← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Νέστωρα Κυριακίδη, Αρ. Αγωγής: 2735/07, 29 Φεβρουαρίου, 2008

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Νέστωρα Κυριακίδη, Αρ. Αγωγής: 2735/07, 29 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2735/07 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και Νέστωρα Κυριακίδη Εναγομένου . . . . . . Μονομερής αίτηση ημ. 25.4.07 για προσωρινό διάταγμα 29 Φεβρουαρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες-αιτητές: κα. Χρ. Κότσαπα για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Για τον Εναγόμενο-καθ΄ου η αίτηση: κα. Τοφαρίδου για κ. Λ. Γεωργίου. . . . . . . ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές καταχώρισαν την παρούσα μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τον Εναγόμενο-καθ΄ου η αίτηση να πωλήσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, υποθηκεύσει ή καθ΄οιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία που περιγράφεται στην παρα. (α) της αίτησης. Το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, διέταξε την επίδοση της υπό εξέταση αίτησης στην άλλη πλευρά κρίνοντας ότι δεν είχε καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. Ο Καθ΄ου η αίτηση καταχώρισε γραπτή ένσταση. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: Οι Ενάγοντες στερούνται καλής βάσης αγωγής. Η αγωγή των Εναγόντων θα έπρεπε να είχε στραφεί και εναντίον τρίτου προσώπου το οποίο, με τις πράξεις και/ή παραλείψεις του, δημιούργησε χρεωστικό υπόλοιπο στο λογαριασμό του Εναγομένου. Υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τους Ενάγοντες. Δεν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος αλλά ούτε και πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Βάσει του μεταξύ των διαδίκων συμβολαίου οι Ενάγοντες ήταν εξασφαλισμένοι πλήρως και ήταν οι δικές τους ενέργειες που ήραν τις όποιες εξασφαλίσεις είχαν. Ο ομνύων υπέρ της αίτησης είναι πρόσωπο που δεν συνδέεται με την παρούσα υπόθεση αφού δεν αποκαλύπτει ούτε την ιδιότητα του ούτε τον τρόπο με τον οποίο περιήλθαν σε γνώση του τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται. Άλλο πρόσωπο το οποίο είχε υπό την ευθύνη του την κίνηση και έλεγχο του λογαριασμού του Εναγομένου και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης, θα έπρεπε να ήταν ο ενόρκως δηλών. Οι Ενάγοντες απέκτησαν την πληροφορία για τα στοιχεία του επίδικου ακινήτου κατά παράβαση των δικαιωμάτων του Εναγομένου όπως αυτά διασφαλίζονται από τον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία Ατόμου) Νόμο (Ν.138(Ι)/2001). Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές συνεπεία της τουρκικής εισβολής και κατοχής μέρους του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 1974, γεγονός που εμποδίζει τόσο τους Ενάγοντες όσο και τον Εναγόμενο να έχουν πρόσβαση ή έλεγχο επ΄αυτού. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει τις πληροφορίες ή τις υποψίες του ενόρκως δηλούντα για μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, δεδομένου ότι αυτό βρίσκεται σε περιοχή μη ελεγχόμενη από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Δεν αντεξετάστηκε κανένας από τους ομνύοντες και οι δύο πλευρές καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, Άρθρα 4, 5, και 9, η Δ.48 θ.1-4 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην αίτηση αναφέρεται και η Δ.64. Στις γραπτές αγορεύσεις των δύο πλευρών γίνεται εκτεταμένη αναφορά τόσο στα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την αίτηση και την ένσταση, όσο και σε σχετική νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στις διάφορες εισηγήσεις των δύο πλευρών πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά.

(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (Acropol Shipping Co. Ltd. & Others v. Rossis
(1976)1 CLR 38, Constantinides v. Makriyiorgou and Another
(1978)1 CLR 585 και Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557). Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (Odysseos (ανωτέρω)). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η αίτηση βασίζεται και στα Άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται τόσο στο Άρθρο 4 όσο και στο Άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς τα άρθρα αυτά κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (Παναγίδου κ.ά. ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396). Επομένως όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του Κεφ. 6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται (Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 CLR 520 και Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231). Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε επιτύχει ο ενάγων και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στο εδάφιο 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:
(1)Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής
(2)Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) ΑΑΔ 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Από το λεκτικό του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί, όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. Διεξήλθα προσεκτικά τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις και τα διάφορα τεκμήρια που τις συνοδεύουν. Παράλληλα εξέτασα την αίτηση μέσα στο πλαίσιο των αρχών της νομολογίας έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Δεν θα επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, αφού κρίνω πως κάτι τέτοιο είναι αχρείαστο. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1980). Θα σκιαγραφήσω, εκεί που χρειάζεται, τα ουσιώδη γεγονότα, για να διαφανεί καλύτερα η ουσία της διαφοράς. Όσον αφορά την εξέταση των τριών κριτηρίων προκύπτει από τη νομολογία ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρισμένου δικογράφου. Στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο όπου παρατίθενται πλήρη στοιχεία και λεπτομέρειες για την αξίωση, η οποία αφορά το ποσό των Λ.Κ.53.652,96 πλέον τόκους και έξοδα, υπόλοιπο από ειδικό τρεχούμενο λογαριασμό δυνάμει επενδυτικού σχεδίου. Ο Εναγόμενος έλαβε πιστωτικές διευκολύνσεις από τους Ενάγοντες για επενδύσεις στο ΧΑΚ, επένδυσε χρήματα στο ΧΑΚ και ο λογαριασμός του παρουσιάζει το πιο πάνω υπόλοιπο το οποίο μέχρι σήμερα παραμένει οφειλόμενο. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι άλλο πρόσωπο είχε την ευθύνη για την κίνηση και έλεγχο του λογαριασμού του και ότι ο ομνύων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι γνώστης των γεγονότων παρέμεινε ατεκμηρίωτος και δεν μπορεί να επιτύχει για τους ακόλουθους λόγους. Ο Α. Χριστοφή στην ένορκη δήλωση του ρητά αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ο Εναγόμενος είχε τη δυνατότητα να ζητήσει να αντεξετάσει τον πιο πάνω ομνύοντα, πράγμα το οποίο δεν έπραξε και επομένως ο ομνύων για λογαριασμό των Εναγόντων δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Παύλου ν. Οργ. Χρημ. Τραπ. Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1051 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1528). Περαιτέρω, παρόλο ότι ο Εναγόμενος προβάλλει ως λόγους ένστασης ότι οι Ενάγοντες στερούνται καλής βάσης αγωγής, ότι δεν πρόκειται για σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι είναι οι πράξεις των Εναγόντων που δημιούργησαν το αγώγιμο δικαίωμα, δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε γεγονότα που να στοιχειοθετούν τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Αν ο Εναγόμενος έχει ανταπαίτηση εναντίον των Εναγόντων τότε δύναται να καταχωρίσει αυτή μαζί με την υπεράσπιση του. Η ύπαρξη όμως ανταπαίτησης δεν αναιρεί το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων. Μέσα από το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και τα γεγονότα που παρέχονται στην αίτηση και την ένορκη δήλωση του Α. Χριστοφή αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Υπενθυμίζω ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Εκείνο που χρειάζεται σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (Micrologic Comp. Consult. v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802). Το γεγονός και μόνο ότι ο Εναγόμενος δέχεται ότι υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες δυνάμει των οποίων του παρασχέθηκε πιστωτική διευκόλυνση για επένδυση στο ΧΑΚ και ότι παρέμεινε υπόλοιπο στον επίδικο λογαριασμό από τις αγοραπωλησίες μετοχών καταδεικνύει ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό του Εναγομένου ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί γιατί η αγωγή δεν έπρεπε να στραφεί μόνο εναντίον του αλλά και εναντίον τρίτου προσώπου, επαναλαμβάνω ότι στο παρόν στάδιο δεν αποφασίζεται ούτε η ουσία της υπόθεσης ούτε κατά πόσο οι σωστοί διάδικοι έχουν προστεθεί στην αγωγή. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, η ικανοποίηση συναρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις και την τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης. Στην υπό κρίση αίτηση, από το μαρτυρικό υλικό που έχει προσαχθεί στην αίτηση, περιλαμβανομένων και των διαφόρων τεκμηρίων που έχουν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση του Α. Χριστοφή, εξάγεται αυτή η ορατή πιθανότητα επιτυχίας στη βάση ότι καταδεικνύεται το βάσιμο της αξίωσης πέρα από την απλή πιθανολόγηση, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί οτιδήποτε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων σε αυτό το στάδιο. Οι ισχυρισμοί του Εναγομένου ότι οι Ενάγοντες και χρηματιστηριακά γραφεία είχαν πλήρη έλεγχο των ενεχυριασμένων μετοχών του και λόγω των ενεργειών και πράξεων τους μειώθηκε η αξία τους και χάθηκε η εξασφάλιση είναι άσχετοι στο παρόν στάδιο και θα εξεταστούν μόνο κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής και μόνο αν προστεθούν ως διάδικοι. Άλλωστε, σύμφωνα με πάγια νομολογία το παρόν στάδιο δεν είναι το ορθό στάδιο για ουσιαστική αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας ώστε να υπάρχει κατάληξη επί γεγονότων ή ακόμη και να εξαντληθεί πλήρως οποιοδήποτε νομικό επιχείρημα, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτό δεν είναι πρόδηλα αβάσιμο (βλ. Jonitexo v. Adidas και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω)). Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο ικανοποιείται το τρίτο κριτήριο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Παραπονείται ο Εναγόμενος ότι οι Ενάγοντες παραπλανούν το Δικαστήριο ως προς την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου και αναφέρει ότι έχει σταθερό εισόδημα και δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημα ώστε να προβεί σε αποξένωση του επίδικου ακινήτου. Ο ομνύων στις παραγράφους 17 και 18 της ένορκης δήλωσης του αναφέρει ότι έχει βάσιμες υποψίες ότι ο Εναγόμενος προτίθεται να μεταβιβάσει το πιο πάνω αναφερόμενο ακίνητο καθιστώντας έτσι αδύνατη την εκτέλεση τυχόν εκδοθείσας απόφασης υπέρ των Εναγόντων. Ηγέρθη από την κα. Τοφαρίδου κατά πόσο ο ομνύων αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Το ζήτημα πραγματεύεται σε όλες τις παραμέτρους του η υπόθεση Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd κ.ά.
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1301. Γίνεται γενική ανασκόπηση της νομολογίας, κυρίως στην περίπτωση αποξένωσης περιουσίας άλλης από το αντικείμενο της αγωγής όπως είναι και η παρούσα περίπτωση. Εξηγείται ότι το σχετικό κριτήριο, επί τέτοιων διαταγμάτων, είναι κατά πόσο λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα, στο τέλος της ημέρας, θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο που αν αποδειχθεί κάτι τέτοιο, το Δικαστήριο χορηγεί το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd v. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 785, υπεδείχθη ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για την πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (βλ. επίσης Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1(B) ΑΑΔ 1121). Πρόκειται για την πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση της απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Δεν πρέπει ακόμα να παραγνωρίζεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να χορηγείται με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ειδικών σκοπών του Νόμου και κυρίως ως βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης, το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας. Στη Larticon (ανωτέρω) το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον η επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας με το ποσό των Λ.Κ.1.000.000 μετά τόκων δεν αμφισβητήθηκε, η απαίτηση παρέμενε σε υψηλά επίπεδα και το παραμένον υπόλοιπο της αξίας της ακίνητης περιουσίας δεν παρείχε τα εχέγγυα ικανοποίησης μιας πιθανής δικαστικής απόφασης υπέρ της εφεσείουσας. Αποφασίστηκε ότι η εφεσείουσα απέδειξε και την 3η προϋπόθεση ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε αργότερο στάδιο και έτσι η έκδοση του προσωρινού διατάγματος κρίθηκε ότι είναι επιτρεπτή και δίκαιη. Στην παρούσα υπόθεση υπήρχαν ενεχυριασμένες διάφορες μετοχές, τις οποίες ο Εναγόμενος παραχώρησε ως εξασφάλιση του λογαριασμού του και όχι ως αντάλλαγμα της διευκόλυνσης που του δόθηκε. Οι Ενάγοντες μετά που εξάντλησαν κάθε περιθώριο εξόφλησης του λογαριασμού από τον Εναγόμενο (του έστειλαν πληθώρα επιστολών ζητώντας του να συμπληρώσει τις εξασφαλίσεις του και να αποκαταστήσει το όριο του), πώλησαν τις μετοχές που ενεχυριάστηκαν και καταχώρισαν τα προϊόν πώλησης τους στον λογαριασμό Εθνοεπενδυτή του Εναγομένου. Η συνολική αξία τους κατά την 24.8.06 ανέρχετο στις Λ.Κ.1.266 και το υπόλοιπο του λογαριασμού μετά την κατάθεση του ως άνω αναφερόμενου ποσού ανέρχετο στις Λ.Κ.51.1441,84. Συνεπώς δεν υπάρχουν πλέον οποιαδήποτε εχέγγυα για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που δυνατόν να επιτύχουν οι Ενάγοντες. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι έχει σταθερές απολαβές, δεν έχει άλλα χρέη και άλλες οικονομικής φύσεως εκκρεμότητες, δεν τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε τρόπο που να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι θα είναι σε θέση να εξοφλήσει ένα χρέος πέραν των Λ.Κ.50.000. Ο Εναγόμενος δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς του ότι έχει σταθερές απολαβές και ότι δεν έχει χρέη και άλλες εκκρεμότητες. Αναφέρω επίσης ότι στην Poltava (ανωτέρω) και στην Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1400 λέχθηκε ότι η ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας ή ακόμα και καταθέσεων που θα ήταν αδέσμευτες δεν θα παρείχε, αφ΄εαυτών, τα εχέγγυα ικανοποίησης πιθανής δικαστικής απόφασης. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται επίσης ότι εφόσον το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στις τουρκοκρατούμενες περιοχές και δεν έχει πρόσβαση και έλεγχο σε αυτό, δεν μπορεί να το υποθηκεύσει ή να τα επιβαρύνει ή να το μεταβιβάσει. Σε σχέση με τον πιο πάνω ισχυρισμό έχω να πω τα ακόλουθα: (α) Δυνάμει των περί Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών (Σύσταση, Σκοποί, Αρμοδιότητες και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμων 1989 - 2005 και των Κανονισμών του Σχεδίου για Αποκατάσταση Προπολεμικής Φερεγγυότητας Ιδιοκτητών Κατεχόμενης ή Απροσπέλαστης Ακίνητης Ιδιοκτησίας, ο Κεντρικός Φορέας δύναται να παρέχει εγγύηση ή απευθείας δανειοδότηση σε δικαιούχο πρόσωπο με την εκ μέρους του δικαιούχου προσώπου σύσταση εξασφαλιστικού εμπράγματου βάρους πάνω σε κατεχόμενη ή απροσπέλαστη ακίνητη ιδιοκτησία προς όφελος του Κεντρικού Φορέα. (β) Σύμφωνα με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 1965 (Ν.9/65), δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει τον Εναγόμενο να μεταβιβάσει ή να υποθηκεύσει το ακίνητο του σε τρίτο πρόσωπο (βλ. ΄Αρθρο 4). Δεν υπάρχει απαγόρευση όσον αφορά κατεχόμενα κτήματα σύμφωνα με τον πιο πάνω Νόμο και τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο, Κεφ. 224. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται επίσης ότι ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει τις πληροφορίες ή το λόγο υποψίας που έχει για μεταβίβαση ενόψει του ότι το ακίνητο βρίσκεται στην Τουρκοκρατούμενη περιοχή. Με βάση τη νομολογία είναι αρκετό ότι στην ένορκο δήλωση του, ο κ. Χριστοφή αναφέρει ότι έχει βάσιμες υποψίες ότι ο Εναγόμενος προτίθεται να προχωρήσει σε μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου - δεν χρειάζεται μαρτυρία ότι θα το κάνει ή μαρτυρία ότι εξέφρασε επιθυμία να το μεταβιβάσει. Είναι αρκετό ότι υπάρχει η πιθανότητα παρεμπόδισης ικανοποίησης της απόφασης και ότι η φύση των περιουσιακών στοιχείων είναι τέτοια που με ευκολία μπορούν να διατεθούν. Με βάση τα όσα ανέφερα πιο πάνω βρίσκω ότι έχει καταδειχθεί πως χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ότι αν αποξενωθεί το επίδικο ακίνητο υπάρχει περίπτωση να παρεμποδιστούν οι Ενάγοντες στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ τους. Όσον αφορά την αξία του επίδικου ακινήτου στις παραγράφους 3, 13 και 14 της ένορκης δήλωσης του Ανδρέα Χριστοφή αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου χωρίς να διευκρινίζεται το μερίδιο του. Είναι ξεκάθαρο από την έρευνα του Κτηματολογίου που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α και την μελέτη εκτίμησης που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Μ στην ένορκη δήλωση του κ. Χριστοφή ότι στον Εναγόμενο ανήκει μόνο το 1/12 μερίδιο. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να εμποδίσει το Δικαστήριο να εκδώσει το εν λόγω διάταγμα για το 1/12 του ακινήτου. Επιπλέον ως λέχθηκε στις υποθέσεις Poltava (ανωτέρω) και Νικόλα ν. Κεφάλα (ανωτέρω), η μεγάλη διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου κα της αξίωσης δεν σημαίνει ότι δεν είναι δυνατό να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα. Το Άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6 αναφέρεται σε μη αποξένωση τόσης ακίνητης περιουσίας όση είναι αναγκαία για να απομακρύνει τον κίνδυνο αποξένωσης. Στη συνέχεια θα εξετάσω άλλα επί μέρους θέματα τα οποία ηγέρθησαν στην ένσταση. ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ-ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ Σημειώνω ότι το διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς και η αίτηση βάση της οποίας αιτείται η έκδοση του είναι δια κλήσεως. Κατά συνέπεια δεν εξετάζεται ούτε κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος ήταν κατεπείγον θέμα ούτε κατά πόσο καθυστέρησαν οι Ενάγοντες στην καταχώριση της αίτησης τους αλλά ούτε και αν οι Ενάγοντες προέβηκαν σε πλήρη αποκάλυψη των σχετικών γεγονότων. ΠΕΡΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγομένου ότι η έκδοση του διατάγματος στηρίζεται σε παράνομη και/ή παράτυπη έρευνα αναφέρω ότι σύμφωνα με το ΄Αρθρο 51Α του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224, ο διευθυντής παρέχει σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο οποιαδήποτε πληροφορία σε σχέση με οποιαδήποτε καταχώριση σε κάθε μητρώο ή άλλο βιβλίο που τηρείται σε κάθε Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο. Μεταξύ άλλων «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» θεωρείται «ο ενάγοντας σε οποιαδήποτε αγωγή κατά του κυρίου της ιδιοκτησίας αυτής» και «περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο που δεν καθορίζεται συγκεκριμένα στο Άρθρο 51Α
(2)και στο οποίο ο διευθυντής ήθελε ειδικά διατάξει την παροχή οποιασδήποτε πληροφορίας». Οι Ενάγοντες συνεπώς καθ΄όλα έγκυρα και νομότυπα αιτήθηκαν από το Κτηματολόγιο πληροφορίες για την ακίνητη ιδιοκτησία του Εναγομένου και το Κτηματολόγιο διέταξε την παροχή των πληροφοριών αυτών. Θα ήταν εν πάση περιπτώσει αδύνατο να αιτηθούν οι Ενάγοντες έρευνα μετά την έγερση της αγωγής εφόσον η αίτηση για το παρεμπίπτον διάταγμα και η αγωγή έπρεπε να καταχωριστούν ταυτόχρονα για αποφυγή καθυστέρησης. Δεν φαίνεται συνεπώς πώς οι Ενάγοντες παρέβησαν τον πιο πάνω Νόμο. Ο Εναγόμενος δεν δίδει λεπτομέρειες του συγκεκριμένου Άρθρου του Ν.138(Ι)/01 που διατείνεται ότι παραβιάζεται παρά μόνο προβάλλει ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Εν πάση περιπτώσει, και αν ακόμα θεωρούσα ότι παραβιάζεται οποιοδήποτε άρθρο του σχετικού νόμου η οποιαδήποτε παραβίαση, η οποία ενδεχομένως να συνιστούσε ποινικό αδίκημα, θα έδιδε το δικαίωμα στον Εναγόμενο να ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον του παραβάτη. Η τελική μου κατάληξη είναι ότι πληρούνται όλα τα κριτήρια που θέτει το Άρθρο 32 του Ν.14/60. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνω ότι, ενόψει όλων των πιο πάνω, αυτό σαφώς κλίνει υπέρ των Εναγόντων. Ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια βρίσκω ότι, με βάση όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, θα ήταν επιτρεπτό, δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο δάταγμα. Αν το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδιδόταν, τότε υπάρχει ο ενδεχόμενος κίνδυνος να αποξενωθεί η περιουσία του Εναγομένου και να μείνει ανικανοποίητη τυχόν απόφαση υπέρ των Εναγόντων. Από την άλλη ο Εναγόμενος, όπως και ο ίδιος αναφέρει στην παρα. 4 της ένορκης δήλωσης του, δεν προτίθεται να αποξενώσει το επίδικο ακίνητο, πράγμα που δείχνει ότι η έκδοση του διατάγματος δεν πρόκειται να προξενήσει οποιαδήποτε ζημιά σε αυτόν. Με βάση όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω εκδίδω διάταγμα ως το αιτητικό (α) της αίτησης. Το διάταγμα θα καλύπτει μόνο το μερίδιο του Εναγομένου στην εν λόγω ακίνητη περιουσία, δηλαδή το 1/12 μερίδιο. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της αίτησης και επομένως αυτά, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων-Αιτητών και εναντίον του Εναγομένου-Καθ΄ου η αίτηση. Τα έξοδα αυτά να καταβληθούν στο τέλος της κυρίως δίκης. (Υπ.) ............. Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.