← Κύπρος

Alpha Bank Ltd ν. Χρίστου Ιορδάνους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1295/03, 14.2.2008

Alpha Bank Ltd ν. Χρίστου Ιορδάνους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1295/03, 14.2.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1295/03 Μεταξύ: Alpha Bank Ltd Εναγόντων και

  1. Χρίστου Ιορδάνους
  2. Γεώργιου Ιορδάνους
  3. Δέσποινας Λαπέρτα Ιορδάνους Εναγομένων ------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14.2.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Κραμβή Για Εναγομένους: Καμιά Εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αγωγής άρχισε και στην παρουσία του συνηγόρου των Εναγομένων κ. Γιαννάκη Ιωάννου. Στις 12.2.2008 και ώρα 10.00 πμ., η υπόθεση ήταν ορισμένη για περαιτέρω ακρόαση, πλην όμως κατά την πιο πάνω ημερομηνία δεν εμφανίστηκε κανείς εκ μέρους των Εναγομένων. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων ζήτησε όπως δοθεί κάποιος χρόνος για να δοθεί η ευκαιρία στον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων να εμφανιστεί έστω και καθυστερημένα. Τελικά μέχρι η ώρα 11.00 πμ. δεν εμφανίστηκε κανείς εκ μέρους των Εναγομένων, και το Δικαστήριο προχώρησε σε περαιτέρω ακρόαση της αγωγής, όπως άλλωστε ήταν και το δικαιολογημένο αίτημα της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόντων. Επί της ουσίας τώρα της αγωγής. Οι Ενάγοντες με αγωγή που κατέθεσαν στις 4.2.2003 αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων το ποσό των £63.868,93 με τόκο 12% από 5.11.2002 μέχρι εξόφλησης. Αξιώνουν επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η πώληση μετοχών όπως αυτές περιγράφονται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης. (Η θεραπεία αυτή αποσύρθηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αφού οι ενεχυριασθείσες μετοχές είχαν ήδη πωληθεί στα πλαίσια άλλης αγωγής). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 23.9.1999 συμφωνήθηκε όπως οι Ενάγοντες παραχωρήσουν στον Εναγόμενο 1 δάνειο ύψους £51.000, την πληρωμή του οποίου εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και
  4. Ένας από τους όρους του δανείου ήταν ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο στις 24.9.1999 ή στις 23.12.
  5. Το δάνειο εξασφαλίστηκε και με την ενεχυρίαση των μετοχών για τις οποίες έγινε αναφορά πιο πάνω. Οι Ενάγοντες παραχώρησαν στον Εναγόμενο 1 το ρηθέν δάνειο, το οποίο κατά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής παρουσίαζε το χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο αξιώνεται με αυτή. Οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 5.11.2002 κάλεσαν τους Εναγομένους να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό, κάτι που οι τελευταίοι αμέλησαν και/ή αρνήθηκαν να πράξουν. Οι Εναγόμενοι με το δικόγραφο τους παραδέχονται τη σύναψη του δανείου και την υπογραφή της εγγύησης, υποστηρίζουν όμως ότι οι όροι της εγγύησης είναι αυτοί που καταγράφονται στο έγγραφο εγγύησης που υπέγραψαν. Ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται την ενεχυρίαση των πιο πάνω μετοχών, είναι όμως η θέση του ότι η συμφωνία δανείου ημερ. 23.9.1999 δεν τον δεσμεύει για τους λόγους που αναφέρει στην παράγραφο 7 του δικογράφου της Υπεράσπισης. Στην παράγραφο αυτή κάνει αναφορά σε λεπτομέρειες αμέλειας και παραβάσεων εκ μέρους των Εναγόντων, τις οποίες έχω θέσει ενώπιον μου, και θα σταθώ σε αυτές όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Είναι η θέση και των τριών Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες «δεν δύνανται να θεμελιώσουν νομικά οποιονδήποτε δικαίωμα εναντίον τους» και ζητούν απόρριψη της αγωγής. Με Ανταπαίτηση τους αξιώνουν: «Α. Δήλωση και/ή απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο θα κυρήττεται ως άκυρη και/ή ακυρώσιμη η συμφωνία ημερ. 23ης/9/1999 η οποία αποτελεί την βάση της αγωγής, από της ημέρας και/ή τον χρόνο που οι Ενάγοντες παρεβίασαν τις οδηγίες της Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου, ή από καθ΄ οιονδήποτε άλλο χρόνο, θεωρούμενη ότι από τους χρόνους αυτούς αντιστρατεύετο και ήταν αντίθετη με την εκφρασθείσα και ισχύουσα Δημόσια Πολιτική, με αποτέλεσμα η συνέχιση της ισχύος της να θεωρείται παράνομη και να μην μπορεί να παράξει έννομα αποτελέσματα κατά τον χρόνο αυτό και/ή μέχρι σήμερα.» Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε η κα Ντόλη Τριανταφύλλου, υπάλληλος κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο των Εναγόντων. Κατέθεσε διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια, στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ στη συνέχεια. Αφού αναφέρθηκε στη συμφωνία δανείου και στη συμφωνία εγγύησης, ισχυρίστηκε ότι το ποσού του δανείου καταβλήθηκε στον Εναγόμενο 1 με επιταγή (Τεκμήριο 6). Έκανε επίσης αναφορά και στην αύξηση του επιτοκίου και κατέθεσε τις σχετικές επιστολές των Εναγόντων με τις οποίες γνωστοποιούσαν την αύξηση του επιτοκίου. Ήταν η θέση της ότι οι 6000 ενεχυριασθείσες προς όφελος των Εναγόντων μετοχές της Τράπεζας Κύπρου έχουν πωληθεί από τους Ενάγοντες την 15.10.2007, δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 28.9.2007 στην αγωγή υπ΄ αρ. 2469/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Από το προϊόν της πώλησης των εν λόγω μετοχών, ποσό £2.737,41 έχει κατατεθεί στον επίδικο λογαριασμό του Εναγομένου 1, με αποτέλεσμα το αξιούμενο με την αγωγή ποσό να μειωθεί κατά £2.737,
  6. Σε σχέση με τα 7.680 ενεχυριασθέντα warrants της Apollo Investment Fund, για τα οποία γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης, ανέφερε ότι αυτά δεν έχουν χρηματική αξία σήμερα αφού ο Εναγόμενος 1 δεν άσκησε το δικαίωμα του να τα αξιοποιήσει σε καθορισμένο χρόνο. Η μάρτυρας αυτή αντεξετάστηκε από τον κ. Ιωάννου, επέμενε όμως στις θέσεις της και υποστήριξε, ανάμεσα σε άλλα, πως οι Ενάγοντες σύμφωνα με το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών (Τεκμήριο 4Α) είχαν δικαίωμα να πωλήσουν τις μετοχές σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται με το έγγραφο ενεχυρίασης, και όχι υποχρέωση. Ήταν η θέση της ότι οι επιστολές που είχαν αποσταλεί στους Εναγομένους δεν έχουν επιστραφεί ως μη παραληφθείσες. Τέλος, εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε και ο κ. Ανδρέας Λιβέρης ο οποίος ήταν στην υπηρεσία των Εναγόντων από το Δεκέμβρη του 1995 ως το Σεπτέμβριο του
  7. Και ο μάρτυρας αυτός έκανε αναφορά στη συμφωνία δανείου και στη συμφωνία εγγύησης, και στους όρους αυτών. Ανέφερε και αυτός ότι το ποσό του δανείου καταβλήθηκε με την επιταγή (Τεκμήριο 6) και ότι από τις 23.12.1999, ημερομηνία αποπληρωμής του δανείου, μέχρι και τις 5.11.2002, ημερομηνία τερματισμού, εκπρόσωποι των Εναγόντων ήλθαν σε επαφή αρκετές φορές με τον Εναγόμενο 1 με σκοπό εξεύρεσης κάποιας λύσης. Ο ίδιος είχε αρκετές συζητήσεις και επαφές με τον Εναγόμενο 1 κατά τις οποίες συζητούσαν τις επιλογές που είχε ο τελευταίος σε σχέση με την εξόφληση του χρέους του. Ήταν η θέση του ότι από τις 23.12.1999 ως τις 5.11.2002 δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράταση του δανείου, ούτε και «ανανέωση στους όρους αυτού». Απλά δόθηκε προς όφελος του Εναγόμενου 1 κάποια επιπλέον περίοδος για να εξοφλήσει το χρεωστικό του υπόλοιπο. Οι Ενάγοντες, ως ανέφερε, «δεν προχώρησαν την 23.12.99 και/ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία με την εκποίηση των ενεχυριασθέντων μετοχών όχι μόνο γατί δεν είχαν οποιαδήποτε τέτοια υποχρέωση - ως αναφέρεται και στην παράγραφο 3 ανωτέρω - αλλά και γιατί κάτι τέτοιο δεν ζητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο από τον εναγόμενο
  8. Αντίθετα ο εναγόμενος 1, ζήτησε κατ΄ επανάληψη να μην προβούμε σε πώληση των ενεχυριασμένων μέχρι να ανεβεί η αξία αυτών. Άλλωστε, η πρακτική της Τράπεζας είναι να προχωρεί σε εκποίηση μετοχών μόνο κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου και/ή όταν ο πελάτης απαιτεί κάτι τέτοιο με γραπτές οδηγίες προς την Τράπεζα, κάτι το οποίο ξεκάθαρα δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του εναγομένου 1 στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης του ότι με δικές μας διαβεβαιώσεις δεν χρειαζόταν να εξοφλήσει το δάνειο του καθότι η αξία των ενεχυριασθέντων μετοχών θα ανέβαινε περισσότερο, κάτι τέτοιο ουδόλως ευσταθεί και/ή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Άλλωστε, δεν υπήρχε οποιοσδήποτε τρόπος να γνωρίζαμε ποια θα ήταν η μελλοντική αξία των υπό κρίση και/ή των οποιωνδήποτε μετοχών.» Αφού έκανε αναφορά στις επιστολές που στάληκαν στους Εναγομένους, ανέφερε ότι οι επιστολές ημερ. 5.11.2002 (Τεκμήρια 11 - 13) στάλησαν με συστημένο ταχυδρομείο και προς τούτο κατέθεσε σχετικό έγγραφο ως Τεκμήριο
  9. Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η προσαχθείσα μαρτυρία, το σύνολο της οποίας έχω θέσει ενώπιον μου. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τους δύο μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, διαβάζουμε τα ακόλουθα από τις σελίδες 1280 - 1281: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και την γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.» Έχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων με την αγόρευση της. Και οι δύο μάρτυρες των Εναγόντων μου έκαναν καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Με βάση την πιο πάνω αποδεκτή μαρτυρία και με βάση το περιεχόμενο των κατατεθέντων εγγράφων βρίσκω ότι οι Ενάγοντες στις 23.9.1999 συνήψαν συμφωνία δανείου με τον Εναγόμενο 1, με τους όρους που εκτίθενται στο Τεκμήριο
  1. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν με το έγγραφο εγγύησης (Τεκμήριο 3) όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες. Βρίσκω επίσης ότι το ποσό του δανείου καταβλήθηκε στον Εναγόμενο 1 και ότι ο Εναγόμενος 1 δεν αποπλήρωσε αυτό μέχρι τις 23.12.1999, ως ήτο η συμβατική του υποχρέωση, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να τερματίσουν τη συμφωνία και να αξιώσουν το ποσό του δανείου πλέον τόκους με την αποστολή επιστολών και στους τρεις Εναγομένους (Τεκμήρια 11 - 14). Περαιτέρω, με τα Τεκμήρια 11 - 13 οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν ότι το επιτόκιο αυξανόταν σε 12% από 5.11.
  2. Είχε βεβαίως προηγηθεί η αποστολή επιστολής (Τεκμήριο 9) με την οποία το επιτόκιο αυξήθηκε σε 9% από τις 20.9.
  3. Οι Ενάγοντες βάσει του όρου 4 της συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 2) είχαν δικαίωμα να αυξομειώνουν το επιτόκιο. Κατά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής, το οφειλόμενο ποσό ήταν αυτό που αξιώνεται με την αγωγή (σχετικό είναι και το Τεκμήριο 7). Σε σχέση με τις ενεχυριασθείσες μετοχές, βρίσκω ότι οι Ενάγοντες εκποίησαν αυτές νόμιμα δυνάμει άλλης διαταγής του Δικαστηρίου και ότι το εναπομείναν προϊόν της πώλησης των εν λόγω μετοχών που ήταν £2.737,41 πιστώθηκε στις 15.10.2007 στον χρεωστικό λογαριασμό του Εναγόμενου 1 σε σχέση με τον οποίο ηγέρθηκε η παρούσα αγωγή. Οι Εναγόμενοι πλην του πιο πάνω ποσού, κανένα άλλο ποσό δεν έχουν καταβάλει μετά την έγερση της αγωγής. Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεση τους εναντίον των Εναγομένων και δικαιούνται σε απόφαση για το ποσό των £63.868,93 με τόκο 12% από 5.11.2002 μέχρι εξόφλησης, μείον ποσό £2.737,41 που καταβλήθηκε στις 15.10.2007 με τον τρόπο που αναφέρθηκε πιο πάνω. Εκδίδεται απόφαση υπέρ Εναγόντων και εναντίον Εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για €109.126,55 (που είναι το ισάξιο των £63.868,93) με τόκο 12% από 5.11.2002 μέχρι εξόφλησης, μείον ποσό €4.677,14 (που είναι το ισάξιο των £2.737,41 που καταβλήθηκε στις 15.10.2007). Οι Εναγόμενοι καταδικάζονται στα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση, η οποία δεν έχει αποδειχθεί από την προσαχθείσα μαρτυρία, απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) Ι. Ιωαννίδης Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.