← Κύπρος

Ευριπίδη Νεοκλέους ν. Liberty Life Insurance Ltd, Συν. Αγωγές 4326/03 και 7282/05, 14 Μαρτίου, 2008

Ευριπίδη Νεοκλέους ν. Liberty Life Insurance Ltd, Συν. Αγωγές 4326/03 και 7282/05, 14 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Συν. Αγωγές 4326/03 και 7282/05 Αγωγή Αρ. 4326/03 Μεταξύ: Ευριπίδη Νεοκλέους, από Λευκωσία Ενάγοντα - και - Liberty Life Insurance Ltd, από Λευκωσία Εναγομένης - ΚΑΙ - Αγωγή Αρ. 7282/05 Μεταξύ: Ευριπίδη Νεοκλέους, από Λευκωσία Ενάγοντα - και - Liberty Life Insurance Ltd, από Λευκωσία Εναγομένης Ημερομηνία: 14 Μαρτίου, 2008 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Χαραλάμπους για κκ. Χρ. Δημητριάδη και Σία Για εναγόμενη: κ. Κυπραίος για κκ. Λ. Παπαφιλίππου και Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι θεμελιωμένο (βλ. μεταξύ άλλων, Παναγιώτου ν. Χ¨Κυριάκου

(1991)1 ΑΑΔ 362, Γεωργίου ν. Γεωργίου
(2001)1
(1)ΑΑΔ 1592) ότι θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και κατ΄ έφεση. Στην παρούσα περίπτωση, ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης επέλεξε να εγείρει το θέμα αμέσως μετά την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του ενάγοντα (ΜΕ.1). Πρόβαλε, σχετικά, ότι στη βάση της δικής του μαρτυρίας αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκαση της υπόθεσης έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, το οποίο καθιδρύθηκε με βάση τις διατάξεις του Περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67, όπως τροποποιήθηκε) και όχι το παρόν Δικαστήριο. Για τις ανάγκες της παρούσας είναι αρκετό να καταγραφούν τα ακόλουθα:- Ο ενάγοντας κατείχε τη θέση του διευθύνοντα συμβούλου της εναγόμενης, ως η μεταξύ τους συμφωνία ημερ. 26.5.95 (τεκμ.4). Σε κάποιο στάδιο η εναγόμενη ζήτησε από τον ενάγοντα να αποχωρήσει από τη θέση του κι αυτός συμφώνησε. Προς τούτο συνήψαν συμφωνία τερματισμού ημερ. 28.3.02 (τεκμ.5), στη βάση της οποίας τερματίσθηκε η συμφωνία ημερ. 26.5.95 και ο ενάγοντας παραιτήθηκε από τη θέση του επ΄ ανταλλάγματι να του καταβληθεί το συνολικό ποσό των £240.500, εφόσον τηρούσε συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις. Είναι ισχυρισμός του ενάγοντα ότι, παρόλο που ο ίδιος τήρησε τους συμφωνηθέντες όρους και προϋποθέσεις, η εναγόμενη δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, γι΄ αυτό αξιώνει αποζημιώσεις λόγω παράβασης όρων της συμφωνίας τερματισμού. Με τη σειρά της η εναγόμενη ισχυρίζεται παράβαση όρων της συμφωνίας εκ μέρους του ενάγοντα και με ανταπαίτηση ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία είναι άκυρη και, περαιτέρω, επιστροφή του ποσού των £103.085 που ήδη του κατέβαλε. Οι αξιώσεις του ενάγοντα, υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης, προκύπτουν από εργατική διαφορά και, επομένως, αποκλειστική αρμοδιότητα έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Προς τούτο, παρέπεμψε στις έννοιες των όρων «εργατική διαφορά» και «εργοδοτούμενος», όπως ερμηνεύονται στο άρθρο 2 του Ν.8/67 (όπως τροποποιήθηκε), καθώς επίσης και στις διατάξεις του άρθρου 12(α) και (β) του ιδίου Νόμου, οι οποίες προνοούν για τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Έχω εξετάσει τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανάφεραν υπέρ ή εναντίον του εγερθέντος ζητήματος. Κρίνω ότι το εγερθέν ζήτημα είναι προϊόν παρανόησης του όρου «εργατική διαφορά» από το συνήγορο της εναγομένης. Πιο αναλυτικά:- Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκαση όλων των εργατικών διαφορών πλην, όμως, η ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου διαφορά δεν είναι εργατική. «εργατική διαφορά» - σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδεται από το άρθρο 2 του Νόμου 24/67 - σημαίνει οιανδήποτε διαφορά μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά είτε μη. Στην παρούσα περίπτωση, η εμφιλοχωρήσασα παρανόηση εντοπίζεται στην αντίληψη της φράσης «. ή τη μη απασχόληση .». Υποστηρίχθηκε, επί του προκειμένου, ότι εφόσον ο ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος της εναγόμενης και εφόσον η εργοδότηση του τερματίσθηκε με συμφωνία εγείρεται θέμα εργατικής διαφοράς, γιατί η πιο πάνω διάταξη προνοεί και για μη απασχόληση. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η πιο πάνω προσέγγιση. Ο όρος «μη απασχόληση», όπως αυτός χρησιμοποιείται στην πιο πάνω ερμηνευτική διάταξη, προϋποθέτει την ύπαρξη σχέσης εργοδότησης. Δηλαδή, ενώ ο εργοδοτούμενος ευρίσκεται στην υπηρεσία του εργοδότη να προκύψει διαφορά λόγω μη απασχόλησης του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη. Στην παρούσα όμως περίπτωση η σχέση εργοδότησης τερματίσθηκε με συμφωνία των διαδίκων και, επομένως, η οποιαδήποτε διαφορά τους θα κριθεί στη βάση των όρων της συμφωνίας και όχι στην προγενέστερη σχέση τους. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η αξίωση του ενάγοντα, ως και η ανταξίωση της εναγόμενης, δεν εμπίπτουν στον όρο «εργατική διαφορά» και, επομένως, το παρόν Δικαστήριο δεν στερείται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της υπόθεσης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.