Ευστάθιος Κυριάκου Ιακώβου κ.α. ν. Ανδρέα Αριστάρχου Παναγιώτου, Αρ. Aίτησης: 581/07, 29/2/08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Aίτησης: 581/07 Μεταξύ:
- Ευστάθιος Κυριάκου Ιακώβου
- Ζηνοβία Μάρκου Εγγλέζου Αιτητών -και- Ανδρέα Αριστάρχου Παναγιώτου Καθ΄ ου η Αίτηση --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 29.1.07 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29/2/08 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Χ. Λειβαδιώτου Για Καθ΄ ου η Αίτηση: Σ. Κώστα ------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές την 29.1.07 αποτάθηκαν μονομερώς στο Δικαστήριο και πέτυχαν την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με το οποίο εμποδίζεται ο εναγόμενος να επεμβαίνει στο ακίνητο των εναγόντων με αριθμό εγγραφής 4087, τεμ. 336 (παλαιό 53, 56, 57, 87) του Φ.Σχ.ΧΧΙΧ/44 χωρίο, στην τοποθεσία Ξάλωνα, στο χωριό Κάτω Μονή, της Επαρχίας Λευκωσίας. Το πραγματικό υπόβαθρο υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση του αιτητή 1, ενώ το νομικό βάθρο της αίτησης στηριζόταν στο Κεφ. 6, αρ. 4 και 9 στη Δ.48 και στο αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
- Πολύ περιληπτικά ο αιτητής αναφέρει ότι ο καθ΄ ου η αίτηση είναι ιδιοκτήτης του όμορου τεμαχίου
- Το ακίνητο του καθ΄ ου η αίτηση βρίσκεται σε κατώτερη στάθμη και η υψομετρική διαφορά σε πολλά σημεία ξεπερνά τα 3μ και υπάρχει κατωφέρεια που φθίνει προς την πλευρά του ακινήτου του καθ΄ ου η αίτηση. Επί του συνόρου του ακινήτου υπήρχε κτισμένη πέτρινη δόμη ύψους πέραν του 1½μ. Το 2001 ο εναγόμενος επενέβη επί του ακινήτου τους και κατέλαβε και οικειοποιήθηκε μέρος αυτού επί σχεδόν ολόκληρου του κοινού συνόρου. Ως εκ τούτου υπέβαλαν αίτηση στο Κτηματολόγιο για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς που προέκυψε. Το Επαρχιακό Κτηματολόγιο επιλήφθηκε του αιτήματος και την 19.8.2003 εξέδωσε απόφαση, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση, σημειώνω ότι δεν εφεσιβλήθη από τον εναγόμενο, και επί του κοινού συνόρου τοποθετήθηκαν τα αναγκαία ορόσημα. Την 21.1.07 ο αιτητής 1 παρατήρησε ότι ο καθ΄ ου η αίτηση με εκσκαφέα επενέβη κατά μήκος του κοινού συνόρου και σε πλάτος 5μ πέραν των πασσάλων που τοποθέτησε το Κτηματολόγιο. Χάλασε τον πέτρινο τοίχο και προέβηκε σε ισοπεδώσεις μέσα στο ακίνητό του αφαιρώντας τους πασσάλους που τοποθέτησε το κτηματολόγιο με πρόθεση να κτίσει τοίχο αντιστήριξης. Έκαμε προς τούτο καταγγελία στην αστυνομία. Ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση αρνούμενος τους ισχυρισμούς του αιτητή ως ψευδείς, ανακριβείς και ανυπόστατους. Αρνείται επέμβαση στην περιουσία των αιτητών και ότι όποια δραστηριότητα έγινε ήταν μέσα στο δικό του τεμάχιο. Αρνείται ακόμα την ύπαρξη πέτρινης δόμης κατά μήκος των συνόρων των δύο τεμαχίων και αν πιθανόν υπήρχε στο παρελθόν, γκρεμίστηκε λόγω των βροχών και τα χαλάσματά της βρίσκονταν μέσα στο δικό του ακίνητο. Αποδέχεται ότι το Επαρχιακό Κτηματολόγιο επίλυσε τη μεταξύ τους συνοριακή διαφορά. Είναι η θέση του ότι το Αύγουστο του 2006 κάλεσε εκσκαφέα για να καθαρίσει την αυλή του από τα χαλάσματα της δόμης και θα προχωρούσε σε ανέγερση τοίχου αντιστήριξης. Τα χαλάσματα μετακινήθηκαν χωρίς καμιά επέμβαση στο ακίνητο των αιτητών, ούτε και μετακινήθηκαν τα ορόσημα. Κατά τη διάρκεια των εργασιών τα ορόσημα ενώθηκαν με σχοινί ώστε να είναι ορατά από τον οδηγό του εκσκαφέα για να αποφευχθεί τυχόν επέμβαση στο ακίνητο των αιτητών. Προς επιβεβαίωση τούτου επισύναψε σχετικές φωτογραφίες. Παραδέχεται ότι προτίθεται να κτίσει τοίχο αντιστήριξης, αλλά μέσα στο δικό του τεμάχιο, για να συγκρατεί τα χώματα, επισύναψε και σχετική προσφορά για την κατασκευή του. Οι εργασίες έγιναν τον Αύγουστο του 2006 και όχι τον Ιανουάριο του 2007 ως αναφέρει ο αιτητής, και τούτο απλά και μόνο για να δικαιολογήσει το κατεπείγον. Προσθέτει ακόμα ότι την 7.2.07 ο ενάγων και ο πατέρας του τον απείλησαν μέσω των γονέων του και προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία. Ο καθ΄ ου η αίτηση, με άδεια του Δικαστηρίου, αντεξετάστηκε. Επανέλαβε ουσιαστικά όσα ανέφερε στην ένορκή του δήλωση. Ερωτήθηκε για τις φωτογραφίες που επισύναψε στην ένορκη του δήλωση και ανέφερε ότι τις έβγαλε ο ίδιος τον Αύγουστο του
- Σχετική επί τούτου είναι και η ένορκη του δήλωση. Σε ερώτηση για ποιο λόγο τις έβγαλε τον Αύγουστο απάντησε ότι βγάζει φωτογραφίες από το 2001 που άρχισε να κτίζει το σπίτι του γιατί θέλει να ξέρει που είναι τα πάντα, πώς ήταν και πώς θα είναι στο μέλλον. Δεν έχει τα αρνητικά των φωτογραφιών γιατί είναι digital. Αρνήθη σε σχετική υποβολή ότι έβγαλε τα ορόσημα του Κτηματολογίου και τα έβαλε ξανά και τα φωτογράφισε, ούτε και βγαίνει τέτοιο συμπέρασμα από τις φωτογραφίες και το τοπογραφικό. Αρνήθηκε ότι τον Ιανουάριο του 2007 πήρε εκσκαφέα και άρχισε εργασίες κατά μήκος των συνόρων. Αρνήθη τέλος ότι λόγω της επέμβασης που έκαμε κλήθηκε η αστυνομία, ούτε και ο ενάγων του έκαμε παράπονο για παράνομη επέμβαση. Στην υποβολή ότι οι φωτογραφίες είναι εκ των υστέρων κατασκευάσματα και μετά την επέμβαση που έκαμε, απάντησε ότι δεν παραδέχεται τίποτε και όλα αυτά είναι ασάφειες και αβέβαια. Παρόλο που η προσφορά που επισύναψε είναι του Ιανουαρίου του 2007 δεν ήταν ακόμα έτοιμος να κτίσει τον τοίχο. Δεν θυμόταν, τέλος, αν η αστυνομία του τηλεφώνησε τον Ιανουάριο του 2007 για την υπόθεση αυτή. Τόσο η κα Λειβαδιώτου όσο και ο κ. Κώστα αναφέρθηκαν στις αρχές που εφαρμόζονται επί ενδιαμέσων διαταγμάτων και ήταν οι αντίστοιχες θέσεις τους ότι, για μεν τους αιτητές συντρέχουν ώστε να δικαιολογείται η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, ενώ αντίθετα ο κ. Κώστα εισηγήθηκε ότι δεν συντρέχει ως προϋπόθεση η ορατή πιθανότητα επιτυχίας των αιτητών, αφού δεν προσκόμισαν μαρτυρία εμπειρογνώμονα για να αποδείξουν αν υπάρχει ή όχι επέμβαση. Όπου χρειαστεί πιο κάτω θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις των δύο πλευρών. Προστίθεται ακόμα πως με την αγωγή οι ενάγοντες επιζητούν διάφορα διατάγματα για άρση της επέμβασης καθώς και αποζημιώσεις. Είναι νομολογημένο ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου η επανάληψη των οποίων κρίνεται αχρείαστη. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029). Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980). Μια εκ των θέσεων του κ. Κώστα είναι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης αφού οι εκσκαφές του καθ΄ ου η αίτηση, έστω στο δικό του ακίνητο έγιναν τον Αύγουστο του 2006 και όχι στον Ιανουάριο του
- Από την άλλη τόσο η θέση του αιτητή όσο και στην αντεξέταση του καθ΄ ου η αίτηση, τέθηκε ευθέως και επανειλημμένως ότι η επέμβαση έγινε τον Ιανουάριο. Είναι καλά παγιωμένη νομολογιακή αρχή ότι το κατεπείγον του αιτήματος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ.
- Εκείνο που στοιχειοθετεί το επείγον είναι τα γεγονότα που παρουσιάζει ο αιτητής με την ένορκή του δήλωση, για τη χορήγηση της θεραπείας (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1988)1 Α.Α.Δ 598). Οι καταλογιζόμενες επεμβάσεις κατά μήκος των συνόρων των δύο τεμαχίων, σύμφωνα με τον αιτητή έγιναν τον Ιανουάριο του 2007 με τελικό σκοπό, ο εναγόμενος, να ανεγείρει τοίχο αντιστήριξης. Άλλωστε για την πρόθεση του για ανέγερση τοίχου ευθέως το δέκτηκε ο καθ΄ ου η αίτηση. Επιβεβαίωση τούτου αποτελεί η προσφορά που επισύναψε για την ανέγερσή του που φέρει ημερομηνία Ιανουάριος 2007, έστω και αν κατέθεσε ότι δεν ήταν έτοιμος ακόμα να τον κτίσει. Προστίθεται πάντως, πως, όπως αναφέρει, τυχόν καθυστέρηση στην ανέγερση του τοίχου θα έχει ως συνέπεια την αύξηση των κόστων, γεγονός που ακριβώς αναδεικνύει ότι ο κάθ' ου η αίτηση σκόπευε στην άμεση ανέγερση του τοίχου, εξ' ου και η σχετική προσφορά. Παρεμβάλλω ότι οι αιτητές αμφισβήτησαν όσα ορκίστηκε ο καθ΄ ου η αίτηση αφού τον υπέβαλαν σε αντεξέταση. Είναι γνωστό ότι η ακρόαση των αιτήσεων διέπονται από τη Δ.48 θ.4. Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή, αντίθετα με το τι ίσχυε προηγουμένως, δεν προσκομίζεται πλέον μαρτυρία, αλλά η ακρόαση γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 218). Υποδεικνύω πως αντίθετα με τον αιτητή, ο καθ΄ ου η αίτηση δεν αμφισβήτησε όσα ορκίστηκε ο αιτητής αφού δεν τον αντεξέτασε (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Έπεται ότι στη βάση των πιο πάνω αρχών που διέπουν την ακρόαση αιτήσεων, η μαρτυρία και τα γεγονότα που έκθεσε ο αιτητής στην ένορκή του δήλωση παρέμειναν ακλόνητα. Και κυρίως καθόσον αφορά το κρινόμενο ζήτημα του κατεπείγοντος, ότι την 21.1.07 παρατήρησε ότι έγινε επέμβαση επί του κτήματός του και μετά από διερεύνηση, διεφάνη ότι έγινε με εκσκαφέα από υπαλλήλους και αντιπροσώπους του καθ΄ ου η αίτηση. Έπεται πως το στοιχείο αυτό όχι μόνο δεν έχει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ανατραπεί, αλλά αντίθετα θα έλεγα ότι επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο κάθ' ου η αίτηση επείγεται να ανεγείρει τον τοίχο για να αποφύγει τυχόν αύξηση των κόστων. Η προσφορά που επισύναψε είναι σχετική προς τούτο. Οι πιο πάνω κρίσεις μας φέρνουν και στην ουσία της διαφοράς και στον τρόπο προσέγγισης της εκατέρωθεν αντικρουόμενης μαρτυρίας και ισχυρισμών, στη βάση του ότι ο αιτητής αμφισβήτησε και αντεξέτασε τον καθ΄ ου η αίτηση. Η μαρτυρία και το λοιπό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως υπεδείχθη στην υπόθεση Σεβαστού (ανωτέρω), θα υποστεί κάποια, έστω, πρωταρχική αξιολόγηση που είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και στο περιορισμένο στάδιο της παρούσας διαδικασίας. Τελεσίδικα βέβαια ευρήματα και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο στάδιο αυτό δεν θα εξαχθούν. Υπάρχουν ως έχει διαφανεί εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές και ισχυρισμοί, που έχουν όμως αμφισβητηθεί από τους αιτητές, και εκ των πραγμάτων θα συνεκτιμηθούν. Κατά συνέπεια και αναπόφευκτα κάποια πρώιμη αξιολόγηση και απεικόνιση της μαρτυρίας στην όψη της, προς συνεκτίμηση στα πλαίσια εξεύρεσης και διαπίστωσης αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία, είναι αναγκαία. Έχει τονιστεί (Κυρίλλου ανωτέρω), ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32. Έτσι η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία θα κριθεί μέσα στο πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, και έχοντας κατά νου βέβαια ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σε εκείνο που επιζητά την έκδοση του διατάγματος, για να ικανοποιήσει τις τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Επανερχόμενος στις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προς έκδοση προσωρινού διατάγματος η νομολογία υποδεικνύει (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802) ότι το πραγματικό νόημα των αποφάσεων είναι πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό απαντά και στην εισήγηση του κ. Κώστα ότι οι αιτητές όφειλαν να παρουσιάσουν μαρτυρία εμπειρογνώμονα να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο κατά ένα τρόπο και σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ώστε να θεωρηθεί ότι ικανοποιείται και το κριτήριο αυτό. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην παρούσα υπόθεση η πρώτη προϋπόθεση κρίνω πως ικανοποιείται με την έννοια ότι η βάση της αγωγής στηρίζεται σε ένα καλά γνωστό και αναγνωρισμένο στο νόμο δικαίωμα, εκείνο της επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία. Η αγωγή στηρίζεται σε επέμβαση επί συνοριακής διαφοράς που επιλύθηκε τελεσίδικα από το Διευθυντή του Κτηματολογίου. Προστίθεται εδώ πώς είναι ορθή η εισήγηση της κας Λειβαδιώτου ότι η επέμβαση δεν ανατρέχει στο 2003 που το κτηματολόγιο καθόρισε τα σύνορα των τεμαχίων των διαδίκων, όπως εισηγήθηκε ο κ. Κώστα, αλλά επιλυθείσης της συνοριακής διαφοράς από τον Διευθυντή το 2003 με την τοποθέτηση των συνοριακών οροσήμων, η ισχυριζόμενη επέμβαση πέραν των οροσήμων και εντός του τεμαχίου των αιτητών, έγινε τον Ιανουάριο του 2007. Εξετάζοντας και συνεκτιμώντας το κριτήριο αυτό με τη δύναμη της υπόθεσης του αιτητή εκ των παρατεθέντων στοιχείων και μαρτυρίας συνάγονται κάποια αναμφισβήτητα στοιχεία. Πρώτο ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου καθόρισε με απόφασή του τα σύνορα μεταξύ των δύο τεμαχίων το 2003 και η απόφαση αυτή έγινε και είναι αποδεκτή και από τις δύο πλευρές. Δεύτερο ότι ο καθ΄ ου η αίτηση προέβηκε δι΄ εκσκαφέων σε έργα εντός του τεμαχίου του και κατά μήκος των συνόρων των δύο ακινήτων. Ειδικότερα ότι έγιναν έργα επί της προϋφισταμένης δόμης και τοίχου αντιστήριξης, ανεξάρτητα αν τον κατεδάφισε ή όχι, και ότι επείγεται να ανεγείρει νέο τοίχο αντιστήριξης. Εκείνο που τίθεται από τον καθ΄ ου η αίτηση είναι ότι τα έργα δεν έγιναν τον Ιανουάριο του 2007, αλλά τον Αύγουστο του 2006 και ότι δεν έγινε καμιά επέμβαση στο τεμάχιο του αιτητή. Έχω ήδη διεξέλθει το θέμα αυτό σε σχέση με το επείγον του θέματος. Εν πάση περιπτώσει και προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του επισύναψε φωτογραφίες του χώρου. Παρουσιάζεται το μέρος που έγιναν τα έργα καθώς και τα ορόσημα του Κτηματολογίου, δεμένα με σχοινιά, ώστε να καταδείξει, ως κατέθεσε, ότι δεν έγινε επέμβαση. Καταγράφω και σημειώνω ότι αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι ο ίδιος έβγαλε τις φωτογραφίες τον Αύγουστο του 2006 που κατά τον ισχυρισμό του έγιναν οι εργασίες με τον εκσκαφέα. Και ο λόγος είναι γιατί από την έναρξη της ανέγερσης της κατοικίας φωτογράφιζε τον χώρο για να ξέρει που είναι τα πάντα. Η πιο πάνω απάντηση δόθηκε σε σχετική υποβολή ότι αποτελεί κατασκεύασμα δικό του γιατί, αφού έβγαλε τα ορόσημα του Κτηματολογίου, ακολούθως τα επανατοποθέτησε με το σχοινί και τα φωτογράφισε. Δεν πρόκειται βέβαια να εξαχθεί συμπέρασμα ή και εύρημα επί τούτου, σημειώνω πάντως ότι η προσφορά για την ανέγερση του τοίχου φέρει ημερομηνία τον Ιανουάριο του 2007, που είναι και ο ουσιαστικός χρόνος που καταλογίζει ο αιτητής την επέμβαση, έστω και αν ο καθ΄ ου η αίτηση ανέφερε ότι δεν ήταν ακόμα έτοιμος να τον κτίσει. Άλλωστε η έκδοση του διατάγματος ως ορθά εισηγήθηκε η κα Λειβαδιώτου ανέστειλε κάθε οικοδομική δραστηριότητα. Υποδεικνύω πάντως επ' αυτού και την άλλη του θέση ότι τυχόν καθυστέρηση θα επιφέρει αύξηση των κόστων. Ούτε και πρόκειται στο παρόν στάδιο να απασχολήσει το Δικαστήριο η ουσία των προβαλλόμενων ισχυρισμών του εναγόμενου, έργο που ανάγεται κατά την ακρόαση της διαφοράς στην ουσία της. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί και αυτό υπό τύπο και μόνο σχολίου, ότι σε κάθε περίπτωση αποτελεί παράξενο το γεγονός ενώ οι φωτογραφίες να βγήκαν τον Αύγουστο του 2006, παρά ταύτα, να παρουσιάζεται το τοπίο με έντονη πράσινη βλάστηση και ανθισμένα φυτά. Το σχόλιο αυτό δεν αποτελεί βέβαια ούτε και συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου, αλλά μια απλή σκέψη κοινής λογικής και εμπειρίας και τίποτε περισσότερο. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως "ασάφεια" και "αβέβαιο" η σχετική υποβολή ότι οι φωτογραφίες αποτελούν εκ των υστέρων κατασκευάσματά του. Δεν μπορώ ακόμα να μην σημειώσω αυτό που ανέφερε η κα Λειβαδιώτου, ότι είναι εξίσου παράξενο το γεγονός ότι εκεί που το μηχάνημα ανέσκαψε υπάρχει βλάστηση. Γεγονός που σύμφωνα με την θέση της αναδεικνύει ότι ο χώρος φωτογραφήθηκε μεταγενέστερα. Με άλλα λόγια και ως απλή πάλι κοινή λογική σκέψη και εμπειρία είναι να διερωτάται κανείς πως είναι δυνατό τα σημεία της εκσκαφής να παρουσιάζουν ταυτόχρονα και βλάστηση. Περιττό βέβαια να επαναλάβω ότι δεν πρόκειται να εξαχθεί κάποιο εύρημα επί τούτου, αλλά στην όψη τους τα στοιχεία αυτά σκιαγραφούν μία κατάσταση πραγμάτων και δίνουν μία εικόνα των δεδομένων. Η ουσία βέβαια παραμένει. Ότι ο αιτητής δεν αμφισβητήθηκε σε κανέναν από τους ισχυρισμούς του και κυρίως δεν αμφισβητήθηκε ότι τα έργα έγιναν τον Ιανουάριο του 2007 και ότι υπήρξε επέμβαση στο ακίνητό του. Ήταν ακόμα η θέση του ότι κατάγγειλε το γεγονός στην αστυνομία, ο καθ΄ ου η αίτηση δεν θυμόταν ως λέχθηκε αν η αστυνομία του τηλεφώνησε γι΄ αυτό το θέμα. Αντίθετα ήταν η θέση του ότι αυτός κατάγγειλε τον αιτητή το Φεβρουάριο γιατί έκφρασε απειλές εναντίον του. Ούτε βέβαια τα γεγονότα αυτά καθώς και οι εκατέρωθεν επί τούτου ισχυρισμοί θα απασχολήσουν το Δικαστήριο, αφού στο βαθμό που έχουν κάποια αξία, αφορούν την ουσία της διαφοράς και όχι τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας που είναι περιορισμένη. Επ΄ αυτού το μόνο σχόλιο που μπορεί να γίνει είναι ότι ακόμα και βάση να έχουν οι ισχυρισμοί του καθ΄ ου η αίτηση εντοπίζονται και εστιάζονται χρονικά την περίοδο που ο αιτητής καταλογίζει την επέμβαση στο ακίνητό του. Οι πιο πάνω κρίσεις περιττό να επαναλάβω ότι δεν συνιστούν ευρήματα αφού δεν είναι το στάδιο αυτό που η μαρτυρία θα αξιολογηθεί προς εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων και ευρημάτων. Από την άλλη όμως, όπως έχει ήδη λεχθεί μια αξιολόγηση και προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και μέσα στα πλαίσια της περιορισμένης σφαίρας εξέτασης σε αυτό το στάδιο. Και το ζητούμενο είναι που θα ανεγερθεί ο τοίχος αντιστήριξης, αφού πρόκειται για όμορα τεμάχια τα σύνορα των οποίων καθόρισε τελεσίδικα ο διευθυντής του κτηματολογίου. Αντιπαραβάλλοντας συνεπώς όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και συνεκτιμούμενα υπό το πρίσμα της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ικανοποιείται και το δεύτερο κριτήριο που τάσσει η νομολογία. Οι αυθεντίες που παρέπεμψε ο κ. Κώστα, και για την ανάγκη προσκόμισης ουσιαστικής μαρτυρίας προς απόδειξη των ισχυρισμών της παράνομης επέμβασης, αφορούν εκδίκαση ζητημάτων παράνομης επέμβασης στην ουσία τους και όχι σε διαδικασία ενδιάμεσου διατάγματος. Οι πιο πάνω κρίσεις αποτελούν μια γενική θεώρηση των εκατέρωθεν θέσεων συνεκτιμούμενη και με το υπόλοιπο υλικό που παρουσιάστηκε, ώστε ανιχνευόμενες στον επιτρεπτό βαθμό, να κριθεί αν αναδύεται εκ πρώτης όψεως αρκετό υλικό για τους σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας, που είναι σε τελική ανάλυση οι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας υπάρξεως του ουσιαστικού δικαιώματος του αιτητή και όχι η απόδειξη του. (Τ.Α. Micrologic ανωτέρω). Και είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει και το κριτήριο αυτό. Το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αν με την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο με την έννοια της ανεπανόρθωτης ζημιάς. Η αναντίλεκτη θέση του αιτητή δεν αφορούσε μόνο την επέμβαση στο ακίνητό του αλλά και στην κατεδάφιση του πέτρινου τοίχου που χώριζε τα δύο ακίνητα και στην πρόθεση του εναγόμενου για ανέγερση τοίχου αντιστήριξης σε βάθος 5μ εντός του δικού του τεμαχίου. Ότι θα ανεγερθεί τοίχος αντιστήριξης επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον καθ΄ ου η αίτηση και κυρίως από την προσφορά που επισύναψε στην ένορκή του δήλωση. Το πότε σκοπεύει να το πράξει ασφαλώς συνεκτιμάται και συνυπολογίζεται κατά τη θεώρηση των κριτηρίων, αφού ο τοίχος αυτός αποτελεί σε τελική ανάλυση τη γενεσιουργό αιτία της διαφοράς και συνιστά, στο παρόν στάδιο, το στοχευμένο αίτημα του αιτητή. Περαιτέρω αν οι καταλογιζόμενες, από τον αιτητή, ενέργειες στον καθ΄ ου η αίτηση ευσταθούν, με την έκδοση του διατάγματος η κατάσταση πραγμάτων θα παραμείνει ως έχει (status quo ante) μέχρι της τελικής εκδίκασης της διαφοράς. Άλλωστε ένας εκ των σκοπών της έκδοσης ενός συντηρητικού διατάγματος δυνάμει των προνοιών του άρθρου 32 Νόμου 14/60 είναι και η διατήρηση της κατάστασης κατά την οποία προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά (Κούνουνα ν. C & A Simonos Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1361). Σημειώνω πως ούτε και ο καθ΄ ου η αίτηση δεν ανέφερε ποια βλάβη ή έστω άλλη ζημιά θα υποστεί από την οριστικοποίηση του διατάγματος, πέραν της ανέγερσης του τοίχου, ζήτημα όμως που αφορά την ουσία της διαφοράς, με την έννοια ότι αυτό είναι το επίδικα ζητούμενο, το σημείο δηλαδή ανέγερσης του τοίχου, αφού πρόκειται για συνοριακή διαφορά. Προστίθεται τέλος ότι το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εκεί όπου οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Άλλωστε η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εξαρτάται από τα γεγονότα που περιβάλλουν κάθε φορά το αίτημα. Και ως είναι διαμορφωμένα τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι ο αιτητής έχει ικανοποιήσει και το κριτήριο αυτό. Προστίθεται εδώ ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται (Κούνουνας ανωτέρω). Παρόλο που να σημειώσω ότι σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως η οριστικοποίηση του διατάγματος δεν επιλύει τη διαφορά αφού, πέραν του αιτούμενου διατάγματος, επιζητούνται και διατάγματα για άρση της οχληρίας και για επαναφορά του ακινήτου στην προτέρα του κατάσταση καθώς και αποζημιώσεις. Τέλος και ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας καταφανώς η πλάστιγγα κλίνει υπέρ των αιτητών, αφού ως υπεδείχθη στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1ΑΑΔ 248, το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει όλες τις τασσόμενες υπό του νόμου και της νομολογίας προϋποθέσεις και ότι όλα τα στοιχεία και δεδομένα συνηγορούν στη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος. Ως εκ τούτου το εκδοθέν ενδιάμεσο διάταγμα γίνεται απόλυτο. Τα έξοδα κατά την πάγια νομολογία ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των αιτητών και σε βάρος του καθ΄ ου η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και αφού εγκριθούν από το Δικαστήριο θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο