← Κύπρος

Πολύκαρπου Πολυκάρπου κ.α. ν. STAMIGRO LTD, Αγωγή Αρ.10976/07, 4.2.08

Πολύκαρπου Πολυκάρπου κ.α. ν. STAMIGRO LTD, Αγωγή Αρ.10976/07, 4.2.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.10976/07 Μεταξύ:

  1. Πολύκαρπου Πολυκάρπου, από Λευκωσία
  2. Χριστόδουλου Ιωσήφ, από Λευκωσία Εναγόντων - και -
  3. STAMIGRO LTD, από Λευκωσία
  4. Κωνσταντίνου Ραπτάκη, από Ελλάδα
  5. Χρυσούλας Ραπτάκη, από Ελλάδα
  6. Νικόλαου Ραπτάκη, από Ελλάδα
  7. Αναστασίας (Τασούλλας) Ραπτάκη, από Ελλάδα
  8. Παύλου Ορφανίδη, από Ελλάδα
  9. Σάκη Μακρή, από Ελλάδα
  10. RA.PO.CH. ENTERTAINMENT LTD, από Λευκωσία
  11. Αντώνη Καλαφάτη, από Ελλάδα
  12. RODIVERTIMENTO Α.Ε. από Ελλάδα
  13. GR HOLDING A.E., από Ελλάδα Εναγομένων Αίτηση εναγόντων ημερ. 14.12.07 για ενδιάμεσα διατάγματα Ημερομηνία: 4.2.08 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες/αιτητές: κκ. Σκορδής & Αργυρού Για εναγόμενους/καθ΄ ων: κ. Μέσσιος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, μέτοχοι μειοψηφίας της εναγόμενης 8 (στο εξής η Εταιρεία), καταλογίζουν στους εναγόμενους επιλήψιμες πράξεις ή παραλείψεις σε βάρος των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και με την αγωγή τους αξιώνουν διάφορες θεραπείες. Μεταξύ αυτών και επιστροφή χρημάτων, τα οποία, όπως διατείνονται, απέσπασαν από την Εταιρεία για ίδιον όφελος, κατά παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης και/ή πίστης και/ή ως αποτέλεσμα δόλου και/ή απάτης. Ταυτόχρονα με την καταχώριση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οι ενάγοντες (στο εξής οι ατητές) καταχώρισαν και μονομερή αίτηση για έκδοση αριθμού ενδιάμεσων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ικανοποίησε μερικώς το αίτημα τους, εκδίδοντας διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν:
  14. Σ΄ όλους τους εναγόμενους από το να αποσύρουν οποιαδήποτε χρήματα από τους τραπεζιτικούς λογαριασμούς της Εταιρείας, ή από τα ταμεία της, για προσωπικό όφελος και,
  15. Στους εναγόμενους 2 και 3 να συγκαλέσουν Γενική Συνέλευση των μετόχων της Εταιρείας, με σκοπό την αλλοίωση της μετοχικής δομής ή του Διοικητικού της Συμβουλίου. Οι εναγόμενοι έφεραν ένσταση στην οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων, καθώς επίσης και για τα υπόλοιπα διατάγματα που δεν εκδόθηκαν μονομερώς. Κατά την εξέλιξη, όμως, της ακροαματικής διαδικασίας οι αιτητές απέσυραν όλα τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα και οι εναγόμενοι, αφού διαφοροποιήθηκε εκ συμφώνου το πρώτο σκέλος του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, απόσυραν την ένσταση τους σ΄ ότι το αφορά. Παρέμεινε, επομένως, το δεύτερο σκέλος, το οποίο αφορά μόνο τους εναγόμενους 2 και 3, μετόχους, ουσιαστικά, της πλειοψηφίας της Εταιρείας. Από τη θεώρηση των ενόρκων δηλώσεων, οι οποίες συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: Από τις αρχές Ιουνίου του 2007 λειτουργεί στο κέντρο της Λευκωσίας το γνωστό καφεστιατόριο «Taj Mahal» (στο εξής το καφεστιατόριο), το οποίο ως επιχείρηση ανήκει στην Εταιρεία. Η λειτουργία του καφεστιατορίου έγινε κατορθωτή κατόπιν συμφωνίας των αιτητών με την οικογένεια Ραπτάκη, η οποία διαχειρίζεται αριθμό καφεστιατορίων του ιδίου τύπου και με το ίδιο όνομα όπως το κυπριακό σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, οι αιτητές έγιναν μέτοχοι της Εταιρείας με ποσοστό 43% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου και η εναγόμενη 1, η οποία έχει ως μόνους μέτοχους τους εναγόμενους 2 και 3 (στο εξής οι καθ΄ ων η αίτηση), του υπόλοιπου 57%. Όσον αφορά το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας, αυτό απαρτίζεται από τον ενάγοντα αρ. 1 - ο οποίος είναι και μέλος του Δ.Σ. της εναγόμενης 1 - και τους καθ΄ ων η αίτηση. Η λειτουργία του καφεστιατορίου υπήρξε και, όπως φαίνεται, συνεχίζει να είναι επιτυχής. Η επιτυχία, όμως, δεν συνέτεινε και στην ανάπτυξη σχέσεων καλής συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκομένων. Αντίθετα, ευθύς εξ αρχής αναφύησαν προστριβές, ενώ το στοιχείο της εμπιστοσύνης αντικαταστάθηκε από το στοιχείο της αμοιβαίας καχυποψίας. Κύρια αιτία, η διαχείριση των υψηλών εισπράξεων, επί καθημερινής βάσεως, του καφεστιατορίου. Διατυπώνονται, επί του προκειμένου, κατηγορίες εναντίον των εναγομένων - κυρίως εναντίον του εναγόμενου 4 ο οποίος είναι πατέρας των καθ΄ων η αίτηση - για παράνομες ή αδικαιολόγητες αποσύρσεις δεκάδων χιλιάδων λιρών από το ταμείο του καφεστιατορίου ή από τους τραπεζιτικούς λογαριασμούς της Εταιρείας, τις οποίες οι εναγόμενοι όχι μόνο απορρίπτουν αλλά, αντεπιτιθέμοι, επιστρέφουν στον ενάγοντα αρ.
  16. Αναφορά στο τι συγκεκριμένα η κάθε πλευρά καταλογίζει στην άλλη δεν θα εξυπηρετούσε, κατά την άποψή μου, τις ανάγκες της υπόθεσης. Εξάλλου, το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως είναι περιορισμένο (Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St.Ltd

(1996)1 (Β) ΑΑΔ 799) και η διαδικασία δεν προσφέρεται για εξέταση των αμφισβητούμενων θεμάτων ή για κατάληξη σε ευρήματα (Baccardi v. Vineo Ltd
(1996)1 (Β) AAΔ 788). Θα ΄ταν, όμως, χρήσιμο να επισημανθεί ότι, όπως εξάγεται από τις εκατέρωθεν ενόρκους δηλώσεις, υπάρχει έκδηλη ακαταστασία λογιστικού ελέγχου και διαχείρισης των εισπράξεων, κάτι που δεν συνάδει με αναγνωρισμένη από το νόμο νομική οντότητα, με ξεχωριστά δικαιώματα και υποχρεώσεις απ΄ ότι τα μέλη της. Εν πάση περιπτώσει, το σκέλος του διατάγματος που αφορά το ζήτημα αυτό έπαυσε να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και ό,τι παρέμεινε είναι η παράθεση των εκατέρωθεν ισχυρισμών που αφορούν το δεύτερο σκέλος. Το καφεστιατόριο, ισχυρίζεται ο ενάγοντας 1 στην ένορκη δήλωσή του, παρόλο που είχε εισπράξεις πέραν των £500.000 μέχρι 14.12.07 εντούτοις, λόγω των επιλήψιμων πράξεων των εναγομένων 1-7, ο τραπεζιτικός λογαριασμός της Εταιρείας παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο της τάξεως των £10.118. Προέχει, επομένως, η προστασία της Εταιρείας από πράξεις ή παραλείψεις της πλειοψηφίας και είναι γι΄ αυτό το λόγο που οι αιτητές, ως μέτοχοι μειοψηφίας, ήγειραν την παρούσα παράγωγη αγωγή. Το ζήτημα, συνεχίζει, είναι κατεπείγον γιατί αν συνεχισθεί η παρατηρούμενη απαράδεκτη κατάσταση τόσο η Εταιρεία όσο και οι ίδιοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη και ανυπολόγιστη ζημία. Ειδικά, σ΄ ότι αφορά το υπό συζήτηση σκέλος του διατάγματος, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι στις 13.12.07, την παραμονή δηλαδή καταχώρισης της αίτησης, ο εναγόμενος 6 επισκέφθηκε τον ενάγοντα αρ. 2 και τον πίεσε, κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου 4, να υπογράψει έγγραφο για παύση του ενάγοντα αρ. 1 από μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας. Η ενέργεια αυτή, διατείνονται, αποκαλύπτει τις προθέσεις των καθ΄ ων η αίτηση και για διασφάλιση των συμφερόντων τόσο της Εταιρείας όσο και των ιδίων επιβάλλεται η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, τόσο όσον αφορά τη μετοχική δομή της Εταιρείας όσο και του Διοικητικού της Συμβουλίου. Το να χρωστά μια επιχείρηση £10.000, αντιτείνεται από τους καθ΄ ων η αίτηση, τη στιγμή που οι εισπράξεις της μέσα σε έξι
(6)μήνες ήταν της τάξεως των £500.000 δεν αποτελεί ένδειξη ύπαρξης προβλήματος. Τα διάφορα προβλήματα που αναφύησαν στις σχέσεις των εμπλεκόμενων με τη λειτουργία του καφεστιατορίου, διατείνεται στην ένορκη του δήλωση ο εναγόμενος 4, ανάλαβαν να τα επιλύσουν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Ενώ, όμως, βρισκόταν σε εξέλιξη προσπάθεια επίλυσης τους, οι αιτητές προχώρησαν σε έγερση αγωγής. Επομένως, η αγωγή είναι πρόωρη και καταχωρήθηκε με σκοπό να αναγκασθούν οι εναγόμενοι 1-5 να αγοράσουν τις μετοχές τους ή να επιβάλουν τη βούληση τους επί της πλειοψηφίας. Εν πάση περιπτώσει, η αγωγή πάσχει δικονομικά και το ενδεδειγμένο μέτρο θα΄ ταν αίτηση για διάλυση της εταιρείας με βάση την καταπίεση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας και όχι αγωγή. Πέραν τούτων, ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος γιατί τα ισχυριζόμενα προβλήματα αναφύησαν πολύ πριν την καταχώριση της αγωγής, η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσε να καταχωρηθεί χωρίς να προηγηθεί συνεδρία του Δ.Σ., κάτι που δεν έγινε. Επομένως, τόσο η αγωγή όσο και η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες και το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Στο στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των αιτητών, αφού αναφέρθηκαν στην έννοια και φύση της παράγωγης αγωγής, εισηγήθηκαν ότι ικανοποιούνται όλες οι αρχές για έγερση της από τους αιτητές. Επικαλέσθηκαν, περαιτέρω, αποφάσεις δικαιοδοσίας Προέδρου Επαρχιακών Δικαστηρίων για να υποστηρίξουν ότι υπό τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλεται η οριστικοποίηση και του δεύτερου σκέλους του διατάγματος. Με τη σειρά του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση ζήτησε ακύρωση του υπό συζήτηση διατάγματος, αναπτύσσοντας, ουσιαστικά, τα όσα επικαλείται ο εναγόμενος 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Πιο συγκεκριμένα, τόνισε ότι:-
  1. Οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, γιατί απέκρυψαν τις καταστάσεις εσόδων και εξόδων του καφεστιατορίου από 9.6.07 μέχρι 7.12.
  2. Οι εν λόγω καταστάσεις (τεκμ.3, στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 4), ετοιμάσθηκαν, όπως προέκυψε και από την αντεξέταση του εναγόμενου 4, από τον ενάγοντα 1 ο οποίος υπέγραψε και τον κύριο όγκο των επιταγών (τεκμ.2) που εκδόθηκαν από την Εταιρεία.
  3. Οι αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν το στοιχείο του κατεπείγοντος. Επεσήμανε, επί του προκειμένου, ότι από τη λειτουργία του καφεστιατορίου μέχρι την καταχώριση της αίτησης «όλοι έπαιρναν παράτυπα, ακατάστατα και επικίνδυνα» χρήματα από το ταμείο, κι όμως οι αιτητές τώρα θυμήθηκαν να απευθυνθούν στο Δικαστήριο και
  4. Οι αιτητές, ουσιαστικά, επικαλούνται καταπίεση τους από την πλειοψηφία. Επομένως, οι μόνες θεραπείες που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν θα ήταν με βάση τα άρθρα 202 και 211(στ) του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  5. Δηλαδή, διάλυση της Εταιρείας στα πλαίσια καθορισμένης από το νόμο δικαστικής διαδικασίας και όχι στα πλαίσια πολιτικής αγωγής. Περαιτέρω, δεν θα ήταν ορθό να επέμβει το Δικαστήριο τόσο στη μετοχική δομή της Εταιρείας όσο και για τα μέλη που θα απαρτίζουν το Δ.Σ., θέμα που ρυθμίζεται από τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και από το καταστατικό της εταιρείας. Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, τα επισυναπτόμενα σ΄ αυτές έγγραφα και όσα με ικανότητα υποστηρίχθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των δύο πλευρών. Η αίτηση, όπως είναι και η θέση των αιτητών, καταχωρήθηκε στα πλαίσια παράγωγης αγωγής και, επομένως, προέχει ο προσδιορισμός της έννοιας και φύσης της εν λόγω αγωγής, θέμα που σχετίζεται με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  6. Παρεμβάλλεται, στο σημείο αυτό, ότι οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου - ότι δηλαδή για να επιτύχει ένας αιτητής σε διάταγμα της εξεταζόμενης φύσης πρέπει να καταδείξει ότι (α) εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) έχει ορατή προοπτική και πιθανότητα ότι δικαιούται στις αξιούμενες με την αγωγή του θεραπείες και (γ) ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο - έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης κατ΄ επανάληψη (Βλ. Καρυδάς Taxi Co v. Komodikis
(1975)1 CLR 321, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 552, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248 και άλλες) και δεν θα εξυπηρετούσε κάποιο χρήσιμο σκοπό να επαναληφθεί η έννοια και η εμβέλεια της κάθε προϋπόθεσης. Η έννοια και φύση της παράγωγης αγωγής εξετάζεται στα συγγράμματα Pennington Company Law, 3η έκδοση, σελ. 564, Palmers' Company Law (έκδοση 2000), Τόμος 2ος, σελ. 8177, Ηalsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 7
(1), σελ. 701 και έτυχε νομολογιακής ανάλυσης στην υπόθεση Wallersteiner v. Moir (No.2) [1975] 1 All E.R.
  1. Συνοπτικά, όπως προκύπτει από τις εν λόγω αυθεντίες, η παράγωγη αγωγή:-
  2. Είναι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας και, επομένως, αυτός που την χρησιμοποιεί πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  3. Εγείρεται από μέλος (μέτοχο) μιας εταιρείας όχι για εξυπηρέτηση (άμεσου) προσωπικού οφέλους, αλλά προς όφελος της εταιρείας από την οποία και αντλεί το δικαίωμα αγωγής. Διαφωτιστικά, επί του προκειμένου, είναι τα πιο κάτω αποσπάσματα από τα συγγράμματα Pennington και Palmers (ανωτέρω): «The derivative character of a representative action brought by a member to enforce a right vested in the company is shown by the fact that judgment is given in favour of the company, so that the plaintiff obtains no benefit thereby directly, and also by the fact that the plaintiff can sue only if the company could sue itself, so that if the company has been dissolved no derivative action may be brought». ............... «Τhe plaintiff is seeking to enforce, not his own right of action, but a right of action vested in or derived from company. Hence in modern discussions the action is referred to as derivative action. The alleged wrongdoers are made the defendants in the action but the company itself is joined as a nominal defendant in order that it can be bound by the judgment. If the action succeeds, any property or damages recovered go, not to the plaintiff, but to the company. The plaintiff shareholder can complain in a derivative action of wrongs committed before he became a member.»
  4. Μπορεί να εγερθεί όταν συνυπάρχουν δύο στοιχεία, του δόλου και του ελέγχου της εταιρείας από τους αδικοπραγήσαντες. Το πρώτο (γενικά) ικανοποιείται όταν ένας διοικητικός σύμβουλος παραβιάζει τα καθήκοντα του έναντι της εταιρείας και την συναγωνίζεται για προσωπικό όφελος. Το δεύτερο, όταν οι αδικοπραγήσαντες έχουν τη δυνατότητα να εμποδίσουν την έγερση της αγωγής λόγω του ότι το διοικητικό συμβούλιο βρίσκεται υπό τον έλεγχο τους και, επομένως, είναι σε θέση να εμποδίσουν τη λήψη απόφασης για έγερση της αγωγής από την εταιρεία. Σε τέτοια περίπτωση, όπως παρατηρήθηκε, εφόσον η εταιρεία δεν μπορεί να είναι ενάγουσα θα πρέπει να γίνει εναγόμενη (if the company cannot be made a plaintiff it must be made a defendant). Έχοντας σκιαγραφήσει την έννοια, φύση και νομικές αρχές που διέπουν την παράγωγη αγωγή, κρίνω ότι το πρώτο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι αιτητές μόνο με τη διαδικασία που καθορίζεται από τα άρθρα 202 και 211(στ) του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 θα μπορούσαν να αντιδράσουν έναντι όσων καταλογίζουν στην πλειοψηφία και όχι με πολιτική αγωγή. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση. Οι αιτητές, τόσο με το κλητήριο ένταλμα όσο και με τις ένορκες δηλώσεις τους, επικαλούνται αφενός μεν παράβαση από τους καθ΄ ων η αίτηση της συμφωνίας για τη μετοχική δομή της Εταιρείας και του Δ.Σ. και, αφετέρου, τους αποδίδουν επιλήψιμες πράξεις σε βάρος της Εταιρείας για προσωπικό όφελος. Βέβαια, δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να κριθεί η βασιμότητα των όσων τους καταλογίζουν. Τα παράπονα τους, όμως, δεν φαίνεται να΄ ναι και τόσο αβάσιμα και προς τούτο είναι αρκετό να επισημάνω μια παραδοχή του συνηγόρου των καθ΄ων. Ότι, δηλαδή, «όλοι έπαιρναν παράτυπα, ακατάστατα και επικίνδυνα« χρήματα από το ταμείο του καφεστιατορίου. Η κατάσταση αυτή έκδηλα αντιστρατεύεται τα συμφέροντα της Εταιρείας, η οποία ως ξεχωριστή νομική οντότητα είχε κάθε δικαίωμα να εγείρει αγωγή για αναζήτηση και επιστροφή των χρημάτων που «παράτυπα, ακατάστατα και επικίνδυνα» αφαιρέθηκαν από τα ταμεία της ή από τους τραπεζιτικούς της λογαριασμούς. Υπό τα περιστατικά, όμως, της υπόθεσης κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει, γιατί τα πρόσωπα στα οποία καταλογίζονται οι επιλήψιμες πράξεις έχουν τον έλεγχο του Δ.Σ. Eπομένως, οι αιτητές, ως μέτοχοι μειοψηφίας, μπορούσαν να εγείρουν παράγωγη αγωγή εναντίον των εναγομένων προς όφελος της Εταιρείας, όπως και έπραξαν, νοουμένου ότι προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Οι καθ΄ ων η αίτηση διατείνονται ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, γιατί απέκρυψαν τις καταστάσεις εσόδων και εξόδων περιόδου 9.6.07 μέχρι 7.12.07, οι οποίες ετοιμάσθηκαν από τον ενάγοντα αρ.
  5. Στις εν λόγω, όμως, καταστάσεις δεν καταγράφονται τα όσα οι αιτητές ισχυρίζονται ότι απέσπασαν οι εναγόμενοι με επιλήψιμο τρόπο από την Εταιρεία. Περαιτέρω, ο ενάγοντας 1 απεκάλυψε στην ένορκή δήλωσή του τα ποσά που ο ίδιος πήρε από την Εταιρεία, τα οποία, όπως φαίνεται, αποτελούν μικρό μόνο ποσοστό των χρημάτων που, όπως ισχυρίζονται οι αιτητές, απέσπασαν οι εναγόμενοι. Κατά συνέπεια, δεν ευσταθεί, κατά την άποψή μου, η θέση ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με μη καθαρά χέρια και δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στον ενάγοντα αρ. 2 δεν καταλογίζεται ανάμειξη στην «παράτυπη, ακατάστατη και επικίνδυνη« αφαίρεση χρημάτων από το ταμείο του καφεστιατορίου. Για όλα τα πιο πάνω, η σχετική θέση απορρίπτεται και, επομένως, διαπιστώνεται ικανοποίηση όλων των αναγνωρισμένων αρχών για έγερση παράγωγης αγωγής. Έχει επισημανθεί πιο πάνω ότι η παράγωγη αγωγή σχετίζεται με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, οι οποίες ικανοποιούνται με την κατάδειξη από ένα αιτητή ότι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και, δεύτερο, ότι έχει ορατή προοπτική και πιθανότητα ότι δικαιούται στις αξιούμενες με την αγωγή του θεραπείες. Υπό τα περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης είναι έκδηλο ότι πράγματι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι οι αιτητές έχουν ορατή προοπτική και πιθανότητα επιτυχίας τουλάχιστο σε κάποιες από τις αξιούμενες θεραπείες, οι οποίες δεν αφορούν έκδοση διαταγμάτων για παύση των καθ΄ ων η αίτηση από μέλη του Δ.Σ. της Εταιρείας ή παρεμπόδισή τους να εκτελούν τα καθήκοντά τους. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω κατάληξης ό,τι παρέμεινε είναι η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αν δηλαδή χωρίς την έκδοση - οριστικοποίηση εδώ - του υπό συζήτηση σκέλους του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Υπό τα περιστατικά της υπόθεσης καταλογίζονται στους εναγόμενους επιλήψιμες πράξεις που επηρεάζουν τόσο τα προσωπικά δικαιώματα των αιτητών όσο και τα δικαιώματα της Εταιρείας, τον έλεγχο της οποίας έχουν οι καθ΄ ων η αίτηση. Οι καθ΄ ων η αίτηση, όπως διαφάνηκε, επιθυμούν την απομάκρυνση του ενάγοντα 1 από το Δ.Σ. της Εταιρείας και προς τούτο ζήτησαν και τη συνδρομή του ενάγοντα αρ. 2 μια μόλις ημέρα πριν την καταχώριση της αγωγής και αίτησης, στοιχείο που αναιρεί τη θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι δεν στοιχειοθετήθηκε το κατεπείγον του αιτήματος. Η τυχόν απομάκρυνση του ενάγοντα αρ. 1 από το Δ.Σ. ή τυχόν αλλοίωση της μετοχικής δομής της Εταιρείας, θέματα που συμφωνήθηκαν πριν τη λειτουργία του καφεστιατορίου, «θα ενέτεινε ενδεχομένως τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα και, περαιτέρω, θα επέτρεπε, την κατ΄ ισχυρισμό των αιτητών, συνέχιση της κακής διαχείρισης της Εταιρείας προς βλάβη των συμφερόντων της Εταιρείας τα οποία, πιθανότατα, δεν θα μπορούσαν να αποκατασταθούν με την καταβολή αποζημιώσεων» (βλ. Z & I METITERRANEAN LEISURE INV. LTD κ.α. ν. Λοίζου, Πολ. Έφεση 159/05, ημερ. 25.5.07). Από την άλλη, η οριστικοποίηση του διατάγματος δεν βλέπω πως θα επέφερε ζημιά στους καθ΄ ων η αίτηση, νοουμένου ότι η διαχείριση των εταιρικών θεμάτων θα γίνεται μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από το Νόμο και το καταστατικό της Εταιρείας. Για όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και, ασκώντας θετικά τη σχετική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το υπό συζήτηση σκέλος του προσωρινού διατάγματος οριστικοποιείται έτσι ώστε να ισχύει μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της αγωγής. Σ΄ ότι αφορά τα έξοδα, αυτά, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, είναι προς όφελος των αιτητών και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση - των εναγομένων 2 και 3 δηλαδή - και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.