← Κύπρος

Γιάγκου Γιάγκου ν. Γεώργιου Καζαμία, Αρ. Αγωγής: 11671/03, 22 Φεβρουαρίου, 2008

Γιάγκου Γιάγκου ν. Γεώργιου Καζαμία, Αρ. Αγωγής: 11671/03, 22 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11671/03 Μεταξύ: Γιάγκου Γιάγκου Ενάγοντα και Γεώργιου Καζαμία Εναγομένου . . . . . . Αίτηση δια κλήσεως ημερ. 10.10.07 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης 22 Φεβρουαρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κα. Στ. Ερωτοκρίτου. Για τον Εναγόμενο-Καθ΄ου η αίτηση: κα. Κρ. Σπύρου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου. . . . . . . ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής, επικαλούμενος τις δικονομικές διατάξεις τροποποίησης των δικογράφων (Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), επιδιώκει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ως εξειδικεύεται λεπτομερώς στην αίτηση. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της μητέρας του Αιτητή ημερ. 10.10.

  1. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στο περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά πιο κάτω. Ο Καθ΄ου η αίτηση ενίσταται στις αιτούμενες τροποποιήσεις. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
  2. Η αίτηση είναι παράτυπη και κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής.
  3. Η αίτηση αποτελεί περιφρόνηση του Δικαστηρίου και κατάχρηση της διαδικασίας ενόψει της υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώριση της.
  4. Με την αίτηση επιχειρείται η εισαγωγή νέων ισχυρισμών και/ή νέων λεπτομερειών και/ή νέων στοιχείων αναφορικά με γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά στον Αιτητή από το
  5. Η αίτηση έχει ως μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει και να δυσχεράνει τη διαδικασία.
  6. Δεν υπάρχουν επαρκείς και βάσιμοι λόγοι που να δικαιολογούν την αίτηση.
  7. Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Εναγόμενο. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στη συνημμένη στην ένσταση ένορκη δήλωση της Εύης Μιχαηλίδου στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τον Κανονισμό 4 της Διαταγής 48, η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.
  8. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στις γραπτές αγορεύσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν με τη συναίνεση των μερών και κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ουσιαστικά ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, όπως αυτές προβάλλονται στην αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, υποστηρίζοντας αυτές με σχετική επί του θέματος νομολογία. Έχοντας προσδιορίσει τα επίδικα θέματα, θα αναφερθώ πρώτα στις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων με βάση τη Δ.25 στην οποία κυρίως στηρίζεται η αίτηση. Οι αρχές αυτές πηγάζουν από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ευρεία αναφορά σε θέματα τροποποίησης δικογράφων έγινε, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Jack v. Philiappa Estates

(1988)1 C.L.R. 607 όπου υιοθετούνται διάφορες αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, όπως αυτές προέκυψαν από την αντίστοιχη Αγγλική νομολογία και υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο [βλ. επίσης τις υποθέσεις Ε. Φιλίππου Λτδ. v. Compass Co. Ltd. (Αρ. 1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 24, Evripidou and Another v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2075, Τσαγγάρη ν. Γαβριηλίδου κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 156, Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Alexandra Rent Car v. Νεάρχου
(1992)1 Α.Α.Δ. 111, Skepi Ltd v. Kaitis & Another
(1983)1 C.L.R. 231 και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44.] Σε απόσπασμα από την υπόθεση United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 C.L.R. 510 αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 515 (σε ελεύθερη μετάφραση). "Οι γενικές αρχές για το πότε πρέπει να δίδεται άδεια για τροποποίηση εξετέθησαν από τον L. J. Bramwell στην υπόθεση Tildesley ν. Harper 10 Ch.D. 393 στη σελ. 396: 'Ή πρακτική μου ήταν πάντα να δίδω άδεια για τροποποίηση εκτός αν ικανοποιηθώ ότι ο διάδικος που την ζητά ενεργούσε με κακή πίστη ή ότι με την συμπεριφορά του προκάλεσε κάποια βλάβη στον αντίδικο του για την οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή με άλλο τρόπο. " Βλέπε επίσης την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Shipping
(1979)1 C.L.R. 542. Ακόμη και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί με αίτηση για τροποποίηση εφόσον ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις [βλ. Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 11]. Πριν από την ακρόαση, άδεια για τροποποίηση δίδεται εύκολα με όρο την πληρωμή των εξόδων που προκαλούνται εκτός αν ο αντίδικος θα τοποθετηθεί σε χειρότερη θέση παρά αυτή στην οποία θα βρισκόταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο εδίδετο εξ αρχής (βλ. Steward v. North Metropolitan Tranways Co. 16 Q.B.D. 556). Στην υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 ο Πικής, Δ., όπως ήταν τότε, συνοψίζοντας τις αρχές άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου τις διατύπωσε απαριθμώντας τις ως ακολούθως στις σελ. 36 και 37: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Στην υπόθεση Kallice Hold. Co. Ltd. ν. MTR Metals (Overs.) Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162, στη σελ. 164 λέχθηκε ότι : ''Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου." Ανάλογες αρχές διατυπώθηκαν και στην υπόθεση Fredericou Schools Co. Ltd κ.α. ν. Acuac Inc. (Αρ.1)
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 580, η οποία αφορούσε αίτηση για τροποποίηση των λόγων έφεσης. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογα χρονικά όρια. Η υπόθεση Sait Electronic v. "Dominique" κ.α. (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Ketteman v. Hansel Properties Ltd
(1988)1 ΑΙΙ E.R., 38 : "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence." Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως εξάγεται από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω)). Προκύπτει ξεκάθαρα από τις υποθέσεις Perestrello Ε. Companhia Limitada v. United Paint Co. Ltd.
(1969)3 ΑΙΙ E.R. 479 και Domsalla and Another v. Barr
(1969)3 ΑΙΙ E.R. 487, ότι σκοπός των εγγράφων προτάσεων είναι να διασαφηνίζουν και να αποκρυσταλλώνουν με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια τα ζητήματα τα οποία δημιουργούνται, έτσι που να δίδεται στα μέρη δυνατότητα να ετοιμασθούν για τη δίκη και να γνωρίζουν τι θα αντιμετωπίσουν. Η σύνταξη των εγγράφων προτάσεων είναι θέμα που επηρεάζει την υπόθεση των διαδίκων κατά τη δικάσιμο. Τα μέρη έχουν την ευθύνη για την σύνταξη των δικογράφων τους έτσι ώστε να μπορέσουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο να προωθήσουν τις θέσεις τους. Τα δικόγραφα αποτελούν την περίμετρο και το πλαίσιο της δίκης γιατί περικλείουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει τα επίδικα θέματα. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. Τα πλαίσια αυτά δεν είναι αμετακίνητα ούτε άκαμπτα. Ο διάδικος που κρίνει ότι απαιτείται τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων πρέπει να το κάνει το συντομότερο δυνατό [βλ. Ayia Napa Nissi Ltd κ.α. ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549]. Διεξήλθα προσεκτικά τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις και διάφορα τεκμήρια που τις συνοδεύουν. Παράλληλα, κατά την εξέταση της αίτησης, είχα συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Έχω εξετάσει την αιτούμενη τροποποίηση μέσα στο πλαίσιο των αρχών της άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας που ανέφερα πιο πάνω. Έχοντας υπόψη ότι η σκοπούμενη τροποποίηση αποβλέπει στην προβολή της πρόσφατης ιατρικής διαπίστωσης της πορείας της υγείας του Ενάγοντα όπως αποκρυσταλλώθηκε σε ιατρική έκθεση ημερ. 10.9.07 κατόπιν ιατρικής εξέτασης ημερ. 30.7.07 και τον προσδιορισμό, με γεγονότα, της ισχυριζόμενης αδυναμίας του Ενάγοντα να ανταποκριθεί σε απαιτήσεις υψηλού επιπέδου, με σκοπό την καλύτερη και ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης, ότι η σκοπούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο να την επιτρέψω. Κατά την κρίση μου η σκοπούμενη τροποποίηση δεν πρόκειται να προκαλέσει ανυπέρβλητες ή μη διορθώσιμες επιπτώσεις στα δικαιώματα του Εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται μνεία ότι τα στοιχεία τα οποία ο Αιτητής αιτείται να προσθέσει στην απαίτηση του περιήλθαν σε γνώση του μετά την έγερση της αγωγής και ως αποτέλεσμα νέας ιατρικής εξέτασης του στις 30.7.07. Περαιτέρω οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι διευκρινιστικές και καθορίζουν συγκεκριμένα γεγονότα προς υποστήριξη του ήδη προβληθέντα ισχυρισμού του Ενάγοντα που περιλαμβάνεται στην παρα. 5(ακ) της Έκθεσης Απαίτησης όπου αναφέρεται ότι ο Ενάγων δεν έχει την ικανότητα να ανταποκριθεί σε απαιτήσεις υψηλού επιπέδου, όπως είναι η Πανεπιστημιακή φοίτηση. Η ανταπόκριση του Ενάγοντα σε Πανεπιστημιακού επιπέδου απαιτήσεις και η προοπτική απόκτησης Πανεπιστημιακού Πτυχίου και επαγγελματικής αποκατάστασης δεν μπορούσε να διαγραφεί παρά σε βάθος χρόνου, με την πάροδο και πορεία των ακαδημαϊκών ετών όπου θα διαγράφετο και διαπιστώνετο η δυνατότητα ανταπόκρισης και επίδοσης του Ενάγοντα στις κατ΄έτος εξετάσεις. Εν πάση περιπτώσει σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων είναι νομολογημένο ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Αδυνατώ να αποδώσω στην πλευρά του Αιτητή κακή πίστη [βλ. Astor Co. κ.α. ν. A.G. Leventis Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726]. Δεν μπορεί καμιά βλάβη να προκληθεί στον Εναγόμενο πέραν από τη χρηματική, η οποία προκαλείται με την απώλεια εξόδων που μπορεί όμως να αντιμετωπισθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα (βλ. Beoco Ltd v. Alfa Laval Co Ltd & another
(1994)4 All E.R. 464). Απόρριψη της αίτησης θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης όπως προσδιορίζονται στην προκειμένη υπόθεση και δεν θα επέτρεπε την επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων που εγείρονται στην υπόθεση. Σαν αποτέλεσμα η αίτηση επιτυγχάνει σ΄ όλη την έκταση της. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί μέσα σε 15 μέρες από τη σύνταξη του διατάγματος και αντίγραφο της να παραδοθεί στους δικηγόρους του Εναγομένου. Η τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί μέσα σε 15 μέρες από την παράδοση αντιγράφου της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης και αντίγραφο της να παραδοθεί στους δικηγόρους του Ενάγοντα. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση, αν χρειάζεται, να καταχωριστεί μέσα σε 7 μέρες από την παράδοση αντιγράφου της τροποποιημένης Υπεράσπισης και αντίγραφο της να παραδοθεί στους δικηγόρους του Εναγομένου. Σε σχέση με τα έξοδα έχω να πω τα ακόλουθα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει άλλος ικανοποιητικός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ωστόσο, ειδικά για αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων, δεν φαίνεται να ισχύει ο κανόνας αυτός αλλά, αντίθετα, ο κανόνας είναι ότι ο διάδικος ο οποίος αιτείται την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που προκύπτουν λόγω της τροποποίησης (costs thrown away). Αυτό συνάγεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με τις πρόνοιες της Δ.25, θθ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνω ότι στην Αγγλία υπάρχει ειδική πρόνοια ότι τα έξοδα τα επωμίζεται ο διάδικος ο οποίος ζητεί τροποποίηση. Στην παρούσα υπόθεση ενόψει του αποτελέσματος της υπό κρίση αίτησης και έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, τόσο τα έξοδα της παρούσας αίτησης όσο και όλα τα έξοδα τα οποία χάνονται (costs thrown away) λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου - Καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή, και να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .............. Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.