← Κύπρος

ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 8192/07, 15 Φεβρουαρίου, 2008

ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 8192/07, 15 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8192/07 Μεταξύ ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Αιτήτριας-Eνάγουσας και ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ εμπορευόμενη με την επωνυμία «ΑΝΤΕΝΝΑ» Καθ' ων η αίτηση-Εναγομένων Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 3.10.2007 Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-ενάγουσα: κα Σιακαλλή Για Καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους: κ. Χριστοφίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια-ενάγουσα ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως η απαίτηση της στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον των καθ' ων η αίτηση-εναγόμενων, πλέον έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 και Δ.48 θ.θ. 1-4 και 9, υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του Άνθιμου Παπανδρέου ίδιας ημερομηνίας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι όντας στην υπηρεσία της ενάγουσας έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Κατέχει τη θέση του λειτουργού-λογιστή της ενάγουσας και έχοντας την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού των εναγομένων ετοίμασε την κατάσταση οφειλόμενων ποσών, την οποία προσυπέγραψε. Υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι αληθώς οφείλουν στην ενάγουσα το ποσό των £5.400 ως διοικητικό πρόστιμο, επισυνάπτοντας σχετικά αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 28.4.2004 και αντίγραφο επιστολής της ενάγουσας προς τους εναγόμενους ημερομηνίας 28.4.2004 ως Τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα, αντίγραφο της επιστολής της ενάγουσας προς τους εναγόμενους ημερομηνίας 15.12.2006 ως Τεκμήριο Γ και τέλος την κατάσταση του οφειλομένου τέλους διοικητικού προστίμου των εναγομένων, την οποία ετοίμασε προσωπικά, ημερομηνίας 28.9.2007 ως Τεκμήριο Δ. Αληθώς πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμιά υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, που καταχωρήθηκε στις 24.10.2007 και βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1-4 και 7-9, Δ.18 θ.θ.1-3 και 9, Δ.27 θ.θ.1-3, Δ.39, Δ.59 και Δ.64, στα άρθρα 9 και 11 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου 33/64, στα άρθρα 1, 2, 29-31 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 1-4, 12-14, 32, 36, 42 και 43 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1, στα άρθρα 1-3, 23-27, 29-30 και 34 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης. Ότι έχουν καλή υπεράσπιση που φαίνεται στην ήδη καταχωρηθείσα στις 3.9.2007 Υπεράσπιση τους, η απόφαση που αποτελεί τη βάση της αγωγής (στο εξής «η επίδικη απόφαση») είναι παράνομη, ανυπόστατη, άκυρη και δεν παράγει κανένα νόμιμο αποτέλεσμα δεδομένου ότι ο Κανονισμός 48 της ΚΔΠ 10/2000 δυνάμει του οποίου αυτή εκδόθηκε, είναι ultra vires του εξουσιοδοτικού Νόμου 7(I)/98, η αιτήτρια-ενάγουσα στερείτο εξουσίας να την εκδώσει και δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή. Επίσης, ότι η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την αιτήτρια-ενάγουσα αντίκειται στα άρθρα 165-167 του Συντάγματος και παραβιάζει το άρθρο 6

(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε με το Νόμο 39/62 καθώς και στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αιτήτρια-ενάγουσα προσπαθεί να πλουτίσει αδικαιολόγητα και αντίθετα με τη δημόσια τάξη μέσω της επίδικης απόφασης. Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 για έκδοση της συνοπτικής απόφασης και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση έγινε από πρόσωπο που δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Τέλος, ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία και καθήκον να εξετάσει τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης ως προκαταρκτικό νομικό σημείο σύμφωνα με τη νομολογία ενόσω μάλιστα εκκρεμεί η προσφυγή αρ.126/07 εναντίον αυτής και δεν υπάρχει συμμόρφωση με την Δ.18 θ.2 εφόσον η αιτήτρια-ενάγουσα δεν έχει προσαγάγει το πρωτότυπο της εν λόγω απόφασης. Στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 24.10.2007 που συνοδεύει την ένσταση ο Γιώργος Βαλιαντής, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους, δηλώνει ενόρκως ότι γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά, από έγγραφα που κατέχει και πληροφορίες όντας εκ των δικηγόρων που χειρίζονται την παρούσα αγωγή και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Επαναλαμβάνοντας τους προαναφερθέντες λόγους ένστασης υποστηρίζει ότι οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση και η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντος για την αιτήτρια-ενάγουσα ημερομηνίας 30.11.2007, στην οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ε αντίγραφο της απόφασης της ενάγουσας ημερομηνίας 3.7.2006 στην υπόθεση αρ. 88/2004
(1)και δηλώνεται εμμονή στο αίτημα της αιτήτριας-ενάγουσας για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι των δύο πλευρών καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα και τις νομολογιακές αρχές. Εκ μέρους της αιτήτριας η συνήγορος της εισηγήθηκε ότι η αιτήτρια-ενάγουσα έχει ικανοποιήσει τις ελάχιστες προϋποθέσεις που τίθενται από τη Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών ενώ οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι δεν έχουν αποσείσει το βάρος τους να αποδείξουν ότι έχουν υπεράσπιση καθότι εγείρουν θέματα τα οποία μόνο στα πλαίσια προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορούσαν να εγερθούν, εφόσον βάση της αγωγής αποτελεί η διοικητική απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου που δεν κατεβλήθη, ενώ το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της νομιμότητας της εν λόγω πράξης. Επέσυρε η συνήγορος την προσοχή του Δικαστηρίου σε αριθμό υποθέσεων που εκδικάστηκαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες αποφασίστηκε ότι η νομιμότητα της διοικητικής πράξης επιβολής διοικητικού προστίμου μπορεί να εξεταστεί μόνο στα πλαίσια προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος από το Ανώτατο Δικαστήριο και κρίθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο σχετικός Νόμος 7(Ι)/98 είναι συνταγματικός. Επιπρόσθετα, δεν έχει εξασφαλιστεί διάταγμα αναστολής της επίδικης διοικητικής πράξης, ώστε να μην μπορεί η ενάγουσα να προχωρήσει στην παρούσα αγωγή. Αντίθετα εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση-εναγόμενων προβάλλει η εισήγηση ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση στην υπόθεση. Και αυτό επειδή αφενός η επίδικη απόφαση είναι παράνομη και ανυπόστατη εφόσον εκδόθηκε βάσει του Κανονισμού 48
(1)της ΚΔΠ 10/2000, ο οποίος είναι ultra vires του εξουσιοδοτικού Νόμου δεδομένου ότι προνοεί ότι η ενάγουσα Αρχή μπορεί να λάβει δικαστικά μέτρα για την πληρωμή, μεταξύ άλλων, και διοικητικών προστίμων και να τα εισπράξει ως χρέος οφειλόμενο σ' αυτήν ενώ από τον συνδυασμό των άρθρων 41Α και 41Β του Νόμου συνάγεται ότι το διοικητικό πρόστιμο εισπράττεται ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία. Παραθέτοντας τη νομολογία που στηρίζει τη θέση αυτή, ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων εισηγείται ότι τίθεται θέμα νομιμοποίησης της ενάγουσας Αρχής να εγείρει την αγωγή δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 165 του Συντάγματος οποιοδήποτε χρηματικό ποσό που εισπράττεται από τη Δημοκρατία κατατίθεται στον λογαριασμό παγίου ταμείου της Δημοκρατίας και η παρούσα αγωγή θα έπρεπε να κινηθεί είτε από τη Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα είτε από την ενάγουσα ως χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία και όχι προς την ίδια. Το νομικό θέμα που εγείρεται κατά την εισήγηση θα πρέπει να κριθεί σε κανονική δίκη σύμφωνα και με την πρόσφατη νομολογία και περαιτέρω η όλη διαδικασία επιβολής του διοικητικού προστίμου αντίκειται στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε με το Νόμο 39/62 καθώς και στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον η ενάγουσα αρχή ενεργεί ως ερευνών όργανο, κατήγορος και δικαστής που διεκδικεί και καρπώνεται συνάμα το επιβαλλόμενο πρόστιμο. Έχει προβληθεί επίσης η εισήγηση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 για έκδοση συνοπτικής απόφασης εφόσον ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της αιτήτριας-ενάγουσας δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων αλλά και επειδή η απαίτηση δεν προέρχεται από τελεσίδικη απόφαση εφόσον εκκρεμεί προσφυγή εναντίον της, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.7.2007 και επιδόθηκε στις 23.7.
  1. Σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε στις 3.9.2007 και την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε και η υπεράσπιση των εναγομένων. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης η ενάγουσα Αρχή βάσει του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου του 1998, όπως τροποποιήθηκε (εφεξής ο «Νόμος») κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων της, μετά από αυτεπάγγελτη εξέταση παραβάσεων του Νόμου και των βάσει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών εκ μέρους των εναγομένων, και αφού άκουσε τους εναγομένους εξέδωσε απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου ποσού £5.400 λόγω παραβάσεων άρθρων του Νόμου και των Κανονισμών. Με επιστολή της ημερομηνίας 28.4.2004 προς τους εναγόμενους η ενάγουσα κοινοποίησε την απόφαση της, ίδιας ημερομηνίας, πληροφορώντας τους ότι το συγκεκριμένο ποσό δεν θα καταβάλλετο από αυτούς, αν από τις 15.5.2004 μέχρι και τις 31.5.2004 οι εναγόμενοι συμμορφώνοντο πλήρως με τις διατάξεις του Νόμου και των Κανονισμών (ΚΔΠ 10/2000) και/ή δεν διαπιστώνοντο ίδιες ή παρόμοιας φύσεως παραβάσεις. Επειδή ωστόσο διαπιστώθηκε ότι οι εναγόμενοι προέβησαν σε αλλεπάλληλες παραβάσεις κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα με επιστολή της ημερομηνίας 15.12.2006 η ενάγουσα κάλεσε τους εναγόμενους να καταβάλουν το διοικητικό πρόστιμο που τους είχε επιβληθεί με την απόφαση της ημερομηνίας 28.4.
  2. Το αξιούμενο ποσό παραμένει απαιτητό και πληρωτέο και δεν εξοφλήθη από τους εναγόμενους. Στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η αγωγή είναι κακόπιστη και πρόωρη καθότι η διοικητική πράξη επί της οποίας βασίζεται αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής με αρ. 126/07 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και περαιτέρω ότι η διαδικασία επιβολής διοικητικών προστίμων προσκρούει σε θεμελιώδεις αρχές του δικαίου και του Ευρωπαϊκού κεκτημένου. Με αναφορά στα γεγονότα που ακολούθησαν την απόφαση της ενάγουσας ημερομηνίας 28.4.2004 προβάλλουν τη θέση ότι δεν διαφαίνεται με ποιο τρόπο η ενάγουσα ενεργοποίησε την απόφαση της αυτή και δεν παραχωρήθηκε στους εναγόμενους δικαίωμα υπεράσπισης-ακρόασης. Αρνούνται επίσης οι εναγόμενοι τη διάπραξη παραβάσεων της νομοθεσίας καθώς και τη νομιμοποίηση της ενάγουσας να εγείρει την παρούσα αγωγή και προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ο Κανονισμός 48
(1)της ΚΔΠ 10/2000 είναι ultra vires του εξουσιοδοτικού Νόμου ισχυρίζονται ότι ενόψει της δικαστικής εκκρεμοδικίας η διοικητική απόφαση της ενάγουσας δεν είναι τελεσίδικη οπότε η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Οι νομολογιακές αρχές που αφορούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης έχουν θεμελιωθεί σε πάγια νομολογία, όπου τονίζεται ότι η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18, ως εξαιρετικό μέτρο, θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αποκλείεται διάδικος να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση, την οποία μπορεί πράγματι να έχει. Στην απόφαση Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 417, έχουν λεχθεί χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Σύμφωνα με το κείμενο της Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αλλά και τη νομολογία ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, (β) να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφανίσεως από τον εναγόμενο και (γ) η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Με την ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και να δηλώνεται η πίστη του ενόρκως δηλούντος ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η μη ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση καθόσον η τήρηση τους σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130). Όπως έχει υποδειχθεί στη νομολογία, αν κριθεί ότι ο ενάγων με αυστηρή τήρηση και προσήλωση στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 έχει ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1912), το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος για να εξασφαλίσει δικαίωμα υπεράσπισης θα πρέπει να παρουσιάσει λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται αρκετά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση (βλ. Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, (πιο πάνω)). Το Δικαστήριο στη διαδικασία αυτή δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών ή σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, ως να εκδίκαζε την ουσία της υπόθεσης. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Αν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, όσον απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, δικαιολογούν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν μπορεί να επιτύχει (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(2001)1 ΑΑΔ 418). Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από το φάκελο της διαδικασίας προκύπτει ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει η ενάγουσα πληρούνται εφόσον αφενός το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 19.7.2007 είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6 και αφετέρου οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 3.9.2007. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιήσει η ενάγουσα προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι ο ενόρκως δηλών, όντας δεόντως εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια-ενάγουσα, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης υιοθετώντας αλλά και επαναλαμβάνοντας τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αξίωση της ενάγουσας. Όπως προκύπτει από την ένορκη του δήλωση κατέχει τη θέση λειτουργού-λογιστή της ενάγουσας έχοντας την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού των εναγομένων και ετοίμασε την κατάσταση οφειλομένου τέλους διοικητικού προστίμου (βλ. Τεκμήριο Δ), θέματα που δεν αμφισβητήθηκαν δεδομένου ότι δεν αντεξετάστηκε. Εφόσον η ενάγουσα δεν είναι φυσικό πρόσωπο αλλά Αρχή η οποία έχει ιδρυθεί δυνάμει του Νόμου έχοντας τη δυνατότητα να ενάγει και να ενάγεται, (βλ. άρθρο 3
(3)(α)), είναι επιτρεπτό να ορκίζεται στη θέση της αιτήτριας-ενάγουσας κάποιο αρμόδιο φυσικό πρόσωπο (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 ΑΑΔ 782, Παύλου ν. Ο.Χ.Τ.Κ. Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1051, Σπηταλιώτης κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1113 και Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1 ΑΑΔ 223). Ο ενόρκως δηλών γνωρίζει την ύπαρξη της διοικητικής πράξης, η οποία έχει κοινοποιηθεί στους εναγόμενους, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, αλλά το οφειλόμενο ποσό δεν έχει πληρωθεί. Συνεπώς θεωρείται ότι έχει ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση δεδομένου ότι επιβεβαιώνεται από τον ενόρκως δηλούντα τόσο η αιτία της αγωγής όσο και το αξιούμενο ποσό αλλά και δηλώνεται η πίστη του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Έχοντας η ενάγουσα ικανοποιήσει τις τρεις απαιτούμενες προϋποθέσεις και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι έχει καταχωρηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου υπεράσπιση εκ μέρους των εναγομένων στις 3.9.2007, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι εναγόμενοι παρουσιάζουν τέτοια στοιχεία και γεγονότα ώστε αποσείεται το βάρος που έχει μετατεθεί στους ώμους τους, με αποτέλεσμα να τους δοθεί το δικαίωμα από το Δικαστήριο να υπερασπιστούν στην παρούσα αγωγή. Η εξουσία του Δικαστηρίου για εξέταση της αίτησης κάτω από τη Δ.18 θ.1 παραμένει άθικτη καθότι η καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης, η οποία σημειωτέον ότι κινείται στα ίδια πλαίσια με την ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση, δεν αποτελεί χρήσιμο διάβημα (βλ. Annual Practice, 1958, σελ. 260, Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1238). Σχετική αναφορά μπορεί να γίνει και στην απόφαση SIGMA RADIO T.V. LTD v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 408, όπου επικυρώθηκαν από το Εφετείο πρωτόδικες αποφάσεις για παρόμοιο θέμα, όπου και λέχθηκε ότι η καταχώρηση υπεράσπισης από τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους, στην υπόθεση εκείνη, δεν επηρεάζει το δικαίωμα της αιτήτριας-ενάγουσας να αιτηθεί συνοπτικής απόφασης. Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση επισημαίνεται ότι μια από τις υπερασπίσεις που ισχυρίζονται ότι έχουν οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι αφορά τον τρόπο και διαδικασία έκδοσης της απόφασης του διοικητικού προστίμου, η οποία είναι αποδεκτό ότι αποτελεί τη βάση της χρηματικής αξίωσης στην υπό κρίση αγωγή. Προβάλλονται ισχυρισμοί ως προς την παρανομία της υπό αναφορά διοικητικής πράξης και της διαδικασίας βάσει της οποίας αυτή εκδόθηκε, υπεράσπιση που σαφώς αφορά τη νομιμότητα και εγκυρότητα έκδοσης της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου, το οποίο σύμφωνα με το Νόμο αποτελεί κύρωση λόγω παράβασης των διατάξεων του Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται βάσει αυτού. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)(ζ) του Νόμου η ενάγουσα Αρχή έχει αρμοδιότητα επιβολής κυρώσεων λόγω παραβάσεων των διατάξεων του Νόμου και των Κανονισμών καθώς και σε άλλες περιπτώσεις που καθορίζονται στο ίδιο άρθρο. Από την ίδια τη διοικητική απόφαση προκύπτει ότι η αιτήτρια-ενάγουσα έχει προβεί σε εξέταση παραβάσεων του Νόμου και των Κανονισμών και εξέδωσε την επίδικη διοικητική απόφαση επιβάλλοντας το διοικητικό πρόστιμο των £5.400. Φαίνεται ότι η εξουσία της αιτήτριας-ενάγουσας για εξέταση των εν λόγω παραβάσεων βασίζεται στον Κανονισμό 41 των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (ΚΔΠ 10/2000), και η καταβολή της εν λόγω οφειλής των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων επιβάλλεται σύμφωνα με τον Κανονισμό 47, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση ή προσφυγή. Συνάγεται ότι η εν λόγω διοικητική απόφαση της αιτήτριας-ενάγουσας αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, που ως παραδέχονται οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι τους κοινοποιήθηκε και η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι την ακύρωση της από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο αυτό καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Προϋπόθεση βέβαια για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας βάσει του άρθρου 146 είναι η δημιουργία, από την προσβαλλόμενη πράξη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ως αποτέλεσμα της άσκησης της διοικητικής λειτουργίας και με αυτή την έννοια η πράξη είναι εκτελεστή. Το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της νομιμότητας και εγκυρότητας διοικητικής πράξης, δεδομένου ότι αποκλειστική επί του θέματος δικαιοδοσία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. (βλ. Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1994)3 ΑΑΔ 453, Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 ΑΑΔ 1424). Κατά συνέπεια το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της νομιμότητας και εγκυρότητας της επίδικης διοικητικής απόφασης ώστε να αποφασίσει κατά πόσο η έκδοση της είναι νόμιμη ή παράνομη, ως είναι μια από τις προβαλλόμενες υπερασπίσεις των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων. Από αυτή την άποψη εφόσον η ύπαρξη της διοικητικής απόφασης είναι δεδομένη και αυτή είναι εκτελεστή καθόσον δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι έχει ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, τεκμαίρεται νόμιμη και κανονική και το επίδικο ποσό είναι πληρωτέο, ενόσω επίσης δεν προβάλλεται ότι έχει εξοφληθεί εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων. Είναι χρήσιμο να αναφερθούν σχετικά με την έκδοση συνοπτικής απόφασης σε τέτοια περίπτωση, τα ακόλουθα δύο εκ των συμπερασμάτων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση SIGMA RADIO T.V. LTD v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (πιο πάνω). Ότι δηλαδή: «(β) Οι αποφάσεις των εφεσιβλήτων ήταν για επιβολή διοικητικών προστίμων στους εφεσείοντες δυνάμει του Ν. 7(Ι)/98 και συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, η αμφισβήτηση της νομιμότητας των οποίων μπορεί να γίνει μόνο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μέχρι την ακύρωση μιας διοικητικής πράξης αυτή παραμένει ισχυρή και παράγει έννομα αποτελέσματα. Στην προκείμενη περίπτωση οι διοικητικές πράξεις δεν ακυρώθηκαν. (γ) Οι χρηματικές αξιώσεις των εφεσιβλήτων, στις προαναφερόμενες αγωγές, βασίζονται απόλυτα στις προαναφερόμενες διοικητικές πράξεις. Οι εφεσείοντες δεν κατάφεραν να δείξουν, δίνοντας μάλιστα και επαρκείς λεπτομέρειες, όπως όφειλαν (εφόσον οι εφεσίβλητοι είχαν ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18), ότι έχουν συζητήσιμες υπερασπίσεις.......» Στην ίδια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επισημανθεί ότι ο Νόμος δεν έχει κριθεί ως αντισυνταγματικός και ως εκ τούτου τεκμαίρεται ως συνταγματικός μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Ωστόσο, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο η θέση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων που σχετίζεται με τη νομιμοποίηση της ενάγουσας Αρχής να εγείρει την παρούσα αγωγή. Η σχετική εισήγηση του συνηγόρου τους, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε πιο πάνω, εγείρει προς εξέταση ένα νομικό θέμα που αφορά την δυνατότητα της ενάγουσας Αρχής να ασκήσει την αγωγή είσπραξης διοικητικού προστίμου ως χρέους οφειλόμενου προς την ίδια όπως προνοείται στον προαναφερθέντα Κανονισμό 48, ενόψει του ότι ο εξουσιοδοτών Νόμος στο άρθρο 41Β (που σημειωτέον ότι προστέθηκε στο βασικό Νόμο με το Νόμο 97(Ι)/2004) προνοεί ότι το διοικητικό πρόστιμο εισπράττεται ως χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία. Είναι σαφές ότι η εισήγηση αυτή δεν αφορά τη νομιμότητα της διοικητικής απόφασης αλλά την ορθότητα του τρόπου είσπραξης του διοικητικού προστίμου μέσω της παρούσας αγωγής. Δεν μου διαφεύγει ότι στο άρθρο 3
(3)του Νόμου, που αφορά την ίδρυση της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, προνοείται ότι η Αρχή μπορεί να ενάγει και να ενάγεται ενώ στο άρθρο 41Β που αφορά την επιβολή διοικητικού προστίμου προβλέπεται ότι η Αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής του. Το θέμα ως εγέρθηκε από τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους δεν θίγεται καθ' οιονδήποτε τρόπο στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου της αιτήτριας-ενάγουσας. Η εισήγηση της είναι ότι, όπως ορίζεται στον Κανονισμό 48, η Αρχή μπορεί να λάβει δικαστικά μέτρα για την πληρωμή του εν λόγω διοικητικού προστίμου, το οποίο δύναται να εισπράξει με όλα τα δικαστικά έξοδα ως χρέος που οφείλεται σε αυτήν. Είναι όμως πρόδηλο ότι, παρόλο που στο άρθρο 41Β προνοείται ότι το οφειλόμενο ποσό διοικητικού προστίμου εισπράττεται ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία, στον Κανονισμό 48
(1)προβλέπεται ότι η Αρχή δύναται να εισπράξει το διοικητικό πρόστιμο με όλα τα δικαστικά έξοδα ως χρέος που οφείλεται σ' αυτήν. Ενόψει των εισηγήσεων του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων για τις συνέπειες της είσπραξης του διοικητικού προστίμου ως αστικού χρέους οφειλόμενου στη Δημοκρατία σύμφωνα με τις Συνταγματικές Διατάξεις καθώς και για τη θέσπιση του σχετικού Κανονισμού καθ' υπέρβαση και σε αντίθεση με τον εξουσιοδοτούντα Νόμο, αναφύεται προς εξέταση νομικό ζήτημα. Όπως η πρόσφατη δε νομολογία υποδεικνύει στο στάδιο της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης δεν πρέπει να εξετάζονται νομικά ζητήματα που εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση, καθότι αυτά πρέπει να εξετάζονται κατά την κανονική δίκη όπου οι διάδικοι θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τις θέσεις τους με κάθε λεπτομέρεια, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται στη συνοπτική δίκη (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. αρ. 309/05, ημερομηνίας 20.7.2007). Εξάλλου σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία, η ορθή αντίληψη σε σχέση με τα δικαιώματα του διάδικου βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και των σχετικών διατάξεων της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβάλλει όπως η έκδοση απόφασης βάσει της συνοπτικής διαδικασίας που προβλέπει η Δ.18 θ.1 περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή (βλ. Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Σχίζας ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1866). Εν όψει όλων των προαναφερθέντων κρίνεται ότι οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι ικανοποίησαν το Δικαστήριο ότι γνήσια προβάλλουν, και όχι για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας, μία καλόπιστη υπεράσπιση εγείροντας σοβαρά νομικά επιχειρήματα, που δεν είναι επιτρεπτό να κριθούν στην παρούσα διαδικασία και για τα οποία σαφώς δεν αποφαίνομαι και που θα πρέπει να εξεταστούν κατά την κανονική δίκη, με αποτέλεσμα να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων και εναντίον της αιτήτριας-ενάγουσας και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.