Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου ν. Νίκου Ιορδάνους κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 552/08, 7 Μαρτίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 552/08 Μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου Αιτήτρια Και
- Νίκου Ιορδάνους
- Χαράλαμπου Ιωαννίδη
- Θεμιστοκλή Παχίτη
- Μιχαλάκη Μιχαήλ
- Μάριου Μαυρίδη
- Μαρίας Ξενοφώντος
- Μίλτου Μιλτιάδους Καθ' ων η Αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7 Μαρτίου
- Γενική Αίτηση υπό ΣΠΕ Στροβόλου για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Α. Γεωργίου για Πολάκης Σαρρής & Σία Για Καθ' ων η Αίτηση 4, 5 και 6: κ. Καρεκλάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση της η Σ.Π.Ε. Στροβόλου αιτείται άδειας και/ή διάταγμα για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 24.3.
- Η αίτηση επιδόθηκε και εγγράφηκε για τους 1, 2 και 7 ενώ οι Καθ' ων 4, 5 και 6 καταχώρισαν ένσταση προβάλλοντας 15 λόγους ένστασης. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν. 22/85, στα άρθρα 2 και 21 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, και στη Δ.
- Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Χαράλαμπου Χριστοδούλου, υπαλλήλου των Αιτητών και Υπευθύνου παρακολούθησης καθυστερημένων δανείων. Η ένσταση στηρίζεται επιπλέον και στη Δ.47 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση 6 Μαρίας Ξενοφώντος. Γεγονότα Οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στις γραπτές τους ένορκες δηλώσεις χωρίς να προβούν σε αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα. Από τα αναμφισβήτητα γεγονότα που αναφέρει ο κ. Χριστοδούλου προκύπτει πως αυτός είναι υπεύθυνος για την παρακολούθηση των καθυστερημένων δανείων και ότι στις 24.3.06 εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση από τον διορισθέντα ως Διαιτητή κ. Ανδρέα Αντωνιάδη. Η απόφαση αφορούσε το γραμμάτιο υπ' αρ. 63221-6 για Λ.Κ.5.540,33 με τόκο 9% από την ημέρα έκδοσης της. Όπως προκύπτει από την ίδιαν την απόφαση (Τεκμήριο Α) κατά την διαδικασία ήταν παρών ο πρωτοφειλέτης αλλά και η Καθ' ης η Αίτηση 6, η οποία δήλωσε πως αντιπροσώπευε και τον υιόν της, ήτοι τον Καθ' ού η Αίτηση
- Η απόφαση γνωστοποιήθηκε την ίδια ημέρα στους παρόντες και στον Καθ' ου η Αίτηση 4 μέσω της μητέρας του, ενώ προς τον Καθ' ου η Αίτηση 5 στάληκε διά διπλοσυστημένης επιστολής, η απόδειξη παραλαβής της οποίας φέρει ημερομηνία 18.5.
- Είναι επίσης αναντίλεκτο πως η εν λόγω απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί. Η Καθ' ης η Αίτηση 6 στην ένορκη της δήλωση παραδέχεται ότι ενόσω συζούσε με τον πρωτοφειλέτη υπέγραψε ως εγγυήτρια του, πείθοντας να πράξουν το ίδιο, τον γιο της και τον κουνιάδο της. Προφανώς εννοεί τους Καθ' ων η Αίτηση 4 και
- Παραδέχεται ότι ήταν παρούσα κατά την διαιτητική διαδικασία και ισχυρίζεται ότι έθιξε ενώπιον του Διαιτητή όλα τα θέματα που εγείρονται με την ένσταση, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στην παρ. 10 ισχυρίζεται ότι «οι ειδοποιήσεις που στάληκαν στους εγγυητές σε διάφορες ημερομηνίες δεν έφθασαν σε όλους .. και έτσι τα άτομα που ο πρωτοφειλέτης φοβάται να μην το γνωρίζουν και έτσι αποφεύγει την πίεση». Προφανώς εδώ υπονοεί τους άλλους τρεις εγγυητές δηλ. τους Καθ'ων η Αίτηση 2, 3 και 7 για τους οποίους προηγουμένως αναφέρει ότι ήταν ανώτεροι του πρωτοφειλέτη στην Αστυνομική Δύναμη όπου υπηρετούν. Οι υπόλοιπες αναφορές της στην ένορκη δήλωση περιστρέφονται γύρω από ισχυρισμούς ότι οι Αιτητές δεν έλαβαν μέτρα για να μην αποξενώσει ο πρωτοφειλέτης περιουσία του στον Πρωταρά ή μετρητά που είχε στον λογαριασμό του. Επικαλείται προς τούτο τον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Ν.197
(1)/03. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν.22/85. «Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας ... μεταξύ μέλους και της εταιρείας ... η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ' οιουδήποτε εξ αυτών εις τον ΄Εφορον ... ο οποίος δύναται επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας» Στην παρούσα περίπτωση με τον λόγο ένστασης 12 οι Καθ' ών αμφισβητούν ότι ο ενόρκως δηλών υπέρ των Αιτητών έχει προσωπική ή θετική γνώση για τα γεγονότα. Εντούτοις όμως ούτε τον έχουν αντεξετάσει ούτε και εξειδικεύουν τι από αυτά που εκείνος επικαλείται δεν αποδέχονται. Εν πάση δε περιπτώσει είναι αναμφισβήτητο πως έχει διεξαχθεί διαιτητική διαδικασία από τον διορισθέντα από τον ΄Εφορο κ. Ανδρέα Αντωνιάδη. Όπως αναφέρεται μάλιστα στην εκδοθείσα απόφαση του ημερ. 24.3.06 (Τεκμήριο Α) ο κ. Χαράλαμπος Χριστοδούλου υπήρξε μάρτυρας σ' αυτή τη διαδικασία προσκομίζοντας και σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Στην ίδιαν απόφαση αναφέρεται πως παρούσα κατά την διαδικασία ήταν και η Καθ' ης 6 η οποία εκπροσωπούσε και τον υιόν της, δηλ. τον Καθ' ου 4. Δεν δέχομαι συνεπώς ότι ο ενόρκως δηλών υπέρ των Αιτητών δεν γνωρίζει τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται, έχοντας ιδιαίτερα υπόψιν πως είναι και υπεύθυνος παρακολούθησης καθυστερημένων δανείων. Τα αναφερόμενα στους λόγους 11 και 15 στην πραγματικότητα δεν αποτελούν λόγους ένστασης και δεν χρειάζεται οποιαδήποτε ενασχόληση με αυτά. Με τον λόγο ένστασης 8 προβάλλεται γενικώς και αορίστως πως η (διαιτητική) απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση του Ν.22/85, χωρίς οι Καθ' ων να εξειδικεύουν τι εννοούν όπως ρητώς και επιτακτικά προνοεί η Δ.48 Κ.4
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εν πάση περιπτώσει εάν υποτεθεί ότι με αυτό υπονοούν ζητήματα επίδοσης γνωστοποιήσεων περί του τόπου και χρόνου διεξαγωγής της διαιτησίας προς τους Καθ' ων (θέμα που αναπτύσσουν στην αγόρευση τους), τότε πρέπει να σημειωθεί πως δεν καλύπτονται από τα γεγονότα που παραθέτουν στην ένορκη δήλωση τους, ενώ αντιθέτως για την Καθ' ης 6 προκύπτει πως ήταν παρούσα κατά τη διαδικασία. Η μόνη σχετική αναφορά στην ένορκη τους δήλωση είναι η παρ. 10 στην οποίαν αναφέρεται πως «οι ειδοποιήσεις που στάληκαν στους εγγυητές σε διάφορες ημερομηνίες δεν έφθασαν σε όλους» και όπως εξήγησα προηγουμένως αφενός αναφέρεται σε άλλους εγγυητές εκτός των Καθ' ων 4, 5 και 6 και αφετέρου δεν διευκρινίζεται προς ποιους συγκεκριμένα δεν δόθηκαν ειδοποιήσεις. Είναι αυτονόητο πως εάν οποιοσδήποτε από τους Καθ' ων 4, 5 και 6 επιθυμούσε να προβάλει ένα τέτοιο ισχυρισμό θα έπρεπε να το πράξει ρητώς, ούτως ώστε και η άλλη πλευρά να έχει το δικαίωμα να το σχολιάσει ή να τον αντεξετάσει σχετικά. Το ίδιο γενικοί και αόριστοι είναι και οι λόγοι ένστασης 1 και 14 οι οποίοι αναφέρονται στο ότι η αίτηση είναι παράτυπη και ασύμφωνη με το Νόμο ή νόμω και ουσία αβάσιμη. Η μόνη σχετική αναφορά εντοπίζεται στην αγόρευση και είναι πως η αίτηση «είναι παράτυπη και/ή δεν είναι σύμφωνη με το νόμο» γιατί ο Διαιτητής εξέδωσε απόφαση χωρίς να ελέγξει και/ή λάβει υπόψιν τους ισχυρισμούς ότι δεν λήφθηκαν μέτρα «για να μην αποξενώσει ο πρωτοφειλέτης περιουσία του». Στην πραγματικότητα δηλαδή ο λόγος αυτός είναι ταυτόσημος με τον λόγο ένστασης 3 ο οποίος θα εξεταστεί με άλλους παρόμοιους κατωτέρω. Γενικά πάντως δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παρατυπία σχετικά με την αίτηση η οποία ορθώς έγινε διά κλήσεως αφού σύμφωνα με σχετική νομολογία τυγχάνουν εφαρμογής και κατ' αναλογίαν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας (βλ. υποθ. Αναφορικά με την Βασούλλα Τάσου (Κακουρή)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1372, υπ. Αναφορικά με τον Χριστόδουλο Πιττάκα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1932 και Αναφορικά με τον Γιάννο και Αλέξιο Αλεξάνδρου, Αιτ. 82/06 ημερ. 16.2.07). Οι λόγοι ένστασης 3, 4, 5, 6, 7, 9, 10 και 13 αφορούν ισχυρισμούς για μη εξέταση από τον Διαιτητή θεμάτων που έχουν σχέση με την περιουσιακή κατάσταση είτε του Πρωτοφειλέτη είτε των Καθ' ων 4, 5, 6 καθώς και με την παράλειψη ενημέρωσης των εγγυητών για την μη καταβολή των προβλεπόμενων δόσεων από τον πρωτοφειλέτη. Πρόκειται δηλαδή για θέματα που άπτονται του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Ν.197
(1)/03 - σύμφωνα με όσα επεξηγούνται στην αγόρευση. Είναι προφανώς λόγοι και θέματα που δεν μπορούν να παρεμποδίσουν την εγγραφή και άδεια εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. Ο Ν. 197
(1)/03 προβλέπει βασικά την δυνατότητα εγγυητών να αποταθούν με αγωγή τους για να παρεμποδίσουν την αποξένωση (άρθρο 7) ή να ζητήσουν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ικανοποιώντας το Δικαστήριο ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή (άρθρο 10). Ως εκ τούτου κανένας από αυτούς τους λόγους δεν είναι βάσιμος. Ειδικά ως προς τον λόγο ένστασης 7 να σημειωθεί ότι το άρθρο 12(α) όντως προβλέπει την δυνατότητα απαλλαγής του εγγυητή στην περίπτωση μη ενημέρωσης του για την καθυστέρηση πληρωμής τριών τουλάχιστον δόσεων, αλλά αυτό μόνο στην περίπτωση που συνεπεία μιας τέτοιας παράλειψης ενημέρωσης παραβλάπτεται «η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη». Στην παρούσα όχι μόνον δεν τίθενται τέτοια ζητήματα αλλά αντιθέτως οι Καθ' ων αναφέρουν οι ίδιοι ποσά £20.000 και £100.000 που έχει στην κατοχή του ο πρωτοφειλέτης. Εν πάση περιπτώσει πρέπει να σημειωθεί πως είναι αμφίβολο κατά πόσον το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας να εξετάσει τέτοια θέματα ή οποιοδήποτε θέμα αναφερόμενο στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή. Αυτό επειδή το άρθρο 52
(4)του Ν.22/85 παρέχει το δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον της Διαιτητικής απόφασης εντός 21 ημερών, στην οποίαν θα μπορούσαν σίγουρα να προβληθούν όλα τα εγειρόμενα ζητήματα, πράγμα που εδώ δεν φαίνεται να έχει γίνει με αποτέλεσμα η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη (βλ. Αναφορικά με την Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 827). Παραμένει ουσιαστικά ο λόγος ένστασης 2 με τον οποίον οι Καθ' ων ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία καταχώρισης της απόφασης καθότι η διαιτητική διαδικασία δεν ήταν με βάση «συνυποσχετικό» αλλά με βάση νομοθετική πρόνοια. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τουλάχιστον με βάση τα προβλεπόμενα στο Ν.22/85η διαιτησία αυτή αποτελεί νομοθετική διαιτησία και αν και ο κυπριακός περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4 δεν προνοεί για εφαρμογή του στις περιπτώσεις νομοθετικών διαιτησιών, (όπως π.χ. ο αντίστοιχος αγγλικός Arbitration 1950 στο άρθρο 31 - βλ Russel on Arbitration, 19η εκδ., σελ. 14) εντούτοις είναι σαφές πως αυτό το πράττει ρητώς ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν.22/85με την πρόνοια για διεξαγωγή της διαιτησίας «συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσης νομοθεσίας περί διαιτησίας» (άρθρο 52
(2)(β). ΄Εχω τη γνώμη πως βάσει αυτής της πρόνοιας τυγχάνει εφαρμογής mutatis mutandis το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου το οποίο έχει ως εξής: «21. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης.» Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Διαιτησίας Νόμου «Δικαστήριο» σημαίνει το Επαρχιακό Δικαστήριο ή οποιοδήποτε δικαστή αυτού και συνεπώς κρίνεται πως ορθώς οι Αιτητές αποτάθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση εγκρίνεται ως η παράγραφος Α για τους Καθ' ων η Αίτηση 4, 5 και 6 με έξοδα υπέρ των Αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και Φ.Π.Α. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο