησε, τα οποία, στη λογική εξέλιξη των πραγμάτων, θα μπορούσαν να απαντούνταν από τους εναγόμενους 2 ή τους Αλέξη Κυπριανού και Χαράλαμπο Κρασάρη. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 2 είναι διάδικοι στην αγωγή, δε θα έπρεπε να αποτελέσει κώλυμα στην έκφραση, τουλάχιστον, πρόθεσης του εναγόμενου 1 να κλήτευε ως μάρτυρα άτομο που ίσως να αποτελούσε και μάρτυρα των εναγομένων 2, προς στοιχειοθέτηση ή ενίσχυση της εκδοχής του, έτσι ώστε να πληροφορούνταν εγκαίρως από τους εναγόμενους 2 για το ποιες ήσαν οι προθέσεις τους σε σχέση με την προσκόμιση ή όχι προφορικής μαρτυρίας από τα άτομα αυτά προς παράθεση ή επίρρωση της προβαλλόμενης εκδοχής. (β) Ισχυρίστηκε ότι για πρώτη φορά έμαθε ότι είναι ιδιοκτήτης των επίδικων μετοχών στις 27.12.05, όταν έλαβε τη Συγκεντρωτική Κατάσταση Λογαριασμού Επενδυτή - Τεκμήριο
- Όταν του υποβλήθηκε ότι το ζήτημα της ιδιοκτησίας των μετοχών αυτών τέθηκε και στη συνάντηση ημερομηνίας 12.3.01, στα πλαίσια συνομιλίας του με το Στέλιο Χριστοδούλου (ΜΕ4), ο μάρτυς απόρριψε την τοποθέτηση, ισχυριζόμενος ότι ο Στέλιος Χριστοδούλου δεν του είχε δώσει τη σχετική κατάσταση λογαριασμού έτσι ώστε να υπήρχε «πειστικό τεκμήριο» ότι οι μετοχές αυτές είχαν εγγραφεί στο όνομά του. Με τον τρόπο που απάντησε ο μάρτυς ήταν φανερό ότι γνώριζε ότι το θέμα είχε συζητηθεί, ακριβώς με τον τρόπο που ανάφερε ο Στέλιος Χριστοδούλου (ΜΕ4) και ότι προσπαθούσε να ελαφρύνει τη θέση του και να χρησιμοποιήσει τη δήθεν έλλειψη έγγραφης κατάστασης λογαριασμού, ως αφορμή για την αναληθή αναφορά του ότι στην εν λόγω συνάντηση δε συζητήθηκε και δεν τέθηκε ζήτημα ιδιοκτησίας των επίδικων μετοχών, διερωτώμενος, βεβαίως, κάποιος, προς τι η παρουσία του εναγόμενου 1 στη συνάντηση (που μάλιστα είχε και συνέχεια σε μεταγενέστερους χρόνους, στην παρουσία του), αν όχι για το ζήτημα της αγοράς των επίδικων μετοχών από τους ενάγοντες προς όφελος του εναγόμενου 1 και του υπολοίπου που δημιουργήθηκε στο λογαριασμό του ως εκ του γεγονότος. (γ) Όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση εάν για τέσσερα τόσα χρόνια, δηλαδή από τη μέρα της πρώτης συνάντησης με τους ενάγοντες το Μάρτιο 2001 μέχρι την κατ' επίφαση ημερομηνία γνωστοποίησης της εγγραφής των επίδικων μετοχών στο όνομά του στις 27.12.05, ως το Τεκμήριο 42, δεν είχε προβεί σε κάποια έρευνα για να δει αν όντως ήσαν γραμμένες πάνω του οι επίδικες μετοχές, απάντησε ότι είχε αποταθεί τηλεφωνικώς στο ΧΑΚ και ότι εκεί τον συμβούλευσαν να αποταθεί ξεχωριστά στην κάθε μια εταιρεία στην οποία αφορούν οι επίδικες μετοχές, κάτι το οποίο έπραξε, όπως είπε, δεν είχε όμως οποιαδήποτε έγγραφα να καταθέσει σε σχέση με τις απαντήσεις των εταιρειών αυτών, ότι δηλαδή, ο ίδιος δεν ήταν ιδιοκτήτης των μετοχών. Ήταν φανερό ότι ο μάρτυς δεν έλεγε την αλήθεια. Όταν κλήθηκε να τοποθετηθεί, με ποια λογική ισχυριζόταν ότι δεν ήταν ιδιοκτήτης τους, απάντησε με τρόπο πολύ αόριστο ότι το τι λέγει είναι ότι το ΧΑΚ δε μπορούσε να τον βοηθήσει. (δ) Ασχολήθηκε με διάφορες περιττολογίες και γενικολογίες (για τις οποίες εν πάση περιπτώσει καμιά άλλη μαρτυρία, πλην της δικής του δεν παρουσίασε, όπως θα αναμενόταν στη βάση της λογικής που προώθησε), ότι ένα άλλο πράγμα που του προξένησε εντύπωση κατά την πρώτη συνάντηση της 12.3.01, ήταν το γεγονός ότι στις συναλλαγές που του έδειξαν να έχουν γίνει από τον ίδιο, περιλαμβάνονταν και αγορές μετοχών της εταιρείας Knossos Investment Ltd, η οποία, όπως είπε, είναι συνδεδεμένη με εταιρείες κάποιου Νίκου Εφραίμ και στις οποίες τόσον ο εναγόμενος 1 όσον και η σύζυγός του κατείχαν ένα αρκετά μεγάλο αριθμό μετοχών, διότι, καθώς άφησε να νοηθεί, οι εταιρείες αυτές, όπως και η Knossos Investment Ltd, ήσαν πελάτες εταιρείας του, που αγόραζε πακέτα μετοχών από αυτές, με ανταλλαγή εργασίας, ωσάν το γεγονός αυτό (για το οποίο δεν πρόσφερε ανεξάρτητη μαρτυρία), θα μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο, οι επίδικες αγορές να έλαβαν χώραν με τον τρόπο που ανάφεραν οι ενάγοντες, και παραβλέπεται, χάριν συζήτησης, το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 απόφυγε ευσχήμως να αναφερθεί, εν πάση περιπτώσει, με πιο ακριβώς τρόπο ή μέσω ποιου, η εταιρεία του αγόραζε πακέτα μετοχών από τις εταιρείες στις οποίες αναφέρθηκε. (ε) Αναφέρθηκε σε μια δεύτερη συνάντηση που είχε με τους ενάγοντες στις 4.4.01, στα ίδια πλαίσια και φιλοσοφία της πρώτης, λέγοντας ότι σε κάποια στιγμή των διαβουλεύσεων τού είχε ζητηθεί να μιλήσει τηλεφωνικώς με τον Αλέξη Κυπριανού, για να συνεννοηθεί μαζί του περί κάποιων πραγμάτων σχετικών με αυτά που συζητούνταν, κάτι στο οποίο συναίνεσε με ιδιαίτερη ευχαρίστηση και προσμονή λέγοντάς τους ότι δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα να το έπραττε. Μάλιστα, στο δωμάτιο όπου βρίσκονταν, υπήρχε τηλέφωνο του οποίου το ακουστικό σήκωσε, όπως είπε, αυθόρμητα ζητώντας να του δώσουν τον αριθμό τηλεφώνου του Αλέξη Κυπριανού για να του τηλεφωνήσει και να τον ρωτήσει αν ποτέ ο ίδιος (ο εναγόμενος 1) είχε δώσει εντολές σε αυτόν ή στους εναγόμενους 2, για αγορά των επίδικων μετοχών. Όταν όμως του είπαν ότι η τηλεφωνική συσκευή δε λειτουργούσε και του ζήτησαν να πάει σε άλλο γραφείο, μόνος, για να τηλεφωνήσει, φέρνοντας του, τελικώς, τηλεφωνική συσκευή από άλλο γραφείο, αρνήθηκε να τηλεφωνήσει διότι αντιλήφθηκε, όπως ισχυρίστηκε, ότι στην ουσία, οι ενάγοντες θα προσπαθούσαν να ηχογραφήσουν τη συνομιλία του με τον Αλέξη Κυπριανού. Αναρωτιέται βεβαίως ο αντικειμενικός παρατηρητής προς τι η αντίδραση αυτή και ο φόβος για ηχογράφηση, δήθεν, της επικείμενης τηλεφωνικής συνομιλίας, τη στιγμή που ο ίδιος ο εναγόμενος 1 ήταν τόσο πρόθυμος να μιλήσει με τον Αλέξη Κυπριανού και να τον ρωτήσει ένα από τα πλέον καίρια ερωτήματα της διαφοράς, το κατά πόσον, δηλαδή, είχε δώσει σε αυτόν, οποτεδήποτε, εντολές για αγορά των επίδικων μετοχών. Σύμφωνα με την εκδοχή του εναγόμενου 1, στη λογική εξέλιξη των πραγμάτων, η απάντηση του Αλέξη Κυπριανού δε θα μπορούσε να είναι διαφορετική από το ότι ουδέποτε έλαβε ο ίδιος ή οι εναγόμενοι 2 τέτοιες εντολές ή εξουσιοδότηση από τον εναγόμενο
- Ο τρόπος με τον οποίο τοποθετήθηκε επί του ζητήματος κατά την αντεξέταση (διότι, τις αρχικές λεπτομέρειες που αφορούσαν στο θέμα τις παράθεσε στη γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του), έδειξαν σαφώς ότι ο μάρτυς δεν έλεγε την αλήθεια και ότι προσπαθούσε να διασκεδάσει την αρνητική εικόνα που προέκυπτε ως εκ των χειρισμών που λέγει ότι έκανε σε σχέση με το περιβόητο τηλεφώνημα και να υποβιβάσει τη σημασία του γεγονότος, ότι ενώ είχε την ευκαιρία να θέσει τους ενάγοντες (αλλά και τους εναγόμενους 2), προ των ευθυνών τους, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του, επέλεξε για μη πειστικούς λόγους, να φυγομαχήσει. Περιέπεσε εν προκειμένω σε αδιέξοδο που τον οδήγησε σε αμηχανία, όπως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω βλέποντάς τον να δίνει τη μαρτυρία του στη συγκεκριμένη πτυχή. (στ) Οι αναφορές του για συναλλαγές που ισχυρίζεται ότι κατάρτισε με την AAA United Stockbrokers Ltd, μεταξύ 5.5.00 και 29.12.00, ως το Τεκμήριο 35, για να δείξει ότι ουδέποτε υπήρξε με την εταιρεία αυτή οποιοδήποτε πρόβλημα υπολοίπου, δε σημαίνει ότι αποτελεί και επαρκή λόγο για την εξαγωγή συμπεράσματος ότι η απαίτηση των εναγόντων είναι ανυπόστατη, όπως προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο. Το ζήτημα άπτεται της κοινής λογικής και εμπειρίας και δε χρειάζεται περισσότερη ανάλυση. Παρομοίως, δε μπορεί να έχει καταλυτική σημασία το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 στις 3.7.00, φαίνεται να είχε πιστωτικό υπόλοιπο με την αναφερόμενη εταιρεία (βλ. Τεκμήριο 36). Τα ίδια αφορούν και στην ύπαρξη πιστωτικού υπολοίπου τον Ιανουάριο του 2007, στο λογαριασμό (trading account), που διατηρούσε ο εναγόμενος 1 με την τράπεζα Alpha Bank (βλ. Τεκμήριο 37). (ζ) Παραπονέθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν καταχωρημένα τα στοιχεία του με λανθασμένη διεύθυνση και αριθμό ταυτότητας. Είπε ότι ο ορθός αριθμός ταυτότητας του είναι 483395, ενώ ο αριθμός ταυτότητας που είχαν οι ενάγοντες ήταν 483396, που ανήκει σε κάποιον άλλο, όπως είπε. Η πτυχή αυτή της μαρτυρίας αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, δεν προσκόμισε όμως ανεξάρτητη μαρτυρία που να δείχνει ότι κατά τους κρίσιμους χρόνους ο αριθμός ταυτότητας του ήταν διαφορετικός από αυτόν που είχαν στα στοιχεία τους οι ενάγοντες, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με το τι έπραξε όταν καταχώρησε αντίγραφο σελίδας του διαβατηρίου του, σε άλλη φάση της μαρτυρίας του και για διαφορετικούς σκοπούς (βλ. Τεκμήριο 43). Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα, προσπάθησε να δημιουργήσει εντυπώσεις με την αναφορά του αυτή, χωρίς ποτέ να ισχυριστεί ότι, ως εκ του φερόμενου αυτού λάθους, επηρεάστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα του ή περιέπεσε σε οποιασδήποτε μορφής δυσμένεια. Στο πληρεξούσιο έγγραφο που υπόγραψε στις 20.6.00 (βλ. Τεκμήριο 19), ο αριθμός ταυτότητας που γράφτηκε είναι 483396 και όχι
- Είναι αξιοπερίεργο το πώς ο εναγόμενος 1 υπόγραψε το έγγραφο χωρίς να προσέξει την εμφανέστατη χειρόγραφη αναφορά στον αριθμό ταυτότητας, που ήταν μια από τις πολύ ελάχιστες χειρόγραφες και εμφανέστατες προσθήκες στο πληρεξούσιο που αποτελούνταν από τρεις λέξεις και ένα αριθμό, στην αρχή του εγγράφου. Ρωτήθηκε, χωρίς περιστροφές από την κ. Μαλέκου, για το κατά πόσον πράγματι δεν πρόσεξε το λάθος στο πληρεξούσιο όταν υπόγραφε. Περιορίστηκε στο να απαντήσει (με καθόλου πειστικό τρόπο), ότι ο ίδιος είχε δώσει την ταυτότητά του [χωρίς να διευκρινίζει αν παράδωσε το δελτίο ταυτότητας στο συντάκτη ή απλώς εκφώνησε τον αριθμό της] και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι προσθήκες στο Τεκμήριο 19, δεν είναι δική του γραφή. (η) Ισχυρίστηκε ότι στην κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε με την εταιρεία ΑΑΑ United Stockbrokers Ltd (βλ. Τεκμήριο 35), την οποία ο ίδιος κατάθεσε για να αποδείξει την καλή του χρηματιστηριακή συμπεριφορά, καταγράφονταν όλες οι συναλλαγές που κατάρτισε με την εταιρεία αυτή δια μέσου των εναγομένων 2, για την περίοδο 5.5.00 μέχρι 29.12.
- Καθώς όμως φαίνεται, διέλαθε την προσοχή του και πάλιν, ότι στην κατάσταση αυτή αναγράφεται ο «λανθασμένος» αριθμός ταυτότητας («Identity: 483396») και όχι αυτός που ισχυρίζεται ότι αποτελεί τον ορθό αριθμό ταυτότητας του, χωρίς ποτέ να πει ότι δημιουργήθηκε, ως εκ τούτου, οποιοδήποτε πρόβλημα, σύγχυση ή παρανόηση. Τουναντίον, επιβεβαίωσε το ορθό του περιεχομένου του εν λόγω τεκμηρίου, προς κατάδειξη αυτών που προαναφέρθηκαν. Η AAA United Stockbrokers Ltd, ουδέποτε συσχετίστηκε από τους διαδίκους, με τους ενάγοντες και είναι άξιον απορίας πώς η εταιρεία αυτή έτυχε να καταχωρήσει λανθασμένο αριθμό ταυτότητας. τού εναγόμενου 1, με τον ίδιο τρόπο που έτυχε να καταχωρήσουν το λανθασμένο αριθμό ταυτότητας του και οι ενάγοντες. Τα ίδια, αφορούν και στο έγγραφο κατάθεσης - Τεκμήριο 50, όπου υπάρχει καταγραμμένος ο αριθμός ταυτότητας 483396 και αναφορά στο όνομα του εναγόμενου 1 («LEFKATIS PAMBOS»). (θ) Στις 27.12.05, καταχώρησε αίτηση για αλλαγή των στοιχείων του σε λογαριασμό αποθετηρίου που διατηρούσε [βλ. Τεκμήριο 40
(2)]. Χρησιμοποίησε εκεί, ως αριθμό αποθετηρίου, την αναφορά ΙΝ23249 και τον αριθμό ταυτότητας 489395, με ένα από τα ερωτήματα που προκύπτουν, να είναι το γιατί, γνωρίζοντας τόσον τον αριθμό ταυτότητας που γράφτηκε στο πληρεξούσιο έγγραφο - Τεκμήριο 19, όσον και τον αριθμό ταυτότητας 489396, που χρησιμοποιούσε η AAA United Stockbrokers Ltd (βλ. Τεκμήριο 35), δε ζήτησε, στο Μέρος 3 του Εντύπου Αλλαγής, τη διόρθωση του αριθμού ταυτότητας του. (ι) Επέμενε ότι το Τεκμήριο 40
(2), αφορούσε σε συναλλαγές που έγιναν με τους ενάγοντες, για να παραδεχθεί αργότερα κάτι τέτοιο δεν ίσχυε και ότι αυτό αφορούσε σε χρηματιστηριακές πράξεις για μετοχές της Louis Public Company Ltd, όπως εξάλλου φαίνεται να αναδύεται και από το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο 40
(1). (κ) Επέμενε επίσης ότι τα Τεκμήρια 38 και 39, αφορούσαν και πάλιν, σε συναλλαγές που έγιναν με τους ενάγοντες, για να παραδεχθεί, στα πολλά, ότι αυτές δεν είχαν τίποτε να κάνουν με το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων. (λ) Εξέφρασε παράπονα ότι οι ενάγοντες χρησιμοποιούσαν ως διεύθυνση επικοινωνίας μαζί του, την οδό Σμύρνης 20, 1011, Λευκωσία, ενώ η σωστή διεύθυνση ήταν η οδός Σμύρνης 26, 1026, Βόρειος Πόλος, Καϊμακλί, όπου διαμένει από το
- Ρωτήθηκε ποιος διέμενε κατά τους κρίσιμους χρόνους στην οδό Σμύρνης 20, 1011, Λευκωσία και απόφυγε να απαντήσει αμέσως, για να πει τελικώς ότι αποτελούσε τη διεύθυνση κατοικίας του πεθερού του, Αριστείδη Κυριάκου. Υπάρχει κάτι το αξιοπρόσεκτο, και αυτή τη φορά. Όπως και στην περίπτωση του αριθμού ταυτότητας που χρησιμοποιούνταν από την AAA United Stockbrokers Ltd, έτσι και στην περίπτωση της διεύθυνσης, η ίδια εταιρεία, χρησιμοποίησε στις 3.7.00, ως διεύθυνση επικοινωνίας του εναγόμενου 1, την οδό Σμύρνης 20 στη Λευκωσία και όχι την οδό Σμύρνης 26, στο Καϊμακλί. Χρησιμοποίησε επίσης και το ταχυδρομικό κιβώτιο 21955 (βλ. Τεκμήριο 36). Το Τεκμήριο 36, το κατάθεσε ο εναγόμενος 1, για να καταδείξει ότι η υπό αναφορά εταιρεία τον είχε ενημερώσει ότι στο λογαριασμό που διατηρούσε μαζί της υπήρχε πιστωτικό υπόλοιπο. Παρέμεινε αναπάντητο το ερώτημα και εύλογη η απορία, πώς η AAA United Stockbrokers Ltd, αποφάσισε στα καλά καθούμενα (όπως και οι ενάγοντες), να χρησιμοποιήσουν την οδό Σμύρνης 20, ως τη διεύθυνση του εναγόμενου 1 και όχι την οδό Σμύρνης
- Τα ίδια αφορούν και στην αναφορά στην οδό Σμύρνης 20, στο Τεκμήριο
- Τόσον το Τεκμήριο 35 όσον και το Τεκμήριο 36, παραλήφθηκαν από τον εναγόμενο 1, όπως παραδέχτηκε. Βεβαίως, είπε ότι αυτά σταλθήκαν με φαξ και όχι ταχυδρομικώς, χωρίς όμως να είναι σε θέση να παρουσιάσει σχετικά αποδειχτικά στοιχεία. Το γεγονός παραμένει ότι δε δικαιολογήθηκε από τον εναγόμενο 1 πώς και η AAA United Stockbrokers Ltd, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την οδό Σμύρνης 20, ως διεύθυνση αλληλογραφίας του. Παρατηρήθηκε επίσης παλινδρόμηση των τοποθετήσεων του μάρτυρα στο κατά πόσον παράλαβε ή όχι τις επιστολές - Τεκμήρια 20
(2)και 21
(1), οι οποίες στάλθηκαν στη διεύθυνση «Τ.Κ. 1955, 1515 Λευκωσία». Αρχικώς, είχε πει ότι οι επιστολές δεν παραλήφθηκαν διότι δεν στάλθηκαν στη σωστή διεύθυνση, ενώ σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας, κατά την αντεξέταση, παραδέχθηκε ότι τις παράλαβε. Πέραν της αντίφασης, φαίνεται ότι ο εναγόμενος 1 χρησιμοποίησε ακόμη μια ξεχωριστή διεύθυνση για σκοπούς αλληλογραφίας με τους ενάγοντες, χωρίς να αποδίδει σε αυτούς οποιαδήποτε κακόβουλα κίνητρα ή λανθασμένη πληροφόρηση. Δεν εξήγησε πώς και οι ενάγοντες αποφάσισαν ξαφνικά να στείλουν αλληλογραφία στο ταχυδρομικό κιβώτιο 1955, στη Λευκωσία, όπως και δεν εξήγησε ασφαλώς πώς και (δεδομένου του λανθασμένου της διεύθυνσης, όπως ισχυρίστηκε), παράλαβε εν τέλει και τις δύο αυτές επιστολές. (μ) Είπε ότι η υπογραφή που φαίνεται στην επιστολή ημερομηνίας 31.10.00 - Τεκμήριο 20, από την οποία προκύπτει άμεση σχέση μεταξύ αυτού και των επίδικων μετοχών, δεν είναι δική του. Υποστήριξε ότι κατάγγειλε στην αστυνομία πλαστογραφία της υπογραφής. Αυτό το φερόμενο ως γεγονός, δε δικογραφήθηκε στην Υπεράσπιση, κάτι όμως που παρακάμπτεται προς στιγμήν, χάριν συζήτησης, αφού το ζήτημα άπτεται της ευρύτερης αξιοπιστίας της μαρτυρίας του. Ανάφερε ότι έστειλε σχετική επιστολή με ημερομηνία 9.2.06, προς την Αστυνομία με παραλήπτη τον Αρχηγό και τη προσοχή του Υπεύθυνου Γραφολογίας (βλ. Τεκμήριο 44). Δε μπόρεσε όμως να εξηγήσει πώς και το πρωτότυπο της επιστολής βρισκόταν στα χέρια του (και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 44) και όχι στα χέρια του παραλήπτη. Ούτε και εξήγησε γιατί δεν αποτάθηκε για γραφολογική εξέταση νωρίτερα, αφού η επιστολή - Τεκμήριο 20, βρισκόταν στη διάθεση του ιδίου και των δικηγόρων του, τουλάχιστον από τις 24.1.05, οπόταν και διατέθηκε προς επιθεώρηση συμφώνως σχετικής ειδοποίησης που έστειλαν οι ενάγοντες προς τους δικηγόρους του εναγόμενου 1, την ίδια ημερομηνία, μετά από σχετική ειδοποίηση των δικηγόρων του εναγόμενου 1, με ημερομηνία 27.9.
- Το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα, διατάχθηκε όπως αποκαλυφθεί προς τον εναγόμενο 1 με βάση διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων που εκδόθηκε από το Δικαστήριο την 10.9.
- Περιορίστηκε να πει ότι είδε για πρώτη φορά αντίγραφο της επιστολής - Τεκμήριο 20, όταν αυτή παραδόθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων προς τους δικηγόρους του, δε μπορούσε όμως να τοποθετηθεί με κάποια, έστω, ακρίβεια ως προς τη χρονική στιγμή, όχι γιατί δε μπορούσε να θυμηθεί αλλά διότι, όπως κατέστη φανερό με τον τρόπο που απαντούσε, είχε διαπιστώσει το αδύναμο της εκδοχής του σε σχέση με την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην (προσχηματική) και φερόμενη καταγγελία προς την Αστυνομία. Θα μπορούσε βεβαίως να καλούσε μάρτυρα από την Αστυνομία για να δώσει εξηγήσεις για αυτά που τους καταλόγισε, ότι δηλαδή, δε μπορούσαν δήθεν να αναλάβουν τη γραφολογική εξέταση εγγράφου από ιδιώτη και να ζητήσουν από το Δικαστήριο σχετικές οδηγίες ή να ζητούσε συνδρομή από ιδιώτη πραγματογνώμονα. Δεν το έπραξε. Είναι δεδομένο ότι δεν υπήρχε ούτε και σε αυτή την περίπτωση υποχρέωση εκ πλευράς του να προσφέρει τέτοια μαρτυρία, καθίσταται όμως αντιληπτό ότι αν η μαρτυρία αυτή προσφερόταν, θα μπορούσε, ίσως, να έριχνε φως σε πτυχές που ενδιαφέρουν. Παρουσίασε αντίγραφο σελίδας του διαβατηρίου του - Τεκμήριο 43, για να υποστηρίξει ότι η υπογραφή που φαίνεται σε αυτό ως η υπογραφή του, με αυτήν που φαίνεται στην επιστολή - Τεκμήριο 20, δεν είναι οι ίδιες. Το Δικαστήριο δεν πρόκειται ασφαλώς να ενεργήσει ως εμπειρογνώμονας και να προχωρήσει σε διατύπωση ευρήματος για το κατά πόσον οι δύο υπογραφές είναι οι ίδιες ή προσομοιάζουν μεταξύ τους ή γράφτηκαν ή δε γράφτηκαν από το ίδιο άτομο. Αυτό, στοιχειωδώς, δεν είναι επιτρεπτό. (ν) Του ζητήθηκε να δώσει εξηγήσεις για την κατάθεση του ποσού των Λ.Κ.2.000 στο λογαριασμό του (Κίνηση Διαθεσίμων - Τεκμήριο 18), τη στιγμή που ισχυριζόταν ότι δεν είχε καμιάς μορφής συναλλαγή με τους ενάγοντες αναφορικώς με την αγοραπωλησία μετοχών. Προσπάθησε να αποφύγει την ουσία του ερωτήματος καταφεύγοντας σε αοριστολογίες, κάνοντας αναφορά στα Τεκμήρια 36 - 39, το περιεχόμενο των οποίων καμιά απολύτως σχέση δεν έχουν με τους ενάγοντες ή τα επίδικα θέματα, γεγονός που παραδέχτηκε, τελικώς, κατά την αντεξέταση σε σχετική υποβολή της κ. Μαλέκου. Παραδέχτηκε επίσης, σε αντίθεση με προηγούμενες τοποθετήσεις του, ότι το ποσό αυτό κατατέθηκε στις 22.9.00, με επιταγή που εκδόθηκε από την εταιρεία του, Arte Advertising, στο λογαριασμό που πράγματι διατηρούσε ο ίδιος με τους ενάγοντες, ως το Τεκμήριο 50 και ότι η κατάθεση έγινε εκ μέρους του από τους εναγόμενους 2 και πιστώθηκε προς όφελος του στο Τεκμήριο 18 (Κίνηση Διαθεσίμων 1.7.00 - 28.3.03). Έγινε αρκετός λόγος για το κατά πόσον ο εναγόμενος 1, διατηρούσε, πράγματι, δύο διαφορετικούς λογαριασμούς αποθετηρίου ή μόνον έναν, με τον άλλον που του αποδίδεται, να οφείλεται σε λάθος ή σύγχυση. Η κατάληξη μου είναι ότι ο εναγόμενος 1 διατηρούσε με το ΧΑΚ, δύο λογαριασμούς αποθετηρίου. Ο πρώτος, είχε αριθμό ΙΝ0000054778 και ο δεύτερος, ΙΝ
- Συζητήθηκε το κατά πόσον ήταν όντως εφικτό, επενδυτής να διατηρεί πέραν του ενός λογαριασμού αποθετηρίου. Ο μάρτυς που προσκόμισε ο εναγόμενος 1, δηλαδή ο Παναγιώτης Χριστοφόρου (ΜΥ2), δεν απόκλεισε το ενδεχόμενο, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις που έχουν να κάνουν, μεταξύ άλλων, με την ακρίβεια των στοιχείων που στην κάθε περίπτωση δίνει ο επενδυτής, να ανοιχθούν δύο ξεχωριστοί λογαριασμοί αποθετηρίου για το ίδιο άτομο, δε μπορούσε όμως να δώσει εξειδικευμένες λεπτομέρειες για το τι θα πρέπει να έγινε στην περίπτωση του εναγόμενου
- Ο εναγόμενος 1, δεν κατόρθωσε να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι οι δύο προαναφερθέντες λογαριασμοί αποθετηρίου δεν τον αφορούσαν ή ότι η ύπαρξη τους επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματά του και συνέδραμε στην εναντίον του αξίωση. Αντιθέτως, η μαρτυρία των εναγόντων ήταν σαφής σε ό,τι αφορά στο συσχετισμό της αξίωσης με τα κατατεθέντα τεκμήρια και καθετί άλλο σχετικό Έγινε λόγος εκ πλευράς εναγομένων 2, ότι η συμφωνία αντιπροσωπείας που είχαν με τους ενάγοντες, όχι μόνον δεν περιλάμβανε την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης για αποπληρωμή τυχόν οφειλομένων από επενδυτές των οποίων τις εντολές διαβίβαζαν στους ενάγοντες προς εκτέλεση, αλλά και ούτε, εν πάση περιπτώσει, ενήργησαν ποτέ ως αντιπρόσωποι του εναγόμενου
- Ήδη, έχουν αναφερθεί πιο πάνω, πτυχές της μαρτυρίας που, για λόγους που εξηγήθηκαν, καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς αυτούς. Παραθέτω όμως, αμέσως πιο κάτω και τα ακόλουθα σχετικά. Στις 20.9.00, οι εναγόμενοι 2 έστειλαν προς τους ενάγοντες επιστολή, που απευθυνόταν προς τον υπάλληλο των εναγόντων Κώστα Χάρπα, με την οποία κοινοποιούσαν προς αυτούς τα ονόματα των πελατών τους και τους αριθμούς ταυτότητας τους (βλ. Τεκμήριο 23). Στην πρώτη σελίδα της επιστολής και δωδέκατο στη σειρά από την αρχή, βρίσκεται και το όνομα του εναγόμενου 1, καταγραμμένο ως «Lefkatis Pambos», με αριθμό ταυτότητας
- Δίπλα από τον αριθμό ταυτότητας και με χειρόγραφη σημείωση, καταγράφεται ο αριθμός λογαριασμού 0740049, που άνοιξαν οι ενάγοντες για να χρεοπιστώνουν τις χρηματιστηριακές πράξεις του εναγόμενου
- Οι ενάγοντες υπολόγιζαν τη συνολική προμήθεια (ύψους 40%), που θα εισέπρατταν και θα πίστωναν τους εναγόμενους 2 στη βάση της κίνησης των χρηματιστηριακών πράξεων των πελατών των εναγομένων
- Για παράδειγμα, για την περίοδο 1.5.00 μέχρι 31.8.00, η συνολική προμήθεια που εισπράχθηκε από πελάτες των εναγομένων 2, ήταν Λ.Κ.25.920,96 και το ποσό της προμήθειας που δικαιούνταν ήταν Λ.Κ.10.368,
- Το ποσό της προμήθειας πιστώθηκε στο λογαριασμό των εναγόμενων 2, με αριθμό
- Στις προμήθειες αυτές συμπεριλαμβανόταν και το αντίστοιχο ποσό των πράξεων του εναγόμενου 1 [βλ. Τεκμήριο 24
(1)και 24
(2)]. Έγινε αναφορά εκ πλευράς εναγομένων 2, για το ότι σε κάποια από τα κατατεθέντα τεκμήρια γίνεται μνεία, αντί στο όνομα των εναγομένων 2, σε ονόματα άλλων και δη, στα ονόματα AA Kyprianou Financial Services, AA Kyprianou Financial Services Ltd και AA Kyprianou Financial Agents [βλ. Τεκμήρια 24
(1)- 24
(9), 25
(1)- 25
(6)και 26
(1)- 26
(3)]. Επί τούτου, η μαρτυρία των εναγόντων ήταν σαφής (και την έχω δεχθεί στο σύνολό της), ότι η μη αναφορά στο όνομα των εναγομένων 2, οφειλόταν σε παραδρομή και μια χαλαρή χρησιμοποίηση του ονόματος τους και τίποτε περισσότερο. Δέχομαι την εκδοχή των εναγόντων, ότι στην κάθε περίπτωση, αυτό που εννοούνταν ήσαν οι εναγόμενοι 2 και κανείς άλλος. Ούτε και εννοούνταν αναφορά στο χρηματιστηριακό γραφείο AAA United Financial Services Ltd, το οποίο είχε αναφερθεί στη συνάντηση της 4.1.01, στα γραφεία των εναγόντων ως συνεργατών των εναγομένων 2 (βλ. Τεκμήριο 33). Πέραν της αξιόπιστης εξήγησης που δόθηκε εκ πλευράς εναγόντων, επισημαίνεται και το γεγονός ότι στις 7.11.00, οι εναγόμενοι 2 έστειλαν επιστολή προς τους ενάγοντες με την παράκληση όπως τέσσερεις «.πελάτες διαγραφούν από την AA KYPRIANOU INVESTMENTS LTD.». Τα ονόματα των πελατών αυτών παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, στα Τεκμήρια 24
(3)και 24
(4), τα οποία εκ λάθους αναφέρονται στην AA Kyprianou Financial Agents, αντί στην ακριβή ονομασία των εναγομένων
- Η Κατάσταση Κίνησης Διαθεσίμων για τους εναγόμενους 2, για την περίοδο 1.7.00 μέχρι 17.10.06, παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 27(Β), ενώ η Κατάσταση Κίνησης Διαθεσίμων 1.7.00 μέχρι 17.10.06, για τον εναγόμενο 1, παρουσιάζεται στο Τεκμήριο
- Η κατάθεση εγγράφου - επιστολόχαρτου με την ονομασία Α.Α. Kyprianou Financial Services Ltd (βλ. Τεκμήριο 51), όπου γίνεται αναφορά στην κατάθεση του ποσού των Λ.Κ.2.000, με το έγγραφο κατάθεσης να επισυνάπτεται (βλ. Τεκμήριο 50), δε δημιουργεί αμφιβολία για το αν η επίδικη συμφωνία αντιπροσωπείας έγινε πράγματι με τους εναγόμενους 2 και όχι με άλλη νομική οντότητα, όπως λόγου χάριν, την Α.Α. Kyprianou Financial Services Ltd. Το γιατί συντάχθηκε το Τεκμήριο 51, θα έπρεπε να το διευκρινίσει ο εναγόμενος 1, μεριμνώντας για την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη και με την υποβολή σχετικών ερωτήσεων κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων. Αυτό δεν έγινε. Όλα αυτά ασφαλώς, αναφέρονται επιπροσθέτως του δεδομένου της μη αμφισβήτησης της συμφωνίας αντιπροσωπείας μεταξύ εναγόντων και εναγομένων 2, στη δικογραφία, τη μαρτυρία αλλά και τις τοποθετήσεις του δικηγόρου τους, κατά τις αγορεύσεις. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, δέχομαι πλήρως τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και απορρίπτω αυτήν των εναγομένων, με την εξαίρεση που ανάφερα. Πέραν των άλλων ευρημάτων που έχουν ήδη διατυπωθεί, βρίσκω ότι από τις αρχές του 2000 και δυνάμει προφορικής συμφωνίας μεταξύ εναγομένων 2 και εναγόντων, οι εναγόμενοι 2, έναντι προμήθειας, άρχισαν να ενεργούν ως αντιπρόσωποι των εναγόντων για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Το είδος και οι όροι της αντιπροσώπευσης καθορίστηκαν και συμφωνήθηκαν προφορικώς μεταξύ του Διευθυντή του Χρηματιστηριακού Τμήματος των εναγόντων, Σταύρου Αγρότη (ΜΕ1) και του Διευθυντή των εναγομένων 2, Αλέξη Κυριάκου. Συμφωνήθηκε ότι οι εναγόμενοι 2 θα είχαν προσωπική ευθύνη έναντι των εναγόντων για την αποπληρωμή οποιουδήποτε χρέους προέκυπτε από εκτέλεση εντολών για αγοραπωλησίες μετοχών του εναγόμενου 1 που υποβάλλονταν μέσω τους. Μεταξύ 7.6.00 και 23.6.00, ο εναγόμενος 1 διενήργησε με τους ενάγοντες, δια των εναγομένων 2 και δη, μέσω του υπαλλήλου και συνεργάτη των τελευταίων, Χαράλαμπου Κρασάρη, εκτελέστηκαν τρεις πράξεις αγοράς μετοχών, τις οποίες εκτέλεσε ο Μάριος Σούπασιης (ΜΕ3), γνωρίζοντας τη σχέση εναγόμενου 1 - εναγομένων 2 - εναγόντων. Η πρώτη, εκτελέστηκε στις 7.6.00 και αφορούσε σε συνολική αγορά 100.000 μετοχών της εταιρείας K & G Complex Ltd, με καταβολή των ποσών που αναγράφονται στα αντίστοιχα πινακίδια συναλλαγών (contract notes), τα οποία παραδόθηκαν στους εναγόμενους 2, για παράδοση (όπως και έγινε) στον εναγόμενο 1 (βλ. Τεκμήρια 1 - 11). Στα πινακίδια αυτά βρίσκεται καταγραμμένος ο αριθμός λογαριασμού, το όνομα του εναγόμενου και ο αριθμός χρηματιστηρίου (stock exchange number), ο οποίος είναι ένας και μοναδικός, χωρίς να υπάρχει άλλος που να αντιστοιχεί σε άλλη πράξη. Τούτο αφορά και στις δύο επόμενες πράξεις, με τη δεύτερη, να εκτελείται στις 13.6.00 και να αφορά σε συνολική αγορά 100.000 μετοχών της εταιρείας Knossos Investment Ltd (βλ. Τεκμήρια 12 και 13) και την τρίτη, να εκτελείται στις 23.6.00 και να αφορά στην αγορά 5.000 μετοχών της εταιρείας Sharelink Financial Services Ltd (βλ. Τεκμήριο 14). Ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκαν δεκατέσσερα ξεχωριστά πινακίδια συναλλαγών και όχι μόνον τρία είναι γιατί αγοράζονταν όσες μετοχές βρίσκονταν διαθέσιμες προς πώληση τη δεδομένη στιγμή που δινόταν η εντολή των εναγόντων στο σύστημα του ΧΑΚ, μέχρι τη συμπλήρωσή της. Όλες οι αγορές έγιναν προς όφελος και με εξουσιοδότηση του εναγόμενου
- Οι πράξεις αυτές βρίσκονται επίσης καταγραμμένες, κατά εταιρεία, στο έγγραφο Transaction Report by Security, που αφορά στον εναγόμενο 1, το οποίο επαληθεύει και επιβεβαιώνει το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1-16 (βλ. Τεκμήριο 17). Οι υπό αναφορά αγοραπωλησίες καταγράφηκαν σε κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου 1 με τους ενάγοντες (βλ. Τεκμήριο 16). Στην κατάσταση αυτή, παρουσιάζονται χρονολογικώς όλες οι πράξεις του εναγόμενου 1, οι οποίες δημιούργησαν υπόλοιπο ανερχόμενο σε Λ.Κ.62.011,
- Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, επιτρεπόταν η αγορά μετοχών χωρίς να προκαταβολή του αντιτίμου τους. Οι ενάγοντες βεβαίως, πλήρωναν τα ποσά αγοράς των μετοχών όλων των πελατών τους, όπως και του εναγόμενου 1, στα εκάστοτε αντισυμβαλλόμενα μέρη του ΧΑΚ. Οι ενάγοντες διατηρούσαν στο όνομα του εναγόμενου 1 και Κατάσταση Κίνησης Διαθεσίμων, η οποία αποτελεί συνέχεια του Τεκμηρίου 16 και στην οποία φαίνεται ότι στις 22.9.00, κατατέθηκε από και προς όφελος του εναγόμενου 1 ποσό Λ.Κ.2.000, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο του λογαριασμού να μειωθεί σε Λ.Κ.60.011,02, που αργότερα αυξήθηκε με την προσθήκη διαφόρων εξόδων διαχείρισης, περί των οποίων γίνεται αναλυτική αναφορά πιο κάτω. Στις 20.6.00, ο εναγόμενος 1, διόρισε και γραπτώς ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους του τους ενάγοντες αναφορικώς, μεταξύ άλλων, με την υπογραφή εγγράφων για τη χρηματιστηριακή μεταβίβαση μετοχών και άλλων συναφών ενεργειών (βλ. Τεκμήριο 19). Η αγορά των μετοχών της Sharelink Financial Services Ltd, έγινε μετά την υπογραφή του πληρεξουσίου αυτού, ενώ οι άλλες δύο επίδικες συναλλαγές, πριν την υπογραφή του πληρεξουσίου. Το γεγονός, με κανένα τρόπο δεν επηρεάζει τη νομιμότητα των προγενέστερων συναλλαγών αλλά ούτε και την αξιοπιστία της εκδοχής των εναγόντων ή με οποιοδήποτε τρόπο ενισχύουν (και πάλιν για λόγους που αναλύθηκαν), την εκδοχή του εναγόμενου
- Ο εναγόμενος 1 γνώριζε καλώς για τις ενέργειες των εναγόντων αναφορικώς με τα χρηματιστηριακά του συμφέροντα και επιδιώξεις. Η θέση των εναγομένων 2 ότι, τάχα, δεν επιτρεπόταν βάσει των όρων της συμφωνίας αντιπροσωπείας με τους ενάγοντες η μεταβίβαση εντολών για αγοραπωλησία μετοχών για επενδυτές που δεν είχαν εκ των προτέρων ανοίξει λογαριασμό με τους ενάγοντες και υπογράψει σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο που να τους εξουσιοδοτεί να προβαίνουν στις πράξεις αυτές, δεν αποτελεί παρά ευφυές εκ των υστέρων εφεύρημα για την αποφυγή των υποχρεώσεων που ρητώς και απεριφράστως ανάλαβαν στα πλαίσια της συμφωνίας τους με τους ενάγοντες. Στις 31.10.00, ο εναγόμενος 1 έστειλε προς τους ενάγοντες επιστολή, πληροφορώντας τους ότι για τις χρηματιστηριακές του συναλλαγές θα χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες τους και δεσμευόταν ότι δεν θα διαπραγματευόταν τις μετοχές που διατυπώνονταν στην επιστολή με οποιανδήποτε άλλη χρηματιστηριακή εταιρεία μέχρι την αποπληρωμή των οφειλών του προς τους ενάγοντες (βλ. Τεκμήριο 20). Με τον εναγόμενο 1 έγιναν αρκετές συναντήσεις [και τηλεφωνικές επαφές], με υπαλλήλους των εναγόντων, υπαλλήλους της Υπηρεσίας Προβληματικών Λογαριασμών της Τράπεζας Κύπρου Λτδ και της Τράπεζας Κύπρου (Φάκτορς) Λτδ προς εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης και καταβολή των οφειλομένων, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι συναντήσεις αυτές έγιναν στις 12.3.01, 4.4.01 και 6.9.
- Παρομοίως, συναντήσεις για εξώδικο διακανονισμό της υπόθεσης έγιναν και με τους εναγόμενους 2, στις 4.1.01, 7.2.01 και 3.5.
- Από το σύνολο των επαφών προέκυψε παραδοχή των οφειλομένων εκ πλευράς εναγόμενου 1, αλλά και της υποχρέωσης (δεδομένης βεβαίως, λόγω της συμφωνίας που υπήρχε με τους ενάγοντες), καταβολής των οφειλομένων του εναγόμενου 1, από τους εναγόμενους
- Εκεί που υπήρχε διάσταση ήταν στον τρόπο αποπληρωμής των οφειλομένων. Με δεδομένη την άρνηση του εναγόμενου 1 να αποπληρώσει τα οφειλόμενα, οι ενάγοντες έστειλαν προς αυτόν επιστολές στις 31.1.02, 16.7.02 και 25.2.03, καλώντας τον να εξοφλήσει [βλ. Τεκμήρια 21
(1), 21
(2), 21
(3)]. Η επιστολή - Τεκμήριο 21
(1), αναγράφει εκ παραδρομής το έτος 2001, αντί το σωστό έτος
- Επιστολή απαίτησης εξόφλησης των οφειλομένων στάλθηκε και στους εναγόμενους 2 στις 22.6.03 (βλ. Τεκμήριο 22). Οι εναγόμενοι 2, ανάλαβαν σχετική υποχρέωση και εγγυήθηκαν την αποπληρωμή όλων των οφειλόμενων (προς τους ενάγοντες) ποσών από μέρους του εναγόμενου 1 και ως εκ τούτου θεωρούνται υπόλογοι μαζί του, στην ίδια έκταση που ευθύνεται και αυτός για την εξόφληση τού υπολοίπου του λογαριασμού. Οι προσπάθειες των εναγόντων να εξασφαλίσουν το λαβείν τους (και) με απευθείας προσπάθειες με τον εναγόμενο 1, δε δημιουργούν οποιοδήποτε πρόβλημα ή κώλυμα για την αξίωση του ποσού (και) από τους εναγόμενους 2, ως εγγυητών ούτε και οι προσπάθειες αυτές αποτελούν συμπεριφορά ενδεικτική ανυπαρξίας σχέσης εγγύησης, όπως αυτή έχει αναλυθεί. Ό,τι αξιώνουν οι ενάγοντες εναντίον των εναγομένων 2, συνάδει και με τα δικαιώματα που τους παρέχει ο νόμος βάσει του Μέρους ΧΙ του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Οι ενάγοντες ειδοποίησαν προσηκόντως τους εναγόμενους 2, για την οφειλή του εναγόμενου 1, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αναφορικώς με το ζήτημα της τοκοφορίας και άλλων χρεώσεων του λογαριασμού, η μαρτυρία των εναγόντων δεν είναι ικανοποιητική για επιδίκαση του ποσού που ζητούν. Οι σχετικές τοποθετήσεις της κ. Χριστοδουλίδου επί του ζητήματος, κρίνονται εύστοχες. Είναι γεγονός ότι υπήρξε κάποια ασάφεια στη μαρτυρία των εναγόντων επί του προσδιορισμού των όρων της συμφωνίας πάνω σε αυτή την πτυχή. Εκτός του ότι δε συμφωνήθηκε συγκεκριμένο ποσοστό τόκου, η απόφαση των εναγόντων να χαρακτηρίσουν ως τόκους τα ποσά των διαφόρων χρεώσεων με τις οποίες επιβάρυναν το λογαριασμό του εναγόμενου 1, κρίνεται αδικαιολόγητη και αυθαίρετη. Εφόσον οι ενάγοντες (και λογικώς), επιθυμούσαν τη χρέωση δικαιωμάτων ή τόκων, είτε για τη διαχείριση του λογαριασμού είτε για άλλους λόγους, όφειλαν όχι μόνον να προσέφεραν σαφή και λεπτομερή μαρτυρία αλλά και να πρόβαιναν (πρωτίστως), σε δικογράφηση των ισχυρισμών αυτών στην Έκθεση Απαίτησης, κάτι που δεν έπραξαν. Οι ενάγοντες δικαιούνται στην επιδίκαση μόνον νόμιμου τόκου επί του ποσού των €102.534,19 (Λ.Κ.60.011,02), από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής στις 4.7.
- Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για ποσό €105.952,12, με νόμιμο τόκο προς 8%, μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο