← Κύπρος

Αναφορικά με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στροβόλου, Αρ. Αιτ.: 117/07, 6 Φεβρουαρίου, 2008

Αναφορικά με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στροβόλου, Αρ. Αιτ.: 117/07, 6 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αιτ.: 117/07 Αναφορικά με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β), τους Τροποποιητικούς αυτού Νόμους και το Κεφ. 4 άρθρο 21 και Αναφορικά με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στροβόλου Αιτητές και Αναφορικά με τους

  1. Αχιλλέα Αχιλλέως
  2. Γιώργο Μενελάου
  3. Ανδρέα Δημητριάδη Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 20.2.2007 Ημερομηνία: 6 Φεβρουαρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κα Χαραλαμπίδου Για Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3: κ. Χειμώνας Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές επιζητούν διαταγή του Δικαστηρίου όπως η απόφαση του Διαιτητή, διορισθέντος από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, ημερομηνίας 26.4.2002 που εκδόθηκε υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση καταχωρηθεί και εγγραφεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.47 και Δ.48 θ.1, το άρθρο 52 (2β) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85και το άρθρο 21 του Κεφ.
  4. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Πανίκου Αριστείδου, υπαλλήλου των αιτητών, ο οποίος αναφέρεται στο ιστορικό έκδοσης και γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση, με την οποία επιδικάστηκε υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση το ποσό των £4.792,58 με τόκο 9% ετησίως από 26.4.2002 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον £40 έξοδα. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε γραπτώς με ταχυδρομική διπλοσυστημένη επιστολή στον καθ' ου η αίτηση 1 στις 29.10.2002 και στους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 στις 14.11.2002, σύμφωνα με τις σχετικές αποδείξεις παραλαβής του ταχυδρομείου που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση. Εναντίον της εν λόγω απόφασης δεν ασκήθηκε έφεση εντός 21 ημερών από την γνωστοποίηση της στους καθ' ων η αίτηση και ενώ κατεβλήθη στις 17.7.2003 έναντι του επιδικασθέντος ποσού το ποσό των £2.000 εξακολουθεί να οφείλεται το υπόλοιπο, με αποτέλεσμα να επιδιώκεται η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της. Ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία και η διαιτητική απόφαση ενεγράφη ως προς αυτόν στις 5.11.
  5. Αντίθετα, οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 παρουσιάστηκαν μέσω του συνηγόρου τους και καταχώρησαν την πρόθεση ένστασης τους στην αίτηση στις 8.5.2007, που βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1-4, στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85, στο άρθρο 21 του Κεφ. 4 και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι. Ότι δεν αποκαλύπτεται από τους αιτητές στην αίτηση τους ότι οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ήταν μέλη τους, ότι όντως δεν ήταν μέλη τους, ότι οι αιτητές δεν είχαν δικαίωμα να καλέσουν τους καθ' ων η αίτηση σε διαδικασία διαιτησίας και ότι δεν αποκαλύπτεται από τους αιτητές ότι επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση ειδοποίηση να παραστούν στη διαιτησία που θα λάμβανε χώρα στις 26.4.
  6. Στην ένορκη του δήλωση ίδιας ημερομηνίας ο καθ' ου η αίτηση 3, αναφέροντας ότι γνωρίζει καλά και προσωπικά τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπό κρίση αίτηση και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τον καθ' ου η αίτηση 2 να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, ισχυρίζεται ότι οι αιτητές δεν είχαν κανένα δικαίωμα να προχωρήσουν στην έκδοση της υπό αναφορά διαιτητικής απόφασης εναντίον τους καθότι τόσο ο ίδιος όσο και ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν είναι μέλη των αιτητών όπως απαιτείται από τη σχετική νομοθεσία. Επειδή η διαδικασία για παραπομπή σε διαιτησία δεν επιτρεπόταν δυνάμει του άρθρου 52(1α) του Ν. 22/85 η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράνομα και δεν μπορεί να καταχωρηθεί και εγγραφεί ενώπιον του Δικαστηρίου και οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα διαδικασία εναντίον τους. Παρόλο που δεν θυμόταν να επιδόθηκε στον ίδιο ειδοποίηση για να παραστεί στη διαδικασία διαιτησίας θεωρεί αδιάφορο το γεγονός ότι η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση με επιστολή, καθότι οι αιτητές δεν είχαν δικαίωμα να προχωρήσουν με τη διαδικασία διαιτησίας η οποία είναι άκυρη εξ υπαρχής. Εφόσον η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράνομα δεν ήταν αναγκαίο να εφεσιβληθεί εντός 21 ημερών όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία για τις περιπτώσεις που είναι επιτρεπτό να διεξαχθεί διαιτησία μεταξύ των μελών Συνεργατικής εταιρείας και της ίδιας της Συνεργατικής εταιρείας. Με την εισήγηση ότι όσα υποστηρίζει είναι ορθά και αληθινά ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Κατά την ακρόαση της αίτησης κατατέθηκαν εκ συμφώνου ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια, το μεσοπρόθεσμο γραμμάτιο για ποσό £3.000 ημερομηνίας 23.1.1997, στο οποίο οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 υπέγραψαν ως εγγυητές του πρωτοφειλέτη (Τεκμήριο 1), η δήλωση των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ότι έλαβαν ειδοποίηση του διαιτητή ημερομηνίας 22.3.2002 με την οποία καλούντο να παραστούν στη διαιτησία σχετικά με τη διαφορά μεταξύ αυτών και των αιτητών (Τεκμήριο 2) και αντίγραφο της ειδοποίησης του διαιτητή ημερομηνίας 22.3.2002 προς τον καθ' ου η αίτηση 3 για να παρουσιαστεί στη διαδικασία διαιτησίας (Τεκμήριο 3). Επακολούθησαν γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των μερών στις οποίες προβλήθηκαν οι εισηγήσεις τους προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους. Η συνήγορος των αιτητών στην αγόρευση της με αναφορά στα γεγονότα, τη νομοθεσία και τη νομολογία επεσήμανε ότι οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 υπογράφοντας ως εγγυητές στο Τεκμήριο 1 αποδέχθηκαν ότι αν οποιοδήποτε ζήτημα τους που σχετίζεται με το υπό αναφορά γραμμάτιο παραπεμφθεί σε διαιτησία σύμφωνα με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και Θεσμούς, η σχετική απόφαση θα είναι δεσμευτική γι' αυτούς για ποσό ίσο προς την ευθύνη την οποία ανέλαβαν δυνάμει του γραμματίου. Συνεπώς οι αιτητές νομιμοποιούντο να παραπέμψουν τη διαφορά που σχετίζετο με το εν λόγω γραμμάτιο σε διαιτησία και περαιτέρω παρόλο που οι καθ' ων η αίτηση ειδοποιήθηκαν να παραστούν στη διαδικασία διαιτησίας, αυτοί δεν παρέστησαν και η επίδικη διαιτητική απόφαση, εκδοθείσα νομότυπα και γνωστοποιηθείσα στους καθ' ων η αίτηση, δεν εφεσιβλήθηκε από αυτούς, με αποτέλεσμα σύμφωνα με το άρθρο 52

(5)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων να καταστεί τελική και να μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Παραπέμποντας στην απόφαση Κούλλουρου v. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1 ΑΑΔ 987, η συνήγορος εισηγήθηκε ότι η αδικαιολόγητη παράλειψη των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 να παρουσιαστούν κατά τη διαιτητική διαδικασία, όπου θα μπορούσαν να προβάλουν τις θέσεις τους είναι μοιραία και τους στερεί τη δυνατότητα να θέσουν τους προβληθέντες σ' αυτό το στάδιο ισχυρισμούς τους και ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί από το Δικαστήριο. Αντίθετα, ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 εισηγήθηκε ότι η ειδοποίηση προσώπου να παρευρεθεί σε διαιτησία είναι απαραίτητη και στην παρούσα υπόθεση οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δεν παρευρέθησαν και δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν κατά πόσο τους έγινε επίδοση σχετικής ειδοποίησης, θέμα εξάλλου το οποίο οφείλουν να αποδείξουν οι αιτητές. Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν στην αίτηση τους τα αναγκαία στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι προέβησαν σε νομότυπη ειδοποίηση των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 για να παραστούν στη διαιτησία και παρόλο που έγινε παραδεκτό γεγονός κατά την ακροαματική διαδικασία ότι παρελήφθη από αυτούς σχετική ειδοποίηση του διαιτητή (βλ. Τεκμήρια 2 και 3), υπάρχει κενό που θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ανάλογο εύρημα. Περαιτέρω, οι αιτητές δεν απέδειξαν ότι οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 είναι ή υπήρξαν μέλη της εταιρείας τους και με βάση το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν μπορεί να διεξαχθεί διαδικασία διαιτησίας μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μη μελών αυτής. Η οποιαδήποτε δήλωση των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 επί του γραμματίου, Τεκμήριο 1, δεν μπορεί να οδηγήσει σε παράβαση των σχετικών προνοιών της νομοθεσίας ενώ η τροποποίηση τους με το Νόμο αρ. 123
(1)/03 δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει αναδρομική ισχύ ώστε να καλύπτει την παρούσα περίπτωση. Η παράλειψη των αιτητών να λάβουν μέτρα εναντίον του πρωτοφειλέτη τους εμποδίζει να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης κατά των εγγυητών του και επιπρόσθετα το οφειλόμενο ποσό προς τους αιτητές με βάση τη διαιτητική απόφαση έχει μειωθεί, σύμφωνα και με τον ισχυρισμό των ίδιων εφόσον κατεβλήθη το ποσό των £2.000, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφές ποιο ποσό οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 θεωρούνται υπόχρεοι να πληρώσουν. Τέλος, με την εισήγηση ότι τα θέματα που εγείρονται από τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 μπορούν να εξεταστούν σ' αυτό το στάδιο, ανεξάρτητα από το αν οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 εφεσίβαλαν τη διαιτητική απόφαση, και παρόλο που απέσυραν λόγω μη επίδοσης στους αιτητές την έφεση που είχαν εγείρει εναντίον της εν λόγω απόφασης, ο συνήγορος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Ως προς τη νομική πτυχή, σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος»), όταν εγείρεται οποιαδήποτε διαφορά που αφορά τις εργασίες συνεργατικής εταιρείας εγγεγραμμένης σύμφωνα με το Νόμο μεταξύ των προσώπων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α)-(δ), η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από οποιονδήποτε από αυτούς στον Έφορο της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 52 προνοείται η δυνατότητα του Εφόρου να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή να την παραπέμπει προς επίλυση σε διαιτησία που διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί διαιτησίας. Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών μπορεί να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο μέσα σε 21 μέρες από την ημερομηνία που του γνωστοποιήθηκε η απόφαση. Σύμφωνα με την παράγραφο 5, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με τον τροποποιητικό Ν. 171(Ι)/2000, αν οποιαδήποτε απόφαση που εκδίδεται βάσει της παραγράφου 2 δεν έχει εφεσιβληθεί στο Δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 ή αν η έφεση εναντίον της εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση αίτηση τα ουσιώδη γεγονότα που ενδιαφέρουν προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση, αλλά και από τα Τεκμήρια 1-3 που κατατέθηκαν εκ συμφώνου ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα με τον πρωτοφειλέτη την εξόφληση του ποσού των £3.000 σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, που συνήφθη στις 23.1.1997 και κατατέθηκε εκ συμφώνου κατά την ακροαματική διαδικασία. Λόγω καθυστέρησης στην πληρωμή των συμφωνηθέντων δόσεων η μεταξύ των συμβαλλομένων διαφορά παραπέμφθηκε σε διαιτησία και στις 26.4.2002 εκδόθηκε απόφαση διαιτητή που διορίστηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 για το ποσό των £4.792,58 με τόκο προς 9% ετησίως από 26.4.2002 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον £40 έξοδα (βλ. σχετική απόφαση που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην αίτηση). Από τα Τεκμήρια 2 και 3 που κατατέθηκαν εκ συμφώνου ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 έλαβαν γνώση προσωπικά στις 15.4.2002 και στις 10.4.2002 αντίστοιχα, ότι θα διεξήγετο διαιτησία σχετικά με τη διαφορά τους με τους αιτητές με σχετική ειδοποίηση του διαιτητή ημερομηνίας 22.3.2002. Οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δεν παρουσιάστηκαν στη διαδικασία ενώπιον του διαιτητή, γεγονός που επισημαίνεται στη διαιτητική απόφαση, η οποία στη συνέχεια τους γνωστοποιήθηκε γραπτώς με ταχυδρομική διπλοσυστημένη επιστολή στις 14.11.2002, σύμφωνα με τις σχετικές αποδείξεις παραλαβής του ταχυδρομείου που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 2 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Τα πιο πάνω δεδομένα καταδεικνύουν ότι τόσο η διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας όσο και η έκδοση της διαιτητικής απόφασης ήταν σε γνώση των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και ο ισχυρισμός που προβάλλουν ότι δεν είναι βέβαιο διότι δεν θυμούνται κατά πόσο ειδοποιήθηκαν για να παραστούν στη διαιτητική διαδικασία είναι ανυπόστατος και ανυποστήρικτος. Εφόσον οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 έλαβαν γνώση τόσο του γεγονότος ότι θα διεξαχθεί διαιτησία όσο και του γεγονότος ότι εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση, κρίνεται ότι δεν στερήθηκαν της ευκαιρίας να ακουσθούν στη διαιτησία ούτε και της δυνατότητας να εφεσιβάλουν την διαιτητική απόφαση (βλ. και υπόθεση Μήλου
(2000)1 ΑΑΔ 1996). Περαιτέρω, οι αιτητές ισχυρίστηκαν ότι η διαιτητική απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε εντός 21 ημερών από τη γνωστοποίηση της στους καθ' ων η αίτηση, θέμα το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 όπως αυτό προβάλλει στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 3 που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση 2 και 3. Παρόλο δε που στην ένορκη του δήλωση ο καθ' ου η αίτηση 3 ισχυρίζεται ότι δεν ήταν αναγκαίο να εφεσιβληθεί η διαιτητική απόφαση εφόσον εκδόθηκε παράνομα, σύμφωνα με τους σχετικούς ισχυρισμούς του, στην αγόρευση του ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 αναφέρει ότι ασκήθηκε έφεση από τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 εναντίον της διαιτητικής απόφασης, η οποία αποσύρθηκε. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά στην αίτηση με αρ. 685/06, αντίγραφο της οποίας δεν προσήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου παρόλο που το αντίθετο αναφέρεται στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου. Πέραν του ότι η απόσυρση έφεσης εναντίον διαιτητικής απόφασης έχει τα ίδια αποτελέσματα με την περίπτωση που δεν εφεσιβάλλεται η διαιτητική απόφαση, ο τρόπος που επέλεξαν οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 να φέρουν σε γνώση του Δικαστηρίου την καταχώρηση έφεσης και την απόσυρση της μεταγενέστερα, μέσω δηλαδή της αγόρευσης του συνηγόρου τους, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί σε σχετικό εύρημα δεδομένου ότι δεν είναι επιτρεπτό να εισάγεται μαρτυρία στην υπόθεση μέσω των αγορεύσεων των συνηγόρων. Εν πάση όμως περιπτώσει ακόμα και αν μπορούσε να γίνει δεκτό ότι οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 εφεσίβαλαν τη διαιτητική απόφαση, εφόσον μέσω του συνηγόρου τους επικαλούνται ότι απέσυραν την έφεση τους η διαιτητική απόφαση είναι τελική, όπως ρητά προνοείται στην παράγραφο 5 του άρθρου 52 του Νόμου. Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές επιζητούν την καταχώρηση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας προς το σκοπό εκτέλεσης της, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 52
(5)του Νόμου. Εφόσον σύμφωνα με τα άρθρα που αναφέρθηκαν η επίδικη διαιτητική απόφαση είναι τελική, έχω την αντίληψη ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 σε σχέση με την ουσία και εγκυρότητα αυτής δεν μπορούν να εξεταστούν στο παρόν στάδιο. Ειδικότερα ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ότι δεν θα έπρεπε να γίνει διαδικασία διαιτησίας εφόσον οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δεν ήταν μέλη των αιτητών θα έπρεπε κατά την αντίληψη μου να εγερθεί στο κατάλληλο στάδιο δηλαδή κατά τη διαδικασία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης ή και ακόμη κατ' έφεση εναντίον αυτής. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Κούλλουρου v. ΣΠΕ Αθηαίνου (πιο πάνω), η οποία αφορούσε έφεση εναντίον διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 52
(4)του Νόμου στην απουσία της εφεσείουσας, οι οποιεσδήποτε θέσεις προσώπου αδικημένου από την απόφαση διαιτητή είναι ορθό να τίθενται ενώπιον του διαιτητή πριν την έκδοση της διαιτητικής απόφασης και όχι να προβάλλονται σε έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης για πρώτη φορά, παρόλο που εξετάστηκαν οι ισχυρισμοί της εφεσείουσας στην υπόθεση εκείνη τόσο από το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και κατ' έφεση και κρίθηκαν ανυπόστατοι. Δεδομένου ότι από τη νομολογία συνάγεται ότι ισχυρισμοί που αφορούν την εγκυρότητα της διεξαχθείσας διαιτητικής διαδικασίας θα πρέπει να εγείρονται μέσα στα πλαίσια αυτής αλλά και εφόσον στο άρθρο 52
(5)του Νόμου ρητά προνοείται ότι η μη προσβολή της διαιτητικής απόφασης με έφεση οδηγεί στο να θεωρείται αυτή τελική, είναι πρόδηλο ότι οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 περί μη νόμιμης διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας και περί παράνομης έκδοσης της διαιτητικής απόφασης δεν είναι επιτρεπτό να εξεταστούν στο παρόν στάδιο. Είναι δυνατό ωστόσο να λεχθεί ότι ακόμα και αν οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δεν ήταν μέλη των αιτητών κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, οπότε ενδεχομένως να μην μπορούσε να διεξαχθεί η διαιτητική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 52
(1)του Νόμου, όπως αυτό ίσχυε τότε, η ρητή τους δήλωση επί του γραμματίου για τη δυνατότητα παραπομπής σε διαιτησία οποιασδήποτε διαφοράς που σχετίζεται με αυτό δυνάμει του Νόμου, τους αποστερεί, κατά την αντίληψη μου, της δυνατότητας έγερσης τέτοιων ισχυρισμών. Και αυτό επειδή, σε τέτοια περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε με βάση συνυποσχετικό, όπως αυτό ορίζεται στην ερμηνευτική διάταξη του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, η οποία μπορεί να καταχωρηθεί και εκτελεστεί ως δικαστική απόφαση με άδεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κεφ. 4. Έχει υποδειχθεί στη νομολογία (βλ. υπ. Αναφορικά με την Αίτηση των Γιάννου και Αλέξιου Αλεξάνδρου, Αιτ. αρ. 82/06, ημερ. 16.2.07), ότι η εγγραφή διαιτητικής απόφασης υπέρ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας στο Επαρχιακό Δικαστήριο για εκτέλεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 όπως ορίζεται στο άρθρο 52
(2)(β) του Νόμου. Και στην προγενέστερη νομολογία και ειδικότερα στις υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση του Χριστόδουλου Πιττάκα
(2001)1 ΑΑΔ 1932 και Αναφορικά με την Βασούλα Τάσου (Κακουρή)
(2000)1 ΑΑΔ 1372, κρίθηκε ότι η άδεια εκτέλεσης βάσει του άρθρου 21 του Κεφ. 4 θα πρέπει να δίδεται κατόπιν αίτησης διά κλήσεως εφόσον ο καθ' ου η αίτηση έχει δικαίωμα ακροάσεως. Επισημαίνεται ότι στην υπόθεση Χριστόδουλου Πιττάκα (πιο πάνω) λέχθηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να παραχωρήσει άδεια εγγραφής της διαιτητικής απόφασης ως δικαστικής για να εκτελεστεί, για λόγους που ενδεχόμενα κρίνει ως ορθούς ή που δυνατό να προβληθούν από το άτομο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση, με την υπόδειξη ότι στο άρθρο 20 του Κεφ. 4 προβλέπονται περιπτώσεις που όταν διαπιστωθούν, το Δικαστήριο παραμερίζει τη διαιτητική απόφαση και δεν αποκλείεται να γίνει τέτοια εισήγηση στην αίτηση για εγγραφή της απόφασης βάσει του άρθρου 21. Στην υπό κρίση αίτηση είναι πρόδηλο ότι οι εγειρόμενοι ισχυρισμοί για παρατυπία της επίδικης διαιτητικής απόφασης δεν αφορούν θέματα που προβλέπονται στο άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4 δεδομένου ότι οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 είχαν ρητά αποδεχθεί την παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς δυνάμει του γραμματίου σε διαιτησία ανεξάρτητα από το αν είχαν ή όχι την ιδιότητα μέλους των αιτητών, ο δε προβληθείς ισχυρισμός τους που σχετίζεται με την προϋπόθεση της ιδιότητας μέλους των αιτητών συναρτάται με τη διεξαγωγή της διαιτησίας βάσει του άρθρου 52
(1)του Νόμου και όχι βάσει του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
  1. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 περί παράλειψης των αιτητών να λάβουν μέτρα εναντίον του πρωτοφειλέτη αλλά και σε σχέση με το ύψος του οφειλόμενου βάσει της διαιτητικής απόφασης ποσού, πέραν του ότι δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με μαρτυρία εφόσον καμία σχετική αναφορά δεν γίνεται στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 3 που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση 2 και 3, δεν υποστηρίζονται με τα αναγκαία στοιχεία ώστε να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε ανάλογα ευρήματα. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο τρόπος που προβλήθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί, μέσω δηλαδή της αγόρευσης του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση 2 και 3, απέκλεισε τους αιτητές από τη δυνατότητα απάντησης και τοποθέτησης τους, κρίνεται ότι θα πρέπει να απορριφθούν. Ενόψει των προαναφερθέντων η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης για τους καθ' ων η αίτηση 2 και
  2. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.