Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γαβριήλ Κύρρη, Aρ. Αγωγής: 2996/07, 24.3.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 2996/07 Μεταξύ: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Ενάγοντας -και- Γαβριήλ Κύρρη Εναγόμενου ------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23.10.07 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24.3.08 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-Αιτητή: κος Α. Πατσαλίδης Για Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση: Α. Παπαλοίζου ------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 7.5.07 κατεχωρήθη η εν τίτλω αγωγή εναντίον του εναγόμενου επί κλητηρίου εντάλματος δυνάμει της Δ.
- Θ.
- Δεν κατεχωρήθη εμφάνιση από τον εναγόμενο και την 5.6.07 ο ενάγων καταχώρησε την έκθεση απαιτήσεως και ακολούθως την 11.6.07 κατεχωρήθη μονομερής αίτηση προς έκδοσιν αποφάσεως εναντίον του. Την 18.6.07 εκδόθηκε απόφαση, η οποία όπως φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου επιδόθηκε στον εναγόμενο την 18.10.
- Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως η Δημοκρατία ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης τεμαχίου υπ' αριθμό 94 στο χωριό Γέρι. Την 1.6.1986 συνήφθη, μεταξύ της Δημοκρατίας και του εναγόμενου, γραπτή συμφωνία μίσθωσης του ακινήτου για 30 χρόνια. Μεταξύ άλλων όρων τα μέρη συμφώνησαν ότι ο μισθωτής, ο εναγόμενος, υποχρεούτο να χρησιμοποιεί το ακίνητο αποκλειστικά και μόνο για κτηνοτροφικούς σκοπούς και ειδικότερα για εκτροφή αιγοπροβάτων ή/και αγελάδων και όπως ανεγείρει κατάλληλα υποστατικά για το σκοπό αυτό. Ήταν επίσης υποχρέωση του μισθωτή να διατηρεί το κτήμα και τα υποστατικά σε καλή κατάσταση και τάξη και σε καλή υγειονομική και ουσιαστική κατάσταση επισκευής. Τέλος σε περίπτωση που ο μισθωτής δεν εκπληρώσει και/ή βρίσκεται σε παράβαση οιουδήποτε όρου της συμφωνίας, τότε ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να επαναεισέλθει στο ακίνητο και τα υποστατικά, οπότε και περιέρχονται στην απόλυτο κυριότητα του, τερματιζόμενης έτσι της σύμβασης. Αναλυτικά οι υποχρεώσεις του μισθωτή περιγράφονται στον όρο 5 της συμφωνίας και σε σχέση με τον τερματισμό της συμφωνίας σχετικός είναι ο όρος
- Ο εναγόμενος, σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως, εγκατέλειψε τα υποστατικά τα οποία ευρίσκονται σε άθλια υγειονομική κατάσταση, και περαιτέρω δεν εκτρέφοντο μηρυκαστικά ζώα και υπήρχαν άχρηστα αντικείμενα τα οποία δεν είχαν σχέση με τη γεωργία. Το αρμόδιο Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, με διπλοσυστημένη επιστολή κάλεσε τον εναγόμενο όπως συμμορφωθεί με τους όρους της σύμβασης εντός 60 ημερών, και ότι σε αντίθετη περίπτωση θα ελαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον του. Ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε και την 12.4.07 με επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντα τερματίστηκε η σύμβαση και κλήθηκε ο εναγόμενος να προβεί σε παράδοση του ακινήτου στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε και συνέχισε να κατέχει το ακίνητο με αποτέλεσμα ο ενάγων να εγείρει την υπό κρίσιν αγωγή με διάφορες αξιώσεις και διατάγματα. Ήταν επί αυτών των γεγονότων που εκδόθηκε, ερήμην, απόφαση εναντίον του εναγόμενου, στη βάση ένορκης δήλωσης λειτουργού γεωργίας που επισύναψε τα σχετικά έγγραφα και την αλληλογραφία. Την 23.10.07 ο εναγόμενος καταχώρισε αίτηση με αίτημα τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης. Νομικό βάθρο της αίτησης είναι η Δ.17 Θ.10 και η Δ.48 Θ.9 και πραγματικό υπόβαθρο, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ιδίου. Αντέδρασε ο ενάγων-καθ' ου η αίτηση που έφερε ένσταση και την καταχώρισε γραπτώς, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του ίδιου λειτουργού γεωργίας που ορκίσθη όταν εκδόθηκε η κρινόμενη απόφαση. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση την 13.3.
- Κατά την ακρόαση της αίτησης, κανένας εκ των ομνυόντων δεν αντεξετάστηκε και οι δυο πλευρές καταχώρισαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου χρειάζεται πιο κάτω κατά τη συζήτηση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Πριν προχωρήσω περαιτέρω, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω προηγουμένως ένα θέμα που ήγειρε ο κ. Πατσαλίδης, ότι η έκθεση απαίτησης δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο, δεδομένου ότι η αγωγή ηγέρθη επί κλητηρίου εντάλματος δυνάμει των προνοιών της Δ.
- Θ.
- Το θέμα εξετάστηκε στις υποθέσεις Ιγνατίου ν. Λεμονάρη,
(2004)1 ΑΑΔ 1562 και Κοινοπραξία Ασφαλιστών Οχημάτων Δημοσίας Χρήσεως,
(2000)1 ΑΑΔ 751, σύμφωνα με τις οποίες δεν συνιστά αντικανονικότητα η μη επίδοση της έκθεσης απαιτήσεως στον εναγόμενο όταν δεν καταχωρεί εμφάνιση. Σύμφωνα με τη Δ.17 Θ.11, στην περίπτωση αγωγής για την οποία δεν γίνεται ειδική ρύθμιση ενόψει παράλειψης εμφάνισης μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, εφόσον το κλητήριο ένταλμα δεν είναι ειδικώς οπισθογραφημένο, αφού αποδειχθεί επίδοση ο ενάγοντας δικαιούται να υποβάλει μονομερή αίτηση για απόφαση καταθέτοντας έκθεση απαίτησης. Και στην προκειμένη περίπτωση η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε πριν την υποβολή της μονομερούς αίτησης προς έκδοση απόφασης. Από όσα έχουν παρατεθεί είναι σαφές ότι η εκδοθείσα απόφαση είναι κανονική και λήφθηκε νομότυπα. Επομένως το δικονομικό πλαίσιο που ρυθμίζει την παρούσα αίτηση είναι η Δ.17. Ο αιτητής αναφέρει ότι η αγωγή του επιδόθηκε στις 10.5.07 και προέβηκε σε διάφορες ενέργειες και παρουσίασε και/ή εξασφάλισε διάφορα πιστοποιητικά, τα οποία και επισυνάπτει, σύμφωνα με τα οποία, ως είναι η θέση του, φαίνεται σαφώς ότι η απόφαση λήφθηκε μετά από απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων από το Δικαστήριο. Στη βάση των εγγράφων που επισύναψε φαίνεται ότι η φάρμα επαναλειτούργησε με κωδικό εκμετάλλευσης CYS 1024062 και ότι είχε παραμείνει εκτός λειτουργίας μετά από οδηγίες των κτηνιατρικών υπηρεσιών λόγω της τρομώδου νόσου. Επίσης, ότι η φάρμα λειτούργησε κανονικά την 28.10.06 και παρά ταύτα οι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν επιστολή ακύρωσης της συμφωνίας. Ο λόγος που δεν καταχώρισε εμφάνιση είναι επειδή όλες οι αρμόδιες υπηρεσίες που αποτάθηκε τον βεβαίωσαν ότι η υπόθεση θα αποσυρόταν. Έχει καλή υπεράσπιση και η απόφαση εκδόθηκε παράτυπα. Ο ομνύον εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση απορρίπτει κατηγορηματικά τα περί απόκρυψης στοιχείων από το Δικαστήριο. Επί της ουσίας είναι η θέση του ότι ο λόγος τερματισμού της συμφωνίας οφειλόταν στο γεγονός ότι ο αιτητής, παρά την επιστολή του δικηγόρου τους και τις συστάσεις του Υπουργείου Γεωργίας συνέχισε να διατηρεί το ακίνητο σε άθλια υγειονομική κατάσταση και να μην εκτρέφει μηρυκαστικά ζώα και να υπάρχουν άχρηστα αντικείμενα τα οποία δεν είχαν σχέση με την κτηνοτροφία, όπως γεωργικά μηχανήματα και άλλα. Επισυνάπτει προς τούτο επιστολή του Ανώτερου Διευθυντή του Τμήματος Γεωργίας προς το Γενικό Εισαγγελέα, σύμφωνα με την οποία σε πρόσφατη επίσκεψη λειτουργών του τμήματος που έγινε την 6.11.07 διαπιστώθηκε και πάλι ότι η αξιοποίηση των κτηνοτροφικών οικοπέδων δεν γίνεται σύμφωνα με τους όρους της μίσθωσης, παρόλο που πέρασαν 14 μήνες από τη λήξη της περιόδου απαγόρευσης λειτουργίας της, λόγω της τρομώδου νόσου από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες. Αρνείται επίσης, πέραν της γενικότητας του ισχυρισμού περί διαβεβαιώσεων για απόσυρση της αγωγής, ότι δεν δόθηκε τέτοια διαβεβαίωση, αφού αρμόδιο είναι το Τμήμα Γεωργίας, το οποίο του έκαμε επανειλημμένες συστάσεις γιατί δεν τηρούσε τους όρους της συμφωνίας. Τέλος είναι η θέση του ότι ο αιτητής δεν δίνει ουσιαστικές εξηγήσεις για την καθυστέρηση να καταχωρίσει τόσο σημείωμα εμφάνισης, όσο και να αποταθεί στο Δικαστήριο για ακύρωση της απόφασης. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, δύο είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να συντρέχουν ώστε να ασκηθεί υπέρ του αιτούντος τον παραμερισμό απόφασης, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρώτο, ότι έχει δείξει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης και δεύτερο ότι υπάρχει σοβαρός λόγος για την παράλειψη του να μην καταχωρήσει εντός των προθεσμιών υπεράσπιση ή να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Επανειλημμένα τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι η ταχεία απονομή της Δικαιοσύνης, δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Αρχή που είναι στενά συνυφασμένη με την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία επιφέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Phylactou v. Michael,
(1982)1 CLR 204, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη,
(1997)1 ΑΑΔ 941). Με βάση τα πιο πάνω, θα εξετάσω τους δύο παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ξεχωριστά. Θα προχωρήσω πρώτα αν, υπό το φως των εκατέρωθεν προβαλλομένων ισχυρισμών, ο αιτητής αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Από το σύνολο των ενώπιον μου τεθέντων στοιχείων συνάγονται διάφορα στοιχεία. Πρώτο ότι στο υποστατικό υπ' αριθμόν 94 που εκμίσθωσε ο εναγόμενος για την ανέγερση κτηνοτροφικών υποστατικών, εδικαιούτο να εκτρέφει πρόβατα ή/και αίγας ή/και αγελάδας μόνον, αποκλειομένης ρητώς της εκτροφής χοίρων. Σχετικός είναι ο όρος 5(ιε) της συμφωνίας μισθώσεως, ο οποίος όμως να παρατηρήσω, ότι δεν καθορίζει τον αριθμό των ζώων που έχει δικαίωμα ο εναγόμενος να εκτρέφει. Δεύτερο ότι ήταν εν πολλοίς παραδεκτό ότι η εκμετάλλευση της φάρμας υπό του εναγόμενου παρέμεινε κλειστή για μία περίοδο 6 χρόνων, μετά από οδηγίες των κτηνιατρικών υπηρεσιών λόγω της τρομώδου νόσου. Τρίτο ότι η φάρμα επαναλειτούργησε από το Σεπτέμβριο του 2004 με κωδικό εκμετάλλευσης CYS1024102. Τέταρτο ότι ο εναγόμενος την 28.10.06 με υπεύθυνη δήλωση προς τις κτηνιατρικές υπηρεσίες για μεταφορά ζώων από μία εκμετάλλευση σε άλλη, ουσιαστικά πρόκειται για αγοραπωλητήριο έγγραφο, δήλωσε, υπάρχει και η υπογραφή του πωλητή, ότι παρέλαβε ως αγοραστής 46 ζώα, σύμφωνα με τον κωδικό αναγνώρισης ενός εκάστου ζώου ξεχωριστά, και ότι τα ζώα τα παρέλαβε στην εκμετάλλευση με τον πιο πάνω κωδικό, δηλαδή στην επίδικη φάρμα. Σημειώνω ακόμα πως εξ όσων συνάγεται από το έγγραφο αυτό, ο εναγόμενος φαίνεται να έχει τρεις εκμεταλλεύσεις μαζί με κάποιο Πάρη Ιωάννου. Στο σημείο αυτό προστίθεται ότι η αναφορά στο έγγραφο αυτό δεν συνιστά εξ ακοής μαρτυρία, αφού ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 ΑΑΔ 289 η αίτηση παραμερισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενδιάμεση αίτηση, στην οποία υπό κάποιες προϋποθέσεις μπορεί να δοθεί και εξ ακοής μαρτυρία. Και ο λόγος είναι γιατί πρόκειται για έγγραφο που φέρει την υπογραφή του αιτητή. Το ίδιο όμως δεν θα μπορούσε να λεχθεί και για την επιστολή που επισύναψαν οι καθ' ων η αίτηση, αφού ο συντάξας την επιστολή δεν την επισύναψε με ένορκη δήλωση, ώστε να υπήρχε η δυνατότητα αντεξέτασής του ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεγκεράκης - ανωτέρω). Αλλά και αν είναι να γίνουν κάποια σχόλια επί της επιστολής αυτής, το πρώτο που εξάγεται είναι ότι έμμεσα υπάρχει παραδοχή για την ύπαρξη μικρού αριθμού ζώων που εκτρέφονται, ο οποίος όμως κατά την κρίση του συντάκτη της δεν δικαιολογεί την κατοχή των οικοπέδων και ότι το υπόλοιπο ακίνητο χρησιμοποιείται για άλλους σκοπούς. Το δεύτερο σχόλιο που μπορεί να γίνει είναι ότι η επιστολή δεν διαχωρίζει ούτε και ξεχωρίζει ή και κάμνει αναφορά για ποιο ακίνητο από τα δύο στα οποία αναφέρεται υπάρχουν τα ζώα. Συμπλέκει δύο ακίνητα και δύο αγωγές του Δικαστηρίου, εκ των οποίων η μία είναι η επίδικη, χωρίς κάποιο διαχωρισμό. Επίσης, γίνεται αναφορά και σε τρίτο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Τέλος το περιεχόμενο της επιστολής και όσα αναφέρονται σε αυτή αποτελούν γεγονότα μεταγενέστερα του χρόνου που εκδόθηκε η δικαστική απόφαση και δεν αφορά ούτε και ανατρέχει στον επίδικο χρόνο. Σε αντίθεση με το πωλητήριο έγγραφο που επισύναψε ο αιτητής που σχετίζεται άμεσα με τον επίδικο χρόνο. Είναι νομολογημένο ότι για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς όμως να υπεισέρχεται στην ουσία της (Χρυσάνθου ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1129). Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd Αίτηση για αναθεώρηση στην Αγ. Ναυτοδικείου 55/97 ημερ. 21.7.99, υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας που δίδεται με ένορκες δηλώσεις, αλλά το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Τόσο η Αγγλική, όσο και η Κυπριακή Νομολογία, χρησιμοποιούν τον όρο «καλόπιστη συζητήσιμη υπεράσπιση» ή «εκ πρώτης όψεως υπόθεση». Κοινή όμως συνισταμένη, αποτελεί η αποφυγή εκδίκασης της υπόθεσης δύο φορές και σε δύο διαφορετικά στάδια, επί του προκειμένου της αίτησης παραμερισμού της απόφασης και της ουσίας της αγωγής μεταγενέστερα. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Hissin ν. Κωνσταντινίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1774, δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιόν του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Με αυτή την έννοια, ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να δείχνουν, κατ' αρχήν τουλάχιστο, πως έχει υπεράσπιση στην αξίωση, η οποία να είναι γνήσια (K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Μιχαήλ,
(1993)1 ΑΑΔ 415). Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί θα πρέπει δυνητικά να ενέχουν το στοιχείο της πειστικότητας της υπεράσπισης η οποία να είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 ΑΑΔ 2118). Στην παρούσα υπόθεση με δεδομένη την προβαλλόμενη υπεράσπιση, το ερώτημα που τίθεται είναι αν εκ πρώτης όψεως υπάρχει θέμα προς εκδίκαση. Δεν θα αποφασιστεί στο στάδιο αυτό ούτε και θα κριθεί η δυναμική της υπεράσπισης. Έχω όμως την ισχυρή άποψη, από όσα έχουν ήδη παρατεθεί, ότι ο αιτητής έχει παρουσιάσει αρκετά στοιχεία, τα οποία βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογηθούν για να εξαχθούν ευρήματα ή και συμπεράσματα, πέραν των τι συνιστά αναγκαίων για τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας, τα οποία και κρίνω πως είναι ικανοποιητικά και γνήσια και αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Οι όροι του εγγράφου μισθώσεως από τη μια και ο ισχυρισμός του εναγόμενου από την άλλη ότι επαναλειτούργησε τη φάρμα με ζώα, συνιστούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, γνήσια στοιχεία υπεράσπισης και αποκαλύπτουν και δημιουργούν, εκ πρώτης όψεως καλόπιστο θέμα προς εκδίκαση. Ερχόμενος στην άλλη παράμετρο που αφορά την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης, έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Πεγιώτης ν. Κωμοδρόμου,
(2003)1 ΑΑΔ 1601, ότι αποτελεί γεγονός η ανάγκη αιτιολόγησης οποιασδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του (βλπ μεταξύ άλλων Mine & Quarry Serv. Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26). Δε συνιστά όμως, τέτοια παράλειψη αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ' εαυτής, λόγο για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της. Μέσα σε αυτό ακριβώς το πνεύμα εντάσσονται και όσα επεξηγήθηκαν στην υπόθεση C. Pourakis Transport Ltd v. Αντωνίου,
(2006)1 ΑΑΔ 546. Συνάγεται συνεπώς εκ της νομολογίας, ότι μόνο όπου η συμπεριφορά του αιτητή ισοδυναμεί με ασυγχώρητη και περιφρονητική συμπεριφορά έναντι των θεσμών, αλλά και στα δικαιώματα του αντιδίκου του (βλπ ακόμα Κώστας Φραντζής ν. Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(1996)1(Β) ΑΑΔ 1094), το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει μία υπόθεση. Θα πρέπει η διαγωγή του διαδίκου να είναι τέτοια, που να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Μόνο όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, μπορεί να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Ως προς τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης, ο αιτητής μόλις έλαβε γνώση της εκδοθείσας απόφασης, προχώρησε αμέσως στην κρινόμενη αίτηση προς παραμερισμό της απόφασης. Η απόφαση γνωστοποιήθηκε στον αιτητή δια προσωπικής επιδόσεως την 18.10.07, το σχετικό έντυπο επίδοσης βρίσκεται κατατεθειμένο στο φάκελο του Δικαστηρίου, και την 23.10.07 έλαβε το παρόν διάβημα. Σημειώνω ακόμα πως μεσολάβησε και αργία του Σαββατοκύριακου. Κρίνω συνεπώς, με βάση τα στοιχεία αυτά, ότι η αντίδραση του εναγόμενου ήταν άμεση. Ως προς την παράλειψή του να καταχωρίσει εμφάνιση, η θέση του ως λέχθηκε, ήταν γιατί οι αρμόδιες υπηρεσίες που αποτάθηκε τον βεβαίωσαν ότι η υπόθεση θα αποσυρόταν. Αντίθετα οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο θεωρούν ως γενικό και αόριστο και πως αρμόδιο τμήμα είναι το Τμήμα Γεωργίας. Αποτελεί όντως γεγονός ότι ο αιτητής θα μπορούσε να παράσχει περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες για το θέμα, πλην όμως ως έχει διαφανεί από τις εκατέρωθεν θέσεις, μπορεί μεν αρμόδιο να είναι το Τμήμα Γεωργίας, αλλά ως συνάγεται όχι και το μόνο. Αντίθετα η εμπλοκή, άμεση μάλιστα, των κτηνιατρικών υπηρεσιών λόγω της ύπαρξης της τρομώδου νόσου και το κλείσιμο της κτηνοτροφικής μονάδας του αιτητή, από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες για 6 χρόνια, αναδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Συνάγεται ακόμα πως οι κτηνιατρικές υπηρεσίες είχαν τον αποφασιστικό ρόλο αλλά και λόγο επί της λειτουργίας της κτηνοτροφικής μονάδας. Έτσι και αν ακόμα δεχτώ ότι το Τμήμα Γεωργίας δεν έδωσε τέτοια υπόσχεση, δεν σημαίνει ότι αυτό ισχύει και για όλα τα εμπλεκόμενα τμήματα του καθ' ύλην Υπουργείου. Από αυτή συνεπώς την άποψη, μπορεί μεν ο αιτητής να μην έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες, πλην όμως ούτε και αντεξετάστηκε επί του συγκεκριμένου αυτού ισχυρισμού του, και έπεται πως δεν μπορεί να αποκλειστούν αυτά που ανέφερε στην ένορκη του δήλωση. Και κυρίως όταν σε όλα τα έγγραφα που κατέθεσε αρμόδιες φαίνονται οι κτηνιατρικές υπηρεσίες, οι οποίες και ενημέρωναν το γραφείο γεωργίας, ως για παράδειγμα η επιστολή ημερομηνίας 4.9.06. Αν είναι να εξαχθεί ένα συμπέρασμα, είναι πως το ζήτημα της παράλειψής του να καταχωρίσει εμφάνιση, συμπλέκεται σε κάποιο βαθμό και με την ουσία των ισχυρισμών που πρόβαλε ως υπεράσπιση, με επίκεντρο τις κτηνιατρικές υπηρεσίες. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι όλα τα πιο πάνω δεδομένα όπως διαγράφονται, εξεταζόμενα υπό το πρίσμα της συμπεριφοράς του εναγόμενου ως προς τις δικαστικές διαδικασίες και την παράλειψή του να καταχωρίσει εμφάνιση, δεν θα μπορούσε να κριθεί και να θεωρηθεί ως μιας τέτοιας μορφής συμπεριφορά που να έχει και να συνιστά την άνευ ετέρου ασυγχώρητη αδιαφορία που καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησής της, που αποβαίνει ως παράγων αποτυχίας της αίτησης. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει να ασκείται επί ματαίω, αλλά μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Στην παρούσα υπόθεση καταλήγω ότι ο αιτητής έχει ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος του. Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση εγκρίνεται και η εκδοθείσα απόφαση παραμερίζεται. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και όσα ως εκ του αποτελέσματος χάθηκαν, που είναι τα έξοδα της εκδοθείσης ερήμην απόφασης, επιδικάζονται προς όφελος των καθ' ων η αίτηση. Αποτελεί όρο του παραμερισμού, ότι τα έξοδα της αίτησης αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα καταβληθούν εντός 15 ημερών από την επίδοσή τους στον εναγόμενο ή το δικηγόρο του. Ακολούθως, αφού καταβληθούν, δίνονται οδηγίες όπως ο εναγόμενος καταχωρίσει υπεράσπιση μέσα σε 15 ημέρες (Κλεάνθους ν. Tradex Ltd,
(1998)1 AAΔ 988 και Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους,
(2004)1 ΑΑΔ 700). (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /M.H cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο