Universal Bank Public Ltd ν. Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, Αρ. Αγωγής: 3075/05, 29 Φεβρουαρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3075/05 Μεταξύ Universal Bank Public Ltd Ενάγοντες και Αλέξανδρος Αλεξάνδρου Εναγόμενος Ημερομηνία: 29 Φεβρουαρίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Παπαδοπούλου για Τ. Παπαδόπουλος & Σία Για Εναγόμενο: κ. Πετρίδης για Π. Πετρίδης & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες αιτούνται απόφασης εναντίον του Εναγόμενου για ποσό Λ.Κ.19.576,26 με τόκο 12,5% από 1-1-05 και δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δις ετησίως. Ισχυρίζονται ότι εκ λάθους δεν χρέωσαν τον λογαριασμό του με ποσό Λ.Κ.12.000 στις 13-10-99 όταν κατόπιν οδηγιών του εξέδωσαν προς όφελος του τραπεζική επιταγή για το ισόποσο. ΄Ετσι, όταν το 2003 εντόπισαν το κατ' ισχυρισμόν λάθος τους και αφού ο Εναγόμενος αρνήθηκε να πληρώσει, άνοιξαν νέο λογαριασμό στον οποίον χρέωσαν το ποσό και τόκους αναδρομικά, ο οποίος στις 31-12-04 παρουσίαζε το πιο πάνω υπόλοιπο. Στην υπεράσπιση του ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία περί χρεωστικού υπολοίπου θα έπρεπε να κινείτο στη βάση του προϋφιστάμενου λογαριασμού τύπου Unisave και ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν κανένα δικαίωμα να αξιώνουν αυθαίρετα οιονδήποτε ποσό δυνάμει του νέου τραπεζικού λογαριασμού τύπου Unicount τον οποίον οι ίδιοι κατασκεύασαν, ενεργοποίησαν και χρέωσαν. Ειδικότερα στη μαρτυρία του αλλά και στην αγόρευση του προέβαλε ότι δυνατόν να έχουν συμβεί δύο τινά: Είτε στο λογαριασμό του είχαν κατατεθεί και άλλα χρηματικά ποσά είτε οι Ενάγοντες όταν παρέδιδαν την τραπεζική επιταγή προς τον ίδιο, χρέωσαν άλλο πελάτη. Μαρτυρία Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι Ενάγοντες κάλεσαν τρεις εργοδοτούμενους τους κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι τον κ. Κωνσταντίνο Αναστασιάδη (Μ.Ε.1), τον κ. Μιχάλη Παρτέλλα (Μ.Ε.2) και τον κ. Ανδρέα Πάλμα (Μ.Ε.3). Από δικής του πλευράς ο Εναγόμενος κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. Ροβέρτο Γιουσελλή (Μ.Υ.1) και ως δεύτερος κατέθεσε ο ίδιος (ο Εναγόμενος). Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Ο Μ.Ε.1 εργάζεται στους Ενάγοντες για 10 έτη ως Λειτουργός Εξυπηρέτησης Πελατών και συγκεκριμένα στο κατάστημα της Λεωφ. Κένεντι. Στο κατάστημα αυτό φυλάσσετο ο φάκελος με όλα τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση έγγραφα μέχρι την παραλαβή του από το Νομικό τους Τμήμα για τη λήψη μέτρων. Ο Μ.Ε.1 είχε άμεση εμπλοκή στην υπόθεση και συγκεκριμένα είναι αυτός που συμπλήρωσε την αίτηση με τα στοιχεία του Εναγόμενου για το άνοιγμα του λογαριασμού τύπου Unisave, (Τεκμήριο 4) καθώς και την επίδικη τραπεζική επιταγή την οποίαν υπέγραψαν δύο άλλοι εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι εκ μέρους των Εναγόντων (Τεκμήριο 8). Ο Μ.Ε.2 μετά από προηγηθείσα εργοδότηση του στη Λαϊκή Τράπεζα προσελήφθη το 2000 στους Ενάγοντες ως Προϊστάμενος Εξυπηρέτησης Πελατών. Η μαρτυρία του αφορούσε κυρίως την ανάληψη Λ.Κ.6.000 σε μετρητά από τον Εναγόμενο στις 18-10-99 (Τεκμήριο 21) και την ετοιμασία κατάστασης του νέου λογαριασμού Unicount με τόκο 8% ετησίως (αντί 12,5%) για χρήση σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν αποδεχθεί τον υψηλότερο τόκο (Τεκμήριο 22). Ο μάρτυρας αυτός ήταν ενήμερος επίσης για τις οδηγίες που τους έδωσε ο Μ.Ε.3 να ανοίξουν τον νέο λογαριασμό τύπου Unicount και να χρεώσουν το ποσό των Λ.Κ.12.000 όταν ανακαλύφθηκε το λάθος και ο Εναγόμενος αρνείτο να επιστρέψει το εν λόγω ποσό. Ο Μ.Ε.3 εργάστηκε συνολικά σε τράπεζες για περίοδο 45 ετών. Στους Ενάγοντες εργοδοτήθηκε το 2000 ως Βοηθός Γενικός Διευθυντής, όπου και υπηρέτησε μέχρι το
- Είχε αναλάβει τη γενική ευθύνη αναδιοργάνωσης της τράπεζας, η οποία τότε ήταν μια νέα τράπεζα και είχε προβλήματα οργάνωσης. Μια από τις ευθύνες που ανέλαβε ήταν να τακτοποιήσει τον Ενδιάμεσο Λογαριασμό ο οποίος παρουσίαζε υπόλοιπα από εκκρεμούσες υποθέσεις, τα οποία χρειάζοντο διαλεύκανση. Ο Ενδιάμεσος αυτός λογαριασμός χρησιμοποιείται ανέκαθεν στην τραπεζική πρακτική για χρεωπίστωση ποσών που αφορούν εκκαθάριση επιταγών. Στόχος είναι η τακτοποίηση των ποσών που χρεωπιστώνονται και η κατάληξη των στους κανονικούς λογαριασμούς. Παρότι πρόκειται για πολύ σημαντική διαδικασία διεπίστωσε τότε πως οι νέοι υπάλληλοι δεν την γνώριζαν και τόσο καλά. ΄Ετσι ανάμεσα σε άλλες περιπτώσεις που εντόπισε και τακτοποίησε είχε βρει και αυτήν του Εναγόμενου. Συγκεκριμένα όταν εκδόθηκε η τραπεζική επιταγή θα έπρεπε να χρεωθεί ο λογαριασμός Unisave του Εναγόμενου και να πιστωθεί ο Ενδιάμεσος λογαριασμός στο κεφάλαιο «Επιταγαί Πληρωτέαι Εσωτερικού» ούτως ώστε όταν αργότερα επέστρεψε η επιταγή από την Λαϊκή Τράπεζα για πληρωμή να χρεωθεί ο Ενδιάμεσος και να μηδενιστεί το συγκεκριμένο ποσό. Από τον έλεγχο όμως που διεξήγαγε διεπίστωσε πως οι δύο πρώτες πράξεις δεν είχαν διενεργηθεί. Δηλαδή παρότι εκδόθηκε η τραπεζική επιταγή προς τον Εναγόμενο, εντούτοις ούτε ο λογαριασμός του χρεώθηκε αλλά ούτε και ο Ενδιάμεσος πιστώθηκε με το αντίστοιχο ποσό. ΄Ετσι όταν έφθασε η επιταγή από τη Λαϊκή και τιμήθηκε από τους Ενάγοντες χρεώθηκε απλώς ο Ενδιάμεσος λογαριασμός και παρέμεινε χρεωμένος με το ποσό των Λ.Κ.12.000 μέχρι τα μέσα του 2003 οπότε εντόπισε το πρόβλημα ο Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.3 περιέγραψε και τις προσπάθειες επικοινωνίας του με τον Εναγόμενο μετά την διαπίστωση του λάθους καθώς και τις οδηγίες που έδωσε ο ίδιος μετά την αποτυχία των προσπαθειών είσπραξης και ιδιαίτερα μιας τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με τον Εναγόμενο. Ο Μ.Υ.1 είναι Λογιστής - Ελεγκτής και κατά την περίοδο 1999-2003 εργάζετο στον οίκο Ernst & Young ως Επικεφαλής του Ελεγκτικού Τμήματος στην ομάδα η οποία ειδικεύετο στον Τραπεζικό Τομέα και τις Ασφαλιστικές Εταιρείες. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο οίκος τους παρείχε ελεγκτικές υπηρεσίες προς τους Ενάγοντες και ο ίδιος ήταν μέλος της ελεγκτικής αυτής ομάδας. Εξήγησε πως ο ουσιαστικός έλεγχος που διενεργούσαν ήταν ο έλεγχος των υπολοίπων ο οποίος ήταν δειγματοληπτικός σχετικά με πράξεις. ΄Ηταν γενικά η άποψη του Μ.Υ.1 πως κατά τη διαδικασία έκδοσης μιας τραπεζικής επιταγής προηγείται ο έλεγχος του κατά πόσον υπάρχουν τα χρήματα στο λογαριασμό που δηλώθηκε στο σχετικό έντυπο, ακολουθεί η χρέωση στο λογαριασμό και μετά η έκδοση της επιταγής, η οποία και δεν μπορεί ποτέ να είναι μεταχρονολογημένη. Προσέθεσε πως δεν μπορεί να μην χρεώθηκε η τραπεζική επιταγή σε κάποιο λογαριασμό αφού σε τέτοια περίπτωση κατά το κλείσιμο των ταμείων (στο τέλος της ημέρας) θα παρουσιάζετο έλλειμμα ή διαφορά. Δέχθηκε πάντως πως ανάλογα με το σύστημα που εφαρμόζει κάθε Τράπεζα είναι δυνατό να πιστώνεται κάποιος Ενδιάμεσος λογαριασμός ο οποίος λογικά ξεκαθαρίζει όταν κατατίθεται πλέον η επιταγή από το μέρος που την εξαργυρώνει. Επέμεινε όμως πως το άνοιγμα λογαριασμού χωρίς την προηγούμενη υπογραφή πελάτη καθιστά το λογαριασμό άκυρο. Υποστήριξε και αυτός ότι στην παρούσα είτε χρεώθηκε κατά λάθος κάποιος άλλος πελάτης οπότε αυτό πρέπει να αποδειχθεί, είτε κατατέθηκαν χρήματα προς όφελος του Εναγόμενου τα οποία δεν φάνηκαν στο λογαριασμό του. Ήταν η άποψη του πως με την παράδοση της τραπεζικής επιταγής στον Εναγόμενο οι Ενάγοντες είχαν ήδη εξασφαλισμένο και το ποσό της αλλά και τη χρέωση του πελάτη τους. Στην αντεξέταση του δέχθηκε πως εκείνη την εποχή οι Ενάγονες δεν είχαν μηχανογραφημένες διαδικασίες για την έκδοση τραπεζικής επιταγής αλλά χειρόγραφες. Προώθησε την άποψη πως η τραπεζική επιταγή εξισούται με μετρητά και αν δεν χρεώνετο κάποιος λογαριασμός θα υπήρχε έλλειμμα στο ταμείο. Στο τέλος όμως δέχθηκε πως όταν παρουσιάστηκε η επιταγή μέσω του Γραφείου Συμψηφισμού θα εκκαθαρίζετο στον Ενδιάμεσο λογαριασμό και ότι αν δεν είχε γίνει η πίστωση σ' αυτόν η επιταγή θα ήταν μια εκκρεμότητα. Πρέπει να παρατηρήσω πως τα περισσότερα γεγονότα είναι παραδεκτά από πλευράς Εναγομένου. Συγκεκριμένα αυτός παραδέχεται το άνοιγμα του λογαριασμού καταθέσεων τύπου Unisave στις 13-10-99 κατόπιν υπογραφής της αίτησης (Τεκμήριο 4). Αυτή η αίτηση περιέχει και τους όρους της μεταξύ τους συνεργασίας. Περαιτέρω είναι επίσης αναντίλεκτο πως την ίδια μέρα δηλαδή στις 13-10-99, ο Εναγόμενος κατέθεσε στον εν λόγω λογαριασμό επιταγή αξίας Λ.Κ.18.032,31 (Τεκμήριο 2) την οποία είχε εκδώσει επ' ονόματι του η εταιρεία Citi Principal Investments Ltd. Παράλληλα ζήτησε από τους Ενάγοντες να του χορηγήσουν τραπεζική επιταγή τους αξίας Λ.Κ.12.000 με δικαιούχο την εμπορική του επωνυμία «Sarissa Pliroforiky» πράγμα που έγινε με την έκδοση της (Τεκμήριο 8). Η εν λόγω εμπορική επωνυμία ανήκει στον Εναγόμενο όπως καταδεικνύεται από τα έγγραφα του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήρια 9 και 10). Είναι αναντίλεκτο πως ο Εναγόμενος εξαργύρωσε αργότερα την ίδια μέρα την εν λόγω επιταγή παρουσιάζοντας την στην Λαϊκή Τράπεζα. Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε συνδυασμό με την ίδια την επιταγή των Λ.Κ.18.032,31 (Τεκμήριο 2) συνάγεται πως λανθάνεται ο Εναγόμενος όταν ισχυρίζεται (στην παράγραφο 6 της Ε/Υ του) πως η εν λόγω επιταγή ήταν τραπεζική. Η συγκεκριμένη επιταγή έφερε την ένδειξη «A/C PAYEE ONLY» και δέχομαι τη θέση του Μ.Ε.1 ότι αυτός ήταν ο λόγος που ζητήθηκε το άνοιγμα του λογαριασμού, στις 13-10-99, ούτως ώστε να κατατεθεί επ' ονόματι του Εναγόμενου. Δεν αποτελεί επίδικο θέμα και δεν εξετάζω κατά πόσον αυτό ήταν επιβεβλημένο. Απλώς σημειώνεται πως έτσι έκριναν τότε οι Ενάγοντες. Ο Μ.Ε.1 είναι το πρόσωπο το οποίο συμπλήρωσε τα στοιχεία του Εναγόμενου στην αίτηση συνεργασίας (Τεκμήριο 4) για το άνοιγμα του αποταμιευτικού λογαριασμού Unisave καθώς και το πρόσωπο το οποίο προέβη στις διαδικασίες για έκδοση της επίδικης τραπεζικής επιταγής στο κατάστημα της Λεωφ. Κένεντι. Ως διεύθυνση του Εναγόμενου αναγράφεται στο Τεκμήριο 4 μόνο η ταχυδρομική θυρίδα ήτοι η «Τ.Θ. 21143, 1502, Λευκωσία». Ο σχετικός χώρος για διεύθυνση διαμονής και εργασίας παρέμεινε ασυμπλήρωτος. Η κατάσταση του λογαριασμού Unisave καλύπτει την περίοδο από 1-10-99 έως και τις 30-11-
- Ως πρώτη πράξη προκύπτει από τη σελίδα μηνός Οκτωβρίου 1999 ότι στις 18-10-99 έγινε ανάληψη ποσού Λ.Κ. 6.000 σε μετρητά το οποίο χρεώθηκε κανονικά και παρέμεινε πιστωτικό υπόλοιπο Λ.Κ.12.032,31 (Τεκμήριο 21 - έντυπο ανάληψης). Στις 30-12-99 πιστώθηκε τόκος ύψους Λ.Κ.170,34 και αφαιρέθηκε ποσοστό (4%) για την άμυνα, ήτοι Λ.Κ.6,81, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται πιστωτικό υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.12.195,
- Στις 24-1-00 έγινε ανάληψη Λ.Κ.4.000 σε μετρητά βάσει του εντύπου ανάληψης (Τεκμήριο 11) και στις 27-1-00 ανάληψη ποσού Λ.Κ.8.000 επίσης σε μετρητά βάσει άλλου εντύπου (Τεκμήριο 12). Τα δύο αυτά ποσά χρεώθηκαν κανονικά στην κατάσταση Ιανουαρίου 2000 με αποτέλεσμα να εμφαίνεται πλέον υπόλοιπο Λ.Κ.195,
- Μέχρι το τέλος του 2000 οι μόνες εγγραφές είναι η πίστωση τόκου και η αφαίρεση των ποσοστών άμυνας με το πιστωτικό υπόλοιπο να καταλήγει στις Λ.Κ.252,
- Στις 26-3-01 γίνεται ανάληψη ποσού Λ.Κ.250 και παραμένει υπόλοιπο Λ.Κ.2.57, χωρίς άλλη συναλλαγή μέχρι τις 30-11-03 όπου μετά από τις χρεωπιστώσεις για τόκο και άμυνα ο λογαριασμός παρουσιάζει πιστωτικό υπόλοιπο Λ.Κ.3.
- Στην τραπεζική επιταγή (Τεκμήριο 8) ο Μ.Ε.1 αναγνώρισε τον γραφικό του χαρακτήρα όσον αφορά τη συμπλήρωση της χειρογράφως καθώς και τις υπογραφές των Δημήτρη Χρίστου και Ντίνας Κιτρομηλίδου ως εξουσιοδοτημένων προσώπων από τους Ενάγοντες. Οι γραπτές οδηγίες του Εναγομένου για την έκδοση της δεν έχουν εντοπιστεί, αλλά δεν θεωρώ ότι αυτό είναι γεγονός που ασκεί οποιαδήποτε επίδραση αφού η έκδοση της είναι παραδεκτή. Όπως κατά παρόμοιο τρόπο είναι αναντίλεκτο πως αυτή η επιταγή κατατέθηκε σε λογαριασμό του δικαιούχου της την ίδια μέρα στη Λαϊκή Τράπεζα, όπως προκύπτει από σχετική σφραγίδα στο μπροστινό μέρος της αλλά και παραδοχή του Εναγόμενου. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.2 κανονικά όταν εκδίδεται μια τραπεζική επιταγή χρεώνεται ο λογαριασμός του πελάτη που την έχει ζητήσει και πιστώνεται ένας γενικός Ενδιάμεσος λογαριασμός που διατηρούν οι Ενάγοντες για αυτό το σκοπό. Αργότερα, όταν η τραπεζική επιταγή παρουσιαστεί από το δικαιούχο σε άλλη τράπεζα και επιστρέψει στην εκδότρια τράπεζα, τότε χρεώνεται με το ισόποσο αυτός ο Ενδιάμεσος λογαριασμός για να μηδενιστεί. Ουσιαστικά δηλαδή και υπό κανονικές συνθήκες η εκδότρια τράπεζα μεταφέρει εξαρχής στον Ενδιάμεσο λογαριασμό το ισόποσο κάθε τραπεζικής επιταγής την οποία εκδίδει, χρεώνοντας παράλληλα το λογαριασμό του πελάτη. Η λειτουργία ενδιάμεσων λογαριασμών σε τράπεζες επιβεβαιώνεται και από την αναφορά στο σύγγραμμα Paget´s Law of Banking, 7η εκδ., σελ.
- Στην παρούσα υπόθεση το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο έγινε η χρέωση στο λογαριασμό του Εναγόμενου για το ποσό των Λ.Κ.12.000 στις 13-10-
- Ο Μ.Ε.1 ήταν πολύ σαφής πως αυτή η πράξη δεν έγινε και ο Μ.Ε.3 εξήγησε πως αυτό με τη σειρά του οδήγησε και στη μη πίστωση του Ενδιάμεσου Λογαριασμού με το εν λόγω ποσό. Η μη χρέωση του Unisave όμως είναι προφανής και από την ίδια την κατάσταση του λογαριασμού αυτού (Τεκμήριο 6) στην οποίαν δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχετική αναφορά. Το κυριότερο όμως είναι ότι και ο ίδιος ο Εναγόμενος δεν το αμφισβητεί. Δέχεται ότι δεν έγινε τέτοια χρέωση και αυτό προκύπτει τόσον από τα αναφερόμενα στην υπεράσπιση του όσον και από την μη αμφισβήτηση της εν λόγω κατάστασης (Τεκμηρίου 6). Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.1 ως ο υπάλληλος ο οποίος είχε άμεση εμπλοκή με την έκδοση της τραπεζικής επιταγής, εξήγησε πως η κανονική διαδικασία ήταν να αφαιρεθεί εκείνη τη στιγμή το αντίστοιχο ποσό από το λογαριασμό του πελάτη, που στην προκείμενη περίπτωση ήταν ο λογαριασμός Unisave. Η μη αφαίρεση του ποσού των Λ.Κ.12.000 από το λογαριασμό του Εναγόμενου οφείλετο σε ανθρώπινο λάθος και - όπως εξήγησε - αυτό δεν μπορούσε να εντοπιστεί στο στάδιο που η επιταγή έφθασε από τη Λαϊκή Τράπεζα για πληρωμή επειδή τότε χρεώνεται μόνο ο Ενδιάμεσος Λογαριασμός. Είναι λογικό ότι σ' εκείνο το στάδιο εκλαμβάνεται από τους υπαλλήλους ότι έχει ήδη γίνει σωστά η προηγούμενη πράξη, οπότε η Τράπεζα (Λογιστήριο) προχωρεί μόνο στην αφαίρεση του ποσού από τον Ενδιάμεσο τιμώντας έτσι τη δική της επιταγή, πράγμα που έγινε και στην παρούσα περίπτωση. ΄Εχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τον Μ.Ε.1 και πρέπει να πω ότι μου έδωσε την εικόνα αξιόπιστου και ειλικρινούς προσώπου. Σε καμιά περίπτωση δεν επέμεινε για γεγονότα τα οποία δεν γνώριζε προσωπικά και δεν μου έδωσε την εικόνα μάρτυρος που θα ήταν διατεθειμένος να ψευδομαρτυρήσει ή παραπλανήσει το Δικαστήριο με σκοπό να εξυπηρετήσει τους εργοδότες του. Είναι πρόσωπο που ενώπιον του υπεγράφη το Τεκμήριο 4, ο ίδιος συμπλήρωσε την τραπεζική επιταγή και γενικά είχε ενεργό και σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της 13ης Οκτωβρίου
- Πέραν των υπολοίπων ευρημάτων με βάση τη δική του μαρτυρία, η σημαντικότερη διαπίστωση είναι πως πράγματι δεν χρεώθηκε ο λογαριασμός Unisave του Εναγόμενου με το ισάξιο της τραπεζικής επιταγής (Λ.Κ.12.000) που του είχε χορηγηθεί. ΄Αλλωστε αυτό είναι κάτι το οποίο προκύπτει σαφώς και από τις καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού (Τεκμήριο 6) η ορθότητα των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί είτε με αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρος είτε με τη μαρτυρία του Εναγόμενου. Το Τεκμήριο 6 κατά τη γνώμη μου αποτυπώνει με ακρίβεια τις εγγραφές που διενεργήθηκαν στον λογαριασμό Unisave και δεν υπήρξε αντίθετη υποβολή ή εκδοχή περί του ότι χρεώθηκε οποτεδήποτε με το ποσό των Λ.Κ.12.000 ή περί του ότι πιστώθηκε ή έπρεπε να πιστωθεί με άλλα ποσά που τυχόν δικαιούτο ο Εναγόμενος (από καταθέσεις ή εμβάσματα). Η μη χρέωση του ποσού των Λ.Κ.12.000 στο λογαριασμό Unisave στις 13-10-99 είχε ως άμεσο αποτέλεσμα αυτός να παρουσιάζει πιστωτικό υπόλοιπο Λ.Κ.12.195,84 τον Ιανουάριο του 2000 που έγιναν οι δύο αναλήψεις. Αυτό μάλιστα οδήγησε τον Μ.Ε.1 να ισχυριστεί ότι ο Εναγόμενος προέβη σ' αυτές τις αναλήψεις μετά που ο τελευταίος είχε παραλάβει τις καταστάσεις λογαριασμού που του απεστέλλοντο, πράγμα που επίσης δέχεται ο Εναγόμενος, ο οποίος παραδέχθηκε πως προέβη στις δύο αναλήψεις τον Ιανουάριο του 2000, αφότου είχε δει τη σχετική κατάσταση λογαριασμού. Συναφώς αποτελεί εύρημα μου πως ο Εναγόμενος λάμβανε κανονικά καταστάσεις του λογαριασμού του στη διεύθυνση που είχε δηλώσει. Ερχόμενος στη μαρτυρία του Εναγόμενου επαναλαμβάνω πως αυτός σαφώς παραδέχεται όλα τα στοιχεία που εμφαίνονται στην κατάσταση του λογαριασμού Unisave και επιπλέον δέχεται την παραλαβή και είσπραξη της επιταγής των Λ.Κ.12.
- Εξηγεί δε ο ίδιος ότι προέβη στις δύο αναλήψεις εντός του Ιανουαρίου 2000 βάσει της κατάστασης λογαριασμού που του στάληκε. Συνεπώς είναι και σε αυτό το σημείο ορθός ο Μ.Ε.
- Όσον αφορά την εισήγηση του Εναγόμενου για χρέωση των Λ.Κ.12.000 σε λογαριασμό άλλου πελάτη πρέπει να πω ότι αυτή δεν προωθήθηκε και ούτε έγινε οποιαδήποτε σχετική υποβολή στους μάρτυρες των Εναγόντων. Εν πάση περιπτώσει όμως η τυχόν χρέωση σε άλλον πελάτη προφανώς δεν θα άφηνε σε εκκρεμότητα το ποσό στον Ενδιάμεσο Λογαριασμό (αφού θα οδηγούσε στην πίστωση του) και περαιτέρω στην περίπτωση που αργότερα διαπιστώνετο ένα τέτοιο λάθος δεν μπορώ να αντιληφθώ τι πρόβλημα θα είχαν οι Ενάγοντες να ενημερώσουν τον Εναγόμενο ότι αυτό ήταν το λάθος. Αντιθέτως πιστεύω πως θα ήταν πιο εύκολο για αυτούς να υποστηρίξουν ότι είχε γίνει λάθος. Ως εκ τούτου η εκδοχή αυτή του Εναγόμενου και του Μ.Υ.1 θεωρώ πως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και δεν τη δέχομαι. Όσον αφορά την άλλη εκδοχή της υπεράσπισης ότι δηλαδή πιθανόν να κατατέθηκαν και κάποια άλλα ποσά στον Unisave εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία από τη μαρτυρία του Εναγόμενου είναι πως του υποβλήθηκε επανειλημμένως ότι μέχρι τον Ιανουάριο του 2000 είχε καταθέσει (στον Unisave) μόνο την επιταγή των Λ.Κ.18.032,31 και αυτός απαντούσε μ' ένα τυπικό «διαφωνώ» χωρίς να εξειδικεύσει οποιοδήποτε άλλο ισχυρισμό του για κατάθεση άλλου ποσού. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του ανέφερε (στην παρ. 22 της γραπτής δήλωσης του) πως περί τις αρχές Δεκεμβρίου 1999 ενημερώθηκε από τη χρηματιστηριακή του εταιρεία (Citi Principal) ότι θα του κατέβαλλε ποσό Λ.Κ.15.742,89 από πώληση μετοχών και ο ίδιος ζήτησε να του το εμβάσουν στο λογαριασμό Unisave. Είναι σαφές πως αναφέρεται μόνο σε πιθανότητα που δεν έγινε πραγματικότητα. Εν πάση περιπτώσει ο Εναγόμενος όμως τελικά δεν προβάλλει τη θέση ότι πράγματι κατατέθηκε αυτό το ποσό στον Unisave. Αναφέρει μόνο πως από έρευνα που έκαμε φαίνεται ότι στις 24-10-07 η Citi Principal: «εξέδωσε στις 7-12-99 και επιταγή και/ή μου κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.15.742,89». Η προσπάθεια του να παρουσιάσει και κατάσταση λογαριασμού του με την εν λόγω εταιρεία προσέκρουσε σε ένσταση της άλλης πλευράς λόγω μη παρουσίασης των πρωτοτύπων εγγράφων και ο Εναγόμενος δεν επανήλθε στο θέμα ούτε και προσπάθησε να επεξηγήσει τη θέση του. Δεν δέχομαι συνεπώς το υπονοούμενο του ότι κατατέθηκαν στο λογαριασμό του οποιαδήποτε άλλα ποσά. Αφήνω κατά μέρος το ότι εάν είχε κατατεθεί ποσό Λ.Κ.15.742,89 στο λογαριασμό του από τη Citi Principal τότε ο ίδιος θα έπρεπε να έχει και απαίτηση για το ποσό πέραν των Λ.Κ.12.000 που δεν παρουσιάζεται στον Unisave. Ενώ από την άλλη πλευρά εάν στάληκαν τα χρήματα αυτά από την Citi Principal στους Ενάγοντες και απλώς δεν κατατέθηκαν στον Unisave τότε δεν μπορεί να εξηγηθεί το ότι ο λογαριασμός αυτός τον Ιανουάριο του 2000 παρουσίαζε υπόλοιπο Λ.Κ.12.195, 84 όπως ο ίδιος αντιλήφθηκε στην κατάσταση που παρέλαβε. Είναι για αυτό το λόγο που θα ανέμενε κάποιος (εάν εννοούσε αυτή την εισήγηση ο Εναγόμενος) να αμφισβητήσει πολλές καταχωρίσεις ή μάλλον παραλείψεις εγγραφής (πιστώσεων) στον Unisave, αναφέροντας συγκεκριμένα ποσά προς τους μάρτυρες των Εναγόντων. Συνεπώς θεωρώ πως ούτε η πιθανολόγηση αυτή του Μ.Υ.1 και του Εναγόμενου ευσταθεί και δεν δέχομαι ότι κατατέθηκαν άλλα ποσά πέραν της αρχικής επιταγής των Λ.Κ.18.
- Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 και συγκεκριμένα η εισήγηση του ότι θα εντοπίζετο το έλλειμμα στον ημερήσιο ταμειακό έλεγχο δεν προωθεί την εκδοχή του Εναγόμενου, καθότι παραγνωρίζει ακριβώς το λάθος που έγινε. Ο Μ.Υ.1 στην πραγματικότητα μιλούσε πολύ θεωρητικά και έχοντας υπόψιν τις ιδανικές περιστάσεις. Παρατήρησα ότι προσπαθούσε με τις διάφορες απαντήσεις του να στηρίξει απλώς τις διαζευκτικές εκδοχές του Εναγόμενου, για τις οποίες προφανώς ήταν ενήμερος. Στην ουσία ετοιμάστηκε και παραδόθηκε μια τραπεζική επιταγή χωρίς τα συνοδευτικά παραστατικά να καταλήξουν είτε σε χρέωση του Unisave είτε σε πίστωση του Ενδιάμεσου Λογαριασμού. Τα έγγραφα αυτά ελλείπουν μέχρι σήμερα και προφανώς αυτός ήταν και ο λόγος που το λάθος δεν μπορούσε και δεν εντοπίστηκε στο τέλος της ίδιας ημέρας. Σημειώνω όμως και τη δική του παραδοχή πως είναι λογικό ότι η μη εκκαθάριση της επιταγής στον Ενδιάμεσο Λογαριασμό (όταν επιστράφηκε για εξαργύρωση) συνιστούσε πλέον μια εκκρεμότητα, όπως και πράγματι έγινε. Αυτή η διαπίστωση μας οδηγεί στα όσα ακολούθησαν μετά την εμπλοκή του Μ.Ε.
- Παρακολούθησα με προσοχή τον μάρτυρα αυτόν και πρέπει να παρατηρήσω ότι γενικά μου έδωσε επίσης την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Πρόκειται για άτομο με μεγάλη εμπειρία στα τραπεζικά θέματα. Μετά τα όσα προηγήθηκαν κατά την έκδοση της τραπεζικής επιταγής ήταν αναμενόμενο για αυτόν να εντοπίσει το ποσό των Λ.Κ.12.000 στον Ενδιάμεσο Λογαριασμό όπως είχε χρεωθεί εκεί κατά την εξαργύρωση της εν λόγω επιταγής και την πίστωση της Λαϊκής Τράπεζας μέσω του Γραφείο Συμψηφισμού, πράγμα που αναμφίβολα είχε γίνει. Ο Μ.Ε.3 εντόπισε ότι η συγκεκριμένη πράξη αφορούσε τον Εναγόμενο και ακολούθως προσπάθησε να εντοπίσει τον ίδιο για να συνεννοηθεί. Είναι παραδεκτό πως κατάφερε να μιλήσει τηλεφωνικώς με τον Εναγόμενο αλλά υπάρχει διαφωνία ως προς το κατά πόσο ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι είχε γίνει λάθος. Ο Εναγόμενος στη μαρτυρία του αρνείται ότι σ' εκείνη την τηλεφωνική επικοινωνία του ανέφεραν ο,τιδήποτε περί λάθους. Εξετάζοντας προσεκτικά τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 πρέπει να παρατηρήσω πως στην κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε πως εξήγησε στον Εναγόμενο για το «πρόβλημα» και στην αντεξέταση του είπε πως ο Εναγόμενος του «έδωσε την εντύπωση ότι αναγνώριζε το λάθος» δηλώνοντας ότι θα επισκεφθεί την Τράπεζα με τον δικηγόρο του, τον κ. Πετρίδη. Δεν ήταν πολύ σαφής σ' αυτό το θέμα ο Μ.Ε.3 και εν τη ρύμη του λόγου του δέχθηκε πως βασικά αυτή ήταν μια «εντύπωση» που σχημάτισε ο ίδιος. Είναι όμως προφανές πως ο Εναγόμενος αντέδρασε σ' αυτά που άκουσε και για αυτό ενέπλεξε στη συζήτηση και το δικηγόρο του. Είχε δηλαδή αμφιβολίες για όσα άκουσε και ήθελε προς στιγμή να το διερευνήσει παρόντος και του νομικού του συμβούλου. Είναι λογικό πως εντελώς διαφορετική θα ήταν η αντίδραση του εάν όντως παραδέχετο ότι είχε γίνει λάθος. Συνεπώς από την εν λόγω συνομιλία δέχομαι πως απλώς έγινε και ο Εναγόμενος ανέλαβε να περάσει με το δικηγόρο του για να εξετάσουν το θέμα. Δεν προκύπτει παραδοχή του για λάθος από αυτή τη συνομιλία. Τα Τεκμήρια 17-20 αποτελούν τέσσερεις επιστολές ημερ. 16-2-04, 7-9-04, 27-9-04 και 20-12-04 αντιστοίχως τις οποίες οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι απέστειλαν προς τον Εναγόμενο. Στην πρώτη και στην τελευταία αναγράφεται ως διεύθυνση του παραλήπτη η «Τ.Θ.21143» ενώ στις δύο ενδιάμεσες η «οδός Βασίλη Μιχαηλίδη 27» στην ΄Εγκωμη. Παρά τους ισχυρισμούς του Μ.Ε.1 δεν έχει παρουσιαστεί καμιά μαρτυρία για την απόδειξη αποστολής ή παραλαβής διπλοσυστημένου και ως εκ τούτου αυτοί δεν γίνονται δεκτοί. Σημειώνω πως στο Τεκμήριο 18 δεν αναφέρεται καν ότι στάληκε ως διπλοσυστημένη. Εξάλλου στην αντεξέταση του ο Μ.Ε.1 δέχθηκε και ο ίδιος πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη ότι παραλήφθηκε οποιαδήποτε απ' αυτές τις επιστολές. Συνεπώς με δεδομένη την άρνηση του Εναγόμενου κανένα ασφαλές συμπέρασμα ως προς την τύχη τους δεν μπορεί να εξαχθεί. Μετά την επικοινωνία του Μ.Ε.3 με τον Εναγόμενο και την αδυναμία είσπραξης του ποσού των Λ.Κ.12.000, οι Ενάγοντες, θεωρώντας ότι δεν είχαν άλλη επιλογή άνοιξαν την 1-12-03 τον λογαριασμό όψεως τύπου Unicount επ' ονόματι του Εναγόμενου και ακολουθώντας τις σχετικές προς τούτο οδηγίες του Μ.Ε.3 χρέωσαν σ' αυτό τον λογαριασμό την τραπεζική επιταγή ύψους Λ.Κ.12.000 με ημερομηνία αξίας τις 14-10-
- Το Τεκμήριο 15 αποτελεί την κατάσταση αυτού του νέου λογαριασμού από 1-12-03 μέχρι τις 31-12-
- Εκτός από την αρχική χρέωση των Λ.Κ.12.000 είναι προφανές πως στον ίδιον λογαριασμό χρεώθηκαν τόκοι αναδρομικά μέχρι τις 31-12-03 (Λ.Κ.5.188,92) και ακολούθως μέχρι τις 31-12-04 με αποτέλεσμα ο λογαριασμός αυτός να παρουσιάζει κατά την τελευταία πιο πάνω ημερομηνία υπόλοιπο Λ.Κ.19.576,26, το οποίο και αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Το Τεκμήριο 16 περιέχει λεπτομέρειες όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού του τόκου για την πιο πάνω περίοδο. Νομική Πτυχή Από το σύνολο των γεγονότων με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου συνάγεται πως ο Εναγόμενος με τις αναλήψεις ημερομηνίας 24-1-00 και 27-1-00 έλαβε από τους Ενάγοντες συνολικά Λ.Κ.12.000 τις οποίες δεν δικαιούτο να εισπράξει. Είναι προφανές πως δεν είχε καταθέσει στον λογαριασμό Unisave τίποτε πέραν της αρχικής του επιταγής των Λ.Κ.18.032 και κάποιων πιστώσεων τόκου. Η δική του πίστη ότι δικαιούτο να προβεί στις αναλήψεις του Ιανουαρίου 2000 επειδή απλώς είδε το πιστωτικό υπόλοιπο στη σχετική κατάσταση λογαριασμού που παρέλαβε δεν διαφοροποιεί την κατάσταση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση (2007 Reissue) Τομ. 40
(1), παρ. 38. «More broadly, a defendant who can show that he was entitled to the benefit will not be required to make restitution. The claim may also fail where the defendant can establish the defence of change of position or some other established defence to a restitutionary claim. It is no defence that the defendant honestly believed, when he learned of the payment or transfer to him, that he was entitled to receive and retain the money or property». Στην παρούσα υπόθεση βεβαίως, αν και δεν έχει στηριχθεί η υπόθεση από πλευράς Εναγόντων στην ύπαρξη κακοπιστίας εκ μέρους του Εναγόμενου, πρέπει να σημειωθεί πως με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος ελάμβανε καταστάσεις λογαριασμού, θα ανέμενε κάποιος να παρατηρήσει την μη χρέωση του ποσού των Λ.Κ.12.000 ή ακόμα και την μη πίστωση του με ποσά που θα έπρεπε να κατατεθούν κατά τον ισχυρισμό του από την Citi Principal. Σημειώνεται πως ο Εναγόμενος δεν είναι κάποιος τυχαίος ή αμόρφωτος πελάτης. Είναι επαγγελματίας λογιστής από το 1990 και εξ επαγγέλματος εξοικειωμένος με αριθμούς, πράξεις και έγγραφα. Οι μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμών δεν είναι κάποιο έγγραφο που παρουσιάζει μόνον ένα αριθμό ως το τελικό υπόλοιπο αλλά σ' αυτές φαίνονται και οι διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις με τις λεπτομέρειες τους και τις σχετικές ημερομηνίες. Γεγονός παραμένει πως αφενός έχει καταδειχθεί το λάθος εκ μέρους των Εναγόντων και αφετέρου η είσπραξη του ποσού των Λ.Κ.12.000 χωρίς αυτό να δικαιολογείται από το συνολικό ποσό που κατέθεσε ο Εναγόμενος. Είναι αναμφισβήτητο στην κρίση μου πως με βάση τα προηγηθέντα ευρήματα ο Εναγόμενος πλούτισε αθέμιτα και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Paget´s Law of Banking, 9η εκδ. σελ. 284: «If a defendant has been "enriched" by money to which he was not entitled - in the sense that he could not have demanded it - and if his only loss in restitution would be these same moneys, then there would appear to be no good reason why he should not be liable to repay in an action for the return of money had and received: to retain it in these circumstances would be unjust to the payer». Θεωρώ επίσης πως οι προϋποθέσεις που καταγράφονται στη σελ. 286 του Paget´s Law of Banking, 9η εκδ., πληρούνται και δεν υπάρχει κανένα κώλυμα για διεκδίκηση του ποσού, στη βάση του αθέμιτου πλουτισμού. Ειδικότερα: 1) Το λάθος (mistake) που έγινε είναι θέμα πραγματικού γεγονότος και καθόλου νομικό. 2) Είναι ουσιώδες 3) Το λάθος είναι μεταξύ των πληρωτών και του εισπράξαντος, δηλαδή αφορά μόνο τις σχέσεις Εναγόντων και Εναγομένου. 4) Το λάθος έγινε από πλευράς των πληρωτών, δηλαδή των Εναγόντων. 5) Η πληρωμή δεν ήταν οικειοθελής διότι προφανώς εάν γνώριζαν τα πραγματικά γεγονότα οι Ενάγοντες δεν θα επέτρεπαν την ανάληψη των ποσών και εν πάση περιπτώσει δεν διαπιστώνεται καμιά πρόθεση ή λόγος πληρωμής ποσού Λ.Κ.12.000 για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από το λάθος που έγινε. 6) Ο Εναγόμενος δεν έχει εγείρει με την υπεράσπιση του οποιοδήποτε θέμα κωλύματος για τους Ενάγοντες στο να διεκδικήσουν το ποσό που πλήρωσαν. Ο ίδιος είχε το βάρος να προβάλει και καταδείξει κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με σχετικό απόσπασμα στο (πιο πάνω) σύγγραμμα Paget´s Law of Banking, 9η εκδ., στη σελ. 298: «Once the plaintiff has established (i) that he has paid money under a mistake of fact and (ii) that the mistake was fundamental (iii) that it affected the transaction between him and the payee (iv) that it was made by him, the payer, then it is for the defendant to show some reason why the plaintiff should not be allowed to recover the money. The plaintiff having established that he paid the money under a mistake of fact, as was said in Kelly v. Solari: "an action will lie to recover it back, and it is against conscience to retain it;.." Τα πιο πάνω ισχύουν ιδιαίτερα στην παρούσα περίπτωση, στην οποία μπορεί να λεχθεί πως ο Εναγόμενος είχε τη δυνατότητα ή και έπρεπε να αντιληφθεί και ο ίδιος το λάθος, αφού παραλάμβανε καταστάσεις του λογαριασμού του (βλ. Evdoras Papadopoulos v. National Bank of Greece S.A,
(1979)1 C.L.R. 10). 7) Δεν τίθεται θέμα πληρωμής σε αντιπρόσωπο ο οποίος διαβιβάζει τα χρήματα προτού πληροφορηθεί το λάθος ούτε και η αξίωση στρέφεται εναντίον αντιπροσώπου. 8) Η υπόθεση δεν αφορά επιταγή η οποία έτυχε διαπραγμάτευσης. 9) Η αμέλεια ή το λάθος από πλευράς Εναγόντων ούτως ή άλλως δεν συνιστά κώλυμα διεκδίκησης ποσού το οποίο καταβλήθηκε αχρεωστήτως (βλ. υπ. Kelly v. Solari
(1841)9 M&W 54) Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές πως οι Ενάγοντες πρέπει να επιτύχουν στην αξίωση τους στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 70 Κεφ. 149) και/ή για ποσό καταβληθέν αχρεωστήτως (άρθρο 72 Κεφ. 149). Όπως έχει αναφερθεί στην υποθ. Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. (Β) 1077: «ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής. Εντάσσεται στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν στο δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και τις ελλείψεις του Κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας». Ειδικότερα από την υποθ. Minerva Finance & Investment Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 2173 προκύπτει πως το «λάθος» θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για επιστροφή ποσού «ως πτυχή της ευρύτερης έννοιας που συνοπτικά αποδίδεται με τον όρο «money had and received». Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η εξής αναφορά: «Στη βάση των γεγονότων όπως αυτά προβάλλονται στις γραπτές προτάσεις είναι δυνατή η παροχή θεραπείας στηριγμένης στο Νόμο, όσο και αν αυτή δεν εξειδικεύεται (βλ. Stylianou v. Papakleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319, Kennedy Hotels v. Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400)». 400» Προκύπτει συνεπώς πως η ενέργεια των Εναγόντων να ανοίξουν ένα νέο λογαριασμό (Unicount) στον οποίον χρέωσαν το ποσόν, αλλά και η συνακόλουθη επιλογή τους να παραθέσουν λεπτομέρειες στην έκθεση απαίτησης τους δεν διαφοροποιεί την κατάσταση και δεν καταργεί την ευχέρεια του δικαστηρίου να αποδώσει θεραπεία προς αποκατάσταση των πραγμάτων. ΄Εχω μελετήσει με προσοχή τους συμφωνηθέντες όρους συνεργασίας (Τεκμήριο 4) και πρέπει να παρατηρήσω πως όντως δεν φαίνεται να είχαν δικαίωμα οι Ενάγοντες να ανοίξουν τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα του Εναγόμενου χωρίς τη δική του σύμφωνη γνώμη. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Paget´s Law of Banking, 7η εκδ. σελ. 55 ο τραπεζικός λογαριασμός δημιουργείται τη στιγμή που τα μέρη συμφωνούν να εισέλθουν σε συμβατικές σχέσεις μεταξύ τους. Δεν είναι λοιπόν μια μονομερής πράξη. Από την άλλη όμως το άνοιγμα λογαριασμού δεν είναι δυνατό να εξαλείψει την αξίωση των Εναγόντων, εφόσον δικαιούνται θεραπεία. Το ουσιώδες ερώτημα είναι κατά πόσον δικαιούνται σε τόκους και μάλιστα σε αυξημένους τόκους (12,5%). Είναι προφανές πως η βάση επί της οποίας οι Ενάγοντες δικαιούνται σε θεραπεία εκφεύγει πλέον της συμβατικής σχέσης. Δεν είναι τυχαίο που το Μέρος VI του Κεφ. 149 φέρει τον τίτλο «Σχέσεις Προσομοιάζουσαι προς Συμβατικάς». Αλλού χαρακτηρίζονται ως «Οιονεί συμβατικές σχέσεις». Το άρθρο 72 το οποίο ρυθμίζει την ευθύνη προσώπου που λαμβάνει χρήματα συνεπεία πλάνης προνοεί μόνον για την επιστροφή των χρημάτων αυτών, ενώ το άρθρο 70 που ρυθμίζει την υποχρέωση προσώπου το οποίο προσπορίζεται όφελος εκ μη χαριστικής πράξεως (αδικαιολόγητος πλουτισμός) αναφέρεται επιπλέον σε υποχρέωση αποζημίωσης ή αποκατάστασης του παραδοθέντος πράγματος. ΄Εχω την άποψη λοιπόν πως οι Ενάγοντες το μόνο που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν θα ήταν ίσως τόκον υπό μορφή αποζημιώσεων τις οποίες θα δικογραφούσαν ειδικά και όχι συμβατικό τόκο βάσει ενός λογαριασμού που υποχρεώθηκαν να ανοίξουν και τερματίσουν από μόνοι τους λόγω του δικού τους λάθους. Το μόνο που δικαιούνται έχοντας υπόψιν τα δικόγραφα τους είναι νόμιμο τόκο επί του ποσού που θα επιστραφεί. Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό Λ.Κ.12.000 με νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των Εναγόντων έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή συν Φ.Π.Α. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο