← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι τον Νίκο Αντωνίου, Ειδ. Πτωχ.: 2554/07, 21 Μαρτίου, 2008

Επί τοις αφορώσι τον Νίκο Αντωνίου, Ειδ. Πτωχ.: 2554/07, 21 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Ειδ. Πτωχ.: 2554/07 Επί τοις αφορώσι τον Νίκο Αντωνίου εξ ΄Εκτωρος 16, Παλλουριώτισσα Οφειλέτη Ημερομηνία: 21 Μαρτίου,

  1. ΄Ενορκη Δήλωση Οφειλέτη ημερ. 17-12-07 προς Ακύρωση Ειδοποίησης Πτώχευσης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Οφειλέτη - Αιτητή: κ. Κ. Κυριακόπουλος Για Πιστωτές - Καθ' ων: κ. Δ. Καλλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατόπιν μονομερούς αίτησης των Πιστωτών στις 4-12-07 εκδόθηκε ειδοποίηση πτώχευσης προς τον Οφειλέτη βάσει της απόφασης στην αγωγή υπ' αρ. 12098/01 που εκδόθηκε στις 7-9-
  2. Με την εν λόγω απόφαση ο Οφειλέτης διετάχθη να καταβάλει το ποσόν των Λ.Κ.68.773,19 πλέον τόκους και έξοδα. Μετά την επίδοση της ειδοποίησης ο Οφειλέτης καταχώρισε την υπό εξέτασιν ένορκη δήλωση ζητώντας την ακύρωση της, επικαλούμενος μεταξύ άλλων ότι: α) Η απόφαση στην αγ. 12098/01 δεν κατέστη τελεσίδικη και οριστική καθότι εφεσιβλήθηκε στην ολότητα της και η έφεση εξακολουθεί να εκκρεμεί. β) Εάν η έφεση του (αρ. 251/07) επιτύχει τότε η οφειλή του θα εξαφανιστεί και συνεπώς η ειδοποίηση πτώχευσης είναι πρόωρη αφού η οφειλή του τελεί υπό την αίρεση επικύρωσης της πρωτόδικης απόφασης από το Εφετείο. γ) Τα άρθρα 3

(1)(ζ) και 6
(4)του Περί Πτωχεύσεων Νόμου, Κεφ. 5 προϋποθέτουν την εξασφάλιση τελεσίδικης απόφασης, πράγμα που δεν ισχύει στην παρούσα. Στην ένορκη δήλωση επισυνάφθηκε και αντίγραφο της έφεσης (Τεκμήριο 1) για να καταδειχθεί - όπως εξήγησε στην αγόρευση του ο κ. Κυριακόπουλος - ότι δεν στερείται σοβαρότητος. Οι Πιστωτές, κατόπιν σχετικών οδηγιών, καταχώρισαν ένσταση στην ένορκη δήλωση για ακύρωση προβάλλοντας συνολικά οκτώ λόγους, μεταξύ των οποίων και ότι δεν προβάλλεται συγκεκριμένος λόγος για αναστολή ή απόρριψη της ειδοποίησης πτώχευσης. Στην συνοδεύουσα ένορκη δήλωση ο υπάλληλος των Πιστωτών κ. Α. Παπαπαρασκευάς προσθέτει ότι η ένορκη δήλωση για ακύρωση δεν συνάδει με τους κανονισμούς 40
(2)και
(3)και ότι ο Οφειλέτης έπρεπε να προχωρήσει με αίτηση για ακύρωση και όχι με την ένορκη δήλωση. Εν πάση περιπτώσει αρνείται ότι η άσκηση έφεσης καταργεί το δικαίωμα έκδοσης ειδοποίησης πτώχευσης, δεδομένου ότι δεν έχει ανασταλεί η εκτέλεση της επίδικης δικαστικής απόφασης. Νομική πτυχή Οι πράξεις πτωχεύσεως καταγράφονται εξαντλητικά στα υποεδάφια 3
(1)(α) έως 3
(1)(θ) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.
  1. Μια από αυτές είναι και η μη συμμόρφωση με επιδοθείσα, από τον Πιστωτή, Ειδοποίηση Πτώχευσης (άρθρο 3(α)(ζ) του Κεφ. 5). Στην παρούσα περίπτωση είναι παραδεκτό από τον Οφειλέτη πως του επιδόθηκε τέτοια ειδοποίηση στις 12-12-
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(ζ) διαπράττεται πράξη πτώχευσης στην περίπτωση κατά την οποία πιστωτής ο οποίος εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση, της οποίας η εκτέλεση δεν έχει ανασταλεί, επιδίδει στον οφειλέτη ειδοποίηση πτώχευσης και ο τελευταίος δεν συμμορφώνεται (εντός 7 ημερών) με τις απαιτήσεις της, ούτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταξίωση η οποία ισούται ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και την οποίαν δεν ήταν δυνατό να προβάλει στη διαδικασία κατά την οποία είχεν εξασφαλιστεί η τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Είναι προφανές λοιπόν από τα πιο πάνω πως απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης. Ο αντίστοιχος όρος στο αρχικό αγγλικό κείμενο του νόμου είναι «final judgment» και έχω την άποψη πως η απόδοση του στην Ελληνική γλώσσα σε «τελεσίδικη» είναι ατυχής και αδόκιμος, κυρίως επειδή στην Ελληνική νομική ορολογία ο όρος τελεσίδικη σημαίνει την δικαστική απόφαση που δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με έφεση είτε επειδή παρήλθε η προθεσμία είτε επειδή η ίδια είναι απόφαση Εφετείου. (Βλ. Μαθήματα Πολιτικής Δικονομίας, Κ. Μπέη, εκδ. 1984, σελ. 269). Θα ήταν λοιπόν προτιμότερο κατά τη γνώμη μου ο όρος «final Judgment» να αποδίδεται με τον όρο «τελική» ή «οριστική» απόφαση. Όπως και να έχουν όμως τα πράγματα το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί ακριβώς με την σημασία του άρθρου 3
(1)(ζ) και του συγκεκριμένου όρου στην υποθ. Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1255 στην οποίαν παρατέθηκαν αποσπάσματα από τις υποθέσεις Re Chinery, Ex p. Chinery
(1884)12 Q.B.D. 342 και Huntly (Marhioness) v. Gaskell
(1905)2 Ch. (C.A.) 656, αφού πρώτα διαπιστώθηκε ότι ο όρος «τελεσίδικη απόφαση» («final judgment») εμφανίζεται και στο άρθρο 4
(1)(g) του Παλαιού Αγγλικού Νόμου Bankruptcy Act, 1883 (αλλά και του νεώτερου Bankruptcy Act, 1914, άρθρο 1
(1)(g). To σχετικό απόσπασμα από την υπ. Huntly (ανωτ.) όπως αποδόθηκε στα Ελληνικά από το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ως εξής: «Όπου η λέξη «τελεσίδικη» χρησιμοποιείται, καθώς νομίζω, σε μερικές αυθεντίες σε σχέση με αποφάσεις, αντιλαμβάνομαι ότι αυτό δεν σημαίνει απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε έφεση, αλλά απλώς «τελεσίδικη» σε αντίθεση με την «ενδιάμεση». Κατά την γνώμη μου μια απόφαση δεν αποτελεί μικρότερο κώλυμα μεταξύ των μερών επειδή δυνατόν να ανατραπεί κατ' έφεση από την Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων.» Στην εν λόγω υπόθεση Οικονομίδης (ανωτ.) το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετώπισε ακριβώς το ίδιο επιχείρημα με αυτό που προέβαλε στην παρούσα ο κ. Κυριακόπουλος εκ μέρους του Οφειλέτη, ότι δηλαδή λόγω της άσκησης έφεσης η δικαστική απόφαση (βάσει της οποίας εκδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης) δεν είχε καταστεί τελεσίδικη όπως απαιτεί το άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5. Υιοθετώντας όμως τις αγγλικές αποφάσεις ανέφερε τα εξής: «Συμφωνούμε με την πιο πάνω ερμηνεία. Η καταχώριση έφεσης δεν έχει καταστήσει μη τελεσίδικη την απόφαση στην πιο πάνω αγωγή. Όπως και το ίδιο το άρθρο 3
(1)(ζ) προβλέπει μόνο με την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ο χρεώστης δεν διαπράττει πράξη πτωχεύσεως. Ο δεύτερος λόγος της έφεσης δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται». Είναι προφανές πως υιοθετήθηκε ερμηνεία η οποία συνάδει και με την πρώτη ερμηνεία που δίδει το λεξικό Merriam Webster´s Dictionary of Law, Εκδ. 1996, σελ. 194 που έχει ως εξής: "final: ending a court action or proceeding leaving nothing further to be determined by the court or to be done except execution of the judgment but not precluding appeal." O ευπαίδευτος συνήγορος του Οφειλέτη στην παρούσα διαφωνεί με την πιο πάνω κατάληξη. Θεωρεί ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έπρεπε να καθοδηγηθεί από τις νεώτερες υποθ. Re Noble
(1964)2 All E.R. 522 και Re a Debtor, ex parte Cobbs Property Services Ltd
(1995)3 All E. R.
  1. Στην πρώτη υπόθεση λέχθηκε πως ο Πρωτοκολλητής, παρότι είχε εξουσία να εκδώσει το διάταγμα παραλαβής («the receiving order") έπρεπε να αναβάλει την αίτηση εάν ικανοποιείτο ότι η εκκρεμής έφεση εναντίον της δικαστικής απόφασης από την οποίαν προέκυψε το χρέος ήταν καλόπιστη και στην δεύτερη υπόθεση κρίθηκε πως όταν η αίτηση πτώχευσης βασίζεται σε απόφαση εναντίον της οποίας εκκρεμεί έφεση ο Πρωτοκολλητής οφείλει να αναβάλλει την αίτηση πτώχευσης ενόσω εκκρεμεί η έφεση εάν ικανοποιηθεί ότι η έφεση είναι σοβαρή ή καλόπιστη υπό την έννοια ότι έχει πραγματική ουσία και δεν είναι εντελώς μη συζητήσιμη. Τα επιχειρήματα του κ. Κυριακόπουλου όπως προκύπτουν κατά τη γνώμη του από τις δύο πιο πάνω αποφάσεις συνοψίζονται στο εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα Fletcher: The Law of Bankruptcy, Α΄ έκδοση, σελ. 64-65: «Only when satisfied that the creditor is owed at least the statutory minimum amount should the court proceed to make a receiving order. The same principle applies when the debtor is in the course or appealing against a judgment which constitutes the basis of the petitioning creditor´s debt: if the appeal is successful the debt may be diminished or even extinguished, and therefore the court should not make a receiving order until the appeal has been determined, except in cases where the appeal appears to be wholly without merit or prospect of success». Οι εισηγήσεις όμως του κ. Κυριακόπουλου δεν μπορούν να γίνουν δεκτές επειδή:
  2. Η απόφαση στην αγ. 12098/01 βάσει της οποίας εκδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης είναι «τελεσίδικη» (final) εν τη εννοία του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5 και σύμφωνα με τη σημασία που απέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο στον όρο αυτό (βλ. υποθ. Οικονομίδης, ανωτέρω). 2. Η άσκηση έφεσης δεν αναστέλλει αυτομάτως το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης, η οποία παραμένει ισχυρή και διατηρεί την «τελεσιδικία» της μέχρι την τροποποίηση ή την ακύρωση της από το Εφετείο. ΄Επεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν αποστερείται των καρπών της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του (βλ. υπ. Χαραλάμπους ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 A.A.Δ 1978). Όπως ερμηνεύεται στο ίδιο το άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5 για τους σκοπούς του άρθρου αυτού οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο νομιμοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση θα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση.
  1. Η απόφαση για αναστολή προϋποθέτει ξεχωριστή αίτηση στα πλαίσια της αγωγής βάσει της Δ.35 Κ.18 και ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. (βλ. Χαραλάμπους, ανωτέρω). Στην παρούσα δεν έχει δοθεί αναστολή, άρα οι Πιστωτές είναι πρόσωπα που νομιμοποιούνται να εκτελέσουν και συνεπώς πιστωτές που εξασφάλισαν τελεσίδικη απόφαση.
  2. Το άρθρο 6 εδ.
(4)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου προνοεί όντως για την ευχέρεια του Δικαστηρίου, αν το θεωρεί ορθό, να αναστείλει ή απορρίψει την αίτηση πτώχευσης με τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης στις περιπτώσεις που η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι η μη συμμόρφωση προς ειδοποίηση πτώχευσης. Είναι σαφές δηλαδή πως αναφέρεται σε δυνατότητα αναστολής ή απόρριψης της αίτησης και όχι της ειδοποίησης όπως είναι η παρούσα περίπτωση. 5. Οι ίδιες οι αυθεντίες που παρέθεσε ο κ. Κυριακόπουλος αναφέρονται στην μη έκδοση του διατάγματος παραλαβής όταν εκκρεμεί έφεση. Το παρακάτω απόσπασμα από την υπ. Re a debtor, ex parte Cobbs Property Services Ltd (ανωτέρω) είναι σχετικό: «The matter came before another Court of Appeal in 1964, in Re Noble (a bankrupt), ex p. Bankrupt v Official Receiver
(1964)2 All E. R. 522
(1965)Ch 129, where the Court of Appeal were of opinion that Ex p. Yeatman was the proper test to be applied. The headnote sets it out
(1965)Ch 129 at 130): "Per curiam. Although the registrar has power to make a receiving order where the petitioner´s debt is the subject of a pending appeal , he ought not to exercise that power pending the appeal if satisfied that the appeal is bona fide". Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω συνάγεται πως το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία ούτε με βάση το άρθρο 3
(1)(ζ), ούτε με βάση το άρθρο 6
(4)του Κεφ. 5 να αναστείλει ή αναβάλει την ειδοποίηση πτώχευσης. Για την συγκεκριμένη πράξη πτώχευσης οι Πιστωτές έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής εντός 3 μηνών (σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(γ) του Κεφ. 5). Εάν το πράξουν προτού εκδικαστεί η έφεση του Οφειλέτη τότε ο τελευταίος θα έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναστολή ή αναβολή που ζητά σήμερα. Συνεπώς η ένορκη δήλωση προς ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Πιστωτών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η πράξη πτώχευσης θεωρείται ότι διεπράχθη σήμερα. (Υπ.) ............ Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.