ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 8775/07, 31 Ιανουαρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8775/07 Μεταξύ ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, από Λευκωσία Ενάγουσας Και ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, από Λευκωσία Εναγομένης Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2008 Αίτηση ημερομηνίας 3-10-07 για συνοπτική απόφαση ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Ραφτοπούλου για Αλέκο Ευαγγέλου & Σία Για Εναγομένη - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χριστοφίδης για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση της η Ενάγουσα αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης ως το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Η αξίωση της αφορά Λ.Κ.4.000 διοικητικό πρόστιμο, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Η Εναγόμενη στις 12-9-07 καταχώρισε μαζί με το σημείωμα εμφάνισης της και την έκθεση υπεράσπισης της, αλλά στις 3-10-07 ακολούθησε η παρούσα αίτηση. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του λογιστή της Ενάγουσας κ. ΄Ανθιμου Παπανδρέου. Σ' αυτή αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα και συγκεκριμένα ότι στις 29-3-07 στάληκε προς την Εναγόμενη η απόφαση της Ενάγουσας ημερ. 22-11-06 με την οποία επιβλήθηκε στην πρώτη διοικητικό πρόστιμο ύψους Λ.Κ.4.000, το οποίο επιβλήθηκε μετά από αυτεπάγγελτη εξέταση και διαπίστωση παράβασης του καν. 24
(2)(γ) των Περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000). Οι παραβάσεις αφορούν τη μετάδοση πληροφοριών για το γνωστό αεροπορικό ατύχημα σε αεροσκάφος της «ΗΛΙΟΣ» στις 14 και 15-8-05 από τον τηλεοπτικό σταθμό «Αντένα». Είναι παραδεκτό πως δεν έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα το εν λόγω πρόστιμο. Η Εναγόμενη καταχώρισε ένσταση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του δικηγόρου στο γραφείο Λ. Παπαφιλίππου & Σία, κ. Γιώργου Βαλιαντή, με την οποία προβάλλει συνολικά 13 λόγους ένστασης ως ακολούθως: (α) Η Εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση (β) Η επίδικη απόφαση είναι προϊόν παρανομίας (γ) Η επίδικη απόφαση είναι άκυρη (δ) Ο καν. 48 είναι ultra vires του Ν.7
(1)/98 (ε) Η Ενάγουσα στερείτο εξουσίας να εκδώσει την απόφαση και δεν νομιμοποιείται να εγείρει την αγωγή. (στ) Η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού αντίκειται στα άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος. (ζ) Η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την ενάγουσα παραβιάζει το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. (η) Η επίδικη απόφαση αποτελεί προσπάθεια της Ενάγουσας για αδικαιολόγητο πλουτισμό της και αντιβαίνει τη δημόσια τάξη. (θ) Το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει εξουσία και καθήκον να εξετάσει τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης ως προκαταρκτικό νομικό σημείο σύμφωνα με την υποθ. A.G.V. Imbrahim
(1964)C.L.R.
- (ι) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.
- (ια) Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση δεν έχει προσωπική γνώση. (ιβ) Η Ενάγουσα δεν έχει προσαγάγει το πρωτότυπο της επίδικης απόφασης. (ιγ) Εναντίον της επίδικης απόφασης εκκρεμεί προσφυγή. Με την ένορκη δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης και επισυνάπτεται αντίγραφο της υπεράσπισης που ήδη έχει καταχωριστεί. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι περιορίστηκαν στις γραπτές ένορκες δηλώσεις, χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η έκδοση απόφασης κατόπιν αίτησης για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο δεδομένου ότι μέσω μιας τέτοιας διαδικασίας παρακάμπτεται η συνήθης διεξαγωγή της δίκης. Για αυτό το λόγο πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο όπου τα γεγονότα κατά τρόπο εμφανή δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Ως πρώτο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε το κατά πόσο ο Ενάγων έχει ικανοποιήσει τις δικονομικές προϋποθέσεις της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της Δ.18 κ. 1(α) αλλά και από τη νομολογία (βλ. υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782) ο Ενάγων καταρχάς έχει το βάρος να καταδείξει ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο δυνάμει της Δ.2 κ.6. (β) Καταχωρίστηκε εμφάνιση από τον Εναγόμενο. (γ) Η αίτηση για συνοπτική απόφαση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη αυτή δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και σε αυτή να δηλώνεται η πίστη του ενόρκως δηλούντος ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Στην περίπτωση που ο Ενάγων-Αιτητής ικανοποιήσει τις δικονομικές Προϋποθέσεις τη Δ.18, το βάρος μετατίθεται στην πλευρά του Εναγομένου να πείσει το Δικαστήριο πως έχει καλή υπεράσπιση, δίνοντας προς τούτο αρκετές λεπτομέρειες ή προβάλλοντας σχετικούς με το θέμα ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. (βλ. υποθέσεις Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)A.A.Δ. 239). Εύκολα διαπιστώνεται ότι στην παρούσα υπόθεση οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται δεδομένου αφενός, ότι το καταχωρισθέν κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο επί εντύπου βάσει της Δ.2 Κ.6 και αφετέρου, η Εναγόμενη έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση το ζητούμενο είναι να έχει ο ενρόκως δηλών «θετική γνώση» αναφορικά με τα γεγονότα επαληθεύοντας τη βάση της αγωγής. Όπως έχει αναφερθεί στην υποθ. Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1 Α.Α.Δ. 223 «η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «θετική γνώση» ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα.» Στα πλαίσια αυτά είναι αποδεκτό πως στις περιπτώσεις που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο υποχρεωτικά ορκίζεται κάποιο φυσικό πρόσωπο ανάλογα με τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αλλά και τη φύση της αξίωσης (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782). Όπως και στην υποθ. Marketrends (ανωτέρω) έτσι και στην παρούσα, ο ενόρκως δηλών κ. Παπανδρέου, δεν είναι ένα τυχαίο πρόσωπο. Είναι ο λογιστής της Ενάγουσας, γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά, είναι εξουσιοδοτημένος και υπεύθυνος για την παρακολούθηση του λογαριασμού της Εναγομένης. Ενεργούσε για λογαριασμό της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης και βασίστηκε στην επίδικη απόφαση για να προβεί στα απαραίτητα διαβήματα για την είσπραξη του επιβληθέντος διοικητικού προστίμου. Αφού ενεργεί με βάση τη συγκεκριμένη απόφαση είναι αυτονόητο ότι την έχει ελέγξει και έχει βεβαιωθεί προσωπικά για την ύπαρξη της, για τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την είσπραξη του ποσού, την ορθότητα των εγγράφων και κατά πόσο έχει εισπραχθεί μέχρι σήμερα το πρόστιμο. Με βάση τα πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι είναι σε θέση να επαληθεύσει και επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος πράγμα το οποίο έχει πράξει με την παράγραφο 2 της ένορκης του δήλωσης. Από τη στιγμή που η Ενάγουσα ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε το βάρος μετατόπιζεται στην Εναγόμενη να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Θα πρέπει δηλαδή να διαφανεί πως η Εναγόμενη δίδει στην ένορκη δήλωση της αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως το οποίο θα πρέπει να εκδικαστεί και γενικά να αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που θα κριθούν αρκετά για να της δοθεί δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση της (βλ. CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897). Σημειώνεται δε πως η ήδη καταχωρισθείσα έκθεση υπεράσπισης δεν μπορεί να αποστερήσει την Ενάγουσα του δικαιώματος να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 408). Η πλειονότητα των λόγων ένστασης καθώς και τα επιχειρήματα στα οποία προσπαθεί η Εναγόμενη να στηρίξει την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης αφορούν τη νομιμότητα, την εγκυρότητα, την εκτελεστότητα, τη διαδικασία και γενικά το νομικό υπόβαθρο της επίδικης απόφασης. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία πως η εν λόγω απόφαση ήταν και παραμένει μέχρι την πιθανή ακύρωση της από το αρμόδιο διοικητικό Δικαστήριο, ήτοι το Ανώτατο Δικαστήριο, μια καθ' όλα έγκυρη, νόμιμη και εκτελεστή διοικητική πράξη την οποία δεν έχει εξουσία να ελέγξει το Επαρχιακό Δικαστήριο. Αυτό προκύπτει από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου εκ των οποίων παρατίθενται αποσπάσματα κατωτέρω: Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 408: «(β) Οι αποφάσεις των εφεσιβλήτων ήταν για επιβολή διοικητικών προστίμων στους εφεσείοντες δυνάμει του Ν.7(Ι)/98 και συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, η αμφισβήτηση της νομιμότητας των οποίων μπορεί να γίνει μόνο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μέχρι την ακύρωση μιας διοικητικής πράξης αυτή παραμένει ισχυρή και παράγει έννομα αποτελέσματα. Στην προκείμενη περίπτωση οι διοικητικές πράξεις δεν ακυρώθηκαν. (γ) Οι χρηματικές αξιώσεις των εφεσιβλήτων, στις προαναφερόμενες αγωγές, βασίζονται απόλυτα στις προαναφερόμενες διοικητικές πράξεις. Οι εφεσείοντες δεν κατάφεραν να δείξουν, δίνοντας μάλιστα και επαρκείς λεπτομέρειες, όπως όφειλαν (εφόσον οι εφεσίβλητοι είχαν ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18), ότι έχουν συζητήσιμες υπερασπίσεις. (δ) Αναφορικά με τη συνταγματικότητα του Νόμου 7(Ι)/98 παρατηρούμε πως κάθε νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Ο νόμος αυτός δεν κρίθηκε ως ανισυνταγματικός». Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 223. «Το κατά πόσο η Επιτροπή είχε δικαίωμα επιβολής προστίμου, είναι θέμα που αφορά την εγκυρότητα και νομιμότητα διοικητικής πράξης, που το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να κρίνει, αφού αυτό το θέμα εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του ΄Αρθρου 146 του Συντάγματος. ΄Ετσι, η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του προκειμένου ήταν απόλυτα ορθή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του διοικητική απόφαση σε ισχύ και είχε καθήκον να την εφαρμόσει. (Δέστε και Ζήνων Ζήνωνα Χρίστου ν. ΕΤΕΚ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847). Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Πολ. Εφ. 1/06 ημερ: 12-7-07. «Σύμφωνα με νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όταν πρόκειται για χρηματικές απαιτήσεις τέτοιας φύσης που αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τη νομιμότητα τους αφού αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. μεταξύ άλλων Pouros & others v. Attorney General
(1980)1 C.L.R. 411, Director of Customs and Excise v. Grecian Hotel
(1985)1 C.L.R. 476, Χρίστου ν. Ε.Τ.Ε.Κ.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847 και Κυριάκου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 589). Τα νομικά θέματα που εγείρονταν με την ένσταση (αλλά και με την έκθεση υπεράσπισης που είχε ήδη καταχωρηθεί) όπως για παράδειγμα η αντισυνταγματικότητα του Νόμου, η πάσχουσα σύνθεση του συλλογικού οργάνου και γενικά όλοι οι λόγοι για τους οποίους γινόταν ισχυρισμός ότι η επιβολή του προστίμου είναι παράνομη, ήταν κάτι που το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει, επειδή αφορούσε εκτελεστή διοικητική πράξη που αναγόταν στη σφαίρα της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2004)3 Α.Α.Δ. 134, απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας, όπου εξετάστηκαν τα θέματα που εγείρονται από τους εφεσείοντες για το παράνομο της απόφασης επιβολής του διοικητικού προστίμου, και στην παρούσα).» ΄Οσον αφορά την είσπραξη του ποσού από την Ενάγουσα η εισήγηση της Εναγομένης κατατείνει στο ότι αντιβαίνει τα άρθρα 165 - 167 του Συντάγματος. Στο άρθρο 41Β
(3)του Ν. 7
(1)/98 αναφέρεται ότι το διοικητικό πρόστιμο εισπράττεται «ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία» και στο άρθρο 165
(1)του Συντάγματος αναφέρεται πως κάθε χρηματικό ποσό εισπραττόμενο υπό της Δημοκρατίας κατατίθεται στο «λογαριασμό παγίου ταμείου της Δημοκρατίας». Ως εκ τούτου, εισηγείται η Εναγόμενη θα μπορούσε να εισπραχθεί μόνο με αγωγή του Γενικού Εισαγγελέως εκ μέρους της Δημοκρατίας. Η εισήγηση όμως παραγνωρίζει πως η ιδρυθείσα Αρχή Ραδιοτηλεόρασης είναι με βάση το άρθρο 3
(1)του Νόμου ανεξάρτητη και κυρίως ότι με βάση το άρθρο 3
(3)προικοδοτήθηκε με πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και ικανότητα «να ενάγει και να ενάγεται» (άρθρο 3
(3)(α)) αλλά και να εκτελεί κάθε πράξη που απαιτεί η εκπλήρωση των δυνάμει του νόμου σκοπών της (άρθρο 3
(3)(β)). Η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα να εγείρει η ίδια αγωγή προς είσπραξη προστίμου και τούτο είναι σαφές από την αναφορά στο άρθρο 41Β
(3)ότι «η Αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία». Η φράση «ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία» δεν πρέπει να απομονώνεται, αλλά να ερμηνεύεται ως συνέχεια της προηγούμενης. Παραπέμπει δε σε αγωγή, η οποία αντιδιαστέλλεται με αυτή τη διατύπωση, από τη διαδικασία είσπραξης χρηματικής ποινής. ΄Αλλωστε και το ίδιο το άρθρο 165
(1)του Συντάγματος αναφέρεται σε ποσόν «συλλεγόμενον ή εισπραττόμενον» υπό της Δημοκρατίας. Το δικαίωμα της Ενάγουσας να εγείρει αγωγή προκύπτει από τον ίδιο το Νόμο και ανεξαρτήτως του καν. 48
(1)της Κ.Δ.Π. 10/2000. Ακόμα και η ίδια η Εναγόμενη δέχεται (στη σελ. 10 της γραπτής αγόρευσης) πως η ενάγουσα θα μπορούσε να καταχωρίσει την αγωγή, αλλά «για χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία». Θα μπορούσε λοιπόν να λεχθεί πως το κατά πόσον το ποσό πρέπει να καταλήξει στο λογαριασμό του παγίου ταμείου της Δημοκρατίας αφορά μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και πως εν πάση περιπτώσει μια τέτοια πορεία δεν αποκλείεται από μόνο το γεγονός ότι η αγωγή ηγέρθη από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης. Εν πάση περιπτώσει να σημειωθεί περαιτέρω πως όπως είχε αναφερθεί στην υπ. Βιομηχ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 990 με σχετική παραπομπή στο Annual Practice του 1958 «αν ο Εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα πρέπει να αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο στη δίκη». Επισημαίνεται επίσης πως σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπ. Marketrends (ανωτέρω) το δικαίωμα και η συνακόλουθη καταχώριση προσφυγής δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι ισοδυναμεί με αναστολή είσπραξης του προστίμου ως αστικού χρέους. Με βάση όλα τα ανωτέρω είναι η κατάληξη μου πως η Εναγόμενη δεν έχει καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα για τα οποία θα έπρεπε να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Ουσιαστικά η ύπαρξη της διοικητικής απόφασης είναι αναντίλεκτη και το πεδίο για την αμφισβήτηση της είναι αποκλειστικά το Ανώτατο Δικαστήριο και η προσφυγή που έχει ήδη καταχωριστεί. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των Λ.Κ.4.000 με νόμιμο τόκο συν έξοδα ως θα υπολογιστούν με νόμιμο τόκο από σήμερα και Φ.Π.Α. (Υπ.) ............ Χ.Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο