← Κύπρος

Εφραίμη Παλάλα ν. Στέλιου Αρέστη κ.α., Αρ. Αγωγής: 10148/07, 26 Φεβρουαρίου, 2008

Εφραίμη Παλάλα ν. Στέλιου Αρέστη κ.α., Αρ. Αγωγής: 10148/07, 26 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10148/07 Μεταξύ Εφραίμη Παλάλα Ενάγοντα και

  1. Στέλιου Αρέστη
  2. Ανδρέα Αρέστη
  3. ΧΑΒΟΥΖΑ ΛΤΔ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 9.11.2007 Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κ. Μ. Βορκάς Για Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3: κ. Μακρίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με μονομερή αίτηση εξασφαλίστηκε εκ μέρους του αιτητή-ενάγοντα στις 9.11.2007 παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν αφενός στον εναγόμενο 2 και τους αντιπροσώπους του από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν 250 από τις μετοχές που ο εναγόμενος 2 κατέχει στην εναγόμενη 3 εταιρεία, αφετέρου στους εναγόμενους 1 και 2 από του να προβούν σε οποιαδήποτε αλλαγή στο μετοχικό κεφάλαιο και/ή τους φερόμενους ως διευθυντές και/ή αξιωματούχους της εναγομένης 3 καθώς και σε όλους τους εναγόμενους και στους αντιπροσώπους τους από του να προβούν σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία, πώληση, μεταβίβαση, αποξένωση, επιβάρυνση στην ακίνητη περιουσία της εναγομένης 3 και ειδικότερα σε τέσσερα ακίνητα που περιγράφονται με λεπτομέρεια στην υπό κρίση αίτηση, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε για αναθεώρηση (returnable) στις 16.11.2007, οπότε οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι αντέδρασαν αρνητικά στη διατήρηση του σε ισχύ με αποτέλεσμα της διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας αφού καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους τους στις 30.11.
  4. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας όλα τα θέματα που αφορούν την έκδοση του διατάγματος και τη διατήρηση του σε ισχύ εξετάζονται εξ υπαρχής. Σύμφωνα με τη γενική οπισθογράφηση της αγωγής ο ενάγοντας προβάλλει απαιτήσεις για εξασφάλιση των συμφερόντων και δικαιωμάτων της εναγομένης 3, της οποίας έλεγχο στο μετοχικό κεφάλαιο έχουν οι εναγόμενοι 1 και 2 και απαιτεί δηλώσεις και διατάγματα του Δικαστηρίου αναφορικά με αναγνώριση του ότι ο ίδιος είναι νόμιμος ιδιοκτήτης 250 μετοχών στην εναγόμενη 3 και ακύρωση οποιασδήποτε εγγραφής στο μητρώο μετοχών της εναγομένης 3 των 250 μετοχών επ' ονόματι του εναγομένου 2, ότι οποιαδήποτε τέτοια εγγραφή έγινε παράνομα και/ή δόλια και/ή αντικαταστατικά και/ή αντισυμβατικά με άκυρο κατατεθέν στον Έφορο Εταιρειών έντυπο, το οποίο οι εναγόμενοι να διαταχθούν να αποσύρουν καθώς και την κήρυξη της εν λόγω μεταβίβασης των μετοχών ως άκυρης λόγω παρανομίας και/ή δόλου, μετοχές τις οποίες παράνομα κατακρατεί και/ή ιδιοποιείται ο εναγόμενος 2 στην εναγόμενη 3 και περαιτέρω δήλωση του Δικαστηρίου ότι οποιαδήποτε ενέργεια και/ή απόφαση των εναγομένων σε σχέση με τις εργασίες της εναγομένης 3 από τις 25.5.2006 και μετέπειτα είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή αποτέλεσμα δόλου και/ή απάτης μη παράγουσα έννομα αποτελέσματα για την εναγομένη 3 καθώς και αποζημιώσεις για οποιαδήποτε ζημιά υπέστη τόσο ο ίδιος όσο και η εναγόμενη 3 συνεπεία των προαναφερθεισών πράξεων. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), τα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, τα άρθρα 37-42 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, τα άρθρα 71-82 και 105-113(Α) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.48 θ.1-9 καθώς και η γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η μακροσκελής ένορκη δήλωση του αιτητή-ενάγοντα ημερομηνίας 9.11.2007, αναφέρεται στο ιστορικό σύστασης της εναγόμενης 3 εταιρείας στις 10.7.2001 με μετοχικό κεφάλαιο 1.000 μετοχών ονομαστικής αξίας £1 έκαστη στην οποία οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Στις 4.10.2001 ο εναγόμενος 1 μεταβίβασε από τις μετοχές που κατείχε στην εναγόμενη 3, 250 μετοχές στον ενάγοντα και 250 μετοχές στον Αντώνη Λουκά (Τεκμήριο Α). Στις 3.2.2004 ο Αντώνης Λουκά φαίνεται να μεταβίβασε τις μετοχές του στον εναγόμενο 2 (Τεκμήριο Β). Σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα στις 19.10.2007 πήρε απόφαση να μεταβιβάσει τις εν λόγω μετοχές του στη θυγατέρα του και από έλεγχο που έκανε στον Έφορο Εταιρειών διαπίστωσε ότι στις 25.5.2006 η εναγόμενη 3 κοινοποίησε στον Έφορο Εταιρειών το σχετικό έντυπο, υπογεγραμμένο από τον εναγόμενο 2, γραμματέα της, σύμφωνα με το οποίο αυτός ενημέρωνε ψευδώς τον Έφορο Εταιρειών για τη μεταβίβαση των 250 μετοχών του ενάγοντα στον ίδιο (Τεκμήριο Δ). Η εν λόγω κοινοποίηση μεταβίβασης με το Τεκμήριο Δ αποτελεί κατά τον ισχυρισμό του προϊόν δόλιας σκευωρίας και απάτης σε βάρος του από τους εναγόμενους 1 και 2 που είναι αδέλφια και είναι παράνομη εφόσον είχε σκοπό στην παράνομη εκμετάλλευση προς όφελος των εναγομένων 1 και 2 της μεγάλης αξίας ακίνητης περιουσίας της εναγομένης 3 που αγοράστηκε απ' αυτήν περί το
  5. Η αξία αγοράς των τεσσάρων ακινήτων της εναγομένης 3 ανήρχετο στις £232.
  6. Σύμφωνα με πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 25.10.2007, Τεκμήριο Ε, οι εναγόμενοι 1 και 2 κατέχουν από 500 μετοχές στην εναγομένη 3 έκαστος και αυτοί έγιναν με αντικαταστατικό και παράνομο τρόπο τα μόνα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου (Τεκμήριο ΣΤ). Η έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος ζητήθηκε από το Δικαστήριο κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του λόγω της δόλιας, παράνομης, αντισυμβατικής και κακόπιστης συμπεριφοράς των εναγομένων 1 και 2 και δεδομένου ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον εναγόμενο 2 αυτός δεν του έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για την εν γένει συμπεριφορά του. Η όλη εξέλιξη οδηγεί στο να διαχειρίζονται ανεξέλεγκτα οι εναγόμενοι 1 και 2 τα περιουσιακά στοιχεία της εναγόμενης 3 με αρνητικές συνέπειες τόσο για την εναγόμενη 3 όσο και για τον ίδιο ως μέτοχο της. Οι πράξεις των εναγομένων 1 και 2, επίσης, αποτελούν παραβίαση της διάταξης 6 του καταστατικού της εναγομένης 3 (Τεκμήριο Ζ) σύμφωνα με νομική συμβουλή που του έχει δοθεί. Πιστεύει ότι έχει καλή υπόθεση εναντίον των εναγομένων με σίγουρη πιθανότητα επιτυχίας και αν δεν εκδοθεί άμεσα το αιτούμενο διάταγμα θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ενόσω ο ίδιος έχει αποκλειστικό σκοπό την προστασία της εναγομένης 3 και της ιδιοκτησίας του ίδιου ως μετόχου. Ο άμεσος κίνδυνος της αποξένωσης των μετοχών της εναγομένης 3 καθώς και της διάθεσης των περιουσιακών της στοιχείων που παραβιάζει τα δικά του δικαιώματα αλλά και τη λειτουργία της εναγόμενης 3 δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος μονομερώς και η συνέχιση της παρανομίας που έγινε συνεπάγεται άμεσο κίνδυνο τροποποιήσεων στο μετοχικό κεφάλαιο και τις δραστηριότητες της εταιρείας καθώς και στο διοικητικό της συμβούλιο. Η ένσταση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων έχοντας ως νομικό υπόβαθρο τις ίδιες νομικές πρόνοιες με την αίτηση, περιέχει ως λόγους ένστασης ότι ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον της εναγομένης 3 με την προβαλλόμενη ιδιότητα του ως μειοψηφών μέτοχος αυτής, ότι δεν δικαιολογείτο από τα γεγονότα η έκδοση του διατάγματος μονομερώς, ούτε και πληρούντο οι αναγκαίες νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση του, ο αιτητής απέκρυψε και παραποίησε ουσιώδη γεγονότα σε σχέση με την έκδοση του διατάγματος, παραλείποντας να θέσει στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα και δεν απεκάλυψε την πηγή των πληροφοριών του, ενώ η νομική βάση της αίτησης δεν στηρίζει στην έκδοση του διατάγματος. Στην επίσης μακροσκελή ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 1 ημερομηνίας 30.11.2007, στην οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 2 εξουσιοδοτήσεις των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 2 και 3 προς τον εναγόμενο 1 να προβεί στην ένορκη του δήλωση, ο τελευταίος αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται ενώ όσα προέρχονται από πληροφορίες εκθέτει την πηγή τους. Παραδέχεται τόσο τη σύσταση της εναγομένης 3 καθώς και την ιδιότητα του ίδιου και του εναγόμενου 2 σ' αυτήν, καθώς και τις μεταβιβάσεις των 250 μετοχών στον ενάγοντα και τον Αντώνη Λουκά αλλά και τη μεταβίβαση των μετοχών του Λουκά στον εναγόμενο 2, σύμφωνα με τις παραγράφους 3-6 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα. Ισχυρίζεται ότι τον Αύγουστο του 2001 η εναγόμενη 3 κατέβαλε προσπάθειες για εξασφάλιση άδειας από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών του Υπουργείου Εσωτερικών για την ολοκλήρωση συμφωνίας εκ μέρους της εναγόμενης 3 για αγορά ακινήτων σε περιοχή της Λάρνακας από τους κληρονόμους του θανόντος ιδιοκτήτη Τουρκοκύπριου, μόνιμου κάτοικου Ηνωμένου Βασιλείου. Τόσο ο ενάγοντας όσο και ο Λουκά εξέφρασαν επιθυμία να συμμετέχουν στην αγορά των ακινήτων, που είναι τα ακίνητα που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο ενάγοντας, ενόσω η εναγομένη 3 έχοντας ως κύρια δραστηριότητα την αγορά ακινήτων σκόπευε να προβεί σε αγορές ακινήτων σε διάφορα μέρη της Κύπρου. Σύμφωνα με προφορικές συμφωνίες με τον ενάγοντα και τον Λουκά οι τελευταίοι θα αγόραζαν από 250 μετοχές έκαστος στο κεφάλαιο της εναγομένης 3 καταβάλλοντας £250.000 έκαστος. Όταν θα εξασφαλίζετο η προαναφερθείσα άδεια από το Υπουργείο Εσωτερικών θα ολοκληρώνοντο οι προφορικές συμφωνίες με την άμεση μεταβίβαση των μετοχών προς τους αγοραστές και την καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς. Εάν ωστόσο δεν εξασφαλίζετο η άδεια οι 250 μετοχές που έδωσε στα δύο προαναφερθέντα πρόσωπα θα του επιστρέφοντο. Επειδή η εναγόμενη 3 δεν διέθετε οικονομικούς πόρους τα χρήματα που θα λάμβανε ο ίδιος από την πώληση των μετοχών του θα τα δάνειζε στην εναγόμενη 3 ώστε αυτή να προχωρήσει στην αγορά των ακινήτων. Τους όρους της εν λόγω συμφωνίας με τον ενάγοντα περιέλαβε σε επιστολή ημερομηνίας 25.9.2001 (Τεκμήριο 3), την οποία απέστειλε σ' αυτόν. Μετά την έγκριση του αιτήματος της εναγομένης 3 από το Υπουργείο Εσωτερικών στις 21.3.2002 (Τεκμήριο 4) και μη κατορθώνοντας να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον ενάγοντα του απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 22.3.2002 (Τεκμήριο 5), ζητώντας του να επικοινωνήσει μαζί του για να ολοκληρωθεί η συμφωνία τους και να μεταβιβαστούν τα ακίνητα επ' ονόματι της εναγομένης
  7. Δεν υπήρξε ανταπόκριση εκ μέρους του ενάγοντα και λόγω του ότι η εναγομένη 3 παρέμεινε εκτεθειμένη οικονομικά εξασφάλισε ο ίδιος δάνειο ύψους £350.000 από ιδιώτες και στις 5.4.2002 ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση των ακινήτων στο όνομα της εναγομένης
  8. Και πάλι στη συνέχεια δεν κατέστη δυνατό να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα με αποτέλεσμα στις 15.5.2002 να του αποστείλει επιστολή για να επιστραφούν οι 250 μετοχές που ο ενάγοντας κατείχε στην εναγομένη 3 χωρίς να καταβάλει την οφειλόμενη προς τον εναγόμενο 1 αντιπαροχή (Τεκμήριο 6). Στις 22.4.2003 ο ενάγοντας προσήλθε σε συνάντηση των μετόχων της εναγομένης 3, κατά την οποία λήφθηκε απόφαση με την οποία εξουσιοδοτήθηκε ο εναγόμενος 1 να συνάψει δάνειο £350.000 από πιστωτικό ίδρυμα για κάλυψη των υποχρεώσεων της εναγομένης 3 (Τεκμήριο 7) και τότε ο ενάγοντας υποσχέθηκε να διευθετήσει το χρέος του το συντομότερο. Παρόλο που ο ίδιος εξασφάλισε το δάνειο και εξοφλήθηκαν οι ιδιώτες πιστωτές της εναγομένης 3, ο ενάγοντας δεν τήρησε την υπόσχεση του και με επιστολή του εναγόμενου 1 ημερομηνίας 15.9.2003 (Τεκμήριο 8), ο τελευταίος του κοινοποίησε την πρόθεση να προχωρήσει μονομερώς στην ανάκτηση των μετοχών αν δεν επικοινωνούσε μαζί του εντός 15 ημερών. Η άρνηση του ενάγοντα να επιστρέψει τις μετοχές δημιουργούσε ανυπέρβλητο πρόβλημα στην ομαλή λειτουργία της εναγομένης 3 ενώ ο Λουκά επειδή δεν μπόρεσε να πληρώσει το ποσό των £250.000 περί τις 3.2.2004 οικιοθελώς μεταβίβασε τις μετοχές του στον εναγόμενο
  9. Λόγω του ότι δεν έχει νομική μόρφωση ταύτιζε τον εαυτό του, που ήταν ιδρυτής της εναγομένης 3, με αυτήν και γι' αυτό το λόγο προέβη σε συμφωνίες με τον ενάγοντα και τον Λουκά για την αγοραπωλησία των 250 μετοχών που προαναφέρθηκαν. Όπως φαίνεται από τα γεγονότα ο ενάγοντας μετά τη λήψη της επιστολής Τεκμήριο 8, με επιστολή του ημερομηνίας 24.9.2003 προς τον Έφορο Εταιρειών (Τεκμήριο 9) την οποία κοινοποίησε και στους εναγόμενους 1 και 3 προσπάθησε να λάβει μέτρα για να αποτρέψει τη μεταβίβαση των 250 μετοχών που κατείχε. Επειδή ο εναγόμενος 1 πίστευε ότι είχε δικαίωμα να προχωρήσει με τη μεταβίβαση των 250 μετοχών του ενάγοντα προς τον αδελφό του-εναγόμενο 2, λόγω παύσης της ισχύος της συμφωνίας που είχε με τον ενάγοντα συνεπεία ουσιώδους παράβασης της από τον τελευταίο, έγινε η μεταβίβαση των μετοχών στον αδελφό του στις 25.5.2006 με το σχετικό έντυπο. Περαιτέρω ο εναγόμενος 1 αναφέρεται σε προσπάθειες επίλυσης της διαφοράς με τον ενάγοντα με επιστροφή των 250 μετοχών και μεταβίβαση τους στον εναγόμενο 2 και με πληρωμή στον ενάγοντα του ποσού των £2.000-£3.
  10. Ωστόσο παρόλο που ετοιμάστηκε σχετική επιστολή προς τον Έφορο Εταιρειών (Τεκμήριο 10) ο ενάγοντας εξαφανίστηκε και ουδέποτε την υπέγραψε. Η μεταβίβαση των 250 μετοχών στον εναγόμενο 2 δεν έγινε με δόλιο σκοπό έναντι της εναγομένης 3 και όσα έγιναν αναφορικά με την δραστηριοποίηση της εναγομένης 3 δεν αποσκοπούσαν στην παράνομη εκμετάλλευση της περιουσίας της, δεδομένου ότι τα ακίνητα που αγοράστηκαν παραμένουν στην κατοχή της, πλην ενός τεμαχίου που πωλήθηκε τον Ιανουάριο του 2007 για ποσό £910.
  11. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εκδικητικά από τον ενάγοντα και με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους ενόσω οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται τόσο ότι ενήργησαν δόλια ή παράνομα ή αντισυμβατικά ή κακόπιστα ή αντικαταστατικά με σκοπό τον αποκλεισμό του ενάγοντα από την εναγομένη 3 καθώς και τους σχετικούς ισχυρισμούς του ενάγοντα. Όπως συμβουλεύεται από τον δικηγόρο του ο ενάγοντας δεν έχει νομικά αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγομένης 3 ενώ περαιτέρω τα συμφέροντα της εναγομένης 3 ουδόλως κινδυνεύουν από τις ενέργειες των εναγομένων 1 και
  12. Με τους ισχυρισμούς τέλος ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος στην παρούσα υπόθεση καθώς και ότι ο ενάγοντας απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο κατά την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς και πιο συγκεκριμένα δεν απεκάλυψε την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του ίδιου και τον εναγόμενου 1 σχετικά με τις 250 μετοχές καθώς και τις επιστολές που του αποστάληκαν αλλά και το γεγονός ότι δεν είχε καταβληθεί το συμφωνηθέν αντάλλαγμα για την απόκτηση των μετοχών απ' αυτόν, ο εναγόμενος 1 ζητά την απόρριψη της αίτησης, υποδεικνύοντας ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί μονομερώς το επίδικο διάταγμα. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης και οι δυο ενόρκως δηλώσαντες αντεξετάστηκαν και στη συνέχεια οι συνήγοροι τους προέβησαν με τις γραπτές τους αγορεύσεις σε εισηγήσεις οι οποίες θα αναφερθούν πιο κάτω όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της αίτησης. Κατά την αντεξέταση του ο αιτητής-ενάγοντας υποστήριξε ότι έχει καταβάλει το ποσό των £250 για την αγορά των 250 μετοχών έχοντας επίσης βοηθήσει για τις εργασίες της εταιρείας και η συμφωνία για αυτήν την αγορά είχε γίνει μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου
  13. Αποδέχθηκε ότι στις 24.9.2003 απέστειλε επιστολή στον Έφορο Εταιρειών (δηλαδή το Τεκμήριο 9 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 1) υποστηρίζοντας ότι ο λόγος αποστολής της εν λόγω επιστολής ήταν οι οικονομικές διαφορές με τη σύζυγο του λόγω του ότι επρόκειτο να χωρίσουν και όχι επειδή παρέλαβε την επιστολή του εναγόμενου 1 ημερομηνίας 15.9.2003, δηλαδή το Τεκμήριο 8 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου 1, εμμένοντας ότι δεν είχε παραλάβει καμία επιστολή από αυτές που ισχυρίζεται ότι του απέστειλε ο εναγόμενος
  14. Ανέφερε επίσης ότι τον Απρίλιο του 2003 σε γενική συνέλευση των μετόχων αποφάσισαν να δανειοδοτηθεί η εναγόμενη εταιρεία με το ποσό των £350.000 για διεκπεραίωση των εργασιών της και για το σκοπό αυτό έγινε προσωπικό δάνειο των εναγομένων 1 και 2 με υποθήκη τα ακίνητα της εταιρείας. Αποδέχθηκε τέλος ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του 2001 και του 2007 συνέβησαν κάποια γεγονότα αλλά δεν συμφώνησε ότι έπρεπε να καταβάλει στον εναγόμενο 1 το ποσό των £250.000 για την αξία των 250 μετοχών. Κατά την αντεξέταση του ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος 1, εμμένοντας στο περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης, ανέφερε ότι απέστειλε όλες τις επιστολές που αναφέρονται σ' αυτήν στον ενάγοντα και επειδή δεν είχε νομική μόρφωση ούτε έλαβε νομική συμβουλή συντάυτιζε καλόπιστα τον εαυτό του με την εναγομένη εταιρεία, αν και η συμφωνία του ενάγοντα για την απόκτηση των 250 μετοχών είχε γίνει με τον ίδιο. Αποδέχθηκε ότι με δικές του εντολές κοινοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών το έντυπο ημερομηνίας 25.5.2006 για μεταβίβαση των 250 μετοχών του ενάγοντα στον εναγόμενο 2 (δηλαδή το Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση του αιτητή), ενέργεια που ήταν αναγκαία να γίνει επειδή ο ενάγοντας δεν είχε ανταποκριθεί στα επανειλημμένα μηνύματα του να πληρώσει το ποσό των £250.000 ως αντίτιμο των εν λόγω μετοχών. Ο λόγος που κλήθηκε ο ενάγοντας να συμμετάσχει στις 22.4.2003 στη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας ήταν ότι είχε τη ψευδαίσθηση ότι ο ενάγοντας θα τηρούσε τις υποσχέσεις του, να καταβάλει δηλαδή το εν λόγω τίμημα. Ως προς τη νομική πτυχή, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas

(1984)1 AAΔ 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 ΑΑΔ 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγοντας, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 AAΔ 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 ΑΑΔ 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 AAΔ 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 AAΔ 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 AAΔ 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 AAΔ 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 AAΔ 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 ΑΑΔ 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος, έχει ως συνέπεια ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει, όταν η απόκρυψη είναι τέτοια που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην είχε εκδώσει το διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: «Είναι βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει και τους δύο διάδικους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα "audi alteram partem". Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης, για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση....» Χρήσιμα όμως είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Demstar Ltd. ν. Zim Israel Navigation
(1996)1 ΑΑΔ 597, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 606: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 CLR 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 CLR 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 CLR 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93 ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 1993). Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 CLR 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα, με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93(89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 11/89, και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd v. Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Apartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Περαιτέρω στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Xρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 λέχθηκαν τα εξής: «Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυροδικείου ΑΡ. 157/90 - 30.5.96), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάλι με τη νομολογία, ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος ουσιαστικά δεν υφίστατο με αποτέλεσμα να ελλείπει το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά (βλ. Stavros Hotel Apartments (No.2)
(1994)1 AAΔ 836 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 AAΔ 947). Πρέπει να λεχθεί ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επιδιώχθηκε και δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω), με αναφορά στην απόφαση ABP Holdings Ltd κ.α. v. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, χωρίς να αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) κρίθηκε ότι μόνο όπου το αντικείμενο της αγωγής είναι το επίδικο, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί το άρθρο αυτό ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Εξετάζοντας αρχικά τον ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, τα οποία θα ασκούσαν βαρύνουσα σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου και σε σχέση με το κατεπείγον του θέματος ώστε να εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς, επισημαίνεται ότι όπως τονίστηκε στη νομολογία η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου να γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα, τα οποία είναι γεγονότα που μπορούν εξ αντικειμένου να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και σε όσα σχετίζονται με το επείγον του θέματος. Σύμφωνα με τον κ. Μακρίδη, ο αιτητής στην υπό κρίση αίτηση δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι αφενός δεν αποκάλυψε υπό ποιους όρους και προϋποθέσεις έλαβε τις μετοχές που διεκδικεί σήμερα αλλά και τη συμφωνία του με τον εναγόμενο 1 σε σχέση με αυτές και αφετέρου απέκρυψε σειρά γεγονότων που έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 2001 και 2007 καθώς και την αλληλογραφία που αφορά τις εν λόγω μετοχές οπότε δεν δικαιολογείται ο ισχυρισμός του τόσο για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος αλλά και για το κατεπείγον της έκδοσης του μονομερώς. Επί των θεμάτων αυτών ο κ. Βορκάς έχει αναφέρει ότι πέραν του ότι δεν έλαβαν χώρα όλα τα γεγονότα που ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι έγιναν, για να εφαρμοστεί η αρχή αυτή θα πρέπει οι ισχυρισμοί που προβάλλονται να αποτελούν ουσιαστικά γεγονότα που όντως θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, κάτι που στην παρούσα περίπτωση δεν συνέβη. Έχοντας υπόψη τους προβληθέντες ισχυρισμούς στο σύνολο τους καθώς και τη υπάρχουσα, βάσει των ενόρκων δηλώσεων των μερών και της αντεξέτασης που έτυχαν, μαρτυρία είναι πρόδηλο ότι υπάρχει διάσταση των θέσεων των διαδίκων σε μεγάλο βαθμό αναφορικά με όσα έλαβαν χώρα πριν την μεταβίβαση των 250 μετοχών στον εναγόμενο 2 στις 25.5.
  2. Δεν αμφισβητείται όμως ότι η μεταβίβαση αυτή έγινε παρά τη θέληση του ενάγοντα και σε χρόνο που ο ίδιος ουσιαστικά δεν γνώριζε. Προέκυψε από την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία ότι, όπως και ο αιτητής αποδέχθηκε, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του 2001 και του 2007 συνέβησαν κάποια γεγονότα τα οποία δεν είχε αναφέρει στην ένορκη του δήλωση όταν αποτάθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος. Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Μακρίδης, ο αιτητής-ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με τη συμφωνία του με τον εναγόμενο 1 για την απόκτηση των 250 μετοχών. Δεν αναφέρει καν ότι κατέβαλε οποιοδήποτε αντίτιμο για την αγορά τους ενόσω κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε αρχικά ότι κατέβαλε το ποσό των £250, αφήνοντας στη συνέχεια να νοηθεί ότι οι μετοχές του δόθηκαν λόγω της προσφοράς του στις εργασίες της εταιρείας. Δεν μου διαφεύγει όμως ότι οι θέσεις των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων σε σχέση με την συμφωνία αγοράς των μετοχών μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 αλλά και την αλληλογραφία που αφορά την συμφωνία αυτή, και ειδικότερα σε σχέση με την αποστολή επιστολών από τον εναγόμενο 1 εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας 3 και λήψη τους από τον ενάγοντα, δεν είναι αποδεκτές από τον τελευταίο. Παρατηρώ επίσης ότι ο αιτητής-ενάγοντας παρουσίασε, όταν προσέφυγε μονομερώς στο Δικαστήριο για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, την εικόνα ότι παρόλο που όλα έβαιναν ομαλά μετά την απόκτηση από αυτόν των 250 μετοχών κατά το 2001, ανακάλυψε κατά το 2007 ότι δεν ήταν μέτοχος πλέον στην εναγόμενη
  3. Δεν ανέφερε στην ένορκη του δήλωση οτιδήποτε για την συμμετοχή του στις 22.4.2003 σε συνάντηση των μετόχων της εταιρείας προς τον σκοπό δανειοδότησης της ούτε και για την επιστολή που απέστειλε ο ίδιος στον Έφορο Εταιρειών στις 24.9.2003 για να μην μεταβιβασθούν οι μετοχές του σε οποιονδήποτε. Αυτά ήταν θέματα που βρίσκονταν μέσα στο πεδίο της γνώσης του κατά τον ουσιώδη χρόνο και ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι δεν είχε συμβεί οτιδήποτε άλλο μεταξύ αυτού και του εναγόμενου 1 κατά το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την απόκτηση των μετοχών και μέχρι τον Οκτώβριο του 2007, θα έπρεπε να τα είχε αναφέρει στο Δικαστήριο όταν προσέφυγε μονομερώς για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Πέραν του ότι δεν έδωσε καμία εξήγηση κατά την αντεξέταση του για την μη αναφορά της συμμετοχής του στην απόφαση των μετόχων για δανειοδότηση της εταιρείας κατά το 2003, πρόβαλε κατά την αντεξέταση του κάποια εξήγηση για τον λόγο που απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 24.9.2003 στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με την μη μεταβίβαση των μετοχών του. Μπορεί να λεχθεί ότι ο αιτητής-ενάγοντας έπρεπε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την επιστολή του αυτή, εξηγώντας από την αρχή και τους λόγους για τους οποίους την απέστειλε στον Έφορο Εταιρειών κοινοποιώντας την και στην εναγομένη
  4. Χωρίς να αποφαίνομαι τελικά για την αξιοπιστία των εκατέρωθεν θέσεων, η αντίληψη μου είναι ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του 2001 και του 2007 έλαβαν χώρα γεγονότα που παρά την άρνηση του αιτητή-ενάγοντα δεν αποκλείεται να είναι όπως τα περιέγραψε ο εναγόμενος
  5. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι παρόλο που ο αιτητής-ενάγοντας δεν ανέφερε στο Δικαστήριο όλες τις ενέργειες του σε σχέση με τις μετοχές και την συμμετοχή του στα δρώμενα της εταιρείας, τα προαναφερθέντα γεγονότα που ο ίδιος αποδέχεται και που δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος δεν ήταν τέτοιας σημασίας ώστε αντικειμενικά να μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου στο στάδιο εκείνο. Το καθοριστικό και ουσιώδες για την έκδοση του διατάγματος στοιχείο, που παραμένει αναμφισβήτητο, ήταν η μεταβίβαση των 250 μετοχών του ενάγοντα στον εναγόμενο 2 χωρίς τη συγκατάθεση του ενάγοντα. Το αν συμμετείχε ο ενάγοντας σε συνεδρίαση των μετόχων της εταιρείας και απέστειλε επιστολή στον Έφορο Εταιρειών για να μην μεταβιβαστούν οι μετοχές του, μάλλον υπέρ της θέσης του θα μπορούσε να θεωρηθούν ότι είναι και σαφώς δεν δείχνουν από μόνα τους ότι υπήρχε εκ μέρους του όφελος να μην τα αποκαλύψει. Εξετάζοντας στη συνέχεια τα τρία κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη, όπως προαναφέρθηκε και τα οποία σύμφωνα με τον κ. Βορκά συντρέχουν εν προκειμένω, μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως σοβαρή υπόθεση για εκδίκαση. Εκ μέρους του κ. Μακρίδη έχει τεθεί ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να ασκήσει την παρούσα αγωγή καθότι αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι παράγωγη αγωγή ενόψει του παρακλητικού της, σε αντίθεση με τον κ. Βορκά που υποστηρίζει ότι η αγωγή είναι τόσο προσωπική όσο και παράγωγη και δικαιολογείται η έγερση της από τον ενάγοντα υπό τις περιστάσεις. Αυτό είναι το κατάλληλο στάδιο για να γίνει αναφορά στη φύση της αγωγής. Όπως είναι και η εισήγηση του κ. Βορκά, αντικείμενο της αγωγής του ενάγοντα είναι η αναγνώριση και διεκδίκηση από αυτόν των ιδιοκτησιακών του δικαιωμάτων στις 250 μετοχές που κατείχε στην εναγομένη 3 από τις 4.10.2001 μέχρι τις 25.5.
  6. Από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και για τα οποία ουσιαστικά δεν υπάρχει αμφισβήτηση συνάγεται ότι η συμφωνία απόκτησης των 250 μετοχών εκ μέρους του αιτητή-ενάγοντα έγινε με τον καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο
  7. Ενόψει αυτής της συμφωνίας ο αιτητής-ενάγοντας κατέστη το 2001 μέτοχος της εναγομένης εταιρείας 3 κατά ποσοστό 25% του μετοχικού της κεφαλαίου. Η αποστέρηση του ενάγοντα από τις μετοχές αυτές έλαβε χώρα, όπως έγινε δεκτό από τον εναγόμενο 1, με εντολές του τελευταίου και με τρόπο που δεν συνάδει εκ πρώτης όψεως με τις πρόνοιες του Καταστατικού της εταιρείας. Όπως αναλύεται η έννοια και φύση της παράγωγης αγωγής στα συγγράμματα Pennington´s Company Law, 4η έκδοση, σελ. 585 επ., Palmers´ Company Law, 25η έκδοση, Τόμος 2ος, σελ. 8176 επ., Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 7
(1), σελ. 701 και έτυχε νομολογιακής ανάλυσης στην υπόθεση Wallersteiner v. Moir (No. 2)
(1975)1 All ER 849, η παράγωγη αγωγή είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και όποιος τη χρησιμοποιεί πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η αγωγή αυτή εγείρεται από μέτοχο μιας εταιρείας όχι για εξυπηρέτηση άμεσου και προσωπικού οφέλους αλλά προς όφελος της εταιρείας από την οποία αντλεί το δικαίωμα αγωγής. Μπορεί να εγερθεί όταν συνυπάρχουν δύο στοιχεία, δηλαδή του δόλου και του ελέγχου της εταιρείας από τους αδικοπραγήσαντες. Το πρώτο στοιχείο γενικά ικανοποιείται όταν ένας διοικητικός σύμβουλος παραβιάζει τα καθήκοντα του έναντι της εταιρείας και τη συναγωνίζεται για προσωπικό όφελος ενώ το δεύτερο ικανοποιείται όταν οι αδικοπραγήσαντες έχουν τη δυνατότητα να εμποδίσουν την έγερση της αγωγής λόγω του ότι το Διοικητικό Συμβούλιο βρίσκεται υπό τον έλεγχο τους και συνεπώς είναι σε θέση να εμποδίσουν τη λήψη απόφασης για έγερση της αγωγής από την εταιρεία. Στην περίπτωση αυτή εφόσον η εταιρεία δεν μπορεί να είναι ενάγουσα θα πρέπει να γίνει εναγόμενη. Στην υπόθεση Foss v. Harbottle
(1843)2 Hare 461, διατυπώθηκε η αρχή ότι τα Δικαστήρια αρνούνται να επέμβουν στη διεύθυνση μιας εταιρείας με αίτημα της μειοψηφίας των μελών της, τα οποία είναι δυσαρεστημένα με τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας από την πλειοψηφία ή το Διοικητικό της Συμβούλιο. Σαν εξαίρεση του κανόνα αυτού αναγνωρίζεται το δικαίωμα μέλους της εταιρείας να εγείρει αγωγή προς θεραπεία βλάβης που έγινε στην εταιρεία ή να υποχρεώσει αυτήν να διαχειριστεί τις υποθέσεις της σύμφωνα με το Καταστατικό της και τους κανόνες δικαίου παρόλο που καμία βλάβη δεν προέκυψε εναντίον του μέλους προσωπικά και η πλειοψηφία δεν επιθυμεί την έγερση της αγωγής (βλ. και Πιριλλής κ.α. v. Κουή
(2004)1 ΑΑΔ 136). Έχοντας κατά νου ότι στα πλαίσια έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποφασίσει σοβαρά και περίπλοκα επίδικα θέματα που άπτονται της ουσίας της διαφοράς, με βάση όσα σκιαγραφήθηκαν πιο πάνω, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι ο αιτητής-ενάγοντας μπορούσε να εγείρει την παρούσα αγωγή εν μέρει υπό τη μορφή που αυτή φέρει. Οι απαιτήσεις του συναρτώνται με τις ενέργειες των εναγομένων 1 και 2 και τις επιπτώσεις που είχαν αυτές σε σχέση με την δομή της εταιρείας και το μετοχικό της κεφάλαιο. Για να εθεωρείτο ωστόσο ότι η αγωγή είναι παράγωγη θα έπρεπε να αφορούσε την διεκδίκηση δικαιώματος που ανήκε στην εταιρεία παρά στον ίδιο. Χωρίς να αποφαίνομαι κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγερση παράγωγης αγωγής ή παράγωγης και προσωπικής ταυτόχρονα και παρόλο που φαίνεται ότι η αγωγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι παράγωγη, δεδομένου ότι στο παρόν στάδιο δεν είναι επιτρεπτό να εξαχθούν τελικά συμπεράσματα επί του πραγματικού και νομικού καθεστώτος, ενόψει των προβληθέντων θέσεων των διαδίκων θεωρώ ότι πληρούται η προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος. Το δεύτερο κριτήριο που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας μπορεί να θεωρηθεί ότι ικανοποιείται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο λόγω του ότι είναι αποδεκτό εκ μέρους του εναγόμενου 1 ότι έχει προβεί μαζί με τον εναγόμενο 2 σε πράξεις αντικείμενες προς τις πρόνοιες του καταστατικού της εταιρείας και ενεργώντας χωρίς την συγκατάθεση του ενάγοντα συνέτεινε στη αποστέρηση των μετοχών του λόγω παράβασης από τον τελευταίο της κατ' ισχυρισμόν μεταξύ τους συμφωνίας. Έχει υποδειχθεί από τον κ. Βορκά ότι ο εναγόμενος 1 είχε στη διάθεση του άλλα πρόσφορα μέσα για αντιμετώπιση της τυχόν παράβασης της συμφωνίας πώλησης των μετοχών εκ μέρους του ενάγοντα, αλλά αντ' αυτού ενήργησε αντικαταστατικά και παράνομα. Από όλα τα δεδομένα συνάγεται ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας τουλάχιστον όσον αφορά το σκέλος της αγωγής που στρέφεται εναντίον των εναγομένων 1 και 2, εφόσον είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο ενάγοντας δεν συμφώνησε στη μεταβίβαση των μετοχών σε άλλο πρόσωπο. Θεωρώ ωστόσο πρόωρο να κριθεί κατά πόσο συμβαίνει το ίδιο και αναφορικά με την εναγομένη 3 ενόψει των λεχθέντων ως προς την φύση της αγωγής ως παράγωγης και χωρίς να παραγνωρίζεται ότι στο Τεκμήριο Δ η εταιρεία εκπροσωπείται από τον εναγόμενο 2 ως γραμματέα της ενώ μοναδικός διευθυντής της είναι ο εναγόμενος
  1. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε από το οποίο να συνάγεται ότι υπήρξε βλάβη των συμφερόντων της εταιρείας ή η διαχείριση των υποθέσεων της οδήγησε ή θα οδηγήσει σε ζημιές αναφορικά με τα περιουσιακά της στοιχεία. Η οποιαδήποτε ζημιά ισχυρίζεται ο αιτητής-ενάγοντας αφορά προσωπικά τον ίδιο και τα προσωπικά του οφέλη ως μετόχου. Όσον αφορά δε το τρίτο κριτήριο αυτό δεν ικανοποιείται σε σχέση με το δεύτερο και τρίτο σκέλος του διατάγματος εφόσον η μόνη ζημιά που ενδεχόμενα υφίσταται ο αιτητής είναι χρηματική και οι απαιτούμενες αποζημιώσεις υπολογίσιμες χρονικά, δηλαδή μετά τη μεταβίβαση των μετοχών του στον εναγόμενο 2 στις 25.5.2006, αλλά και επειδή δεν καταδείχθηκε ότι έγιναν οποιεσδήποτε ενέργειες εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 που επέφεραν ζημιές στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας ή επηρέασαν ζημιογόνα την λειτουργία της. Ακόμη και αν μπορούσε να λεχθεί ότι οι οποιεσδήποτε ζημιές του ενάγοντα δεν θα είναι απλό να υπολογισθούν, καθοριστικό είναι ότι είναι υπολογίσιμες σε χρήμα και συναρτώνται με τα οφέλη του ως μετόχου. Ωστόσο ως προς το πρώτο σκέλος του διατάγματος που συναρτάται με την απαγόρευση αποξένωσης των 250 μετοχών, θεωρώ ότι ικανοποιείται το τρίτο κριτήριο σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  2. Και αυτό επειδή ο αιτητής-ενάγοντας απαιτεί την αναγνώριση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος των μετοχών του και η διατήρηση τους στην κατοχή του εναγόμενου 2, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες αυτές κατέληξαν στην κατοχή του εναγόμενου 2, δικαιολογείται υπό τα δεδομένα της υπόθεσης. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω ακόμα και αν και τα τρία κριτήρια ικανοποιούντο υπέρ του αιτητή-ενάγοντα το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ του ως προς το δεύτερο και τρίτο σκέλος του διατάγματος εφόσον επιζητά τη διατήρηση προστακτικού διατάγματος σε υπόθεση όπου η οποιαδήποτε ζημιά είναι θεραπεύσιμη με την καταβολή αποζημιώσεων ενώ η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους αντίδικους, υπό τα δεδομένα που αναφέρθηκαν είναι δυσαναλόγως μεγαλύτερη από τη ζημιά των αιτητή, ειδικότερα σε σχέση με την λειτουργία της εναγομένης 3 και την δραστηριοποίηση της βάσει των σκοπών της εφόσον η συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος ως έχει θα οδηγούσε ουσιαστικά σε αναστολή της λειτουργίας της. Και αυτό σε αντίθεση με το πρώτο σκέλος που όπως ήδη λέχθηκε πρέπει να συνεχίσει να ισχύει εφόσον αντικείμενο της αιτούμενης θεραπείας είναι οι ίδιες οι μετοχές και η διαφύλαξη τους είναι αναγκαία μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης. Ως προς τους λοιπούς προβληθέντες ισχυρισμούς του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν είναι αναγκαίο να βασιζόταν η υπό κρίση αίτηση στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο 13(Ι)/1992, του οποίου σκοπός είναι η διευκόλυνση της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων σε αγωγές για χρέος ή αποζημιώσεις, εφόσον ο αιτητής-ενάγοντας με την αγωγή του διεκδικεί και διατάγματα εναντίον των εναγομένων και δεν επέλεξε να στηριχθεί στον συγκεκριμένο νόμο για την υπό κρίση αίτηση του. Επίσης το ποσό της εγγύησης με το οποίο απαιτήθηκε να δεσμευθεί ο αιτητής κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς κρίθηκε επαρκές με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο ενώ το δικαίωμα της διεκδίκησης αποζημιώσεων για οποιαδήποτε ζημιές ήθελε υποστούν οι εναγόμενοι λόγω της ισχύος του προσωρινού διατάγματος πηγάζει από τον νόμο, σύμφωνα με τα προνοούμενα στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  3. Για τους προαναφερθέντες λόγους το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 9.11.2007 ακυρώνεται εν μέρει όσον αφορά το δεύτερο και τρίτο σκέλος αυτού και οριστικοποιείται μόνο αναφορικά με την απαγόρευση στον εναγόμενο 2 και τους αντιπρόσωπους του από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν 250 από τις μετοχές που ο εναγόμενος 2 κατέχει στην εναγόμενη 3 εταιρεία, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Ενόψει αυτής της κατάληξης μου θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως τα 2/3 των εξόδων βαρύνουν τον αιτητή-ενάγοντα και επιδικασθούν υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση-εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.