Αναστασίας Ανδρέα Εφφέ κ.α. ν. Καλλιόπης Νικόλα Γιάλλουρου, Αρ. Έφεσης: 493/03, 19 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Έφεσης: 493/03 Αναφορικά με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, Άρθρο
(12)Μεταξύ
- Αναστασίας Ανδρέα Εφφέ
- Κυριάκου Συμεού Στεφάνου
- Αριστόδημου Γεωργίου Συμεού
- Κλεοπάτρας Γεωργίου Συμεού
- Γεώργιου Α. Μηχανικού και Κυράκου Στεφάνου υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αγνοούμενου Στέφανου Συμεού Στεφάνου Εφεσειόντων-Αιτητών και Καλλιόπης Νικόλα Γιάλλουρου Εφεσίβλητης-Καθ' ης η αίτηση Αίτηση ημερ. 27.8.2003 Ημερομηνία: 19 Μαρτίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εφεσείοντες-Αιτητές: κ. Μ. Παναγίδης και κ. Αγαθοκλέους για κ.κ. Βορκά και Μηλιώτου και κα Ανδρέου για Εφεσείοντα-Αιτητή 5 κ. Μηχανικό. Για Εφεσίβλητη-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Ευτυχίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση-έφεση οι εφεσείοντες-αιτητές επιζητούν διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να ακυρώνει την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής «ο Διευθυντής») ημερομηνίας 29.7.2003 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα των εφεσειόντων-αιτητών για κατάργηση του δικαιώματος διόδου που εγγράφηκε και βαρύνει το ακίνητο τους με αρ. εγγραφής Β2369 τεμ. 2189 (πρώην αρ. εγγρ. Β383 τεμ. 376) τμήμα Β του Φ/Σχ. 30/23 στην ενορία Αγίου Γεωργίου στα Λατσιά (στο εξής «το δουλεύον ακίνητο») προς όφελος του ακινήτου της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση με αρ. εγγραφής Β384 τεμ. 377, τμήμα Β του Φ/Σχ. 30/23 στην ενορία Αγίου Γεωργίου στα Λατσιά (στο εξής «το δεσπόζον ακίνητο») και με την οποία ο Διευθυντής αποφάσισε παράλληλα ότι το ως άνω δικαίωμα διάβασης θα συνεχίσει να βαρύνει το οικόπεδο τεμ. 2189 L (νέο τεμάχιο 3106) επί του δουλεύοντος ακινήτου, όπως έχει διαχωρισθεί με την αίτηση διαίρεσης αρ. 42 ημερομηνίας 20.3.1990 αρ. φακ. Δ.66/
- Νομική βάση της αίτησης-έφεσης αποτελούν τα άρθρα 12
(3)και 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, οι περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμοί θ.θ.5, 6, 7 και 17 ημερομηνίας 5.7.1956 όπως έχουν τροποποιηθεί, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμοί Δ.48 θ.θ.1-9, τα άρθρα 1 και 3-8 του περί Αγνοουμένων (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 77/79, η γενική πρακτική και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Ως λόγοι της αίτησης-έφεσης προβάλλονται οι ακόλουθοι. Ότι λόγω πρόσβασης του δεσπόζοντος ακινήτου σε δημόσιο δρόμο δεν υπάρχει λόγος να μην καταργηθεί το δικαίωμα διόδου που βαρύνει το δουλεύον ακίνητο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 12
(3)του Κεφ. 224, ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη, παράνομη και αντίθετη με τα συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα των εφεσειόντων-αιτητών καθώς και αναιτιολόγητη, ότι η απόφαση αυτή δεν στηρίζεται σε πραγματικούς και βάσιμους λόγους και θέτει σε μειονεκτική θέση τους εφεσείοντες-αιτητές, ότι οι λόγοι που επικαλείται ο Διευθυντής για μη κατάργηση του δικαιώματος διόδου δηλαδή λόγω του προσανατολισμού της κατοικίας και των δύο χώρων στάθμευσης του δεσπόζοντος ακινήτου, είναι ανεδαφικοί και μη επαρκείς για να δικαιολογήσουν την απόφαση του Διευθυντή, ότι ο Διευθυντής δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει την επίδικη απόφαση και ότι η κατοικία της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση και/ή μέρη αυτής ανεγέρθηκαν παράνομα και/ή δεν έχουν τις αναγκαίες άδειες με αποτέλεσμα οι λόγοι που οδήγησαν τον Διευθυντή στην απόφαση του να είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμοι. Στην ένορκη της δήλωση ίδιας ημερομηνίας με την αίτηση-έφεση η εφεσείουσα-αιτήτρια 1, γνωρίζοντας όπως αναφέρει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και όντας εξουσιοδοτημένη από τους λοιπούς εφεσείοντες-αιτητές να προβεί στην ένορκη της δήλωση, δηλώνει ότι είναι συνιδιοκτήτρια με τους υπόλοιπους εφεσείοντες-αιτητές του δουλεύοντος ακινήτου και επισυνάπτει αντίγραφο του σχετικού τίτλου ιδιοκτησίας ως Τεκμήριο Α. Οι εφεσείοντες-αιτητές 5 είναι διαχειριστές της περιουσίας του αγνοούμενου που αναφέρεται στον τίτλο της αίτησης-έφεσης σύμφωνα με πιστοποιητικό της αρμόδιας επιτροπής ημερομηνίας 25.9.1997, Τεκμήριο Β, που εκδόθηκε βάσει της σχετικής νομοθεσίας, δυνάμει της οποίας ενεργούν ως αιτητές στην παρούσα αίτηση-έφεση. Υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου που ανήκει στην εφεσίβλητη-καθ' ης η αίτηση παραχωρήθηκε δικαίωμα διόδου εις βάρος του δουλεύοντος ακινήτου από τους προκατόχους του περί το 1972 σύμφωνα με το φάκελο Α747/72 του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (αντίγραφο σχετικού τοπογραφικού σχεδίου στο οποίο το δικαίωμα διάβασης σημειώνεται με κίτρινο χρώμα επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ). Επί του δεσπόζοντος ακινήτου η εφεσίβλητη-καθ' ης η αίτησης έχει ανεγείρει κατοικία και άλλα παραπήγματα, για τα οποία η ενόρκως δηλούσα πιστεύει ότι δεν έχουν εξασφαλιστεί άδειες από τις αρμόδιες αρχές. Κατόπιν αιτήματος των εφεσειόντων-αιτητών προς τις αρμόδιες αρχές τους παραχωρήθηκε άδεια διαχωρισμού του δουλεύοντος ακινήτου σε οικόπεδα και μετά την έγκριση του εν λόγω διαχωρισμού εκδόθηκε σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης. Συνεπεία του εν λόγω διαχωρισμού του δουλεύοντος ακινήτου, το δεσπόζον ακίνητο έχει αποκτήσει άμεση πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο, ως φαίνεται και σημειώνεται με πράσινο χρώμα στο αντίγραφο τοπογραφικού σχεδίου που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ. Για το λόγο αυτό οι εφεσείοντες-αιτητές ζήτησαν από τον Διευθυντή την κατάργηση του δικαιώματος διόδου της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση επί του δουλεύοντος ακινήτου και ο Διευθυντής με την επιστολή του, Ειδοποίηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 12
(3)του Νόμου Κεφ. 224, ημερομηνίας 29.7.2003 (Τεκμήριο Ε) δεν αποδέχθηκε το αίτημα τους. Η ενόρκως δηλούσα πιστεύει ότι η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη και πρέπει να παραμεριστεί καθότι δεν συντρέχει κανένας λόγος για την μη κατάργηση του δικαιώματος διόδου και κανένα δικαίωμα της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση δεν προσβάλλεται ή επηρεάζεται από την κατάργηση του δικαιώματος διόδου εφόσον αυτή δεν θα εμποδίζεται από του να εισέρχεται στο ακίνητο της που εφάπτεται τώρα σε δημόσια οδό, ενώ αντίθετα η διατήρηση του δικαιώματος διόδου προκαλεί σοβαρά προβλήματα στους εφεσείοντες-αιτητές, οι οποίοι μετά τον διαχωρισμό του δουλεύοντος ακινήτου επηρεάζονται από την παραμονή της δουλείας στα διαχωρισθέντα οικόπεδα και το δικαίωμα της ακίνητης περιουσίας τους πρέπει να τυγχάνει προστασίας και να εξασφαλίζεται η ανενόχλητη χρήση και απόλαυση του ακινήτου από τους ιδιοκτήτες. Οι ισχυρισμοί του Διευθυντή για μη κατάργηση του δικαιώματος διόδου είναι αδικαιολόγητοι και ανυποστήρικτοι καθότι δεν είναι ορθή η θέση ότι με την κατάργηση του εν λόγω δικαιώματος δεν θα είναι εύκολη η πρόσβαση στους χώρους στάθμευσης του δεσπόζοντος ακινήτου και ότι δεν θα πρέπει να καταργηθεί το δικαίωμα αυτό λόγω του προσανατολισμού της κατοικίας της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση, δεδομένου ότι το δεσπόζον ακίνητο έπαυσε να είναι περίκλειστο. Σύμφωνα πάντα με την ενόρκως δηλούσα ο Διευθυντής δεν έλαβε υπόψη του ότι μέρος της κατοικίας της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτησης δεν ανεγέρθηκε σύμφωνα με τις απαιτούμενες από τις αρχές άδειες και εξέδωσε την απόφαση του χωρίς δέουσα αιτιολογία. Με την εισήγηση τέλος ότι ο Διευθυντής δεν μπορεί να υποκαθιστά τη δικαιοσύνη η ενόρκως δηλούσα ζητά την έγκριση της αίτησης-έφεσης. Στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση που καταχωρήθηκε στις 16.4.2004, με νομική βάση τα άρθρα 12
(3)και 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, τους Κανονισμούς του 1956 που εκδόθηκαν βάσει του Νόμου αυτού, την Δ.48 θ.θ.1-4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών, τη γενική πρακτική και τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, προβάλλονται ως λόγοι ένστασης οι ακόλουθοι. Ότι η αίτηση-έφεση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και κατά παράβαση των σχετικών νόμων και κανονισμών, ότι η διαδικασία που ακολούθησε ο Διευθυντής για να καταλήξει στην επίδικη απόφαση του είναι ορθή, νόμιμη και σύμφωνη με τις πρόνοιες του σχετικού νόμου και ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη, ορθή, δίκαιη και λήφθηκε στα πλαίσια του νόμου και κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας που του παρέχεται από το νόμο. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας η εφεσίβλητη-καθ' ης η αίτηση, γνωρίζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης πολύ καλά όπως αναφέρει, υποστηρίζει ότι η αίτηση-έφεση είναι λανθασμένη, αντινομική και αντικανονική και πρέπει να απορριφθεί εφόσον δεν συνάδει με τη σχετική νομοθεσία έχοντας επίσης καταχωρηθεί εκπρόθεσμα. Αρνείται τους αντίθετους με τη θέση της ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της εφεσείουσας-αιτήτριας 1 και παραδέχεται ότι είναι ιδιοκτήτρια του δεσπόζοντος ακινήτου, στο οποίο έχει ανεγείρει την κατοικία της με δύο χώρους στάθμευσης, επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο Α αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου. Συμφωνεί ότι το δουλεύον ακίνητο, το οποίο συνορεύει με το δικό της δεσπόζον ακίνητο, βαρύνεται με το δικαίωμα διόδου σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται η εφεσείουσα-αιτήτρια 1. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι ο προσανατολισμός της κατοικίας της και των δύο χώρων στάθμευσης καθορίστηκε όταν αυτοί κτίστηκαν (επισυνάπτοντας ως Τεκμήρια Β και Γ αντίστοιχα, αντίγραφο της άδειας οικοδομής και απάντησης της αρμόδιας αρχής στην αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού εγκρίσεως) με βάση το δικαίωμα διάβασης και ο δρόμος, όπως κατασκευάστηκε με τον διαχωρισμό του δουλεύοντος ακινήτου σε οικόπεδα, δεν μπορεί να εξυπηρετήσει εξ ολοκλήρου τις ανάγκες της κατοικίας της και συγκεκριμένα των δύο χώρων στάθμευσης, παρά μόνο αν κατεδαφιστεί η μισή βεράντα της κατοικίας της, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1(β) της επίδικης απόφασης του Διευθυντή. Όπως επίσης αναφέρεται στην παράγραφο 1(γ) της ίδιας απόφασης το αίτημα των εφεσειόντων-αιτητών δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, εκτός αν συγκατατεθεί η ίδια, δεδομένου ότι τόσο στην άδεια διαίρεσης του δουλεύοντος ακινήτου όσο και στο πιστοποιητικό έγκρισης για διαχωρισμό περιλαμβάνεται ως όρος ότι το δικαίωμα διάβασης ή άλλα δικαιώματα τρίτων δεν θα επηρεαστούν συνεπεία του διαχωρισμού. Όπως αποφάσισε ο Διευθυντής το υφιστάμενο δικαίωμα διάβασης θα βαρύνει το οικόπεδο τεμ. 2189 L (νέο τεμάχιο 3106) που προέκυψε από τον διαχωρισμό. Θεωρώντας ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι απόλυτα ορθή, νόμιμη, αιτιολογημένη και συνάδει πλήρως με τις πρόνοιες του άρθρου 12
(3)του Κεφ. 224 καθόσον βασίζεται σε πραγματικούς και βάσιμους λόγους χωρίς να επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα των εφεσειόντων-αιτητών ζητά την απόρριψη της αίτησης-έφεσης. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, στις 12.6.2007 καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση, στην οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ αντίγραφο της επίδικης απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 29.7.2003 και ως Τεκμήρια Ε και Ζ αντίστοιχα, αντίγραφο της άδειας διαίρεσης γης του δεσπόζοντος ακινήτου και του πιστοποιητικού εγκρίσεως της διαίρεσης, που εκδόθηκαν από τον Δήμο Λατσιών. Περαιτέρω, η εφεσίβλητη-καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι εφεσείοντες-αιτητές όχι μόνο δεν προσέβαλαν ή αμφισβήτησαν με οποιοδήποτε τρόπο τον όρο που επιβλήθηκε από τον Δήμο Λατσιών και που περιέχεται στα Τεκμήρια Ε και Ζ, σύμφωνα με τον οποίο ο διαχωρισμός δεν θα επηρεάσει το δικαίωμα διάβασης που βαρύνει το διαχωρισθέν δουλεύον ακίνητο ούτε και τυχόν άλλα δικαιώματα τρίτων, αλλά αντίθετα δέχθηκαν τον όρο αυτό και προέβησαν στον διαχωρισμό με βάση τους όρους της προαναφερθείσας άδειας διαίρεσης. Ο Διευθυντής κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του όφειλε να αναγνωρίσει και να εφαρμόσει την πιο πάνω διοικητική πράξη του Δήμου Λατσιών και οι εφεσείοντες-αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προσβάλουν την επίδικη απόφαση του Διευθυντή καθότι δεν είναι δυνατό ταυτόχρονα να αποδέχονται τον όρο που περιέχεται στα Τεκμήρια Ε και Ζ και να ζητούν από τον Διευθυντή να καταργήσει το δικαίωμα διάβασης. Επαναλαμβάνοντας ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή υποστηρίζει ότι οι κανόνες δικαίου και η χρηστή και εύρυθμη διοίκηση υπαγορεύουν στον Διευθυντή να σεβαστεί τον όρο που περιέχεται στα προαναφερθέντα Τεκμήρια Ε και Ζ και η εξουσία του νόμιμα και δίκαια ασκήθηκε στα πλαίσια των δεδομένων που είχε ενώπιον του. Κατόπιν, επίσης, άδειας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εφεσείουσας-αιτήτριας 1 στις 27.11.2007. Η ενόρκως δηλούσα, όντας δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους λοιπούς εφεσείοντες-αιτητές να προβεί και σε αυτή την ένορκη δήλωση, απορρίπτει το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση και περαιτέρω υποστηρίζει ότι το δεσπόζον ακίνητο έχοντας αποκτήσει πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο δεν χρειάζεται το δικαίωμα διάβασης και η εφεσίβλητη-καθ' ης η αίτηση μπορεί χωρίς δυσκολία και εμπόδια να εισέρχεται στο ακίνητο της. Όπως αναφέρει, εδώ και μερικά χρόνια η εφεσίβλητη-καθ' ης η αίτηση δεν χρησιμοποιεί το δικαίωμα διόδου για να εισέρχεται στο ακίνητο της αλλά τη δημόσια οδό που προέκυψε από τον διαχωρισμό του δουλεύοντος ακινήτου, επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο Α το νέο τοπογραφικό σχέδιο όπου φαίνεται η διάνοιξη του δημόσιου δρόμου, που τελειώνει στο δεσπόζον ακίνητο. Παρόλο που δεν υπήρξε ένσταση στον όρο διατήρησης του δικαιώματος διάβασης που έθεσε η αρμόδια αρχή κατά τη διαδικασία διαχωρισμού, θεωρεί πρωτάκουστο να στερούνται οι εφεσείοντες-αιτητές το ανθρώπινο και συνταγματικό δικαίωμα χρήσης και απόλαυσης της ιδιοκτησίας τους υπό τις νέες συνθήκες του ακινήτου τους. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β τοπογραφικό σχέδιο επί κλίμακας ειδικού τοπογράφου, στο οποίο φαίνεται καθαρά η ανεμπόδιστη πρόσβαση που απέκτησε το δεσπόζον ακίνητο στο δημόσιο δρόμο καθώς και η υφιστάμενη οικοδομή της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση και οι υπάρχουσες διαστάσεις, που επιτρέπουν ανενόχλητα την είσοδο της στο ακίνητο και ως Τεκμήριο Γ επιστολή του Δήμου Λατσιών ημερομηνίας 26.5.1989 από την οποία φαίνεται ότι η κατοικία της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση δεν έχει άδεια, το δε γκαράζ της είναι παράνομο. Κατά την ακρόαση της αίτησης, η οποία, με βάση την τροποποίηση του Κανονισμού 10
(3)του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956, που έγινε με τον Τροποποιητικό, Αρ. 2, ομώνυμο Διαδικαστικό Κανονισμό του 2006, διεξήχθη στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση και τις ένορκες δηλώσεις (τόσο τις αρχικές όσο και τις συμπληρωματικές, που καταχωρήθηκαν κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου) και ενόσω οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν, οι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου αναφέρθηκαν στα γεγονότα της υπόθεσης και στη νομολογία, υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα. Είναι κοινή εισήγηση των συνηγόρων ότι η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου στα πλαίσια του άρθρου 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 (στο εξής «ο Νόμος») επεκτείνεται σε εξέταση κάθε θέματος που άπτεται της απόφασης του Διευθυντή και των δικαιωμάτων των διαδίκων. Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δηλαδή δεν περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης του Διευθυντή αλλά επεκτείνεται στην ορθότητα της. Περαιτέρω, η βασική θέση των συνηγόρων των εφεσειόντων-αιτητών είναι ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή δεν είναι ορθή εφόσον το δεσπόζον ακίνητο έπαυσε να είναι περίκλειστο και ο Διευθυντής λανθασμένα αξιολόγησε τα δεδομένα του δεσπόζοντος ακινήτου. Και αυτό επειδή το γκαράζ της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση πρέπει να κατεδαφιστεί σύμφωνα με την επιστολή του Δήμου Λατσιών αλλά και επειδή κακώς κρίθηκε ότι υπήρχε δέσμευση του Διευθυντή από τον όρο που τέθηκε από τον Δήμο Λατσιών σε σχέση με το δικαίωμα διάβασης καθότι ουσιαστικά με αυτήν την αναφορά στα Τεκμήρια Ε και Ζ της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 12.6.2007 επιβεβαιώνεται η ύπαρξη του δικαιώματος διάβασης και δεν πρόκειται για στοιχείο διοικητικής πράξης του Δήμου Λατσιών. Αντίθετα, η βασική θέση του συνηγόρου της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση είναι ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή και νόμιμη, δικαιολογείται υπό τα δεδομένα της υπόθεσης και οι εφεσείοντες-αιτητές εμποδίζονται να ζητήσουν την κατάργηση του δικαιώματος διάβασης έχοντας αποδεχθεί το σχετικό όρο διατήρησης του που περιλαμβάνεται στα εν λόγω Τεκμήρια Ε και Ζ. Όπως ορθά επισημάνθηκε από τους συνηγόρους των διαδίκων, το άρθρο 80 του Νόμου προσφέρει τον μηχανισμό για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων, διαταγών και γνωστοποιήσεων του Διευθυντή που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι η αναθεώρηση της προσβαλλόμενης ενέργειας του Διευθυντή γίνεται με βάση τις αρχές που διέπουν την αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο των ενεργειών του που εμπίπτουν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. (βλ. Kafieros and another v. Theocharous and others
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemidis
(1982)1 CLR 442, Λιασίδης v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1989)1 ΑΑΔ 185, Αθανάση κ.α. v. Χ"Μάμα κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 208, Σολομώντος v. Παπανεοκλή
(1992)1 ΑΑΔ 906). Στην υπόθεση Kafieros and another v. Theocharous and others (πιο πάνω) λέχθηκε ότι όταν ο Διευθυντής αποφασίζει για δικαίωμα διάβασης του παρέχονται εξουσίες διακριτικής ευχέρειας να αποφασίζει ιδιωτικά δικαιώματα και εκδίδει μιαν απόφαση στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Το Επαρχιακό Δικαστήριο αναθεωρώντας την απόφαση του Διευθυντή πρέπει να ακολουθεί τις αρχές που εφαρμόζει το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση της διοικητικής του αρμοδιότητας για τον έλεγχο των διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, με τη διαφορά ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο όταν αποφασίζει μια έφεση βάσει του άρθρου 80 του Νόμου έχει εξουσία να υποκαταστήσει τη δική του διακριτική ευχέρεια αντί αυτής του Διευθυντή, ενώ σε προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, το Διοικητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει με τη δική του διακριτική ευχέρεια αυτή της διοίκησης. Με βάση το προαναφερθέν πλαίσιο κρίσης της επίδικης απόφασης του Διευθυντή, στην παρούσα υπόθεση πρέπει να λεχθεί ότι τα ουσιώδη γεγονότα ουσιαστικά δεν αμφισβητούνται δεδομένου ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου που ανήκει στην εφεσίβλητη-καθ' ης η αίτηση (βλ. Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 16.4.2004) παραχωρήθηκε από το 1972 δικαίωμα διόδου εις βάρος του δουλεύοντος ακινήτου που ανήκει στους εφεσείοντες-αιτητές (βλ. Τεκμήρια Α και Β της ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας-αιτήτριας 1 ημερομηνίας 27.8.2003). Οι εφεσείοντες-αιτητές εξασφάλισαν άδεια διαχωρισμού του δουλεύοντος ακινήτου σε οικόπεδα καθώς και πιστοποιητικό έγκρισης του διαχωρισμού (βλ. Τεκμήρια Ε και Ζ στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 12.6.2007). Με αίτηση τους προς τον Διευθυντή οι εφεσείοντες-αιτητές ζήτησαν την κατάργηση του δικαιώματος διάβασης λόγω του ότι συνεπεία του διαχωρισμού του δουλεύοντος ακινήτου, το δεσπόζον ακίνητο έχει αποκτήσει άμεση πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο. Ο Διευθυντής με την επίδικη απόφαση του ημερομηνίας 29.7.2003 (που αποτελεί το Τεκμήριο Ε της ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας-αιτήτριας 1 ημερομηνίας 27.8.2003 καθώς και το Τεκμήριο Δ της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 12.6.2007) δεν αποδέχθηκε το αίτημα των εφεσειόντων-αιτητών δίνοντας και τους λόγους γι' αυτή του την απόφαση. Είναι πρόδηλο ότι τόσο η αίτηση των εφεσειόντων-αιτητών για κατάργηση του δικαιώματος διάβασης όσο και η επίδικη απόφαση του Διευθυντή βασίζονται στο άρθρο 12
(3)του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, εάν συνεπεία διάνοιξης δημοσίου δρόμου ή άλλης διόδου ή για άλλο λόγο δεν υπάρχει πλέον ανάγκη δικαιώματος διόδου, ο κύριος του δουλεύοντος ή του δεσπόζοντος ακινήτου δικαιούται να απαιτήσει την κατάργηση αυτού και ο Διευθυντής ερευνά την υπόθεση και αποφασίζει εάν το δικαίωμα αυτό πρέπει να καταργηθεί ή όχι, γνωστοποιώντας την απόφαση του προς όλους τους ενδιαφερόμενους. Δεν αμφισβητείται ότι μετά την υποβολή της αίτησης των εφεσειόντων-αιτητών διεξήχθη στις 25.2.2003 επιτόπια έρευνα από αρμόδιο λειτουργό στην παρουσία των ενδιαφερομένων μερών (βλ. την επίδικη απόφαση καθώς και την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 5.9.2003, που κατατέθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σύμφωνα με τον Κανονισμό 6 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών ημερομηνίας 5.7.1956, όπως έχουν τροποποιηθεί). Από την εξέταση που έγινε επί τόπου, σύμφωνα με τον Διευθυντή, προέκυψε ότι η κατοικία της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση που βρίσκεται στο δεσπόζον ακίνητο, έχει προσανατολισμό με βάση το δικαίωμα διάβασης και η πρόσβαση με τροχοφόρα στους δύο χώρους στάθμευσης που βρίσκονται εκτός της κατοικίας γίνεται από το δικαίωμα διάβασης. Η θέση των χώρων στάθμευσης είναι τέτοια ώστε η πρόσβαση σ' αυτούς είναι ανέφικτη από το σημείο που το δεσπόζον ακίνητο συνορεύει με δημόσιο δρόμο παρά μόνο αν χαλαστεί η μισή βεράντα της κατοικίας. Περαιτέρω, ο Διευθυντής έλαβε υπόψη του ότι στην άδεια διαίρεσης που εκδόθηκε από τον Δήμο Λατσιών για το δουλεύον ακίνητο περιλαμβάνεται ως όρος με αρ.14 ότι το δικαίωμα διάβασης στο οποίο υπόκειται το ακίνητο αυτό και τυχόν άλλα δικαιώματα τρίτων δεν θα επηρεαστούν από τις πρόνοιες της άδειας διαχωρισμού (βλ. Τεκμήριο Ε στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 12.6.2007), ενώ όπως επίσης φαίνεται στο πιστοποιητικό εγκρίσεως του διαχωρισμού που εκδόθηκε από τον Δήμο Λατσιών (βλ. Τεκμήριο Ζ στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 12.6.2007) αυτή η αναφορά για μη επηρεασμό του δικαιώματος διάβασης επαναλαμβάνεται. Δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι ο Διευθυντής κακώς έλαβε υπόψη του ότι είχε τεθεί όρος στην άδεια διαχωρισμού του δουλεύοντος ακινήτου, ως είναι η εισήγηση του συνηγόρου των εφεσειόντων-αιτητών. Αναμφίβολα πρόκειται περί όρου τον οποίο οι εφεσείοντες-αιτητές σαφώς αποδέχθηκαν και δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου από το οποίο να προκύπτει ότι διατήρησαν οποιεσδήποτε επιφυλάξεις κατά την επιβολή του όρου αυτού από την αρμόδια αρχή, ενώ αντίθετα συνάγεται ότι τον αποδέχθηκαν προβαίνοντας στον διαχωρισμό και λαμβάνοντας και σχετικό πιστοποιητικό εγκρίσεως του μετά τη συμπλήρωση/εκτέλεση της διαίρεσης του δουλεύοντος ακινήτου, σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια και σε ικανοποίηση της αρμόδιας αρχής του Δήμου Λατσιών. Είναι η αντίληψη μου κατ' επέκταση ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή εκδόθηκε με βάση τα δεδομένα που είχε ενώπιον του, τα οποία ορθά αξιολογήθηκαν από τον ίδιο. Δεν διαφάνηκε ότι ο Διευθυντής έλαβε υπόψη λανθασμένα στοιχεία ή αντίθετα με την πραγματικότητα ούτε και παρέλειψε να λάβει υπόψη του οτιδήποτε ήταν αναγκαίο για διαμόρφωση της απόφασης του. Ο Διευθυντής έλαβε υπόψη του ότι το δεσπόζον ακίνητο δεν είναι πλέον περίκλειστο όμως η πρόσβαση που, μετά τον διαχωρισμό του δουλεύοντος ακινήτου, του δημιουργήθηκε στο δημόσιο δρόμο δεν μπορεί να εξυπηρετήσει εξ ολοκλήρου τις ανάγκες της κατοικίας και συγκεκριμένα των δυο χώρων στάθμευσης, παρά μόνο αν χαλαστεί η μισή βεράντα της κατοικίας. Γι' αυτό και αποφάσισε ότι με βάση τα δεδομένα δεν ήταν δυνατό να καταργηθεί το δικαίωμα διόδου, εκτός και αν συγκατατεθεί η ιδιοκτήτρια του δεσπόζοντος ακινήτου. Έχει τεθεί από τους συνηγόρους των εφεσειόντων-αιτητών ότι ο Διευθυντής δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι ένα γκαράζ στην κατοικία της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση αποτελούμενο από ευτελή υλικά έπρεπε να κατεδαφιστεί σύμφωνα με επιστολή του Δήμου Λατσιών ημερομηνίας 26.5.1989. Η επιστολή αυτή πέραν του ότι έχει αποτελέσει αρχικά το Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 16.4.2004, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου επίσης ως Τεκμήριο Γ της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας-αιτήτριας 1 ημερομηνίας 27.11.2007. Φαίνεται ότι το στοιχείο αυτό δεν ήταν ενώπιον του Διευθυντή όταν εξέδωσε την επίδικη απόφαση του. Ωστόσο, πέραν του ότι δεν είναι σαφές κατά πόσο «το αυθαίρετο γκαράζ από ευτελή υλικά» υπήρχε κατά το χρόνο της επιτόπιας εξέτασης, κατά την αντίληψη μου ακόμα και αν ήταν ενώπιον του Διευθυντή το στοιχείο αυτό δεν μπορούσε να επηρεαστεί η κατάληξη του δεδομένου ότι εν πάση περιπτώσει δεν προέκυψε ότι η θέση των δύο χώρων στάθμευσης στο δεσπόζον ακίνητο, όπως διαπιστώθηκε κατά την επιτόπια έρευνα, δεν είναι ορθή ενόσω μάλιστα τα υλικά κατασκευής οποιουδήποτε χώρου στάθμευσης δεν επηρεάζουν την ύπαρξη και προσανατολισμό του χώρου αυτού αλλά και μπορούν να αντικατασταθούν από άλλα αποδεκτά υλικά. Ως προς την εισήγηση των συνηγόρων των εφεσειόντων-αιτητών ότι η επίδικη απόφαση προσβάλλει το δικαίωμα τους για χρήση και απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας τους και τους θέτει σε μειονεκτική θέση πρέπει να λεχθεί ότι εξ ορισμού η επηρεαζόμενη έκταση δυνάμει δικαιώματος διόδου εξακολουθεί να ανήκει κατά κυριότητα στον ιδιοκτήτη του δουλεύοντος ακινήτου, που αποζημιώνεται για την παραχώρηση του αυτή ως έγινε και στην παρούσα περίπτωση (βλ. Παράρτημα Γ της αιτιολογημένης απόφασης του Διευθυντή), και ανάλογα με τις εξελίξεις ενυπάρχει η δυνατότητα μελλοντικής κατάργησης της διόδου (βλ. Κορακίδης κ.α. ν. Brodie
(1996)1(Β) ΑΑΔ 955). Κριτήριο για την παραχώρηση αλλά και για την κατάργηση της διόδου κατ' επέκταση είναι η ανεπάρκεια ή η επάρκεια αντίστοιχα της υφιστάμενης διόδου για την κατάλληλη χρήση του ακινήτου. Στην απόφαση Καναρά ν. Πρωτοπαπά
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 801, όπου επικυρώθηκε η πρωτόδικη δικαστική απόφαση και κατ' επέκταση και η απόφαση του Διευθυντή για κατάργηση του δικαιώματος διόδου, που κρίθηκε εύλογη καθότι η δημιουργία δρόμου στην άλλη πλευρά του δεσπόζοντος ακινήτου καθιστούσε την δίοδο πλεονασμό, λέχθηκε ότι το δικαίωμα διόδου συνιστά δουλεία, η οποία διευρύνει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας του δεσπόζοντος ακινήτου και περιορίζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας του δουλεύοντος ακινήτου. Δεν αποτελεί ανεξάρτητο στοιχείο ιδιοκτησίας αλλά στοιχείο αλληλένδετο με την ιδιοκτησία του δεσπόζοντος ακινήτου και αντίστοιχα βάρος, περιοριστικό της ιδιοκτησίας του δουλεύοντος ακινήτου. Όπως συνάγεται από το σκεπτικό της υπόθεσης Καναρά ν. Πρωτοπαπά (πιο πάνω) και τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση της Ολομέλειας Δημητριάδη κ.α. ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 ΑΑΔ 85, όροι περιοριστικοί της χρήσης ιδιοκτησίας, που αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, συνιστούν περιορισμό και όχι ανεπίτρεπτη στέρηση της ιδιοκτησίας κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του ιδιοκτήτη. Τόσο με την παραχώρηση του δικαιώματος διόδου όσο και με την κατάργηση του προάγεται το δημόσιο συμφέρον και σκοπός του εδαφίου
(3)του άρθρου 12 του Νόμου είναι η εξισορρόπηση περιουσιακών δικαιωμάτων των ιδιοκτητών όμορων κτημάτων. Όταν ο σκοπός για την δημιουργία του δικαιώματος διόδου δεν έπαυσε να υφίσταται, η διατήρηση του δικαιώματος αυτού είναι επιτρεπτή και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσβάλλει το δικαίωμα ιδιοκτησίας του κυρίου του δουλεύοντος ακινήτου. Και στην παρούσα υπόθεση ο Διευθυντής έκρινε εύλογα και για τους λόγους που περιλαμβάνει στην επίδικη απόφαση του ότι ουσιαστικά η αιτία δημιουργίας του παραχωρηθέντος δικαιώματος διόδου δεν εξέλιπε ώστε αυτό να καταργηθεί. Κρίνεται ότι η εξισορρόπηση των δικαιωμάτων χρήσης των δυο ακινήτων επέβαλε την διατήρηση του δικαιώματος διόδου υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα του ουσιώδους χρόνου και η επίδικη απόφαση δεν προσβάλλει ανεπίτρεπτα τα δικαιώματα χρήσης και απόλαυσης της ακίνητης ιδιοκτησίας των εφεσειόντων-αιτητών υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν δεν έχει προκύψει ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν αυθαίρετη ή αντίθετη με όσα στοιχεία είχε ενώπιον του και έπρεπε να λάβει υπόψη του. Είναι η κατάληξη μου ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε ορθά, νόμιμα και μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του Διευθυντή δυνάμει του άρθρου 12
(3)του Νόμου ενώ οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εφεσειόντων-αιτητών δεν ευσταθούν (βλ. Παπαχρυσοστόμου ν. Παπασταύρου κ.α.
(2004)1(Α) ΑΑΔ 546). Τέλος, η απόφαση του Διευθυντή είναι αρκούντως αιτιολογημένη και δεν δημιουργείται αμφιβολία για τους λόγους στους οποίους αυτή θεμελιώνεται (βλ. Σάββα κ.α. ν. Κώστα
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1944). Κατά συνέπεια η αίτηση-έφεση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον των εφεσειόντων-αιτητών και υπέρ της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο