Cyprus Investment Securities Corporation Ltd ν. Κούλλας Πισσαρίδου, Αρ. Αγωγής: 6804/03, 13 Φεβρουαρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6804/03 Μεταξύ Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd Εναγόντων - και -
- Κούλλας Πισσαρίδου από τη Λευκωσία
- Α.Α. Kyprianou Investments Ltd, από τη Λευκωσία
- Αλέξη Κυπριανού προσωπικώς και ως αντιπρόσωπος της υπαλλήλου του Κούλλας Πισσαρίδου, από τη Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Μαλέκκου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Για Εναγόμενους 2 και 3: κ. Αργυρού για Ρίκκος Ερωτοκρίτου & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες (γνωστοί και ως C.I.S.CO) αξιώνουν εναντίον όλων των Εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως το ποσό των Λ.Κ.40.746,07 ως υπόλοιπο λογαριασμού ο οποίος δημιουργήθηκε από τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων προς όφελος της Εναγόμενης 1 κατόπιν εντολών τις οποίες έδιδαν κατ' ισχυρισμόν είτε η Εναγόμενη 1 είτε οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπό την ιδιότητα τους ως αντιπρόσωποι των Εναγόντων. Οι τελευταίοι ισχυρίζονται πως ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας συνεργασίας τους με τους Εναγόμενους 2 και 3 ότι θα έφεραν και οι ίδιοι (οι Εναγόμενοι 2 και 3) ευθύνη για τα οφειλόμενα ποσά από χρηματιστηριακές πράξεις των πελατών τους. Η αγωγή επιδόθηκε και προωθήθηκε τελικά μόνο εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3, ενώ δεν κατέστη δυνατή η επίδοση της στην Εναγόμενη 1 για την οποία δεν αμφισβητείται ότι ήταν υπάλληλος των Εναγομένων
- Οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρισαν ξεχωριστές υπερασπίσεις αλλά μέσω του ίδιου συνηγόρου. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 2 δέχονται ότι είχαν συνεργασία με τους Ενάγοντες και ισχυρίζονται ότι αυτή άρχισε μετά από αίτημα των τελευταίων μέσω διευθύνοντος συμβούλου των, ο οποίος τους είχε ζητήσει να ενεργούν ως αντιπρόσωποι των Εναγόντων. Αρνούνται σαφώς ότι λειτούργησαν ως αντιπρόσωποι της Εναγομένης
- Είναι η θέση τους πως στην πραγματικότητα οι ίδιοι ενεργούσαν ως «κράχτες», υπό την έννοια ότι έπαιρναν πελάτες στους Ενάγοντες, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι των πελατών τους. ΄Ηταν σ' αυτά τα πλαίσια που οι πελάτες επικοινωνούσαν με τους Εναγόμενους 2 και έδιναν εντολές για χρηματιστηριακές πράξεις. Για τις υπηρεσίες τους αυτές οι Εναγόμενοι 2 έπαιρναν προμήθεια από τους Ενάγοντες. Εν πάση όμως περιπτώσει αρνούνται ότι μεταξύ Ιουνίου 2000 μέχρι τέλος του 2000 έδωσαν εντολές προς τους Ενάγοντες για αγοραπωλησίες μετοχών εκ μέρους της Εναγομένης
- Ο Εναγόμενος 3 στη δική του Υπεράσπιση αρνείται τη θέση των Εναγόντων ότι ο ίδιος προσωπικά συμφώνησε και/ή άρχισε οποιαδήποτε συνεργασία μαζί τους. Επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρουν οι Εναγόμενοι 2 και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν συμφώνησε να αναλάβει ο ίδιος ευθύνη έναντι τυχόν οφειλών των πελατών των Εναγόντων. Ήταν προφανές - όπως αναφέρει - ότι πάντοτε ενεργούσε για λογαριασμό των Εναγομένων 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής αυτών. Μαρτυρία Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι Ενάγοντες κάλεσαν ως πρώτο μάρτυρα τον κ. Σταύρο Αγρότη (Μ.Ε.1), ως δεύτερο τον κ. Στέλιο Χριστοδούλου (Μ.Ε.2) και ως τελευταία την κα Ντίνα Κωνσταντίνου. Εκ μέρους των Εναγομένων 2 και 3 κατέθεσε ως μοναδικός μάρτυρας ο Εναγόμενος 3 κ. Αλέξανδρος Κυπριανού (Μ.Υ.). Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Ο Μ.Ε.1 ήταν αρχικά ένας εκ των διευθυντών των Εναγόντων και από το Φεβρουάριο του 2000 μέχρι και Απρίλιο του 2006, που αποχώρησε από την υπηρεσία τους, υπήρξε Διευθυντής του Χρηματιστηριακού Τμήματος των. Από τη μαρτυρία του επιβεβαιώνεται και αποτελεί σχετικό εύρημα μου ότι οι Εναγόμενοι 2 λειτουργούσαν ως αντιπρόσωποι των Εναγόντων. Το είδος της αντιπροσωπείας καθορίστηκε και συμφωνήθηκε προφορικά με τον διευθυντή των Εναγομένων 2, δηλαδή τον Εναγόμενο
- Εξηγεί επίσης ο Μ.Ε.1 πως με βάση τη συμφωνία αντιπροσώπευσης η Εναγόμενη 2 λάμβανε το 40% της προμήθειας που χρέωνε η Ενάγουσα για την κάθε πράξη. Βεβαίως αυτό αρχικά το αρνείτο ο Εναγόμενος 3, αλλά τελικώς και εκείνος παραδέχθηκε ότι οι Εναγόμενοι 2 εισέπρατταν προμήθειες. Αυτό το έπραξε μόνον όταν του επιδείχθηκαν συγκεκριμένα έγγραφα και του αναφέρθηκαν συγκεκριμένα ποσά. Αμφισβήτηση από τον Εναγόμενο 3 υπήρξε και για το αν ήταν ο Μ.Ε.1 που προσέγγισε πρώτος την Εναγόμενη 2 ή ήταν επιδίωξη του Εναγόμενου 3, καθώς και για το ποιος έδιδε τις εντολές από πλευράς Εναγομένων 2 για τις αγοραπωλησίες μετοχών. Ο Εναγόμενος 3 επέμεινε πως ο ίδιος δεν είχε καμίαν ανάμειξη με τις εντολές και ότι αυτές δίδοντο είτε από την Εναγόμενη 1, είτε από το συνεργάτη στην εταιρεία Χαράλαμπο Κράσαρη ή σε άλλες περιπτώσεις από τους ίδιους τους επενδυτές απευθείας προς την Ενάγουσα. Ανεξαρτήτως αυτού οι ίδιες οι εντολές και η εκτέλεση τους δεν αμφισβητούνται. Σημειώνεται πως πρόκειται πάντα για τηλεφωνικές ή διά ζώσης εντολές. Ειδικότερα, για την Εναγόμενη 1, κάθε εκτελεσθείσα συναλλαγή επ' ονόματι της είναι καταγραμμένη στην κατάσταση λογαριασμού της. Για κάθε μια οι Ενάγοντες εξέδιδαν το απαραίτητο Πινακίδιο Συναλλαγής (Contract Note). Κάθε εντολή καταχωρείτο από τους Ενάγοντες στο τερματικό του Χ.Α.Κ. με τη χρήση του αριθμού ταυτότητος των πελατών σε μια προσπάθεια να συνδέεται με ακρίβεια η εκτέλεση της κάθε συναλλαγής με την κάθε εντολή. Αμέσως μετά τη διενέργεια των συναλλαγών οι Ενάγοντες παρέδιδαν στους Εναγόμενους 2 τα Πινακίδια Συναλλαγής με σκοπό να καταλήξουν στην Εναγόμενη
- Οι καταστάσεις λογαριασμού της, παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 1 και 6 και τα πινακίδια (δέσμες) ως Τεκμήρια 2 και
- Η πρώτη συναλλαγή για την Εναγόμενη 1 διενεργήθηκε στις 13-6-00 και η τελευταία στις 30-10-
- Συνολικά εκτελέστηκαν για την Εναγόμενη 1 27 χρηματιστηριακές συναλλαγές εκ των οποίων οι 17 αφορούσαν αγορές και οι υπόλοιπες 10 πωλήσεις μετοχών. Στις 30-10-00, όπως αναφέρει ο Μ.Ε.1 το οφειλόμενο υπόλοιπο της ήταν Λ.Κ.33.418,
- Σ' αυτό το ποσό προστέθηκαν στις 31-12-00 ως έξοδα διαχείρισης συνολικά Λ.Κ.1.348,
- Στο τέλος του 2001 προστέθηκαν τόκοι ύψους Λ.Κ.2.930,51 και στο τέλος του 2002 τόκοι ύψους Λ.Κ.3.049,26 με αποτέλεσμα το οφειλόμενο συνολικό ποσό να είναι Λ.Κ.40.746,07, δηλαδή το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή. Επ' αυτών των ποσών δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή παρατήρηση, είτε στα δικόγραφα είτε στη μαρτυρία των Εναγομένων 2 και 3, αλλά ούτε και μέσω της αντεξέτασης μαρτύρων των Εναγόντων. Όλα τα ποσά υποστηρίζονται από έγγραφα που έχουν παρουσιαστεί και αποτελεί εύρημα μου πως αυτό ήταν το οφειλόμενο υπόλοιπο της Εναγομένης 1 στις 31-12-
- Η εξέταση των Τεκμηρίων 9, 10 και 11 καταδεικνύει ότι για την περίοδο 1-5-00 μέχρι 31-3-01 η Ενάγουσα εισέπραξε από πράξεις πελατών που έστειλαν οι Εναγόμενοι 2 συνολικές προμήθειες ύψους Λ.Κ.30.308,98 και βάσει αυτού του ποσού πίστωσε το λογαριασμό των Εναγομένων 2 με το 40%, δηλ. με το ποσό των Λ.Κ.12.123,59 (10.368,38 +1581,31 + 173,90) ως προμήθειες. Σημειώνεται πως πέραν της προφορικής παραδοχής του Εναγόμενου 3 για την είσπραξη προμηθειών, οι Εναγόμενοι 2 παραδέχθηκαν το γεγονός αυτό και στην υπεράσπιση τους. Πρέπει σ' αυτό το σημείο να διευκρινιστεί ότι οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3 δεν είχαν - και προφανώς δεν ήταν δυνατόν να έχουν - προσωπική γνώση για το ποιος ακριβώς έδιδε τις εντολές αγοράς ή πώλησης για λογαριασμό της Εναγόμενης
- Ο Εναγόμενος 3 όμως στη δική του μαρτυρία χαρακτηρίζει την εργοδοτούμενη στην Εταιρεία του, δηλαδή την Εναγόμενη 1, ως το πρόσωπο που ήταν υπεύθυνο στην εταιρεία του και δέχεται ότι αυτή έδιδε τις εντολές «για τον εαυτό της μέσω της εταιρείας». Αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ως θέμα λογικής αλλά και επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 2 έλαβαν προμήθειες και για τις πράξεις που διενεργήθηκαν για λογαριασμό της Εναγόμενης
- Συνεπώς ως προς τις συγκεκριμένες πράξεις, τον αριθμό τους, τα ποσά, τις προμήθειες και γενικά τη διαδικασία δέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3 ως ειλικρινή και αξιόπιστη. Σημειώνεται πως όπως διεφάνη, η Εναγόμενη 1 είχε υπογράψει και σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο προς τους Ενάγοντες στην παρουσία πιστοποιούντος υπαλλήλου. Είναι προφανές από τα πιο πάνω πως τα βασικά επίδικα ζητήματα μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων 2 και 3 δεν είναι ούτε το ύψος του οφειλόμενου ποσού από την Εναγόμενη 1 ούτε οι προμήθειες, αλλά ο προσδιορισμός των σχέσεων μεταξύ τους και εν συνεχεία η εξέταση κατά πόσον με βάση αυτές οι Εναγόμενοι 2 και 3 φέρουν ευθύνη πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Η μαρτυρία που προσφέρθηκε για το θέμα αυτό αφορά δύο χρονικές περιόδους, ήτοι αφενός την έναρξη και λειτουργία της συνεργασίας και αφετέρου την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2001 και ύστερα οπότε έγιναν κάποιες συναντήσεις με τον Εναγόμενο 3 κατά την προσπάθεια είσπραξης. Από πλευράς Εναγόντων την πρώτη ενότητα κάλυψε ο Μ.Ε.1 και τη δεύτερη ο Μ.Ε.
- Το πρώτο αναμφισβήτητο γεγονός είναι πως δεν υπήρξε οποιοδήποτε γραπτό κείμενο σχετικά με τους όρους της συμφωνίας συνεργασίας. Αυτό δηλώνει ευθαρσώς και ο Μ.Ε.1 ((παρ. 12 γρ. δήλωσης). Πρέπει να παρατηρήσω πως εν σχέσει με τα επίδικα ζητήματα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ποιος προσέγγισε πρώτος την άλλη πλευρά, ούτε εάν ο Μ.Ε.1 επισκέφθηκε τα γραφεία των Εναγομένων 2 και μίλησε σε επενδυτές προσφέροντας τους την ευκαιρία να αγοράζουν με «αέρα», δηλαδή χωρίς την καταβολή χρημάτων. Ως προς το θέμα αγοράς με «αέρα» όμως, είναι αναντίλεκτο πως οι Ενάγοντες παρείχαν αυτή τη δυνατότητα στους επενδυτές. Όπως αναφέρει ο Μ.Ε.1 (στην παρ. 6 της γρ. δήλωσης του) «η δυνατότητα αγοράς μετοχών χωρίς καταβολή του αντιτίμου δημιούργησε μια κατάσταση στην οποία ο κάθε επενδυτής αγόραζε «με αέρα». Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τις συναλλαγές της Εναγόμενης 1, στις οποίες προέβη χωρίς να πληρώσει ο,τιδήποτε, εξ ου και οι Ενάγοντες αναφέρονται σε ποσά που κατέβαλαν και ουδέποτε εισέπραξαν (παρ. 10 της γρ. δηλ. του Μ.Ε.1). Συνεπώς ανεξαρτήτως του εάν αυτό το δήλωσε ρητώς ή όχι ο Μ.Ε.1 ενώπιον επενδυτών - πελατών και ασχέτως του ότι ήταν επιτρεπτό τότε από το Χ.Α.Κ. (όπως διατείνονται οι Ενάγοντες) γεγονός παραμένει πως η αγορά με «αέρα» ήταν μια επικρατούσα πρακτική την οποία και οι Ενάγοντες εφάρμοζαν. Το δεύτερο αναμφισβήτητο γεγονός είναι πως η όποια αρχική προφορική συμφωνία έγινε όντως μεταξύ Μ.Ε.1, εκ μέρους των Εναγόντων από τη μια πλευρά και του Εναγόμενου 3 εκ μέρους των Εναγομένων 2, των οποίων ήταν διευθυντής, από την άλλη πλευρά. Η προσπάθεια των Εναγόντων να εμπλέξουν τον Εναγόμενο 3 ως ενεργήσαντα και υπό την προσωπική του ιδιότητα σ' αυτό το αρχικό στάδιο δεν ευρίσκει έρεισμα στα γεγονότα με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι ο Μ.Ε.1 αναφέρει ρητώς στη γραπτή δήλωση του (παρ. 2) ότι «η συνεργασία των Εναγόντων με τους Εναγόμενους 2 στη βάση της οποίας ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι των Εναγόντων για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων άρχισε κατά το 2000». Αυτή ήταν η πραγματικότητα. Η αρχική προφορική συμφωνία λοιπόν ήταν μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων 2 και δεν είναι δεκτός ο ισχυρισμός για προσωπική δέσμευση του Εναγόμενου
- Είναι λοιπόν εύλογη η θέση του Εναγόμενου 3 πως στις συνεννοήσεις του με τους Ενάγοντες ενεργούσε στην ουσία για λογαριασμό της εταιρείας του και όχι προσωπικά ως άτομο. Εξ' ου και όλες οι καταστάσεις ή επιστολές αναφέρονται, προέρχονται ή απευθύνονται προς τους Εναγόμενους 2 (βλ. Τεκμήρια 8, 8Α, 9, 10, 11 και 16). Επίσης ο λογαριασμός τηρείτο στο όνομα τους και οι προμήθειες πιστώθηκαν έναντι του χρεωστικού υπολοίπου που υφίστατο από αγοραπωλησίες μετοχών των ίδιων των Εναγομένων
- Συνεπώς αποτελεί εύρημα μου πως δεν συνομολογήθηκε οποιαδήποτε συμφωνία με τον Εναγόμενο 3 υπό την προσωπική του ιδιότητα. Όπως παραδέχθηκε ο Εναγόμενος 3 εκτός από τους Ενάγοντες οι Εναγόμενοι 2 συνεργάζοντο κατά την επίδικη περίοδο και με άλλα χρηματιστηριακά γραφεία (Sharelink και AAA United). Οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές επέλεγαν με ποιο χρηματιστηριακό γραφείο θα συνεργάζοντο και υπέγραφαν Ειδικό Πληρεξούσιο ΄Εγγραφο, πράγμα που έπραξε και η Εναγόμενη 1 όπως κατέθεσε η Μ.Ε.
- Δεν παραγνωρίζω ότι κατά τη μαρτυρία του ο Εναγόμενος 3 ως άτομο προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από την καθημερινή διαχείριση και ενασχόληση με τους επενδυτές αυτούς. Απέδωσε τα πάντα στην υπάλληλο των Εναγομένων 2, δηλαδή την Εναγόμενη
- Είπε πως ο ίδιος ούτε το Γυμνάσιο δεν έχει τελειώσει και δεν γνώριζε από μετοχές ή από οποιονδήποτε άλλον οικονομικό τομέα. Ήταν η θέση του πως ασχολείτο τότε με επενδύσεις γης ή και ανακαινίσεις σπιτιών, ενώ αργότερα ισχυρίστηκε πως το βασικό του επάγγελμα ήταν και είναι η πώληση υδραυλικών ειδών. Παρόλα αυτά δεν αρνήθηκε ότι παρακολουθούσε το χρηματιστήριο κάποιες ώρες την ημέρα, ότι έβλεπε κάποτε τις πράξεις που εγίνοντο μέσω της εταιρείας του, ότι υπέγραψε επιστολές προς τους Ενάγοντες τις οποίες ετοίμασε η Εναγόμενη 1 και ότι ο ίδιος είχε διανείμει τα καθήκοντα τόσο στην υπάλληλο τους Εναγόμενη 1 όσον και στον συνεργάτη τους Χαράλαμπο Κράσαρη. Όπως προσέθεσε πολύ εμφαντικά, ο ίδιος ήταν «πολύ καλός στο να βρίσκει πελάτες». Είχε συνολικά και στα τρία γραφεία αρκετούς πελάτες. Η μαρτυρία των Εναγόντων κατέδειξε πως με τους ίδιους συνεργάζοντο τουλάχιστον πέντε (55 πελάτες) για τους οποίους λάμβαναν προμήθειες οι Εναγόμενοι 2 και μεταξύ αυτών ήταν η σύζυγος του Εναγόμενου 3, η μητέρα του, ο ίδιος προσωπικά αλλά και οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 2 (βλ. Τεκμήριο 8). Ουσιαστικά σ' αυτό το σημείο ο Εναγόμενος 3 προσπαθούσε να μειώσει τις δυνατότητες της εταιρείας του αλλά αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Με βάση τα προηγηθέντα ευρήματα είναι προφανές πως όπου ο Μ.Ε.1 αναφερόταν στη μαρτυρία του σε υποχρεώσεις του Εναγόμενου 3 θα πρέπει να ερμηνεύεται ως αναφορά στις υποχρεώσεις των Εναγομένων
- Υποστήριξε λοιπόν ο Μ.Ε.1 πως με βάση την αρχική συμφωνία οι Εναγόμενοι 2: α) Θα έφερναν πελάτες στους Ενάγοντες. β) «Θα φρόντιζαν για την υπογραφή των απαραίτητων εγγράφων και πληροφοριών από τους πελάτες και κυρίως τον αριθμό ταυτότητας για το άνοιγμα λογαριασμού με τους Ενάγοντες και την υπογραφή πληρεξουσίου από τον κάθε πελάτη προς τους Ενάγοντες». γ) Θα φρόντιζαν για την είσπραξη οποιωνδήποτε οφειλόμενων ποσών από τους πελάτες που έπαιρναν για να πληρωθούν οι Ενάγοντες, όπως επίσης θα φρόντιζαν και για την παράδοση επιταγών από τους Ενάγοντες προς τους πελάτες στις περιπτώσεις που οι τελευταίοι είχαν να παίρνουν. Τα πιο πάνω αποτελούν ακριβείς εκφράσεις του Μ.Ε.1 κατά τη μαρτυρία του. Για τα δύο πρώτα στοιχεία συμφωνώ ότι όντως έτσι ήταν η διαδικασία και προσθέτω ότι οι Ενάγοντες μάλιστα επαίρονται ότι χρησιμοποιούσαν τον αριθμό ταυτότητας στις συναλλαγές στο Χ.Α.Κ. πράγμα που τους διευκόλυνε στον εντοπισμό και ταύτιση των συναλλαγών κάθε πελάτη. Όσον αφορά το τρίτο στοιχείο όμως, δεν μπορώ να δεχθώ την εκδοχή του Μ.Ε.1 και το υπονοούμενο του ότι η ισχυριζόμενη «φροντίδα είσπραξης» σημαίνει άνευ άλλου και ευθύνη ή υποχρέωση πληρωμής από τους ίδιους τους Εναγόμενους
- Είναι φανερό πως δεν υπήρχε τέτοιος ρητός ή εξυπακουόμενος όρος στην αρχική συμφωνία. Αν υπήρχε κάτι τέτοιο θα εσήμαινε πως οι Ενάγοντες έπρεπε να τηρούν κατάσταση με τα οφειλόμενα πλέον από τους ίδιους τους Εναγόμενους 2 και να ζητούν με επιστολές τους την καταβολή των ποσών από τους Εναγόμενους 2, που για 55 περίπου πελάτες θα ανέρχοντο σε εκατοντάδες χιλιάδες λίρες. Θα ήταν δε δύσκολο να δεχθεί ένας λογικός άνθρωπος πως ένας σοβαρός οργανισμός, με 20.000 περίπου πελάτες (όπως ανέφερε η Μ.Ε.3) θα άφηνε αυτό το θέμα να ρυθμίζεται από προφορικούς όρους. Ο Μ.Ε.1 είναι πρώην αξιωματούχος των Εναγόντων ο οποίος μετά την αποχώρηση του κατόπιν «ειδικής συμφωνίας» του με αυτούς ανέλαβε να συνεχίζει να τους εκπροσωπεί στο Δικαστήριο «για προώθηση των απαιτήσεων των». Μου έδωσε την εικόνα έντιμου και ειλικρινούς ανθρώπου ο οποίος είχε πλήρη συναίσθηση των όσων έλεγε. Δεν είναι άνθρωπος ο οποίος θα έλεγε ψέματα απλώς και μόνον για να υποστηρίξει τους πρώην εργοδότες του. Για αυτό έχει μεγάλη σημασία πως στη γραπτή δήλωση του δεν ανέφερε ο,τιδήποτε περί συμφωνίας για θέματα ευθύνης των Εναγομένων 2 ενώ στην προφορική του μαρτυρία οι πιο δυνατές έννοιες που χρησιμοποίησε ήταν αυτή η «φροντίδα είσπραξης» και μάλιστα μόνον στην αντεξέταση του. Κυρίως όμως θα πρέπει να σημειωθεί πως ο συνδυασμός των εννοιών αυτών με τις αναφορές στο ίδιο απόσπασμα (υπό στοιχείο (γ) ανωτέρω) για υποχρέωση των Εναγομένων 2 να παραδίδουν τις επιταγές των Εναγόντων προς τους πελάτες δεν είναι καθόλου τυχαίος. Το απόσπασμα δίδει ακριβώς τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 2 υπό την ιδιότητα τους ως αντιπροσώπων των Εναγόντων, που στην πραγματικότητα ήταν η διακίνηση εγγράφων, επιταγών και αιτημάτων από την μια πλευρά προς άλλη, δηλαδή από τους χρηματιστές προς τους επενδυτές και αντιστρόφως. Συνεπώς, όπως οι επενδυτές δεν θα μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να διεκδικούν από τους Εναγόμενους 2 να καταβάλουν προσωπικά οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο από τους χρηματιστές Ενάγοντες προς επενδυτές, έτσι και οι Ενάγοντες δεν είχαν αρχικά τουλάχιστον τέτοια αξίωση από τους αντιπροσώπους τους. Επαναλαμβάνεται πως οι επενδυτές υπέγραφαν όλα τα έγγραφα και πληρεξούσια, έδιδαν τα πλήρη στοιχεία τους και ανοίγετο λογαριασμός επ' ονόματι τους, από τους Ενάγοντες, οι οποίοι (Ενάγοντες) είχαν πλήρη γνώση για τα στοιχεία των επενδυτών. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον μεταγενέστερα άλλαξε κάτι που οδήγησε στην ανάληψη προσωπικής ευθύνης από τους αντιπροσώπους για τις οφειλές επενδυτών, μεταξύ των οποίων της Εναγόμενης
- Σχετικά στοιχεία μπορούν να αναζητηθούν μόνο στη μαρτυρία του Μ.Ε.2, σε κάποια τεκμήρια και στη μαρτυρία του Εναγόμενου
- Σημειώνεται ευθύς εξαρχής πως στην ΄Εκθεση Απαίτησης τους οι Ενάγοντες δεν παραπέμπουν σε οποιαδήποτε ιδιαίτερη συμφωνία για αυτό το θέμα, είτε ρητή είτε εξυπακουόμενη, πέραν του γενικού ισχυρισμού ότι υπήρξε τέτοιος όρος. Από πλευράς μαρτυρίας το βάρος ανέλαβε ουσιαστικά ο Μ.Ε.2 στηριζόμενος σε κάποιες αναφορές σε ορισμένα έγγραφα και σε συναντήσεις με τον Εναγόμενο 3 στις οποίες κατ' ισχυρισμό και ο ίδιος παρέστη. Από χρονολογικής πλευράς το πρώτο γεγονός το οποίο επικαλείται ο Μ.Ε.2 είναι την επιστολή των Εναγομένων 2 ημερ. 7.11.00 η οποία κατατέθηκε δύο φορές (Τεκμήρια 8Α και 13). Είναι παραδεκτό πως αυτή υπογράφεται από τον Εναγόμενο
- Σ' αυτή ζητείτο η διαγραφή τεσσάρων πελατών από τους Εναγόμενους 2 και κατέληγε με το εξής κρίσιμο απόσπασμα. "O κ. Κράσαρης Χαράλαμπος ο οποίος είχε αναλάβει με δική του ευθύνη τους πιο πάνω πελάτες απεσύρθει από την εταιρία μας. Διά τον λόγο αυτό ζητούμε όπως τα χρεωστικά τους υπόλοιπα δεν βαραίνουν πλέον την εταιρία μας». Το επιχείρημα των Εναγόντων είναι πως από την τελευταία φράση προκύπτει με εξ αντιδιαστολής ερμηνεία ότι τα χρέη των υπολοίπων πελάτων (των οποίων δεν ζητείτο η διαγραφή) «βάραιναν» τους Εναγόμενους
- Ο Εναγόμενος 3 αντιτάσσει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι Ενάγοντες συζητούσαν και έλεγαν τι θα περιείχε μια επιστολή - όπως αυτή -προς την Εναγόμενη 1 και ότι ο ίδιος απλώς υπέγραφε. Η θέση του είναι πως με αυτή την επιστολή απλώς ξεκαθάριζε ότι κανένας από τους τέσσερεις διαγραφόμενους πελάτες δεν ήταν πλέον υπό την ευθύνη του και πως απλώς προσπαθούσε αυτοί οι πελάτες να μην έχουν καμιά σχέση με τον ίδιο ή την εταιρεία του. ΄Εχω την άποψη ότι και η επιστολή αυτή όπως και όλα τα στοιχεία που επικαλούνται οι Ενάγοντες θα πρέπει να τύχουν συνολικής εξέτασης στο όλο πλέγμα των μεταξύ τους σχέσεων. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 28-12-00, (όπως αναφέρει ο Μ.Ε.2), οι Εναγόμενοι 2 έστειλαν μέσω τηλεομοιοτύπου στα γραφεία των Εναγόντων κατάσταση με τα υπόλοιπα 15 επενδυτών, μεταξύ των οποίων και η Εναγόμενη 1, η σύζυγος του Εναγόμενου 3 (κα Ναχικιάν) η πεθερά του (κα Αλεξάνδρου) αλλά και ο ίδιος προσωπικά. Σ' αυτή την κατάσταση αναφέρεται δίπλα από το κάθε όνομα το υπόλοιπο και η θέση - στάση του κάθε επενδυτή για τον τρόπο διευθέτησης του χρέους καθώς και τυχόν πρόθεση του καθενός για υπογραφή αναγνώρισης του χρέους. Μεταξύ των σχολίων που αναγράφονται είναι τα «will paid and sign», «will sign», «paid today», «will not sign» «will pay» και «sign and delivered». Για την ίδια την Εναγόμενη 1 καταγράφεται ότι θα υπέγραφε την αναγνώριση χρέους της προς τους Ενάγοντες (βλ. και παρ. 5 της γρ. δήλωσης του Μ.Ε.2). Ακολούθησαν συναντήσεις μεταξύ υπαλλήλων της Τράπεζας Κύπρου, Φάκτορς Λτδ, της Υπηρεσίας Recoveries της Τράπεζας Κύπρου Λτδ και του Εναγόμενου 3, με σκοπό όπως αναφέρει ο Μ.Ε.2, «τη μείωση των υπολοίπων». Για τις προσπάθειες αυτές ετοιμάστηκαν κάποιες «συνοπτικές σημειώσεις» από υπαλλήλους της Υπηρεσίας Recoveries τις οποίες ο Μ.Ε.2 παρουσίασε ως Τεκμήριο 15 και επικαλέστηκε για να ενισχύσει τη θέση των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ανέλαβαν τα χρέη των 15 αυτών επενδυτών και ειδικά της Εναγόμενης
- Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι έγιναν συνολικά τρεις τέτοιες συναντήσεις, ήτοι στις 4-1-01, στις 7-2-01 και στις 3-5-
- Σε όλες ανάμεσα στους παρόντες αναφέρεται και ο Μ.Ε.2 και ο Εναγόμενος
- Αξίζει να παρατεθούν αυτούσιες οι «συνοπτικές σημειώσεις» για κάθε συνάντηση, όπως τις προσκόμισε ο Μ.Ε.2: «Συνάντηση ημ. 4-1-01 Στη συνάντηση έγινε ανασκόπηση της όλης εικόνας που παρουσίαζαν οι χρεώστες και συζητήθηκαν διάφορα σενάρια δανεισμού. Ο Αλέξης Κυπριανού ζήτησε παράταση μίας εβδομάδας για να επανέλθει με πρόταση προς πλήρη διευθέτηση της οφειλής της εταιρείας και των προσωπικών/συγγενικών του λογαριασμών.
(6). Επίσης αναφέρθηκε ότι η εταιρεία ΑΑ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ INV. LTD είχε συνεργασία με το χρηματιστηριακό γραφείο ΑΑΑ UNITED FINANCIAL SERVICES LTD. H υπόσχεση για παρουσίαση συγκεκριμένης πρότασης για τους προσωπικούς του λογαριασμούς δεν τηρήθηκε». «Συνάντηση ημ. 7-2-01 Στη συνάντηση ο Αλέξης Κυπριανού ζήτησε όπως η CISCO επικοινωνήσει με τους πελάτες για διευθέτηση συνάντησης. Επίσης δεσμεύτηκε όπως μέσα σε μία εβδομάδα επανέλθει με πρόταση διευθέτησης για τους προσωπικούς / συγγενικούς λογαριασμούς αφού προηγουμένως προβεί σε κατάθεση ποσού το οποίο δεν διευκρίνιζε. Τόσο η υπόσχεση για κατάθεση ποσού όσο και η πρόταση διευθέτησης δεν υλοποιήθηκαν». «Συνάντηση ημ. 3-5-01 Στη συνάντηση έγινε μία ανασκόπηση της όλης εικόνας των χρεωστών και παράλληλα τονίστηκε στον Αλέξη Κυπριανού η ανάγκη εξεύρεσης συνολικού διακανονισμού των οφειλών που έχει αναλάβει». ΄Ηταν η θέση του Μ.Ε.2 πως αυτές τις σημειώσεις τις εντόπισε στο φάκελο που διατηρούν οι Ενάγοντες στα γραφεία τους. Δεν προέβη σε καμιά αναφορά για το ποιος συγκεκριμένα τις ετοίμασε και ιδιαίτερα πότε τις ετοίμασε. Ανέφερε γενικά πως ετοιμάστηκαν από τους συναδέλφους του της Υπηρεσίας Recoveries. Παρά ταύτα δεν αναιρείται το γεγονός ότι αυτές συνιστούν σχολιασμό, δηλαδή δηλώσεις των Εναγόντων για τα τεκταινόμενα και έχει κάποια σημασία η ένταξη τους κατωτέρω στο υλικό που αξιολογείται. Πάντως η αναφορά του Μ.Ε.2 (σελ. 2 του Τεκμηρίου 12) ότι ο Εναγόμενος 3 παραδέχθηκε σε μια από τις συναντήσεις ότι ο ίδιος είχε δώσει τις εντολές για διενέργεια συναλλαγών εκ μέρους της Εναγόμενης 1 δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο των σημειώσεων. Όταν ο Μ.Ε.2 ερωτήθηκε από πού γνωρίζει μια τέτοια παραδοχή του Εναγόμενου 3 αρχικά απάντησε πως το άκουσε ο ίδιος από τον Εναγόμενο 3 σε κάποια από τις συναντήσεις, αλλά σε άλλο σημείο της μαρτυρία του δήλωσε ρητώς πως δεν ήταν παρών στη συνάντηση κατά την οποίαν ο Εναγόμενος 3 παραδέχθηκε κάτι τέτοιο και πως πληροφορήθηκε για την παραδοχή του από τις συνοπτικές σημειώσεις. Αυτή του η απάντηση δημιουργεί αμφιβολίες και για την αξιοπιστία του αλλά και για την ορθότητα των σημειώσεων διότι αναφέρεται και ο ίδιος ως παρών σε όλες τις συναντήσεις, οπότε είτε ήταν όντως παρών και θα έπρεπε να γνωρίζει προσωπικά μια τέτοια δήλωση είτε δεν ήταν (παρών) και παραπέμπει στις σημειώσεις οι οποίες όμως δεν περιέχουν τέτοια αναφορά και άρα ο Μ.Ε.2 διαψεύδεται τόσο στο θέμα αυτό όσο και στη δήλωση του ότι ήταν παρών σε όλες. Ο Μ.Ε.2 ανέφερε ευθαρσώς πως όλες αυτές οι προσπάθειες καταβλήθηκαν από τους Ενάγοντες σε συνεργασία με τη μητρική εταιρεία δηλαδή την Τράπεζα Κύπρου (Υπηρεσία Recoveries) και την Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς με σκοπό την είσπραξη των οφειλών από τους πελάτες των Εναγόντων. Προσέθεσε πως ο Εναγόμενος 2 «ανέλαβε εκ μέρους των πελατών του να ενεργήσει σε πρώτη φάση, εκεί που δεν καθίστατο δυνατή η άμεση είσπραξη και εξόφληση των οφειλομένων ποσών κατ' ελάχιστον οι πελάτες του να υπέγραφαν συμφωνία αναγνώρισης του χρέους». Πράγματι αυτό επιβεβαιώνεται και από το τηλεομοιότυπο ημερ. 28-12-00 (Τεκμήριο 14) όπου γίνεται αναφορά σε όσους υπέγραψαν ή θα υπέγραφαν την αναγνώριση χρέους και σε όσους πλήρωσαν ή θα πλήρωναν. Συνεπώς ούτε μέχρι αυτό το σημείο ετίθετο ζήτημα πληρωμής από τους Εναγόμενους 2 και 3 για οφειλές άλλων προσώπων. Δηλαδή παρά το ότι προηγήθηκε η επιστολή ημερ. 7-11-00 (Τεκμήρια 8Α και 13), οι Ενάγοντες επιζητούσαν είτε την άμεση πληρωμή από τον κάθε επενδυτή είτε την υπογραφή αναγνώρισης χρέους για να διασφαλίσουν το λαβείν τους. Εξ ου και στις συνοπτικές σημειώσεις αναφέρεται για το Τεκμήριο 8Α πως η Εναγόμενη 2 με αυτή την επιστολή «ζητούσε» την εξαίρεση τεσσάρων ονομάτων από το πελατολόγιο της και την ανάληψη ευθύνης τους από τον Χαράλαμπο Κράσαρη». ΄Εχω την άποψη πως η εξαίρεση από το πελατολόγιο της ουσιαστικά απάλλασσε τους Εναγόμενους 2 από την φροντίδα είσπραξης και τη γενικότερη ευθύνη παροχής βοήθειας προς τους Ενάγοντες για την επίτευξη του βασικού στόχου που ήταν η εξόφληση των χρεών από τους ίδιους τους επενδυτές. Για αυτό ακόμα και στην πρώτη συνάντηση έγινε συνολική ανασκόπηση της εικόνας των χρεωστών και «συζητήθηκαν διάφορα σενάρια δανεισμού», όπως έχει καταγραφεί στις σημειώσεις για αυτή τη συγκεκριμένη συνάντηση. Οι Ενάγοντες προσπαθούν να προωθήσουν την εκδοχή ότι πάντοτε υπήρχε προσωπική ευθύνη των Εναγομένων 2 και 3, πλην όμως αυτό δεν συνάδει με τις συνεχείς προσπάθειες υπογραφής αναγνώρισης των χρεών από τους επενδυτές και εξόφλησης των ακόμα και με δανεισμό από την μητρική ή άλλη θυγατρική της Τράπεζας Κύπρου. Ο Μ.Ε.2 ανέφερε στη γραπτή δήλωση του πως ο Εναγόμενος 3 ως διευθυντής των Εναγόμενων 2 «είχε υποσχεθεί την τακτοποίηση της οφειλής των πελατών του». Δεν επεξηγεί βεβαίως πότε και πού υποσχέθηκε κάτι τέτοιο αλλά παραπέμπει γενικά στις συναντήσεις που είχαν μαζί του. Μια τέτοια γενική αναφορά δεν είναι αρκετή για να εξαχθεί συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ανέλαβαν να πληρώσουν οι ίδιοι για όλους τους χρεώστες. Θα ανέμενε κάποιος πως για ένα τόσο σοβαρό θέμα ο Μ.Ε.2 ή άλλος παριστάμενος στις συναντήσεις θα μπορούσε να αναφερθεί σε συγκεκριμένες δηλώσεις ή διαβεβαιώσεις του Εναγομένου 3 και ειδικά ότι ανέλαβε να πληρώσει είτε ο ίδιος είτε η εταιρεία του ή τουλάχιστον κάτι τέτοιο να καταγραφεί με σαφήνεια στα πρακτικά των συναντήσεων ή και να ζητηθεί υπογραφή τους από τον ίδιο. Αντί τούτου η μόνη σχετική κάπως αναφορά στις σημειώσεις είναι για την οφειλή της εταιρείας του και τους προσωπικούς - συγγενικούς του λογαριασμούς. Αναφέρεται συγκεκριμένα στην πρώτη συνάντηση πως ο Εναγόμενος 3 ανέλαβε «να επανέλθει με πρόταση προς πλήρη διευθέτηση της οφειλής της εταιρείας και των προσωπικών/συγγενικών του λογαριασμών». Αυτό επαναλαμβάνεται και στις σημειώσεις της δεύτερης συνάντησης ενώ στην τρίτη καταγράφεται απλώς ότι «τονίστηκε στον Αλέξη Κυπριανού η ανάγκη εξεύρεσης συνολικού διακανονισμού των οφειλών που έχει αναλάβει». Ακόμα και αυτή η ίδια η φράση «να επανέλθει με πρόταση προς πλήρη διευθέτηση» δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι οι Εναγόμενοι ανέλαβαν να πληρώσουν οι ίδιοι για όλες τις οφειλές. Για σκοπούς συζήτησης όμως εάν γίνει δεκτό ότι ανέλαβαν να πληρώσουν τις οφειλές κάποιων, αυτό ήταν για τους προσωπικούς και συγγενικούς λογαριασμούς τους, δηλαδή εξ όσων μπορεί να γίνει αντιληπτό τους λογαριασμούς της εταιρείας (Εναγόμενου 3) και τους συγγενικούς δηλαδή της συζύγου και της μητέρας του. Δεν υπάρχει καμιά αναφορά στη μαρτυρία ότι η Εναγόμενη 1 ήταν συγγενής με οποιοδήποτε τρόπο του Εναγόμενου 3 και καμιά αναφορά ότι ανέλαβε να εξοφλήσει και τη δική της οφειλή. Με την επίκληση της επιστολής ημερ. 7-11-00 (Τεκμήριο 8Α) οι Ενάγοντες φαίνεται να υποστηρίζουν ότι οι Εναγόμενοι βαρύνοντο με την εξόφληση όλων των υπολοίπων 15 λογαριασμών ενώ με τις σημειώσεις που παρουσιάζουν προωθείται η άποψη πως ανέλαβαν μόνο τους προσωπικούς/συγγενικούς λογαριασμούς στους οποίους επιμένουν να εντάξουν και την Εναγόμενη 1 η οποία ούτε προσωπικός αλλά ούτε συγγενικός του λογαριασμός ήταν. Ενδεικτικό της πραγματικής κατάστασης είναι πως τόσον η μητρική εταιρεία (Τράπεζα Κύπρου), όσον και οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 31-1-02 και 16-7-02 αντίστοιχα, καλούσαν την ίδια την Εναγόμενη 1 προσωπικά να διευθετήσει την οφειλή της, χωρίς καμιά σχετική αναφορά ή κοινοποίηση προς τους Εναγόμενους 2 και 3. Η γενική εξήγηση του Μ.Ε.2 ότι οι σημειώσεις ήταν απλώς «σύντομες» και «συνοπτικές» και για αυτό αναφέρονται μόνον σε «προσωπικούς/συγγενικούς» λογαριασμούς δεν μπορεί να γίνει δεκτή, ιδιαίτερα χωρίς άλλη συγκεκριμένη μαρτυρία για το πότε και πως οι Εναγόμενοι αποδέχθηκαν να πληρώσουν χρέη που ανήκαν σε άλλο τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα την Εναγόμενη 1. Όπως παραδέχεται ο Μ.Ε.2 η όλη διαδικασία ήταν μια συνεχής προσπάθεια των Εναγόντων να εισπράξουν το λαβείν τους. Είναι δε προφανές πως σ' αυτήν την προσπάθεια ενέπλεξαν και τους Εναγόμενους 2 υπό την ιδιότητα των τελευταίων ως αντιπροσώπων τους, με απώτερο σκοπό οι τελευταίοι να βοηθήσουν με τη μεσολάβηση τους στην είσπραξη. Εξηγεί ο ίδιος (ο Μ.Ε.2) πως στην προσπάθεια τους αυτή (α) επέδειξαν ιδιαίτερη ευελιξία προβαίνοντας ακόμα και σε διαγραφή μέρους των χρεών, (β) παρείχαν τη δυνατότητα χρηματοδότησης των επενδυτών από την Τράπεζα Κύπρου και (γ) επιζητούσαν την υπογραφή αναγνώρισης χρέους για να δίδεται έτσι περισσότερος χρόνος στους χρεώστες να πληρώσουν. Δεν μπόρεσε όμως να εξηγήσει την παράλειψη τους να ζητήσουν υπογραφή αναγνώρισης χρέους τρίτων προσώπων και από τους ίδιους τους Εναγόμενους. Σε σχετική ερώτηση σχολίασε απλώς πως ο ίδιος δεν είναι δικηγόρος για να μπορέσει να απαντήσει. Η εξήγηση όμως είναι απλή: Οι Ενάγοντες κατέβαλαν απλώς μια προσπάθεια είσπραξης μέσω των αντιπροσώπων τους και δή με τη βοήθεια και μεσολάβηση τους. Αυτό εννοεί ο Μ.Ε.2 όταν λέγει πως «έχοντας εξαντλήσει τα περιθώρια είσπραξης μέσω αυτής της οδού» απευθύνθηκαν με επιστολές προς την Εναγόμενη 1, ενώ προηγουμένως είχαν χρησιμοποιήσει τη συνεργασία τους με τους Εναγόμενους και πως όταν οι προσπάθειες είσπραξης μέσω των Εναγομένων 2 δεν απέδωσαν καρπούς, αναγκάστηκαν να λάβουν νομικά μέτρα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους πρέπει να πω ότι δεν δέχομαι ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα τη θέση του Μ.Ε.2 πως οι Εναγόμενοι 2 συμμετέχοντας ως αντιπρόσωποι τους σ' αυτή την προσπάθεια είσπραξης ανέλαβαν να καταβάλουν οι ίδιοι το χρέος της Εναγόμενης 1, είτε κατόπιν ρητής είτε κατόπιν εξυπακουόμενης συμφωνίας. Αντιθέτως και παρότι θεωρώ ότι ο Εναγόμενος 3 υπερέβαλλε στα θέματα εμπλοκής του στη διαχείριση της δικής του εταιρείας, εν τούτοις κρίνω πως στα θέματα των σχέσεων του με τους Ενάγοντες στο στάδιο είσπραξης υπήρξε ειλικρινής και αξιόπιστος. Δεν αποφασίζεται το θέμα προσωπικών και συγγενικών του λογαριασμών, αλλά όσον αφορά το χρέος της Εναγόμενης 1 δέχομαι πως απλώς προσπαθούσε να βοηθήσει τους Ενάγοντες να εισπράξουν την απαίτηση τους. Νομική πτυχή Προκύπτει από τα πιο πάνω συμπεράσματα πως οι Εναγόμενοι 2 ήταν αντιπρόσωποι των Εναγόντων και έχουν δίκαιο όταν ισχυρίζονται ότι στα πλαίσια της συνεργασίας τους μεσολαβούσαν μεταξύ χρηματιστών και επενδυτών έναντι προμήθειας για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενεργούντο εκ μέρους των συγκεκριμένων επενδυτών. Σχετικά με το ζήτημα της αντιπροσώπευσης είναι τα άρθρα 142 επ. του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. Η ύπαρξη αντιπροσωπείας αφ' εαυτής δεν αποκλείει την προσωπική ευθύνη του αντιπροσώπου γενικά, αλλά το θέμα εξαρτάται πάντοτε από τη φύση και ερμηνεία της σύμβασης και από τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. υπ. Holiday Tours Ltd v. Κούτα κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 1 766). Κλασικές περιπτώσεις είναι όταν ο αντιπροσωπευόμενος ευρίσκεται στο εξωτερικό ή δεν μπορεί να εντοπιστεί ή όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου κατά τη σύναψη της σύμβασης (βλ. Γεωργιάδης ν. Bernoulli Trading Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 629). Στην παρούσα περίπτωση συμβαίνει κάτι το ασυνήθιστο. Παρότι οι Ενάγοντες αναγνωρίζουν τους Εναγόμενους 2 ως αντιπροσώπους τους εν τούτοις αξιώνουν από αυτούς την καταβολή οφειλών τρίτου προσώπου και δή της Εναγόμενης 1 επικαλούμενοι ρητό ή εξυπακουόμενο όρο της μεταξύ τους συμφωνίας συνεργασίας ή και ανάληψη σχετικής ευθύνης μεταγενέστερα. Οι Ενάγοντες είχαν την υποχρέωση και το βάρος να αποδείξουν είτε τον αρχικό όρο (εξυπακουόμενο ή ρητό) είτε την μεταγενέστερη ανάληψη ευθύνης πληρωμής σε βαθμό που να πείσουν ότι η εκδοχή τους ήταν πιο πιθανή παρά όχι και δεν το έχουν επιτύχει (Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Ακόμα και στην περίπτωση που υπήρχε ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι της Εναγόμενης 1 (πράγμα που ούτε επικαλούνται αλλά ούτε και ισχύει) και πάλιν οι Ενάγοντες δεν θα μπορούσαν να στραφούν εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 δεδομένου ότι γνώριζαν την αντιπροσωπευόμενη και για ποιον ενεργούσαν. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ τους και εις βάρος των Εναγόντων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή με νόμιμο τόκο από σήμερα και Φ.Π.Α. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο