← Κύπρος

Halcos Driving School Limited ν. Ιορδάνη Σαββίδη, Αρ. Αίτησης: 10319/03, 24/3/2008

Halcos Driving School Limited ν. Ιορδάνη Σαββίδη, Αρ. Αίτησης: 10319/03, 24/3/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 10319/03 Μεταξύ: Halcos Driving School Limited Ενάγουσας -και- Ιορδάνη Σαββίδη Εναγόμενου ------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24/3/2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Τσέλιγκας Για Εναγόμενο: κα Χατζηπροδρόμου ------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα υπόθεση αφορά ποσό ΛΚ60. Πρόκειται για ισόποσης αξίας επιταγή που είναι κοινά παραδεκτό ότι έκδωσε και παρέδωσε ο εναγόμενος προς όφελος των εναγόντων, οι οποίοι αποτελούν σχολή οδηγών. Η θέση του εναγόμενου είναι ότι η επιταγή εκδόθηκε λόγω ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης εκ μέρους των εναγόντων. Καταγράφονται οι λεπτομέρειες στην παράγραφο 6 της υπεράσπισης και ουσιαστικά περικλείονται στην παράγραφο 6(γ)-(η). Ειδικότερα ότι οι ενάγοντες ζήτησαν το ποσό των ΛΚ60 ως απαραίτητη προϋπόθεση για να παρακαθίσει σε εξετάσεις για άδεια οδηγού η σύζυγος του εναγόμενου και ότι το ποσό αυτό συνιστά φορολογία της κυβέρνησης. Ως αποτέλεσμα της δόλιας αυτής συμπεριφοράς των εναγόντων εκδόθηκε η επίδικη επιταγή στις 12.7.03, λίγο πριν την εξέταση της συζύγου του εναγόμενου. Οι ενάγοντες στην απάντησή τους αρνούνται τα περί ψευδών παραστάσεων και αναφέρουν ότι το ποσό των ΛΚ60 ήταν η συμφωνηθείσα και εύλογος αμοιβή των εναγόντων για την παρουσίαση της συζύγου του εναγόμενου στην εξέταση για την άδεια οδηγού με το κατάλληλα διαμορφωμένο εκπαιδευτικό τους όχημα. Έτσι και στη βάση των πιο πάνω δικογραφημένων θέσεων, το βάρος απόδειξης μεταφέρθηκε στον εναγόμενο και οι δικηγόροι με κοινή τους δήλωση συμφώνησαν ότι ο εναγόμενος θα ξεκινούσε πρώτος την υπόθεσή του (Vasos Charalambides Ltd v. Ψαρά, 2000, 10518). Θεωρώ κατάλληλο και πριν προχωρήσω να αναφερθώ από τώρα, σε συντομία, στη νομική πτυχή του θέματος. Επί συναλλαγματικών, και σημειώνω η επιταγή, σύμφωνα με το άρθρο 73 του Κεφ. 262, θεωρείται συναλλαγματική εκδομένη επ΄ ονόματι τραπεζίτη και πληρωτέα ανάλογα (Hermes Insurance v. Theodorides

(1983)1 CLR 333), οι υπερασπίσεις είναι περιορισμένες και σύμφωνα με τη Δ.21 θ.3 η επιταγή προσβάλλεται μόνο αν υπάρχει ισχυρισμός που αφορά είτε την έκδοση, είτε στην ετοιμασία, την αποδοχή ή ειδοποίηση μη πληρωμής της. Σε κάθε, βέβαια, περίπτωση επιταγή μπορεί να προσβληθεί και για δόλο, ακυρότητα ή έλλειψη αντιπαροχής. Το άρθρο 30
(2)του Κεφ. 262 είναι σχετικό καθώς και οι υποθέσεις Nova Knit ltd v. Kammgarn Spinnerei Gmbh
(1977)2 All ER 463 και Robust Trading Co Ltd v. Λεωνίδα
(1996)1 ΑΑΔ 304. Η κατάρριψη του μαχητού τεκμηρίου ότι ο κάτοχος της συναλλαγματικής έδωσε αντιπαροχή για την έκδοση της, βαρύνει τον εκδότη ή αυτόν που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής. (Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 ΑΑΔ 991, Halsbury΄s Laws Of England, 3η εκδ. σελ.175 παρ.290-291). Να υπομνήσω ακόμα το σχόλιο που έγινε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Μιχαηλίδη
(1999)1 ΑΑΔ 2058 ότι σε αξίωση επί συναλλαγματικής δεν υπάρχει λόγος μεταξύ των άμεσα εμπλεκόμενων να μην συνενώνεται στην απαίτηση και η αντιπαροχή. Στην παρούσα υπόθεση το θέμα της αντιπαροχής ηγέρθη από τον εναγόμενο και ως εκ τούτου κατέστη επίδικο, μεταφέροντας μάλιστα το βάρος στους ώμους του. Ήταν η θέση του εναγόμενου, που κατέθεσε ενόρκως, ότι έκδωσε την επιταγή γιατί του ζήτησε το ποσό αυτό ο Μιχάλης Χάλκος κατά το τελευταίο μάθημα, την προηγούμενη ημέρα των εξετάσεων της συζύγου του για να πάρει την άδεια οδηγού. Του είπε ότι, ως απαραίτητη προϋπόθεση για να παρακαθίσει η γυναίκα του στις εξετάσεις, έπρεπε να πληρώσει ΛΚ
  1. Ανέφερε, ο Χάλκος, το λόγο αυτό στη γυναίκα του αλλά και στον ίδιο τηλεφωνικώς. Του είπε ότι υπάρχει σχετική κυβερνητική φορολογία που επιβάλλει αυτό το ποσό για να μπορέσει κάποιος να παρακαθίσει σε εξετάσεις. Η γυναίκα του έμεινε έκπληκτη γιατί έκαμε μαθήματα από το Μάιο και τον ρώτησε πώς είναι δυνατόν, αφού ήδη πλήρωσαν στην κυβέρνηση ΛΚ6 για το τεστ και ΛΚ15 για επίσπευση. Ο Χάλκος προχώρησε παραστατικά και της εξήγησε ότι αυτό είναι γεγονός που συμβαίνει στην Κύπρο εδώ και χρόνια. Του είπε η σύζυγός του γιατί να μην πληρώσει η ίδια απευθείας το ποσό αυτό και ο Χάλκος της είπε με κάθε λεπτομέρεια ότι το πληρώνει η σχολή οδηγών γιατί παίρνουν σχετική κατάσταση λογαριασμού από την κυβέρνηση. Ακολούθως του τηλεφώνησε η γυναίκα του και τον ενημέρωσε. Πήρε ο ίδιος το Χάλκο και του είπε ακριβώς τα ίδια. Του είπε ότι έκαμε και ο ίδιος τεστ πριν 10 χρόνια και δεν πλήρωσε τίποτε και ο Χάλκος του είπε ότι ήταν διαφορετικά τα πράγματα τότε, και αν δεν πάρει τις ΛΚ60 η γυναίκα του δεν θα καθόταν το τεστ. Δεν είχε επιλογή, η γυναίκα του ήταν και 7 μηνών έγκυος και ήταν και Σάββατο. Του είπε ακόμα ο Χάλκος ότι θα έπαιρνε στο μέλλον κατάσταση με το όνομα της συζύγου του και των άλλων εξετασθέντων για τη φορολογία των ΛΚ
  2. Η πληρωμή έγινε με την επίδικη επιταγή το πρωί της 12.7.03 στο εξεταστικό κέντρο Λατσιών χωρίς να του εκδώσει απόδειξη. Παρόλο που είχε κάποια υποψία, επειδή ήταν Σάββατο δεν μπορούσε να το διερευνήσει. Τη Δευτέρα το πρωί τηλεφώνησε του κ. Γιαννικούρη, αρχιεπιθεωρητή, και του εξήγησε εκφράζοντας παράπονο. Ο Γιαννικούρης του είπε ότι έχει απόλυτο δίκαιο. Είπε του Γιαννικούρη ότι απαίτησαν ΛΚ60 για κυβερνητική φορολογία και αυτός του είπε ότι σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια φορολογία και ότι πρόκειται για μάστιγα που μαστίζει τον τομέα αυτό και τον κάλεσε να κάμει καταγγελία. Διασταύρωσε τις πληροφορίες με αρμόδιο λειτουργό στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Του είπε το παράπονό του και ο λειτουργός του επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε τέτοια φορολογία, και τον παρακάλεσε να κάμει επίσημη καταγγελία στον αρμόδιο φορέα. Μετά σταμάτησε την πληρωμή της επιταγής γιατί ξεγελάστηκε. Η σύζυγός του κάθισε εξετάσεις με το αυτοκίνητο των εναγόντων και δεν τους ανέφεραν ότι υπάρχει κόστος επειδή θα κάμει το τεστ με το αυτοκίνητο της εταιρείας. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι πλήρωναν ΛΚ10 το μάθημα. Αρνήθη ότι την προηγούμενη των εξετάσεων του ζητήθηκε το ποσό αυτό γιατί αφορούσε αμοιβή για την παρουσίαση και την εξέταση της συζύγου του. Ήταν η θέση του ότι αυτός τηλεφώνησε στο Χάλκο σε ένδειξη διαμαρτυρίας σε αυτά που είπε της γυναίκας του, δηλαδή να πληρώσει ΛΚ60 για φορολογία. Ήταν ακόμα η θέση του ότι ο Χάλκος δεν του είπε ότι οι ΛΚ60 ήταν χρέωση για την παρουσίαση της συζύγου του. Αντίθετα επέμενε ότι εξαπατήθηκαν με αυτά που τους είπε ο Χάλκος. Αν του ζητούσε ΛΚ60 για την παρουσίαση της συζύγου του δεν θα τον πλήρωνε για 15 λεπτά, δεδομένου ότι χρέωνε ΛΚ10 την ώρα το μάθημα. Επέμενε σε σχετικές υποβολές ότι ο Χάλκος τους είπε για φορολογία, και δεν έχει σχέση η μη πληρωμή της επιταγής με το γεγονός ότι η γυναίκα του δεν πέρασε τις εξετάσεις. Παρόλο που απογοητεύτηκε για την αποτυχία της συζύγου του στις εξετάσεις, δεν σταμάτησε την πληρωμή της επιταγής γι΄ αυτό το λόγο. Στον εξεταστή δεν έκφρασε παράπονο για τη φορολογία, αλλά έκφρασε παράπονο τη Δευτέρα το πρωί του Γιαννικούρη που είναι μάστρος. Δεν θεώρησε σωστό εκείνη τη στιγμή που η γυναίκα του έκλαιε και ήθελε να πάει σπίτι να εκφράσει παράπονο για τη φορολογία στον εξεταστή. Επανεξεταζόμενος ανέφερε πως ποτέ δεν του είπαν ότι χρεώνουν ΛΚ60 για τη χρήση του αυτοκινήτου κατά την εξέταση. Ο Θεοφάνης Γιαννικούρης κατέθεσε ότι ήταν υπεύθυνος του Επαρχιακού Γραφείου Εξεταστών Οδηγών Λευκωσίας μέχρι το
  3. Θυμάται χαρακτηριστικά ότι ήταν παραμονή της επετείου του πραξικοπήματος και πήγε μια αλλοδαπή κοπέλα και υπεβλήθη σε εξέταση. Μετά από κάποιες ώρες του τηλεφώνησε κάποιος κύριος και του είπε ότι ήταν ο σύζυγος της κοπέλας και ζήτησε να ενημερωθεί κατά πόσο θα πρέπει να πληρώσει στη σχολή οδηγών ΛΚ60 το οποίο, ως του ανέφερε, το ζήτησε ο εκπαιδευτής για την κυβέρνηση ως χρέωση που επιβάλλεται στους εξεταζόμενους και ότι τα εισπράττουν οι εξεταστές για λογαριασμό της κυβέρνησης. Του είπε ότι κανένας δεν εισπράττει για την κυβέρνηση παρά μόνο τα ταμεία που εκδίδουν αποδείξεις. Εξήγησε ακόμα ότι ένας εξεταζόμενος μπορεί να πάει για εξέταση με το δικό του αυτοκίνητο, εφόσον πληρεί κάποιες προϋποθέσεις καθώς και με τα εκπαιδευτικά αυτοκίνητα. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι υπάρχουν αρκετοί που πάνε για εξέταση με τα δικά τους αυτοκίνητα, αλλά η πλειοψηφία πηγαίνει με τα εκπαιδευτικά, γιατί το κοινό δεν το γνωρίζει αυτό. Παρόλο που δεν τους αφορά, οι σχολές δικαιούνται να χρεώσουν για τη χρήση των αυτοκινήτων τους κατά την εξέταση και εξ όσων γνωρίζει συνηθίζουν να χρεώνουν για τις υπηρεσίες αυτές. Είπε του κυρίου που του τηλεφώνησε μήπως είναι παρεξήγηση, ο οπίος να σημειωθεί δεν του ανέφερε το όνομα της σχολής. Ο Μιχάλης Χάλκος (ΜΥ1) ένας εκ των διευθυντών των εναγόντων κατέθεσε γραπτή δήλωση. Σε συντομία κάνει αναφορά στα εκπαιδευτικά μαθήματα οδηγού που παρέδωσε στη σύζυγο του εναγόμενου και ότι μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων υποβλήθηκε αίτηση από τη σύζυγο του εναγόμενου για εξέταση προς έκδοση άδειας οδηγού που ορίστηκε τη 12.7.
  4. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η αμοιβή για την παρουσίαση στην εξέταση με κατάλληλα διαμορφωμένο εκπαιδευτικό όχημα των εναγόντων ήταν σύμφωνα και με σχετικό κατάλογο αναρτημένο στα γραφεία τους στο ποσό των ΛΚ
  5. Την προηγούμενη της εξέτασης, η γραμματέας της εταιρείας τηλεφώνησε στη σύζυγο του εναγόμενου και της υπενθύμισε ότι θα έπρεπε να καταβάλει την πιο πάνω αμοιβή των ΛΚ
  6. Στη συνέχεια την ίδια ημέρα επικοινώνησε μαζί του ο εναγόμενος για να του αναφέρει ότι η χρέωση των ΛΚ60 ήταν υπερβολική. Του ανέφερε ότι η ξεχωριστή αυτή χρέωση υπήρχε ανέκαθεν και ότι όλες οι σχολές χρεώνουν. Ουδέποτε του είπε περί είσπραξης εκ μέρους κυβερνητικής υπηρεσίας, αλλά ότι το ποσό αυτό όπως και όλα τα ποσά που εισπράττουν περιλαμβάνουν και ΦΠΑ που το καταβάλλουν αργότερα στις αρμόδιες υπηρεσίες. Ο εναγόμενος, τελικά, αποδέχτηκε το ποσό των ΛΚ60 και ζήτησε να του παράσχουν τη συγκεκριμένη υπηρεσία. Λίγο πριν την εξέταση εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και ακολούθως η σύζυγός του εξετάστηκε από εξεταστή με το αυτοκίνητο των εναγόντων. Η σύζυγός του τελικά απέτυχε την εξέταση και όταν την 16.7.03 κατέθεσε την επιταγή στις 18.7.03 επιστράφηκε απλήρωτη γιατί ο εκδότης σταμάτησε την πληρωμή της. Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου περί κυβερνητικών υπηρεσιών είναι παντελώς ψευδείς και οι τιμές είναι ανηρτημένες στα γραφεία της εταιρείας και η γραμματέας τους, δίνει πληροφορίες σε όποιο ενδιαφερθεί να μάθει πόσα στοιχίζουν οι υπηρεσίες που παρέχουν. Δεν είχε κανένα λόγο να επινοήσει και να καταφύγει σε ψέματα για να δικαιολογήσει τις χρεώσεις, αλλά ανέφερε την αλήθεια στον εναγόμενο για τις χρεώσεις τους. Όλα αποτελούν εκ των υστέρων κατασκευάσματα του εναγόμενου που εξακολουθεί να οφείλει το ποσό της επιταγής. Πρόσθεσε επίσης, σε ερωτήσεις του δικηγόρου του, ότι σήμερα η χρέωση είναι ΛΚ12 το μάθημα και ΛΚ70 η παρουσίαση του μαθητευόμενου. Για τις χρεώσεις είχαν αυτοκόλλητα μέσα και έξω από το αυτοκίνητο που έγραφε πόσα είναι το μάθημα και πόσα η παρουσίαση στις εξετάσεις (Τεκμήριο 3). Υπήρχε το αυτοκόλλητο και κατά το χρόνο που έκαμνε μαθήματα η σύζυγος του εναγόμενου και πρόκειται για χρεώσεις του Συνδέσμου τους. Αυτός παρουσίασε τη σύζυγο του εναγόμενου στην εξέταση. Μετά που τέλειωσε η εξέταση η σύζυγος του μπήκε στο γραφείο του εξεταστή για να εκδοθεί το αποτέλεσμα. Μετά από λίγα λεπτά άκουσε αναστάτωση στα γραφεία των εξεταστών. Βγήκε η σύζυγος του αναστατωμένη και έκλαιε γιατί απέτυχε στην εξέταση. Διάβασε το αποτέλεσμα, γιατί βγαίνει γραπτώς, και έγραφε ότι προσπάθησε να περάσει με κόκκινο φως. Η συμπεριφορά του εναγόμενου και της συζύγου του ήταν έξαλλη. Έτρεχαν στα γραφεία των εξεταστών, φώναζαν και έψαχναν προϊστάμενο και ήταν αναστατωμένοι. Όταν πήγε να εισπράξει την επιταγή ανακάλυψε ότι έγινε stop payment. Η ουσία, όπως το έθεσε, ήταν πως πριν πάει για εξέταση γνώριζαν τη χρέωση και τον πλήρωσαν και όταν ο εναγόμενος είδε ότι δεν πέρασε η σύζυγός του και παρά τις προσπάθειές του με τον προϊστάμενο δεν έγινε τίποτε, αποφάσισε και σταμάτησε την πληρωμή της επιταγής. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν έκδωσε απόδειξη για την επιταγή. Εκδίδεται απόδειξη, στο γραφείο, από τη γραμματέα τους, άμα πληρωθούν. Όταν τελειώσει η εξέταση, ο εκπαιδευτής παίρνει το βιβλίο του στη γραμματέα που βλέπει τι έκαμε την ημέρα, μαθήματα ή εξετάσεις, περνά τις κάρτες των μαθημάτων και αν πάει εξέταση εξοφλά και βγάζει απόδειξη. Στην περίπτωση των επιταγών περιμένουν πρώτα η επιταγή να είναι εντάξει. Ούτε και για τα μαθήματα έκδιδε αποδείξεις όταν η σύζυγος του εναγόμενου τον πλήρωνε τις ΛΚ
  7. Η εξέταση διαρκεί 45 λεπτά και η χρέωση είναι περισσότερη από τα μαθήματα. Η σύζυγος του εναγόμενου γνώριζε την ημερομηνία εξέτασης και συμφώνησαν να πάρει το αυτοκίνητο για να την παρουσιάσει στην εξέταση. Δεν της είπε ότι είχε δικαίωμα, αν ήθελε, να πάει με το δικό της αυτοκίνητο και στην παρούσα περίπτωση η σύζυγος του εναγόμενου έλαβε υπηρεσίες από κοντά τους. Αν τους πουν ότι θέλουν θα παν με το δικό τους αυτοκίνητο, τότε τους εξηγούν ότι απαιτείται επιπλέον καλυπτική ασφάλιση. Το 99% των πελατών ζητούν να είναι μαζί τους και στο τεστ αλλά δεν επιτρέπεται. Ήταν η θέση του ότι πληροφορήθηκε η σύζυγος του εναγόμενου για το λογαριασμό της και ότι η εξέταση χρεώνεται. Αρνήθη ότι της είπε ότι το ποσό των ΛΚ60 ήταν κυβερνητική φορολογία και πρώτη φορά άκουσε ότι είπε του εναγόμενου ότι η πληρωμή στις αρμόδιες αρχές θα γίνει όταν το κράτος εκδώσει κατάσταση λογαριασμού. Τα περί αμοιβής και παρουσίασης στην εξέταση δεν αποτελούν υστερόβουλους ισχυρισμούς του και οι σχολές χρεώνουν για την παρουσίαση και το γράφουν και επί των αυτοκινήτων. Τους ενημέρωσε και ο ίδιος όταν έκαμαν το τελευταίο μάθημα. Η σύζυγος του εναγόμενου δεν του είπε τίποτε για τη χρέωση και συμφώνησαν την ώρα και την ημερομηνία που θα πήγαιναν για την εξέταση. Δεν τους αναγκάζουν να πάνε μαζί τους στην εξέταση, όλοι αυτό ζητούν, και έτσι έγινε και με την περίπτωση της συζύγου του. Εξήγησε και του εναγόμενου ότι πρόκειται για χρέωση της εταιρείας και αποδέχτηκε και πήγε για εξέταση την επομένη. Ο κατάλογος των τιμών είναι μεγάλος και δεν τον βάζουν μέσα στο αυτοκίνητο και γι΄ αυτό έχουν τα αυτοκόλλητα. Την ημέρα της εξέτασης ο εναγόμενος ήλθε με έτοιμη την αμοιβή γιατί γνώριζε το ποσό. Σε υποβολή ότι η επιταγή εκδόθηκε γιατί ανέφερε στον εναγόμενο και τη σύζυγό του ότι αφορούσε κυβερνητική φορολογία, απάντησε ότι αυτά είναι ιστορίες του εναγόμενου που δεν θέλει να πληρώσει γιατί δεν πέρασε το τεστ. Διερωτήθη ποια είναι η απάτη που έκαμε αφού ο εναγόμενος πήρε την υπηρεσία, πλήρωσε και επειδή δεν πέρασε το τεστ, θεωρεί ότι τον ξεγέλασαν. Στο τέλος της υπόθεσης και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε γραπτές αγορεύσεις. Κάνουν εκτεταμένη αναφορά στη μαρτυρία και αναφέρουν τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να γίνει πιστευτή και κατά συνέπεια αποδεκτή η μαρτυρία της αντίστοιχης πλευράς. Όπου χρειαστεί πιο κάτω θα γίνει ειδικότερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις των δύο πλευρών. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, να αναφέρω ότι ως λέχθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή τόσο τον εναγόμενο όσο και τον ενάγοντα όταν κατέθεταν ενώπιόν μου και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας έλαβα υπόψη μου τους πιο πάνω παράγοντες, αλλά και τα γενικότερα στοιχεία που αναγνωρίζει η νομολογία ως συνιστώντες παραμέτρους αξιολόγησης ενός μάρτυρα, σε συνάρτηση βέβαια με τα διάφορα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Η εντύπωση που αφήνει βέβαια ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο, δεν μπορεί να είναι αποσυνδεδεμένη και απομονωμένη από τα λεγόμενά του και της ουσίας των ισχυρισμών του. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και της αντιπαραβολής της με την υπόλοιπη μαρτυρία στη βάση της κοινής λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας. Είναι ακόμα σημαντικό να λεχθεί, ως καλά γνωστή και πάγια αρχή (Αθανασίου ν. Reana Manufacturing & Trading Co Ltd κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1635) ότι η δικογραφία αποτελεί το θεμέλιο της δίκης και το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Είναι νομολογημένο ότι οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή της απαίτησης, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα, απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής (Αθανασίου ανωτέρω). Στην υπόθεση Latifundia Properties Ltd v. Ψάκη κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 670, υπεδείχθη ότι είναι ανεπίτρεπτη η επίλυση θεμάτων που δεν είναι επίδικα και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ζητήματα που δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Στη βάση των πιο πάνω αρχών, και έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του. Έτσι, και ακολουθώντας τη σειρά των γεγονότων όπως ο ίδιος τα εξέθεσε, συνάγεται ότι η ημέρα των εξετάσεων για την άδεια οδηγού της συζύγου του ήταν Σάββατο. Ήδη από την προηγούμενη, την Παρασκευή, γνώριζε ότι θα έπρεπε να πλήρωνε το ποσό των ΛΚ
  1. Παρόλο που είχε, ως εξήγησε, κάποια υποψία επί τούτου, επικαλούμενος το γεγονός ότι ήταν Σάββατο δεν προέβη σε έρευνα. Αντεξεταζόμενος γιατί δεν έκαμε παράπονο στον εξεταστή για το ζήτημα των ΛΚ60 η απάντησή του ήταν ότι το έκαμε τη Δευτέρα στον μάστρο και δεν ήθελε την ώρα που έκλαιε η σύζυγός του να κάμει παράπονο. Το ζήτημα όμως που τίθεται εδώ αλλά και το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί να κάμει παράπονο μετά τα αποτελέσματα των εξετάσεων και όχι από πριν. Το λογικό θα ήταν αφού είχε υποψίες και αμφιβολίες για την καταβολή των ΛΚ60 το καταλληλότερο και αρμοδιότερο άτομο να εκφράσει το παράπονό του ήταν ο εξεταστής ή, για να το θέσω διαφορετικά, είχε όλο το χρόνο και κάθε ευκαιρία να διερευνήσει με τον εξεταστή αν όντως υπάρχει τέτοια φορολογία πριν, μάλιστα, την εξέταση. Δεν ετίθετο θέμα "μάστρου" αφού το θέμα ήταν απλούστατο και προφανώς ούτως ή άλλως οποιοσδήποτε εκπρόσωπος του Τμήματος Οδικών Μεταφορών θα μπορούσε να του διευκρινίσει και να του δώσει όσες πληροφορίες ήθελε. Και ο εξεταστής ήταν και το καταλληλότερο πρόσωπο. Άλλωστε υπήρχε και προστάμενος των εξεταστών, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Χαλκού που ο εναγόμενος έκαμε παραστάσεις για την απόρριψη της συζύγου του. Οπότε κάλλιστα μπορούσε να αποταθεί σε αυτόν. Ούτε και μπορώ να αντιληφθώ γιατί θα έπρεπε να αναμένει πρώτα τα αποτελέσματα των εξετάσεων και μετά να διερευνήσει το θέμα. Γιατί δηλαδή θα έπρεπε να εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα της εξέτασης η διερεύνηση του θέματος. Ούτε και αποτελεί εξήγηση ότι δεν το θεώρησε σωστό, έστω και εκ των υστέρων, επειδή η σύζυγός του έκλαιε. Αν είχε αμφιβολίες περί του λόγου που πλήρωσε, το καλύτερο που είχε να κάμει ήταν να ερωτήσει τον εξεταστή ή τον προιστάμενο πριν την εξέταση. Οι απαντήσεις και οι εξηγήσεις του εναγόμενου κρίνω πως δεν συνάδουν με τη λογική. Το γεγονός ότι ήταν Σάββατο, καθόλου δεν τον εμπόδιζε, αν ήθελε και αν όντως είχε υποψία, να ρωτήσει τους εξεταστές και μάλιστα πριν την εξέταση. Και όμως δεν το έπραξε, αφήνοντας το θέμα να πλανάται μετέωρο και την εκδοχή του έκθετη. Τηλεφώνησε όμως τη Δευτέρα στο ΜΕ2, τότε Αρχιεπιθεωρητή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Πριν αναφερθώ στο μάρτυρα αυτό, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στη μαρτυρία του εναγόμενου. Ήταν η θέση του ότι ο ΜΕ2 του είπε ότι έχει απόλυτο δίκαιο, δεν υπάρχει τέτοια φορολογία και ότι πρόκειται για μάστιγα που μαστίζει τον τομέα και τον κάλεσε να κάμει καταγγελία. Μίλησε, ως κατέθεσε, και με ακόμα ένα Λειτουργό του Τμήματος που του είπε και αυτός τα ίδια και τον παρακάλεσε μάλιστα και αυτός να κάμει καταγγελία. Δύο αρμόδιοι Λειτουργοί, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, τον κάλεσαν να κάμει καταγγελία και παρόλα αυτά δεν έκαμε καμιά καταγγελία, ούτε και έπραξε οτιδήποτε άλλο προς αυτή την κατεύθυνση. Και αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, ορθώς του είπαν να κάμει καταγγελία. Και όφειλε να καταγγείλει αμέσως το γεγονός αυτό. Όμως αντί να το καταγγείλει, το μόνο που έκαμε ήταν να σταματήσει, μέσω της τράπεζάς του, την πληρωμή της επιταγής. Ενώ το λογικό θα ήταν, ενόψει των όσων ο ίδιος κατέθεσε, το πρώτο που θα έπρεπε να κάμει ήταν να προβεί αμέσως σε γραπτή καταγγελία, ώστε να δώσει αν μη τι άλλο και κάποια υπόσταση στον ισχυρισμό του. Και ενδεχομένως να διερευνηθεί το όλο ζήτημα και από τα αρμόδια όργανα. Επιπλέον, και κρίνω πως και αυτό είναι σημαντικό, δεν έκαμε και κάποια ενέργεια προς την πλευρά των εναγόντων. Δεν τους απέστειλε κάποια επιστολή διαμαρτυρίας και να παραθέσει τα γεγονότα και τους λόγους που τον ώθησαν να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής. Ούτε, τέλος, έλαβε κάποιο δικαστικό μέτρο για διασφάλιση των δικαιωμάτων του, αφού οι ενάγοντες ή και ο ΜΥ1 τον ξεγέλασαν, παρά μόνο μετά την αγωγή που ηγέρθη εναντίον του πρόβαλε τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Οι πιο πάνω σημαντικές, φρονώ, παραλείψεις του εναγόμενου δημιουργούν ρήγματα στην αλήθεια των ισχυρισμών του αλλά και στην αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι πως ο ΜΕ2, ο οποίος να σημειώσω ότι άφησε άριστες εντυπώσεις στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του γίνεται ανεπιφύλακτα αποδεκτή, πέραν του ότι ο εναγόμενος του τηλεφώνησε και του ανέφερε τα περί κυβερνητικής φορολογίας, τίποτε από όσα άλλα κατέθεσε δεν τον επιβεβαίωσε. Έτσι για παράδειγμα δεν τον επιβεβαίωσε ότι του είπε ότι πρόκειται για μάστιγα και ότι έχει απόλυτο δίκαιο, ούτε και ανέφερε ότι του ζήτησε να κάμει καταγγελία. Αντίθετα εκείνο που κατέθεσε ήταν ότι του είπε μήπως επρόκειτο για παρεξήγηση. Και να παρεμβάλω εδώ πως επειδή ο εναγόμενος είπε του ΜΕ2 περί χρέωσης της Κυβέρνησης, αυτό δεν σημαίνει ότι δίνει υπόσταση στους ισχυρισμούς του, ούτε και βεβαίως αποτελεί επιβεβαίωση των ισχυρισμών του από κάποια άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία. Αντίθετα οι παραλείψεις του εναγόμενου που έχω ήδη αναφερθεί αποδυναμώνουν εντελώς την αξία αλλά και το ειδικό βάρος των ισχυρισμών του. Το γεγονός ότι ο ΜΥ2 δεν τον βεβαίωσε ότι του είπε να κάμει καταγγελία, δημιουργεί πρόσθετα κενά και ερωτηματικά στην εκδοχή του εναγομένου. Και αυτό με την έννοια ότι το μόνο που μπορεί να συναχθεί είναι ότι τα περί καταγγελιών, που εν πάσει περιπτώσει δεν έγιναν, αλλά και τα περί μάστιγας και ότι έχει απόλυτο δίκαιο, κρίνονται ότι λέχθηκαν από τον εναγόμενο απλώς και μόνο για να προσδώσουν περισσότερη έμφαση στον ισχυρισμό του και τίποτε περισσότερο. Εντάσσονται ακριβώς σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανυποστήρικτων θέσεων και εντυπωσιασμού. Εδώ κρίνω κατάλληλο να παρεμβάλω τη μαρτυρία του ΜΕ
  2. Την έχω βέβαια παραθέσει και δεν θα την επαναλάβω, αλλά θα υπογραμμίσω μερικά σημεία. Το πρώτο, που βεβαιώνεται και από το ΜΕ2, είναι ότι έχουν το δικαίωμα να χρεώνουν για τη χρήση του αυτοκινήτου που παρέχουν κατά την εξέταση. Η χρέωση, σύμφωνα με το ΜΕ1, ήταν τον επίδικο χρόνο ΛΚ
  3. Το ύψος της χρέωσης να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε. Το δεύτερο αφορά το γεγονός ότι η χρέωση αυτή, μαζί με τις υπόλοιπες χρεώσεις, είναι από το σύνδεσμό τους και είναι αναρτημένες στα γραφεία τους. Και ακόμα ότι υπάρχουν αυτοκόλλητες οι χρεώσεις μέσα και έξω από τα αυτοκίνητα, το Τεκμήριο 3 είναι σχετικό, και έτσι ο μαθητευόμενος οδηγός γνωρίζει από πριν όλες τις σχετικές χρεώσεις. Η μαρτυρία ειδικά επί των αυτοκόλλητων χρεώσεων μέσα και έξω από το αυτοκίνητο δεν αμφισβητήθηκε με αντίθετη προς τούτο μαρτυρία. Η μόνη που θα μπορούσε να δώσει ειδικά επί τούτου μαρτυρία, αλλά και επί διαφόρων άλλων θεμάτων που ανέφερε ο εναγόμενος, ήταν η σύζυγός του που ήταν η ενδιαφερόμενη εκπαιδευόμενη οδηγός, πλην όμως δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Ως ακόμα ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί το μέρος της μαρτυρίας του Χάλκου που κατέθεσε ότι η γραμματέας τους τηλεφώνησε στην σύζυγο του εναγομένου την προηγούμενη της εξέτασης και της υπενθύμισε για την χρέωση, αρνούμενος, σε σχετική υποβολή, ότι της είπε για Κυβερνητική φορολογία. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί και για τον κατάλογο των χρεώσεων που σύμφωνα με το Χάλκο ήταν αναρτημένες και στα γραφεία τους. Η σύζυγος του εναγόμενου δεν έδωσε μαρτυρία και να αντεξεταστεί επί των πιο πάνω θεμάτων που κατέθεσε ο ΜΕ1, τα οποία και παρέμειναν αναντίλεκτα. Από όσα έχουν παρατεθεί συνάγεται και εξάγεται ανάλογο εύρημα, ότι οι ενάγοντες είχαν κάθε δικαίωμα να χρεώνουν για τη χρήση του αυτοκινήτου τους και η χρέωση κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ΛΚ
  4. Τούτων δοθέντων, το κρίσιμο και καίριο κατά την άποψη του Δικαστηρίου, αλλά και εύλογο ερώτημα που τίθεται, είναι για ποιο λόγο ο ΜΕ1 να πει του εναγόμενου ότι η χρέωση αυτή ήταν για κυβερνητική φορολογία. Γιατί δηλαδή θα έπρεπε να του πει ψέματα και να τον εξαπατήσει, αφού σε τελική ανάλυση πρόκειται για μια νόμιμη αμοιβή γνωστή στους εκπαιδευόμενους, που ούτως ή άλλως τη γνώριζαν, αφού ο τιμοκατάλογος, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης χρέωσης, ήταν σε αυτοκόλλητη μορφή εντός και εκτός του αυτοκινήτου. Και προσθέτω εδώ πως σε κάθε περίπτωση επρόκειτο για μια αμοιβή για παρασχεθείσα υπηρεσία. Την οποία να υποδείξω ότι η σύζυγος του εναγόμενου την έλαβε αφού πήγε στην εξέταση με το αυτοκίνητο των εναγόντων. Και όχι μόνο την έλαβε, αλλά ήδη από την προηγούμενη ημέρα, τόσο η σύζυγός του όσο και ο ίδιος, γνώριζαν τόσο για την χρέωση όσο και για το ύψος της. Από την άλλη ο εναγόμενος κατέθεσε ότι αν γνώριζε ότι θα κατέβαλλε ΛΚ60 για 15 λεπτά δεν θα πλήρωνε, αντιπαραβάλλοντας τις ΛΚ10 που πλήρωναν για μια ώρα μαθήματος. Ήγειρε δηλαδή θέμα για το ύψος της αμοιβής. Βέβαια ο Χάλκος κατέθεσε πως ο χρόνος είναι 45 λεπτά, πλην όμως δεν είναι αυτή η ουσία ούτε και το ζητούμενο. Και ο λόγος είναι γιατί δεν εγείρεται εδώ ως υπεράσπιση το εύλογο της αμοιβής, αλλά ότι παραπλανητικά και με απάτη ο ΜΕ1 απέσπασε, στην ουσία, το ποσό των ΛΚ60 με ψευδείς παραστάσεις. Και είναι ορθή επί τούτου η θέση του κ. Τσέλιγκα ότι τέτοιο ζήτημα δεν εγείρεται από τα δικόγραφα. Έχω ήδη αναφερθεί στο θέμα των δικογράφων και όσα λέχθηκαν βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Το μόνο επίδικο θέμα που καλείται το δικαστήριο να αποφασίσει είναι αν οι ενάγοντες και ειδικότερα ο ΜΕ1 απέσπασε την επιταγή με απάτη και ψευδείς παραστάσεις. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να εξεταστεί αν ο ΜΕ1 ανέφερε είτε στον εναγόμενο, είτε στη σύζυγό του ότι είχαν δικαίωμα να παρουσιαστούν στην εξέταση με δικό τους αυτοκίνητο. Το θέμα μπορεί μεν να προέκυψε από τη μαρτυρία του Γιαννικούρη αλλά δεν ήταν επίδικο. Ούτε και ο εναγόμενος έθεσε τέτοιο θέμα στη μαρτυρία του. Ούτε ακόμα τέθηκε θέμα στα δικόγραφα για εξαναγκασμό του εναγόμενου και της συζύγου του για να τους παράσχουν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες για αποκόμιση οφέλους, όπως εισηγείται η κα Χ'Προδρόμου στην αγόρευση της. Η μαρτυρία δεν μπορεί να εξεταστεί μικροσκοπικά και επί αντιφάσεων σε παρεμφερή ή επουσιώδη θέματα και λεπτομέρειες, αλλά υπό το πρίσμα του συνόλου της μαρτυρίας και του βασικού ισχυρισμού του εναγόμενου που είναι η απόσπαση του ποσού της επιταγής με δόλο και απάτη και για τους συγκεκριμένους λόγους που εξέθεσε ενόρκως. Από την πιο πάνω απάντηση του εναγόμενου που αφορούσε το ύψος της αμοιβής μπορούν όμως να συναχθούν κάποια συμπεράσματα. Η απόρριψη της συζύγου του στις εξετάσεις και η απογοήτευση που ένιωσαν, τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του, τον οδήγησαν σε δεύτερες σκέψεις και σταμάτησε την πληρωμή της επιταγής. Το γεγονός και μόνο ότι ήγειρε το ζήτημα της χρέωσης μετά την απόρριψη της συζύγου του από την εξέταση δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά, κενά αλλά και σοβαρές αμφιβολίες στους ισχυρισμούς του. Θεωρώ ακόμα ως εντελώς παράλογο τον ισχυρισμό του, για μια νόμιμη χρέωση και για μια υπηρεσία που ζητήθηκε και θα παρείχετο στη σύζυγό του, να καταφύγει ο ΜΕ1, αχρείαστα σε τελική ανάλυση, σε μια σειρά ψευδών σεναριολογιών. Δυσκολεύομαι να αποδεχτώ και δεν αποδέχομαι, ότι ενώ από την μια θα ελάμβαναν μέρος στην εξέταση με το αυτοκίνητο των εναγόντων, απο την άλλη να μην γνώριζαν ότι όντως οι ενάγοντες χρέωναν για την υπηρεσία αυτή. Ή και αν ακόμα δεκτώ, χάριν και μόνο συζήτησης, ότι δεν γνώριζαν για την χρέωση, δυσκολεύομαι να αποδεκτώ ότι δεν θα ρωτούσαν, αν για την υπηρεσία που θα ελάμβαναν, θα υπήρχε χρέωση. Η μόνη λογική ενέργεια και αντίδραση σε τέτοια περίπτωση θα ήταν να ρωτήσουν αν υπήρχε χρέωση καθώς και το κόστος της. Όμως και για σκοπούς ευρημάτων αποδέχομαι ότι η χρέωση ήταν αναρτημένη και σε αυτοκόλλητη μορφή εντός και εκτός του αυτοκινήτου και μέσα στα γραφεία των εναγόντων. Να παρεμβάλω εδώ ότι αν η σύζυγος του εναγομένου μπήκε η όχι στα γραφεία των εναγόντων και αν γνωρίζει ελληνικά, μόνο η ίδια θα μπορούσε να δώσει επί τούτου μαρτυρία αλλά και να αντεξεταστεί. Δεν μου διαφεύγει ότι το αυτοκόλλητο που κατέθεσε ο Χάλκος αφορά το 2007, διευκρίνισε όμως ότι παρόμοιο υπήρχε και τον επίδικο χρόνο, το
  5. Και δεν νομίζω ότι η αξιοπιστία του συγκεκριμένου αυτού ισχυρισμού του θα μπορούσε κριθεί και να αξιολογηθεί αρνητικά γιατί δεν προσκόμισε στο δικαστήριο φωτογραφικό υλικό του επίδικου χρόνου, που εισηγήθηκε η κα Χ'Προδρόμου, που να αποδεικνύει ότι όντως υπήρχε τέτοιο αυτοκόλλητο το
  6. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού της απάτης είναι στους ώμους του εναγομένου και όχι των εναγόντων. Πέραν όμως αυτού εξηγήθηκε, η χρέωση, τόσο στον ίδιο όσο και στη σύζυγό του και συμφώνησε και την αποδέχτηκε. Τηλεφώνησε ακόμα η γραμματέας των εναγόντων στην σύζυγο του εναγόμενου και της υπενθύμισε για την χρέωση. Ζήτησαν την υπηρεσία η οποία και τους παρασχέθηκε. Ούτε και να σημειώσω έχει συναρτηθεί, από τον εναγόμενο, η χρέωση με το αποτέλεσμα των εξετάσεων. Το αν ο ΜΕ1 έκδωσε ή όχι απόδειξη, που αναφέρθηκε η κα Χατζηπροδρόμου, δεν βλέπω πώς μεταβάλλει την κατάσταση αφού και για τα μαθήματα, σύμφωνα με την παραδοχή του ΜΕ1, δεν εκδιδόταν απόδειξη. Άλλωστε η επίδικη επιταγή αποτελούσε επαρκή μαρτυρία ότι ο εναγόμενος κατέβαλε την αμοιβή των εναγόντων. Αν δε η μη έκδοση απόδειξης, αύξησε τις υποψίες του εναγόμενου ως εισηγείται η κα Χατζηπροδρόμου, άλλο τόσο αύξανε, αν όχι και περισσότερο, και την υποχρέωσή του το πρωί του Σαββάτου και πριν την εξέταση να ρωτήσει τους εξεταστές ή τον προϊστάμενο για τη χρέωση αυτή καθώς και για τις υποψίες του. Και να καταγγείλει το γεγονός, αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, αμέσως. Τέλος να προσθέσω και το εξής. Αφού ζήτησαν και έλαβαν την υπηρεσία του εκπαιδευόμενου αυτοκινήτου από τους ενάγοντες, ένα μόνο συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί από όσα συνολικά κατέθεσε ο εναγόμενος. Ότι θα έπρεπε η υπηρεσία να του παρασχεθεί δωρεάν, αφού από όποια σκοπιά και αν αντικριστεί η εκδοχή και η θέση του εκεί καταλήγει. Επρόκειτο όμως για μια νόμιμη αμοιβή, που επιβεβαιώθηκε και από τον ΜΕ2 και για μια παροχή υπηρεσίας που χρεώνεται. Αν ο εναγόμενος διαφωνούσε με το ύψος της αμοιβής, έστω και αν δεν ήταν επίδικο, είχε κάθε δικαίωμα να μην αποδεχτεί. Αλλά δεν μπορεί μετά που έλαβε την υπηρεσία να προβάλλει και να επικαλείται δόλο ή απάτη ή και ψηλό κόστος της αμοιβής. Η οποία τόσο ως προς την επιβολή της όσο και ως προς το ύψος της δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Εν πάση περιπτώσει το κρίσιμο ερώτημα παρέμεινε αναπάντητο. Ποιο λόγο είχε ο ΜΕ1 να καταφύγει σε δόλο και απάτη για μια νόμιμη χρέωση επί μιας νόμιμης υπηρεσίας που παρείχε η σχολή οδηγών, που διατηρούσαν οι ενάγοντες, και που παρασχέθηκε στη σύζυγο του εναγόμενου. Είναι για τους πιο πάνω λόγους που δεν μπορώ να αποδεχθώ τους ισχυρισμούς του εναγόμενου. Πρόκειται για μια σειρά παράλογων εκδοχών χωρίς λογική ακολουθία. Η μαρτυρία του βρίθει από καίρια και σημαντικά κενά και ανεξήγητες παραλείψεις. Είναι τέτοιου βαθμού που αφήνει τη μαρτυρία του έκθετη και απορριπτέα. Και αυτά σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Σε αντίθεση με το ΜΕ1 που άφησε άριστες εντυπώσεις και η μαρτυρία του κρίνεται με λογική και αλληλουχία και γίνεται αποδεκτή. Εδώ να παρεμβάλω ότι η έννοια της απάτης και των ψευδών παραστάσεων, βρίσκει νομοθετική έκφραση στα άρθρα 17-19 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  7. Στο σύγγραμμα των Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 12η έκδ. 2ος τόμος, σελ. 487 επ., επεξηγείται και αναλύεται το πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο. Όπως εξηγείται, απάτη διαπράττεται όταν κάποιος υποκινεί ένα άλλο πρόσωπο να ενεργήσει στη βάση μιας λανθασμένης πίστης για την οποία ο ίδιος γνωρίζει, αλλά ούτε και πιστεύει ότι είναι αληθής. Θα πρέπει επίσης να υπάρχει πρόθεση παρακίνησης του αντισυμβαλλομένου να πιστέψει επί συγκεκριμένης κατάστασης πραγμάτων (Avon County Council v. Howlett
(1983)1 All ER 1073). Το αποτέλεσμα της απάτης ή του δόλου και των ψευδών παραστάσεων προβλέπεται διεξοδικά στα άρθρα 18 και 19 του Κεφ. 149. Το βάρος απόδειξης του δόλου ή της απάτης, ως ορθά ανέφερε ο κ. Τσίλιγκας, το φέρει εκείνος που το επικαλείται και πρέπει να το αποδείξει με επαρκή και πειστική μαρτυρία. Ούτε και πρέπει να θεωρείται ή και να συνάγεται με εύκολο τρόπο, γιατί ως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα Indian Contract, σελ. 499-500, η κατηγορία της απάτης, ακόμα και σε πολιτική διαδικασία, θα πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και σε κάθε περίπτωση το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης είναι εξαιρετικά ψηλό (extremely high) κατ΄ αναλογία με ποινικές υποθέσεις. Ήταν στον εναγόμενο να προσκομίσει στο Δικαστήριο την καλύτερη δυνατή μαρτυρία, αφού έφερε και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, προς υποστήριξη της εκδοχής του. Έχοντας διεξέλθει και αξιολογήσει τη μαρτυρία, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος, δεν έχει αποστεί ούτε και έχει αποσείσει το βάρος που έφερε για να αποδείξει την αποτυχία του ανταλλάγματος λόγω απάτης ή ψευδών παραστάσεων από την πλευρά των εναγόντων. Έπεται, ως αποτέλεσμα, ότι οι ενάγοντες δικαιούνται απόφαση ως η απαίτηση. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση εναντίον του εναγόμενου και υπέρ των εναγόντων για το ποσό των €102.52 ευρώ με νόμιμο τόκο πλέον τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.