← Κύπρος

Κατερίνας Αντωνίου ν. Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, Αγωγή Αρ. 9645/05, 24 Μαρτίου, 2008

Κατερίνας Αντωνίου ν. Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, Αγωγή Αρ. 9645/05, 24 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 9645/05 Μεταξύ: Κατερίνας Αντωνίου, από Λάρνακα Ενάγουσας - και - Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, μέσω του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, από Στρόβολο Εναγομένων Αίτηση ημερ. 6.9.07 για προδικαστικό σημείο ........... Ημερομηνία: 24 Μαρτίου, 2008 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους/αιτητές: κ. Παπαευσταθίου Για ενάγουσα/καθ΄ ης η αίτηση: κα Ν. Γρηγορίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με τη συγκατάθεση και της ενάγουσας (στο εξής η καθ΄ ης η αίτηση) ημερ. 11.1.08, το Δικαστήριο προχώρησε να εξετάσει κατά πόσο έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της υπόθεσης. Το θέμα εγείρεται στην έκθεση υπεράσπισης με τη μορφή προδικαστικών ενστάσεων και προωθήθηκε από τους εναγόμενους (στο εξής οι αιτητές) προς επίλυση ως προδικαστικό σημείο βάσει της Διαταγής 27 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Όπως είναι νομολογημένο, «. θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα

(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». Στην εξεταζόμενη περίπτωση, η καθ΄ ης η αίτηση αξιώνει διάφορες θεραπείες - μεταξύ των οποίων και £645.739,60 υπό μορφή απώλειας μισθών και προειδοποίησης - στη βάση ότι εξαναγκάσθηκε να παραιτηθεί από τη θέση του Ανώτερου Λειτουργού που κατείχε από 13.7.01. Τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση εκτίθενται, ουσιαστικά, στις παρ. 1, 3, 6 και 11 της έκθεσης απαίτησής της. Συγκεκριμένα:- Στην παρ.3 προβάλλεται το παραδεκτό γεγονός ότι οι αιτητές είναι Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου εγκαθιδρυθέντες βάση Νόμου - πρόκειται για τον Περί Χρηματιστηρίου και Αξιών Κύπρου Νόμο 14
(1)/1993 -, ο οποίος διοικείται από διοικητικό συμβούλιο που διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και διαθέτει μόνιμο προσωπικό του οποίου προΐσταται γενικός διευθυντής. Η καθ΄ ης, όπως διατείνεται στην παρ. 1 της έκθεσης απαίτησης, ήταν μέλος του μόνιμου προσωπικού των αιτητών, κατέχουσα τη θέση του Ανώτερου Λειτουργού από την οποία εξαναγκάσθηκε να παραιτηθεί το Σεπτέμβριο του 2005 (παρ. 11 της έκθεσης απαίτησης). Οι λόγοι του εξαναγκασμού της σε παραίτηση διατυπώνονται στην παρ. 6 της έκθεσης απαίτησης, η οποία (αυτούσια) έχει ως ακολούθως:- «6. Εις την εξέλιξη της εργοδότησης της Εναγούσης μετά των Εναγομένων και με αποκορύφωμα την περίοδο μετά τον Ιανουάριο του 2005, οι Εναγόμενοι ενεργούντες κυρίως δια μέσω του Γενικού των Διευθυντού συστηματικά υποβάθμιζαν την Ενάγουσα τροποποιώντας μονομερώς τα καθήκοντα της, αφαιρώντας τις εξουσίες και/η αρμοδιότητες, μετακινώντας και/η αναθέτοντας άλλα καθήκοντα σε υφισταμένους της μη σχετιζόμενα με την Ενάγουσα, αντικαθιστώντας τοιουτοτρόπως την σε Επιτροπές που υπηρετούσε, αφαιρώντας της το υπηρεσιακό φορητό τηλέφωνο της, παρακάμπτοντας την και δίδοντας εντολές και αναθέτοντας απ' ευθείας καθήκοντα σε υφισταμένους της, αμφισβητώντας οδηγίες, σχόλια και παρατηρήσεις της, αφαιρώντας τη πρόσβαση της εις το Διαδίκτυο καθιστώντας την εκτέλεση των καθηκόντων της αδύνατη και καταργώντας τοιουτοτρόπως το Τμήμα εις το οποίο απασχολείτο και/η καθιστώντας τοιουτοτρόπως τη λειτουργία του προβληματική το αποκορύφωμα δε ήτο η απόφαση των Εναγομένων ημερομηνίας 21/7/2005 η οποία γνωστοποιήθηκε εις την Ενάγουσα δια επιστολής των Εναγομένων ημερομηνίας 30/8/2005 και έναρξης ισχύος την 1/9/2005 δια της οποίας απόφασης οι Εναγόμενοι τροποποίησαν μονομερώς, παράνομα και αυθαίρετα τα καθήκοντα της Εναγούσης αφαιρώντας της οιανδήποτε εξουσία και/η αρμοδιότητα σε σχέση με το Λογιστήριο των Εναγομένων». Είναι θέση των αιτητών ότι με την αγωγή προσβάλλεται η εγκυρότητα και νομιμότητα διοικητικών πράξεων των αιτητών που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση της καθ΄ ης η αίτηση, ο έλεγχος των οποίων ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 146 του Συντάγματος. Επομένως, εισηγήθηκαν, η καθ΄ ης θα μπορούσε να καταχωρήσει αγωγή για αποζημιώσεις μόνο μετά από ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και όχι άμεσα. Παρέπεμψαν, σχετικά, στις υποθέσεις Λανίτης και Sevegep (ανωτέρω) και Μελινιώτης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 (Β) ΑΑΔ 1067. Η διαφορά, αντέτεινε η καθ΄ ης η αίτηση, είναι οικονομικής φύσεως και σαν τέτοια θα πρέπει να επιλυθεί από πολιτικό Δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης. Η επέμβαση των αιτητών στα καθήκοντα της, πρόβαλε, δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη, γιατί «.. αφορά αλλαγή και ανάθεση καθηκόντων διαφορετικών από εκείνων που ασκούσε για συγκεκριμένη χρονική περίοδο και στα πλαίσια της θέσης της ως Ανώτερης Λειτουργού.». Συνεπώς, κατέληξε, οι αποφάσεις των αιτητών ήταν εσωτερικό διοικητικό μέτρο και ως τέτοιο δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής στο πλαίσιο του άρθρου 146 του Συντάγματος. Παρέπεμψε, επί του προκειμένου, στις υποθέσεις Yiallouros v. Republic
(1976)3 CLR 214, Costea v. Republic
(1983)3 CLR 115, ως και σε άλλες μεταγενέστερες που ακολουθούν την ίδια αρχή δικαίου. Έχω εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις και νομολογία που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. Είναι γνωστό ότι με το άρθρο 146 του Συντάγματος παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο 146.1, επισημαίνεται στην υπόθεση Λανίτης (ανωτέρω), καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου και μόνο όταν αυτές εμπίπτουν στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου δεν υπόκεινται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το ερώτημα, επομένως, που εγείρεται είναι κατά πόσο οι πράξεις που η καθ΄ ης η αίτηση αποδίδει με την έκθεση απαίτησης της τους αιτητές εμπίπτουν ή όχι στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Είναι σαφές ότι αν η απάντηση στο ερώτημα που έχει τεθεί είναι θετική, τότε η υπόθεση δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία πολιτικού δικαστηρίου αλλά στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η καθ΄ ης η αίτηση ήταν μέλος του μόνιμου προσωπικού των αιτητών, οι οποίοι είναι νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Από τη θέση αυτή, όπως διατείνεται, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί για τους λόγους που επικαλείται στην παρ. 6 της έκθεσης απαίτησης της, η οποία εκτίθεται αυτούσια πιο πάνω. Πρόκειται για λόγους, έκδηλους κατά την άποψή μου, που άπτονται της υπηρεσιακής της κατάστασης, κι αυτό ως αποτέλεσμα πράξεων των αιτητών με αποκορύφωμα την απόφαση τους ημερ. 30.8.05. Με αυτή, όπως η ίδια ισχυρίζεται, οι αιτητές «. τροποποίησαν μονομερώς, παράνομα και αυθαίρετα τα καθήκοντα της αφαιρώντας της οιανδήποτε εξουσία και/ή αρμοδιότητα σε σχέση με το Λογιστήριο των εναγομένων». Επικαλείται, δηλαδή, επέμβαση των αιτητών στη φύση των καθηκόντων της, η οποία επέφερε αλλαγή στο υπάρχον καθεστώς της εργασίας της κι όχι απλή κατανομή καθηκόντων με βάση το ισχύο σχέδιο υπηρεσίας. Αν ίσχυε το δεύτερο, τότε δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά για ανάθεση καθηκόντων ή αλλαγής καθηκόντων σύμφωνα με τα σχέδια υπηρεσίας της θέσης, κάτι που δεν προκύπτει από το σαφές περιεχόμενο της παρ. 6 της έκθεσης απαίτησης. Επομένως, η εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων της καθ΄ ης η αίτηση ότι οι πράξεις ή απόφαση των αιτητών συνιστούσε διοικητικό μέτρο εσωτερικής φύσεως και όχι εκτελεστή διοικητική πράξη δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αν τέτοια ήταν η περίπτωση, τότε το βασικό παράπονο της καθ΄ ης η αίτηση ότι οι αιτητές «.τροποποίησαν μονομερώς, παράνομα και αυθαίρετα τα καθήκοντα της.» δεν θα είχε θέση στην έκθεση απαίτησης, γιατί η κατανομή καθηκόντων ως εσωτερικό διοικητικό μέτρο βασίζεται στο σχέδιο υπηρεσίας και αποβλέπει στην ορθή και σύννομη λειτουργία της υπηρεσίας που αφορά η συγκεκριμένη θέση (βλ. τις συνεκδικασθείσες προσφυγές 95 και 97/96 Θεοδώρου και Χ¨Αγαθαγγέλου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου, Ημερ. 30.6.99). Αντίθετα, με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των αιτητών ότι με την αγωγή προσβάλλεται η εγκυρότητα και νομιμότητα διοικητικών πράξεων των αιτητών που αφορούσαν την υπηρεσιακή κατάσταση της καθ΄ ης, ο έλεγχος των οποίων ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η βάση της αγωγής, κρινόμενη κάτω από οποιοδήποτε πρίσμα, συναρτάται με την εγκυρότητα των ισχυριζόμενων από την καθ΄ ης η αίτηση πράξεων των αιτητών, ο έλεγχος των οποίων βρίσκεται εκτός του πεδίου αρμοδιότητας πολιτικού δικαστηρίου. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, προς όφελος των αιτητών. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.