PETROVAL SA ν. STAINBY OVERSEAS LIMITEDc/o CARRIBEAN CORPORATE SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 265/08, 20 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. ΛΙΑΤΣΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 265/08 Μεταξύ: PETROVAL SA, εξ Ελβετίας Εναγόντων - και -
- STAINBY OVERSEAS LIMITED,c/o CARRIBEAN CORPORATE SERVICES LTD, εξ Αγγλικών Παρθένων Νήσων
- NORREYS WORLDWIDE LIMITED, c/o CARRIBEAN CORPORATE SERVICES LTD, εξ Αγγλικών Παρθένων Νήσων
- JOHN LUSH, εξ Ελβετίας
- FRANCOIS OSTINELLI, εξ Ελβετίας
- ALEXANDER NOVOSELOV, εξ Ελβετίας
- ARTEM ZAKHAROV, εξ Ελβετίας
- BARCLAYS BANK PLC, εκ Λευκωσίας Εναγομένων --------------------- Μονομερής Αίτηση ημερ. 22.1.2008 20 Μαρτίου,
- Για τους Αιτητές-ενάγοντες: κ. Σωτ. Πίττας με κ. Π. Κούρτελλο Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους 7: κ. Γ. Μούντης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο οι ενάγοντες, αλλοδαπή εταιρεία, αξιώνουν δηλωτική απόφαση «ότι τα ποσά χρημάτων που ευρίσκονται κατατιθεμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς στην Τράπεζα των Εναγομένων Αρ. 7, επ΄ ονόματι και/ή προς όφελος των Εναγομένων Αρ. 1-6 και/ή οποιονδήποτε εξ΄ αυτών ανήκουν και/ή αποτελούν περιουσιακά στοιχεία των Εναγόντων και/ή κατέχονται απ΄ αυτούς ως επίτροποι και/ή επαγωγής καταπιστευματοδόχοι (TRUSTEES AND/OR CONSTRUCTIVE TRUSTEES) των Εναγόντων και/ή είναι ποσά που ευθύνονται οι Εναγόμενοι να πληρώσουν και/ή να επιστρέψουν στους Ενάγοντες με βάση τις αρχές του εντοπισμού και/ή ιχνυλάτησης (TRACING PRINCIPLES) και/ή τις αρχές τις επιείκειας και/ή άλλως πως». Αξιώνουν επίσης αποζημιώσεις για όλες τις ζημιές και/ή απώλειες που υπέστησαν από ισχυριζόμενες δόλιες και/ή απατηλές ενέργειες των εναγομένων και/ή συνεπεία παράβασης εμπιστευτικής σχέσης και/ή σχέσης εμπιστοσύνης και/ή συνεπεία παράβασης νομικών και/ή συμβατικών καθηκόντων και/ή συνεπεία αμέλειας. Απαιτούν, περαιτέρω, σειρά διαταγμάτων εναντίον της εναγόμενης
- Ταυτόσημα διατάγματα εναντίον αυτής της εναγομένης επιδιώκουν, μεταξύ άλλων, με μονομερή αίτησή τους ημερ. 22.1.
- Με την πιο πάνω αίτησή τους οι ενάγοντες, ως αιτητές, ζητούν: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη Αρ.7 όπως εντός τριών
(3)εργάσιμων ημερών από την επίδοση του διατάγματος:
- Να ετοιμάση, καταχώριση και επίδοση στους Δικηγόρους των Εναγόντων ένορκη δήλωση από εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο και/ή υπάλληλο της Εναγόμενης Αρ.7 η οποία: (α) Να αναφέρη όλους του Τραπεζικούς Λογαριασμούς των Εναγομένων 1-6, είτε στο όνομα τους είτε σαν πραγματικοί κάτοχοι ή ιδιοκτήτες ή δικαιούχοι (BENEFICIAL OWNERS) που διατηρούσαν ή διατηρούν με την Εναγόμενη Αρ.
- (β) Να δηλώνη και/ή αποκαλύπτη κάθε μεταφορά και/ή έμβασμα και/ή πληρωμή και/ή χρέωση και/ή πίστωση και/ή κατάθεση και/ή είσπραξη που έγινε αναφορικά με τους ανωτέρω λογαριασμούς των Εναγομένων Αρ. 1-6 και/ή οιονδήποτε εξ αυτών που θα αποκαλυφθούν σύμφωνα με την υποπαράγραφο Α1(α) ανωτέρω συμπεριλαμβανομένου του τραπεζικού λογαριασμού των Εναγομένων Αρ.1 υπ' αριθμόν 7400223 που τηρείται με τους Εναγόμενους Αρ.
- (γ) Να δηλώνει και/ή αποκαλύπτη όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν και/ή υποβλήθησαν στους Εναγόμενους Αρ.7 από τους Εναγόμενους 1-6 για το άνοιγμα των Τραπεζικών λογαριασμών που καλύπτονται από την παράγραφο Α1(Ι) ανωτέρω συμπεριλαμβανομένων αλλά χωρίς περιορισμό, αντίγραφα εταιρικών εγγράφων, διαβατηρίων, καταπιστευμάτων, ψηφίσματα μετόχων ή Διοικητικών Συμβουλίων κλπ., και/ή οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων που έχουν σχέση με το άνοιγμα και λειτουργία των εν λόγω λογαριασμών εκ των οποίων εμφαίνονται και/ή δηλώνονται και/ή αποκαλύπτονται οι τελικοί δικαιούχοι (ULTIMATE BENEFICIARIES) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών και/ή η πραγματική ταυτότητα και οι πλήρεις διευθύνσεις των φυσικών προσώπων που δηλώθηκαν ως τελικοί δικαιούχοι (ULTIMATE BENEFICIARIES) των μετόχων των Εναγομένων Αρ. 1 και Αρ. 2 ως και τα ονόματα και τις πλήρεις διευθύνσεις των προσώπων που είναι διαχειριστές (SIGNATORIES) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών.
- Να παρουσιάσουν και παραδώσουν στους Δικηγόρους των Εναγόντων αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχει στην φύλαξη και/ή έλεγχο της και που μαρτυρούν τα όσα αναφέρονται στις υπό παραγράφους ΑΙ (α), ΑΙ (β) και ΑΙ (γ) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, αντίγραφα των Τραπεζικών Καταστάσεων, οδηγιών και άλλων εγγράφων που έχει στην κατοχή και/ή έλεγχο της αναφορικά με τους εν λόγω Τραπεζικούς Λογαριασμούς που αναφέρονται στην υποπαράγραφο ΑΙ (α) ανωτέρω ως και τις μεταφορές και/ή εμβάσματα και/ή πληρωμές που αναφέρονται στην υποπαράγραφο Α2(β) ανωτέρω. Β. Ενδιάμεσο συντηρητικό διάταγμα του Δικαστηρίου (GAGGING ORDER) που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγόμενη Αρ. 7 και τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτής από του να πληροφορήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο τους Εναγόμενους Αρ. 1-6 και/ή οιονδήποτε εξ' αυτών για την έγερση και/ή προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο διαδικασίας από τους Ενάγοντες μέχρι την αποκάλυψη και/ή την παράδοση των ανωτέρω εγγράφων που καλύπτοναι από την παράγραφο Α ανωτέρω της παρούσας από την Εναγόμενη Αρ. 7 στους Ενάγοντες και/ή στους αντιπροσώπους αυτών και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελείας ακροάσεως της παρούσας αγωγής. Γ. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που να αποκλείει και/ή να απαγορεύη στους Εναγόμενους 1-6 και/ή στους αντιπροσώπους αυτών από του να εμβάσουν πληρώσου, αποξενώσουν, διαθέσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επιβαρύνουν και μεταφέρουν οποιονδήποτε χρηματικό ποσό από τα ποσά που ευρίσκονται κατατιθέμενα στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούν οι Εναγόμενοι Αρ. 1-6 και/ή οιοσδήποτε εξ αυτών στους Εναγομένους Αρ. 7 συμπεριλαμβανομένου του Τραπεζικού Λογαριασμού των Εναγομένων Αρ. 1 υπ' αριθμόν 7400223 που τηρείται στην Εναγόμενη Αρ. 7 ούτως ώστε το πιστωτικό υπόλοιπο του συνόλου των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών να μην είναι μικρότερο των Δολ. Αμερικής $10.000.000, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελικής ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.» Μονομερώς, αυθημερόν, εκδόθηκε διάταγμα παγοποίησης (freezing injunction) εναντίον των εναγομένων 1-6, ως η παράγρ. Γ ανωτέρω, του οποίου εκκρεμεί ακόμη η επίδοση. Εκδόθηκε, επίσης μονομερώς, διάταγμα φίμωσης (gagging order), ως η παράγρ. Β ανωτέρω. Παράλληλα, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί η αίτηση εν σχέσει με τη θεραπεία της παραγρ. Α στην ενδιαφερόμενη τράπεζα, εναγόμενη
- Έτσι κι έγινε. Κατ΄ ακολουθία, και με δεδομένη την ένσταση που ακολούθησε, η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία διαπραγματεύεται τα όσα καλύπτουν οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης, τα οποία και αφορούν την εναγόμενη
- Τα γεγονότα που υποστηρίζουν τα αιτήματα των εναγόντων εκτίθενται στην εξήντα σελίδων ένορκη δήλωση που υπογράφει Αγγλίδα δικηγόρος, συνεργάτης σε νομικό οίκο που εδρεύει στο Λονδίνο, η οποία εμπλέκεται στο χειρισμό των υποθέσεων των εναγόντων και έχει γνώση των γεγονότων που τις καλύπτουν. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής της και του όγκου των εβδομήντα ενός τεκμηρίων που τη συνοδεύει, συνοψίζονται, ως λιτή και μόνο καταγραφή των βασικών θέσεών της - ικανοποιητική, πιστεύω, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας - τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ελβετία και συγκαταλέγεται στο Ρωσικό Όμιλο Εταιρειών Πετρελαίου «Yugos». Oι εναγόμενες 1 και 2 είναι εγγεγραμμένες στις Αγγλικές Παρθένες Νήσους και ανήκουν στους εναγόμενους 3, 4, 5 και 6, οι οποίοι και τις ελέγχουν. Ο εναγόμενος 3, μεταξύ του έτους 2000 και Σεπτεμβρίου του 2005, ήταν διευθύνων σύμβουλος των εναγόντων και, από το Σεπτέμβριο του 2005 μέχρι τις αρχές του 2006, σύμβουλός τους. Ο εναγόμενος 4, μεταξύ του έτους 2000 και Σεπτεμβρίου του 2005, ήταν ο οικονομικός διευθυντής των εναγόντων. Ο εναγόμενος 5 είναι διευθυντής της εταιρείας SINGAPΟRΕAN PETROVAL PTE LTD (PETROVAL SINGAPΟRE). Ο εναγόμενος 6 ήταν πρώην εργοδοτούμενος των εναγόντων.. Ο Όμιλος Εταιρειών «Yugos» από τα τέλη του έτους 2004 βρισκόταν σε κρίση. Συγκεκριμένα, συνελήφθησαν από τη Ρωσική κυβέρνηση διευθυντικά του στελέχη και το κράτος απαιτούσε την πληρωμή φόρου, που κατ΄ ισχυρισμό οφειλόταν. Στη συνέχεια, κατά το έτος 2005, η Ρωσική κυβέρνηση προχώρησε σε σειρά διαδικασιών, παγκόσμια, συμπεριλαμβανομένων διαφόρων Ευρωπαϊκών χωρών, επιχειρώντας να παγοποιήσει τα κεφάλαια του Ομίλου. Εκτενής ανάλυση αυτού του υπόβαθρου των γεγονότων δεν επενεργεί στην παρούσα διαδικασία. Ό,τι είναι σημαντικό να προστεθεί είναι πως συνεπεία της δημιουργηθείσας κατάστασης- δεδομένης της παγοποίησης των κεφαλαίων του- και της δυσκολίας που αντιμετώπιζε πλέον ο Όμιλος Εταιρειών «Yugos» να διεξαγάγει εργασίες εμπορίας πετρελαίου και του κινδύνου που υπήρχε να μην αποτελεί ούτε η Ελβετία ασφαλή καταφύγιο διεξαγωγής εργασιών, αποφασίστηκε η δημιουργία εταιρείας στη Σιγκαπούρη, η οποία και θα αναλάμβανε τον κύκλο εργασιών των εναγόντων. Έτσι, οι εναγόμενοι 3 και 4 προχώρησαν, με οδηγίες του διοικητικού συμβουλίου των εναγόντων, στη διεξαγωγή ερευνών ως προς την πιθανότητα δημιουργίας νέας νομικής οντότητας στη Σιγκαπούρη, η οποία και θα κάλυπτε τις εργασίες τις οποίες διεξήγαγαν μέχρι τότε οι ενάγοντες. Κατέστη δυνατό, τέλος του 2004, να δημιουργηθεί η PETROVAL SINGAPΟRE, στην οποία μεταβιβάστηκε και ο μεγαλύτερος κύκλος εργασιών των εναγόντων. Οι μετοχές της εταιρείας αυτής, με τη δημιουργία της, ενεγράφησαν στο όνομα των εναγομένων 3 και 4, με συμφωνία των ενδιαφερομένων μερών να τις κατέχουν ως καταπιστευματοδόχοι των εναγόντων. Οι εναγόμενοι αυτοί, πάντα κατά τη θέση των εναγόντων, όπως αποτυπώνεται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου τους, χρησιμοποιώντας διάφορους δόλιους σχηματισμούς, κατά παράβαση της υποχρέωσης πίστης που είχαν έναντι των εναγόντων και με εμπλοκή των υπόλοιπων εναγομένων, μεταβίβασαν όλες τις μετοχές της εταιρείας PETROVAL SIGNAPΟRE που κατείχαν στις εναγόμενες 1 και
- Περαιτέρω, χρησιμοποιώντας κατά διάφορους τρόπους τον έλεγχό τους επί των εναγομένων 1 και 2, διοχέτευσαν στις εταιρείες αυτές, δόλια και κατά παράβαση του εμπιστεύματος, μεγάλα χρηματικά ποσά. Ποσά τα οποία καλύπτονται από καταπίστευμα και/ή εξ επαγωγής εμπίστευμα προς όφελος των εναγόντων, οι οποίοι είναι και οι δικαιούχοι. Στα πλαίσια δικαστικών διαδικασιών, τις οποίες ήγειραν οι ενάγοντες στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, απεκαλύφθη ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν τραπεζικούς λογαριασμούς στην τράπεζα των εναγομένων 7, τους οποίους οι εναγόμενοι 3, 4 και 5 έχουν εξουσία, με βάση πληρεξούσια έγγραφα, να διαχειρίζονται. Είναι η θέση των συνηγόρων των αιτητών πως η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή είναι αγωγή ιχνηλάτησης και ή εντοπισμού (tracing action). Επιδίωξη δε των εναγόντων είναι να εντοπίσουν και να ανακτήσουν περιουσιακά στοιχεία τους τα οποία παράνομα οικειοποιήθηκαν οι εναγόμενοι 1-
- Η ισχυριζόμενη δε εμπλοκή της εναγόμενης 7, αθώα ή όχι, στην αδικοπραξία, την υποχρεώνει, με βάση τις αρχές της επιείκειας, να συνδράμει τους ενάγοντες στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Παραθέτοντας σειρά αυθεντιών ο κύριος Πίττας εισηγήθηκε πως το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει στα πλαίσια αγωγής ιχνηλάτησης διατάγματα αποκάλυψης, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αντίθετη, βεβαίως, ήταν η προσέγγιση του συνήγορου για την καθ΄ ης η αίτηση τράπεζα. Υιοθετώντας ο κ. Μούντης τις αυθεντίες που επικαλέστηκε η πλευρά των αιτητών, εισηγήθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και επικέντρωσε την προσοχή του στη θέση ότι τυχόν έκδοση διαταγμάτων αυτής της μορφής θα έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της αρχής του τραπεζικού απόρρητου και της σχέσης εμπιστευτικότητας μεταξύ τράπεζας και πελατών. Οι ενάγοντες, στα πλαίσια αγωγής τύπου ιχνηλάτησης, αξιούν έναντι της εναγόμενης 7 διάταγμα αποκάλυψης. Εδράζουν το αίτημά τους αυτό στο δίκαιο της επιείκειας (equity) και των νομικών αρχών οι οποίες πηγάζουν από τις υποθέσεις Bankers Trust Co v. Shapira & Others
(1980)3 All ER 353 και Norwich Pharmakal v. Customs & Excise Commissioners
(1974)A.C.
- Η υπόθεση Bankers Trust (ανωτέρω) αφορούσε αγωγή ιχνηλάτησης ή ανίχνευσης (tracing action). Τα γεγονότα της είχαν ως εξής: Η ενάγουσα τράπεζα είχε τιμήσει δύο επιταγές, συνολικού ύψους 1.000.000 δολαρίων Αμερικής, τις οποίες δύο πρόσωπα παρουσίασαν για πληρωμή. Κατόπιν δε οδηγιών τους κατέθεσε το ποσό των επιταγών σε λογαριασμούς που αυτοί διατηρούσαν σε τρίτη τράπεζα. Διαφάνηκε στη συνέχεια ότι οι πιο πάνω επιταγές ήταν πλαστογραφημένες. Ως εκ τούτου η ενάγουσα καταχώρησε αγωγή. Εναγόμενη, μεταξύ άλλων, ήταν και η τράπεζα στην οποία κατατέθηκε το ποσό των επιταγών. Ζητούσε, πέραν άλλων θεραπειών, και διάταγμα για αποκάλυψη εγγράφων σχετικά με τα χρήματα που είχαν κατατεθεί κοντά της και τι είχαν αυτά απογίνει. Κατ΄ έφεση εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα. Αναφέρονται τα ακόλουθα ως σκεπτικό στη σελ. 358: «The plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge Pour L' Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at
- The customer who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. .... So the court, in order to give effect to equity, will be prepared in a proper case to make an order on the bank for their discovery.» Στην υπόθεση Norwich (ανωτέρω) οι ενάγοντες, επικαλούμενοι παραβίαση πατέντας τους μέσω παράνομων εισαγωγών από άγνωστα σε αυτούς πρόσωπα, κινήθηκαν δικαστικά εναντίον του τελωνείου, το οποίο κατείχε έγγραφα και στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να αποκαλυφθεί η ταυτότητα των παρανομούντων. Πρόθεση των εναγόντων ήταν η λήψη πληροφοριών ως προς τα στοιχεία των προσώπων που παραβίαζαν την πατέντα τους με σκοπό να λάβουν εναντίον τους νόμιμα μέτρα. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων κατέληξε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να ζητήσει από τρίτο πρόσωπο, το τελωνείο στην προκείμενη περίπτωση, το οποίο είχε εμπλακεί στη διαφορά, να αποκαλύψει την ταυτότητα του παραβάτη. Τέθηκε ως εξής το όλο ζήτημα, στη σελ. 948: «They seem to me to point to a very reasonable principle that if through no fault of his own a person gets mixed up in the tortuous acts of others so as to facilitate their wrongdoing he may incur no personal liability but he comes under a duty to assist the person who has been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoers. I do not think that it matters whether he became so mixed up by voluntary action on his part or because it was his duty to do what he did. It may be that if this causes him expense the person seeking the information ought to reimburse him. But justice requires that he should co-operate in righting the wrong if he unwittingly facilitated its perpetration». Τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης Norwich (ανωτέρω) οι αρχές της εφαρμόστηκαν σε υπόθεση στην οποία ο ενάγοντας ήθελε να γνωρίζει όχι την ταυτότητα του αδικοπραγήσαντα, αλλά τι είχε κάνει αυτός τα χρήματα τα οποία απέκτησε παράτυπα. Ήταν η London & County Securities Ltd v. Caplan (ημερ. 26.5.1978 - δεν δημοσιεύτηκε). Το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα αξιώνοντας από την τράπεζα, στην οποία ο εναγόμενος μετάφερε και κατάθεσε 5.000.000 λίρες Αγγλίας, τα οποία καταχράστηκε, να αποκαλύψει κατά πόσο τα χρήματα ήταν ακόμη στην κατοχή της, και αν όχι, τι είχαν απογίνει. Όπως εξήγησε ο Δικαστής που εξέδωσε την πιο πάνω απόφαση, Templeman, LJ, εκδίδοντας λίγο αργότερα την απόφαση στην υπόθεση Μediterranea Raffineria Siciliana Petroli SPA v. Mabanaft Gmbh
(1978)C.A. 816: «A court of equity has never hesitated to use the strongest powers to protect and preserve a trust fund in interlocutory proceedings on the basis that, if the trust fund disappears by the time the action comes to trial, equity will have been invoked in vain.» Η θεραπεία της ανίχνευσης ή εντοπισμού αποδίδεται όταν ικανοποιούνται τρεις προϋποθέσεις: (α) Η περιουσία μπορεί να ανιχνευθεί ή εντοπισθεί, (β) υπάρχει δικαίωμα στο δίκαιο της επιείκειας για εντοπισμό και (γ) δεν παράγονται άδικα αποτελέσματα (Snell's Principles of Equity, 27η έκδοση, σελ. 286). Η περιφρούρηση της περιουσίας εμπιστεύματος εμπίπτει στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Τίθεται ως εξής το ζήτημα της δικαιοδοσίας στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee, 5η έκδοση, σελ. 695: «The court has an equitable jurisdiction to find out what has happened to missing trust funds: 'A court of equity has never hesitated to use the strongest powers to protect and preserve a trust fund in interlocutory proceedings on the basis that, if the trust fund disappears by the time the action comes to trial, equity will have been invoked in vain'. This is a separate principle from the Norwich Pharmacal principle and has a different purpose. It enables orders to be made against a defendant and against innocent third parties for the purpose of protecting the claimant's substantive rights to the fund. The courts have adopted this principle in tracing actions for justifying interlocutory orders made at any stage of the proceedings requiring those who may have information (including documents) about what has happened to particular assets, and who have been involved in their disposal, to provide that information to the claimant. This has included orders made against banks for disclosure of information about assets. When the claimant has the right to shares in a company and the assets in the company have gone missing, the court can disregard the corporate veil and grant orders designed to reveal what has happened to the company's assets or their proceeds. There is also the Norwich Pharmacal principle. In a case in which trust assets have been transferred and are missing, both principles can apply. The relief can be granted on an application made without notice and may take the form of a search order, but more usually is granted as against the third party on an application made with notice. Although it is not essential, the person from whom information is sought is usually joined as a defendant in the action.» Ουσιαστικός ισχυρισμός της καθ΄ ης η αίτηση-εναγόμενης 7 ήταν ότι τα αξιούμενα διατάγματα πλήττουν τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της και των πελατών της. Έγινε προς το σκοπό αυτό επίκληση του άρθρου 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, Ν.66
(1)/97. Το άρθρο αυτό απαγορεύει, πλην συγκεκριμένων περιπτώσεων, σε υπαλλήλους ή εκπροσώπους τραπεζών να παρέχουν ή αποκαλύπτουν οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας. Η αρχή ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη καθιερώθηκε πριν από ένα περίπου αιώνα στην υπόθεση Tournier v. National Provincial and Union Bank of England, Ltd
(1923)All ER Rep. 550. Αναφέρονται τα εξής στη σελ. 554: «In my opinion it is necessary in a case like the present to direct the jury what are the limits, and what are the qualifications of the contractual duty of secrecy implied in the relation of banker and customer. There appears to be no authority of the point. On principle I think that the qualifications can be classed under four heads: (
- a)Where disclosure is under compulsion by law; (
- b)where there is a duty to the public to disclose; (
- c)where the interests of the bank require disclosure; (
- d)where the disclosure is made by the express or implied consent of the customer.» Ακολούθως δε, στη σελ. 558, συμπεριλήφθηκε ανάμεσα στις περιπτώσεις που μπορεί να γίνει αποκάλυψη, η επιδίωξη σκοπού καταστολής δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων, ως στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον για αποκάλυψη. Στην υπόθεση Norwich (ανωτέρω) τονίστηκε, εις απάντηση επιχειρήματος για ύπαρξη νομοθετικών διατάξεων αλλά και δημόσιου συμφέροντος απαγόρευσης στην αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών, ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης, ως έκφανση του δημόσιου συμφέροντος, υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπόθεση Bankers Trust (ανωτέρω) υιοθέτησε αυτή την προσέγγιση. Αναφέρεται, στη σελ. 358: «Owing to his (the customer) fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank. If the plaintiff's equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents, for that is the only way of tracing the money or of knowing what has happened to it..» Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της εμπιστευτικότητας που προκύπτει από την αρχή του τραπεζικού απορρήτου, επανατονίστηκε και στην πιο πρόσφατη απόφαση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294. Στην υπόθεση αυτή τέθηκε το επιχείρημα, μεταξύ άλλων, πως ήταν υψίστης σημασίας και προείχε, μέσω της μη αμφισβήτησης του τραπεζικού απορρήτου, η διαφύλαξη της νήσου Jersey ως διεθνούς οικονομικού κέντρου. Τονίζοντας το Δικαστήριο τη συνάρτηση της εμπιστευτικότητας με τη νομιμότητα και τη σωστή συμπεριφορά στην πορεία διεξαγωγής των ιδιωτικών συναλλαγών, ανέφερε τα ακόλουθα, στη σελ. 312: «The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the identical test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr. O' Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary». Προβλήθηκε ως γραπτός λόγος ένστασης πως ο Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας και/ή εξουσίας χορήγησης των επίδικων ζητημάτων λόγω του ότι οι θεραπείες που αυτά καλύπτουν είναι ταυτόσημες με τις θεραπείες που επιζητούνται με την αγωγή. Γεγονός που θα οδηγήσει, σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης, στην επίλυση της ουσίας της αγωγής σε σχέση με την εναγόμενη 7 και θα την καταστήσει (την αγωγή) χωρίς αντικείμενο από το πρόωρο αυτό στάδιο. Παρά το γεγονός ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση δεν προώθησε κατά την αγόρευσή του στο Δικαστήριο την πιο πάνω θέση, είναι σκόπιμο να εξεταστεί στο παρόν στάδιο. Έχει καθιερωθεί νομολογιακά πως είναι ανεπιθύμητη η έκδοση διαταγμάτων τα οποία από μόνα τους θα αποφάσιζαν και τελεσίδικα τα όσα ζητούνται με την αγωγή (Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Με τον τρόπο αυτό υπερκαλύπτεται η εμβέλεια και η σκοπιμότητα ενός διατάγματος ως παράγοντα διατήρησης του status quo ante και αποφασίζονται τα επίδικα θέματα της ίδιας της αγωγής. Παρά ταύτα, το ανεπιθύμητο δεν ισοδυναμεί και δεν ταυτίζεται με την απαγόρευση. Η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, αντίστοιχου με τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή, δεν αποκλείεται. (Κοσμά v. Χ"Κυπρή κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 169, 176). Στην υπό κρίση περίπτωση η καθ΄ ης η αίτηση είναι ουδέτερη σε σχέση με τη μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1-6 διαφορά. Ενεπλάκη, όπως παραμένει αδιαμφισβήτητο, κάτω από τις συνθήκες που εκτέθηκαν σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης. Διάταγμα της αιτούμενης φύσης είναι δυνατό να ζητηθεί και εκδοθεί εναντίον προσώπου που μπορεί να μην είναι διάδικος στην αγωγή και το οποίο δεν φταίει, αλλά απλά αναμείχθηκε ή συνδέθηκε με κάποιο τρόπο με την παράνομη πράξη τρίτου. Η προσθήκη της καθ΄ ης η αίτηση ως εναγομένης και οι ταυτόσημες θεραπείες που αξιώνονται στην αγωγή, δεν διαφοροποιούν το όλο ζήτημα. Άλλωστε, η όλη γραμμή άμυνας της εναγόμενης 7 οικοδομήθηκε βασικά και εξαντλήθηκε, χωρίς να αμφισβητείται το υπόβαθρο των γεγονότων που την αφορούν, στους ισχυρισμούς της περί ύπαρξης τραπεζικού απορρήτου και στην ευαισθησία της σε σχέση με αυτή την παράμετρο. Υπό το φως λοιπόν της ιδιόμορφης κατάστασης που περιβάλλει την υπόθεση σε σχέση με την εναγόμενη 7, της φύσης των θεραπειών που καλύπτουν τα διατάγματα και του σκοπού που αυτά επιδιώκουν, η έκδοση διαταγμάτων ταυτόσημων με τις αξιώσεις που επιζητούνται με την αγωγή δεν οδηγεί σε ανατροπή του status quo ante. Ούτε ισοδυναμεί με τις κύριες και ουσιαστικές θεραπείες που επιζητούνται με την αγωγή. Εισηγήθηκε ο συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση πως δεν είναι απόλυτα αναγκαία η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι η ύπαρξη διατάγματος παγοποίησης συντείνει στο μη περαιτέρω επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγόντων, με αποτέλεσμα να μην είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η πιο πάνω προσέγγιση. Η φύση και ο σκοπός των αιτούμενων διαταγμάτων είναι εντελώς διαφορετικός από το εκδοθέν διάταγμα παγοποίησης. Μέσω της σκοπούμενης αποκάλυψης επιδιώκεται η ανίχνευση και εντοπισμός των περιουσιακών στοιχείων του ισχυριζόμενου καταπιστεύματος. Σχετική ως προς το ζήτημα του επείγοντος είναι η προσέγγιση του Δικαστή Waller, LJ, κατά την έκδοση της απόφασής του στην υπόθεση Βankers Trust (ανωτέρω), απαντώντας σε εισήγηση ότι λόγω παρέλευσης κάποιου χρόνου η αποκάλυψη θα μπορούσε να περιμένει: «.. in my opinion, where you have a fraud of this nature, although it may be late and although much or perhaps all of the money may be now gone, the sooner that steps are taken to try and trace where it is the better. If steps are going to be taken, it is important that they should be taken at the earliest possible moment.» Η εφαρμογή των νομικών αρχών που με λεπτομέρεια εκτέθηκαν πιο πάνω στα δεδομένα που καλύπτουν την παρούσα υπόθεση, θα οδηγήσει και στην κατάληξη του Δικαστηρίου. Οι εναγόντες, μέσα από τα όσα παρέθεσαν στη μακροσκελή και λεπτομερέστατη ένορκη δήλωσή τους, έθεσαν τη δική τους εκδοχή ως προς τα γεγονότα, προκειμένου να τεκμηριώσουν, στην έκταση που σε αυτό το στάδιο απαιτείται, τους ισχυρισμούς τους περί ύπαρξης καταπιστεύματος, αδικοπραξιών των εναγομένων 1-6 και εμπλοκής της καθ΄ ης η αίτηση-εναγόμενης 7 στη διακίνηση του κεφαλαίου που καλύπτει το καταπίστευμα. Προς συμπλήρωση της εικόνας, σημειώνω ότι από την πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός προς αντίκρουση της θέσης ότι αναμείχθηκε στη διακίνηση. Αναφύεται, ως αποτέλεσμα της τεθείσας ύπαρξης καταπιστεύματος, δικαίωμα των εναγόντων να εντοπίσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Η ανάμειξη της καθ΄ ης η αίτηση, έστω και αθώα, διευκολύνοντας τις αδικοπραξίες των εμπλεκομένων προσώπων, της δημιουργεί το καθήκον να υποβοηθήσει τους πληγέντες ενάγοντες, δίδοντάς τους πλήρεις πληροφορίες ως προς την τύχη των χρημάτων τους. Έχει, λοιπόν, καταδειχθεί ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση περί ύπαρξης δικαιώματος των εναγόντων να εντοπίσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Περαιτέρω, υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης, το δημόσιο συμφέρον για την καταστολή της απάτης και του εγκλήματος υπερτερεί του τραπεζικού απορρήτου. Το Δικαστήριο δε έχει εξουσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα στηριζόμενο στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, προκειμένου να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα και τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία, όπως με λεπτομέρεια εκτέθηκαν στα προηγούμενα στάδια της απόφασης, κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η αίτηση εγκριθεί. Εκδίδονται, κατ΄ ακολουθία, διατάγματα ως το σύνολο της παραγράφου Α της αίτησης, με μόνη διαφορά ότι ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την επίδοση του διατάγματος. Τα διατάγματα εκδίδονται υπό τους ακόλουθους όρους: (α) Οι ενάγοντες θα αναλάβουν να αποζημιώσουν την καθ΄ ης η αίτηση τράπεζα για οποιαδήποτε ζημιά αυτή ήθελε υποστεί λόγω της συμμόρφωσής της με το παρόν διάταγμα. (β) Οι ενάγοντες θα αναλάβουν όπως καλύψουν την καθ΄ ης η αίτηση τράπεζα για οποιαδήποτε έξοδα αυτή ήθελε λογικώς υποστεί λόγω συμμόρφωσής της προς το διάταγμα. (γ) Οι ενάγοντες θα αναλάβουν όπως μη χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε έγγραφα και πληροφορίες ήθελαν αποκαλυφθεί στα πλαίσια του παρόντος διατάγματος για οποιοδήποτε σκοπό άλλο από τον εντοπισμό (tracing) των χρημάτων του. Το διάταγμα που καλύπτεται από την παράγρ. Β της αίτησης γίνεται απόλυτο και θα ισχύει μέχρι της πλήρους συμμόρφωσης της καθ΄ ης η αίτηση με το εκδοθέν διάταγμα που καλύπτεται από την παράγραφο Α της αίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, έχοντας κατά νου την επιτυχία των εναγόντων αφενός, αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παρουσιάζεται ως διάδικος η καθ΄ ης η αίτηση αφετέρου, κρίνω ότι η ορθότερη διαταγή είναι όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της. [Υπ.] ........... Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο