Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέα Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6919/06, 24.3.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6919/06 Μεταξύ:- Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και-
- Ανδρέα Ιωάννου
- Στέλλας Ιωάννου
- Θεόδουλου Ιωάννου Εναγόμενοι ---------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 25.6.07 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24.3.08 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Χούρρη Για Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κος Πετρίδης ---------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των εναγόντων, δυνάμει ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, εναντίον όλων των εναγόμενων στηρίζεται σε συμφωνία δανείου ημερομηνίας 18.2.05, υπό τους όρους της οποίας δάνεισαν τον εναγόμενο 1 ΛΚ3.000 με την εγγύηση των εναγομένων 2 και
- Περαιτέρω η εναγόμενη 2 παραχώρησε ως εγγύηση τα δικαιώματα της από ασφαλιστικό συμβόλαιο ζωής όταν αυτό θα καθίστατο πληρωτέο. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος 1 δεν τήρησε τους όρους της συμφωνίας και οι ενάγοντες με επιστολές τους τερμάτισαν την συμφωνία και κάλεσαν τόσο τον εναγόμενο 1 όσο και τους εναγόμενους 2 και 3 ως εγγυητές να εξοφλήσουν ολόκληρο το υπόλοιπο του δανείου. Αξιώνουν με την αγωγή το ποσό των ΛΚ3.428,20 πλέον τόκο 12,75% από 29.8.06 επί ποσού ΛΚ3.376,15 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές το χρόνο, πλέον τα έξοδα της αγωγής. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν, δια δικηγόρου, εμφάνιση και στη συνέχεια οι ενάγοντες, την 25.6.07 προώθησαν αίτημα για συνοπτική απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και
- Το αίτημα στηρίζεται στη Δ.18 Θ.1-2 και 9 (α) και στην Δ.48 Θ.1-4, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, υπαλλήλου των εναγόντων. Σύμφωνα με την ένορκη του δήλωση, είναι εξουσιοδοτημένος να ορκιστεί και εργάζεται στο τμήμα των προβληματικών λογαριασμών σαν ένας εκ των υπεύθυνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών, μεταξύ των οποίων και εκείνου των εναγομένων. Στο τμήμα τους έχουν και φυλάττουν όλα τα σχετικά έγγραφα και έχουν την ευθύνη παρακολούθησης των λογαριασμών. Του έχει ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού των εναγομένων, τα έγγραφα των οποίων τα έχει στην κατοχή και τον έλεγχο του. Ετοιμάζει επίσης τις καταστάσεις των προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και την παρούσα. Επισυνάπτει σειρά εγγράφων που αφορούν το επίδικο δάνειο τα οποία προσυπογράφει μαζί με το διευθυντή του τμήματος προβληματικών λογαριασμών. Τέλος προσθέτει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή και ως εκ τούτου αιτείται την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Έχω παραθέσει το μέρος αυτό από την πιο πάνω ένορκη δήλωση, γιατί υπάρχει η εισήγηση από την πλευρά του δικηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση, στη γραπτή του αγόρευση, όπως και στην ένσταση, ότι ο ενόρκως δηλών δεν είναι σε θέση να γνωρίζει προσωπικά και να έχει θετική γνώση επί των ουσιαστικών γεγονότων της υπόθεσης, αφού δεν ήταν καν παρόν στην υπογραφή της συμφωνίας. Ουσιαστικά εκείνο που εισηγείται ο κ. Πετρίδης, είναι ότι ο ομνύον όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση συνιστούν εξ ακοής, αφού προέρχονται από πληροφορίες που του δόθηκαν από άλλους. Οι όροι και οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία της συνοπτικής απόφασης αρκούντως εξηγούνται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(1997)1 ΑΑΔ 782. Έχω μελετήσει την ένορκη δήλωση των αιτητών. Η πηγή των πληροφοριών του ομνύοντος προέρχεται από την κατοχή των σχετικών εγγράφων του λογαριασμού των εναγομένων. Στη βάση αυτών παρακολουθούσε τον λογαριασμό και ετοίμασε και επισύναψε την σχετική κατάσταση και είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αυτά συνιστούν στοιχεία μαρτυρίας που δεν αμφισβητήθηκαν, αφού δεν αντεξετάστηκε. Εκείνο που ουσιαστικά απαιτείται από τη Δ.18 είναι η θετική επαλήθευση των γεγονότων της αξίωσης, σε συνάρτηση με δήλωση ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν απολύτως καμιά υπεράσπιση στην αγωγή. Και τούτο ως θέμα δικαιοδοσίας (Stavrinides v. Ceskosloveneska Obchondi Banka A.S.,
(1972)1 CLR 130). Στην υπόθεση Θεοδώρου κα ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2006)1 ΑΑΔ 915, στην οποία το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ήταν ακριβώς το ίδιο με την παρούσα κρίθηκε ότι ήταν ικανοποιητική. Θα πρέπει ακόμα να σημειώσω ότι στην υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου,
(2006)1 ΑΑΔ 223, υπεδείχθη ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «να ορκιστεί θετικά» ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Λέχθηκε ότι : « Σε υπόθεση που ορκίστηκε υπάλληλος εταιρείας εκ μέρους της, αποφασίστηκε ότι είναι αναγκαίο σε περιπτώσεις εταιρειών να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα. Ο υπάλληλος που ορκίστηκε στην προκειμένη υπόθεση είχε στην κατοχή του όλα τα επίδικα έγγραφα των οποίων την ορθότητα έλεγξε ο ίδιος, που είχε και την ευθύνη παρακολούθησης του σχετικού λογαριασμού.(Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres,
(1914)KB 1253). Ενόψει των πιο πάνω, η περαιτέρω εξέταση του θέματος κρίνεται περιττή. Η ένορκη δήλωση καταλήγω ότι ικανοποιεί πλήρως όλες τις προϋποθέσεις της Δ.18. Η πιο πάνω κατάληξη του δικαστηρίου έχει ως αποτέλεσμα την εξέταση του κατά πόσο οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν υπεράσπιση στην αξίωση των εναγόντων. Η νομολογία εναποθέτει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης στους ώμους των εναγομένων (Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ,
(2001)1 ΑΑΔ 1051). Όπως εξηγείται στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν. Μακεδόνα,
(1999)1 ΑΑΔ 817, όπου η υπεράσπιση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Τα γεγονότα που προβάλλουν ως υπεράσπιση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση 1. Είναι η θέση του ότι η συμφωνία με την ενσωματωμένη εγγύηση είναι παράνομη λόγω υπερβολικού τόκου, γιατί ανεξάρτητα από την ελευθεροποίηση του τόκου οι ενάγοντες κεφαλαιοποιούν το τόκο κατά διάφορα χρονικά διαστήματα. Περαιτέρω αναφέρει ότι ενώ οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να ενημερώνουν τόσο τον ίδιο όσο και την εγγυήτρια-εναγόμενη 2 για τυχόν αύξηση του επιτοκίου δεν το έπραξαν. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι τόσο στην έκθεση απαίτησης όσο και στα συνοδευτικά έγγραφα της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών, δεν φαίνεται να υπάρχει ούτε τέτοιος ισχυρισμός για αύξηση του επιτοκίου, ούτε και κάποια προς τούτο επιστολή προς τους εναγόμενους. Παρά ταύτα οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου 160
(1)/99 είναι σχετικές και από αυτή συνεπώς την άποψη είναι ορθή η θέση του κ. Πετρίδη ότι η διαφοροποίηση του τόκου από 8,75% σε 12,75% που απαιτείται δεν φαίνεται να υποστηρίζεται με κάποιο τρόπο. Τουλάχιστον στο παρόν στάδιο της υπό κρίσιν διαδικασίας. Παραπέμπει ακόμα ο κ. Πετρίδης στα συνημμένα της αίτησης έγγραφα, που δεν αναφέρουν ποιο είναι το ποσοστό του επιτοκίου που χρέωναν οι ενάγοντες, και κατά συνέπεια προκύπτει ασάφεια και αοριστία ως προς το τελικά αξιούμενο ποσό. Προσθέτω επ' αυτού πως, ως τουλάχιστον παρουσιάζεται στην έκθεση απαίτησης, οι τόκοι έχουν ενσωματωθεί στο αρχικό κεφάλαιο, οπότε και ο οποιοσδήποτε διαχωρισμός να είναι αδύνατος. Δεν προτίθεμαι να υπεισέλθω σε περισσότερες λεπτομέρειες και αναλύσεις, ενδεχομένως λογιστικές, ως προς το τελικά αξιούμενο ποσό σε συνάρτηση με το πιο είναι το ποσοστό του τόκου που χρεώνουν οι ενάγοντες. Και ο λόγος είναι γιατί έχω την άποψη πως η απάντηση στη συγκεκριμένη αυτή υπεράσπιση των εναγομένων, όπως προβάλλεται στην ένσταση και αναλύεται στην αγόρευση του κ. Πετρίδη, που ουσιαστικά εστιάζεται στην χρέωση τόκων κατά παράβαση του Νόμου 160
(1)/99, δόθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Ανδρονίκου κα ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. 309/05 ημερ. 20.7.07, όπου τέθηκαν ακριβώς τα ίδια ζητήματα. Υπεδείχθη ότι στο στάδιο της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης δεν πρέπει να εξετάζονται τα νομικά θέματα που εγείρονται. Πρόκειται για θέματα που το κατάλληλο τους στάδιο είναι η κανονική δίκη όπου οι διάδικοι θα έχουν την ευκαιρία να προβάλουν με λεπτομέρεια τις θέσεις τους. Εξηγήθηκε ακόμα ότι θα ήταν άδικο να θεωρηθεί ότι η υποχρέωση των εναγομένων εκτεινόταν μέχρι του σημείου που να πρέπει με λεπτομέρεια να διαχώριζαν το ακριβές ποσό που δέχονταν ότι όφειλαν, αφού στα ποσά που απαιτούνταν συμπεριλαμβανόταν και η κεφαλαιοποίηση των τόκων και η κατ΄ ισχυρισμό χρέωση του παράνομου επιτοκίου, που καθιστούσε ένα τέτοιο υπολογισμό πολύ δύσκολο. Δεν πρέπει άλλωστε να παραγνωρίζεται, ότι σύμφωνα με τη νομολογία η διαδικασία και ο μηχανισμός της συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική διαδικασία στην οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη (βλ. Symon & Co v. Palme´s Stores
(1903)Ltd
(1912)1 KB259, 266-267). Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Λούκος Λτδ κα ν. Εθνικής Τράπεζας την Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ 418, με αναφορά στη CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, 902-905: « Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης..... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Να προσθέσω ακόμα ότι ηγέρθη ακόμα ένα ζήτημα από τον κ. Πετρίδη. Ότι πουθενά στα συνημμένα της αίτησης έγγραφα, παρά την προς τούτο δικογραφημένη θέση των εναγόντων, δεν φαίνεται ότι τερματίστηκε το επίδικο έγγραφο, ως απαραίτητη προϋπόθεση για έγερση της αγωγής. Δεν πρόκειται βέβαια να εξαχθεί κάποιο συγκεκριμένο προς τούτο εύρημα, πλην όμως πρόκειται για ένα νομικό θέμα που εστιάζεται στο παραδεκτό της έγερσης της αγωγής, που ως τέτοιο, το κατάλληλο του στάδιο για να αποφασιστεί είναι στην κανονική δίκη. Ως αποτέλεσμα η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των καθ' ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /M.H cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο