ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ SAMPRATRANS SHIPPING LIMITED, Αρ. Αιτ.: 146/06, 28 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αιτ.: 146/06 ΣΕ Ο,ΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113, Άρθρα 209, 211(ε), 212(α), 212(γ), 213 και 214 και ΣΕ Ο,ΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ SAMPRATRANS SHIPPING LIMITED ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ: CESKA KONSOLIDACNI AGENTURA, εκ Janovskeho 438/2, 170 06 Πράγα 7, Ταχ. Κώδικας 70109966, Δημοκρατία της Τσεχίας. Αιτητές Αίτηση για διάλυση της εταιρείας SAMPRATRANS SHIPPING LIMITED, ημερ. 20.3.2006 Ημερομηνία: 28 Μαρτίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Π. Νεοκλέους με κ. Σταματίου Για Καθ' ης η Αίτηση: κ. Ε. Μοντάνιος με κ. Παπαπέτρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές επιζητούν διάταγμα διάλυσης της καθ' ης η αίτηση εταιρείας SAMPRATRANS SHIPPING LIMITED (στο εξής «η εταιρεία»). Σύμφωνα με την αίτηση η εταιρεία ενεγράφη στις 29.12.1995 σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 (στο εξής ο «Νόμος»), το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στη Λεωφόρο Μαχαιρά 55, Αγία Βαρβάρα, Λευκωσία και το ονομαστικό κεφάλαιο της είναι £25.000 διαιρεμένο σε 25.000 μετοχές από £1 έκαστη. Μεταξύ των σκοπών για τους οποίους συστήθηκε η εταιρεία είναι η διεξαγωγή εργασιών ή επιχειρήσεων εμπόρων κάθε φύσεως αγαθών σε διεθνή βάση και κυρίως προϊόντων αργού πετρελαίου και παραγώγων καθώς και εργασιών ή επιχειρήσεων βιομηχάνων, μεταποιητών, εμπόρων, εισαγωγών, εξαγωγών κλπ. Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι η εταιρεία τους χρωστά το ποσό των US$9.113.653,86, που απορρέει από τα δάνεια και/ή τρεχούμενους λογαριασμούς και/ή ποσά που παραχωρήθηκαν στην εταιρεία βάσει δύο συμφωνιών χρηματοδότησης με ημερομηνίες 10.4.1996 και 10.4.1998 αντίστοιχα (στο εξής «οι συμφωνίες»). Τα εισπρακτέα ποσά και/ή τα δικαιώματα είσπραξης βάσει της πρώτης χρονικά συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ της Investicni a Postonvi banka a.s (στο εξής «IPB») από την Τσεχία ως πιστωτή και της εταιρείας ως χρεώστη, μεταβιβάστηκαν στην Ceskoslovenska obchodni banka a.s (στο εξής «COB») από την Πράγα, η οποία με τη σειρά της νομότυπα τα μεταβίβασε και/ή τα εκχώρησε στους αιτητές. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα εισπρακτέα ποσά και/ή δικαιώματα είσπραξης βάσει της δεύτερης χρονικά συμφωνίας και οι αιτητές είναι νόμιμοι δικαιούχοι αυτών καθόσον η εταιρεία έχει παραβιάσει τους όρους των συμφωνιών και δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις της και/ή δεν έχει πληρώσει τα πληρωτέα και/ή οφειλόμενα ποσά. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις η εταιρεία αρνήθηκε και/ή αμέλησε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις συμφωνίες και/ή να πληρώσει το διεκδικούμενο από τους αιτητές ποσό και δεν ανταποκρίθηκε θετικά ούτε ικανοποίησε τους αιτητές και δεν εξόφλησε το χρέος της εντός 21 ημερών από την επίδοση γραπτής απαίτησης των αιτητών και/ή των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους ημερομηνίας 13.2.2006, η οποία παραδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στις 21.2.
- Οι αιτητές έχουν πολύ καλή υπόθεση και επειδή η εταιρεία είναι αναξιόχρεη και ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, είναι ορθό και δίκαιο όπως διαλυθεί. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 209, 211(ε), 212(α) και (γ), 213 και 214 του Νόμου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της Ελεάνας Σπυρής, ασκουμένης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές, η οποία δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές και τους δικηγόρους τους να προβεί στην ένορκη της δήλωση και γνωρίζοντας πολύ καλά τα γεγονότα προσωπικά ενεργώντας ως δικηγόρος εκ μέρους και για λογαριασμό των αιτητών σε όλες τις συναλλαγές τους που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση αλλά και από μελέτη του φακέλου και των εγγράφων της υπόθεσης, υποστηρίζει ότι το περιεχόμενο της αίτησης ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 10.8.2005 με την οποία καλείτο η εταιρεία να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της και/ή να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά, η οποία επιδόθηκε στην εταιρεία στις 20.9.2005 και ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της απαίτησης ημερομηνίας 13.2.2006 που επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, ενώ ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης του ιδιώτη επιδότη που επέδωσε την εν λόγω γραπτή απαίτηση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στις 21.2.2006, ισχυρίζεται ότι η εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε θετικά και/ή αμέλησε να εξοφλήσει το χρέος της εντός 21 ημερών από την επίδοση της γραπτής απαίτησης και ούσα αναξιόχρεη και ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της είναι δίκαιο και ορθό να διαλυθεί. Η εταιρεία στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της που καταχωρήθηκε στις 28.4.2006, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης. Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για διάλυση της εταιρείας, ότι η εταιρεία δεν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, ότι οι αιτητές δεν είναι πιστωτές της εταιρείας, ότι δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε συμφωνίες χρηματοδότησης της εταιρείας οι οποίες έχουν μεταβιβαστεί ή εκχωρηθεί στους αιτητές ή προς όφελος τους και ότι η εταιρεία δεν χρωστά στους αιτητές οποιοδήποτε ποσό χρημάτων. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 207, 209, 211(ε), 212(α) και (γ), 213 και 214 του Νόμου, στον Κανονισμό 92 των περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών του 1933, στον Κανονισμό 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.4 και Δ.39 θ.2 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και ως αναφέρεται τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Κατά την ακρόαση της αίτησης προσφέρθηκε εκ μέρους των αιτητών η προφορική μαρτυρία του Martin Repa, ο οποίος στη γραπτή του κατάθεση, που σημειώθηκε ως Έγγραφο 1 ενώπιον του Δικαστηρίου στη μητρική του γλώσσα και ως Έγγραφο 1Α η μετάφραση της στην Ελληνική, υποστήριξε ότι είναι δικηγόρος στο τμήμα εκκρεμουσών υποθέσεων των αιτητών και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από το διοικητικό τους συμβούλιο να τους εκπροσωπήσει στην παρούσα αίτηση (Τεκμήριο 1). Οι αιτητές έχουν εγγραφεί ως εταιρεία στο εμπορικό μητρώο του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Πράγας (Τεκμήριο 2) και ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με την αγορά, πώληση και διαχείριση εισπρακτέων ποσών και άλλων περιουσιακών στοιχείων, με την ανοικοδόμηση επιχειρήσεων, με την αγορά, πώληση και φύλαξη ομολόγων και ενεχυριάσεων επί κινητής περιουσίας, με τη διατήρηση λογαριασμών νομικών οντοτήτων και ατόμων καθώς και με την παροχή συμβουλών οικονομικής φύσεως. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 δέσμη εγγράφων αναφορικά με τη σύσταση και τα στοιχεία της εταιρείας, η οποία κατά τον ισχυρισμό του είναι οφειλέτης των αιτητών, καταθέτοντας επίσης ως Τεκμήριο 4Α αντίγραφο έρευνας για την εταιρεία στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών όπου φαίνεται ότι υπάρχουν, με δικαιούχους τους αιτητές, εγγεγραμμένες επιβαρύνσεις αναφορικά με υποθήκες επί δύο πλοίων της εταιρείας. Επαναλαμβάνοντας τη θέση των αιτητών ότι η εταιρεία τους οφείλει το αναφερθέν στην αίτηση ποσό συνεπεία των δύο συμφωνιών, με τις οποίες η IPB δάνεισε στην εταιρεία τα ποσά των US$7.200.000 και US$9.000.000 αντίστοιχα, κατόπιν εκχώρησης του από την COB στους αιτητές στις 18.6.2002, κατέθεσε ως Τεκμήριο 4Β αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 5.9.2002, στην οποία ο Διευθυντής της εταιρείας παραδέχεται ότι οι αιτητές είναι πιστωτές της εταιρείας στους οποίους η εταιρεία χρωστά χρήματα, ότι είναι εν γνώσει της εταιρείας ότι οι συμφωνίες μεταβιβάστηκαν και/ή εκχωρήθηκαν προς όφελος των αιτητών και ότι η εταιρεία δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και/ή είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, θεωρώντας ότι οι λόγοι ένστασης στην υπό κρίση αίτηση είναι αντίθετοι με το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο 4Β. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 5 και 6 την πρώτη χρονικά συμφωνία, ημερομηνίας 10.4.1996, με την τροποποίηση της, ημερομηνίας 4.9.1996, αντίστοιχα, που συνομολογήθηκε μεταξύ της IPB, της εταιρείας και της Ceske Iodenice a.s. (στο εξής «CI») σύμφωνα με την οποία η πρώτη δάνεισε στις άλλες δυο το ποσό των US$7.200.000, ενώ ως Τεκμήριο 7 δέσμη εγγράφων όπου φαίνεται, βάσει σχετικού πιστοποιητικού του εμπορικού μητρώου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πράγας, η αγορά των δικαιωμάτων της IPB από την COB και ως Τεκμήρια 8 και 9 δέσμη εγγράφων που αφορούν τη συμφωνία εκχώρησης της οφειλής, στις 18.6.2002 με την τροποποίηση της στις 10.1.2003 αντίστοιχα, από την COB προς τους αιτητές, στην τελευταία των οποίων η CI δεν λογιζόταν οφειλέτης των αιτητών. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήρια 10 και 11 τη δεύτερη χρονικά συμφωνία ημερομηνίας 10.4.1998, που συνομολογήθηκε μεταξύ της IPB και της εταιρείας σύμφωνα με την οποία η πρώτη δάνεισε στη δεύτερη το ποσό των US$9.000.000 και τα έγγραφα εκχώρησης της οφειλής της εταιρείας από την COB προς τους αιτητές στις 18.6.2002 αντίστοιχα. Τα Τεκμήρια 12-14, τα οποία επίσης κατέθεσε, αφορούν επιστολές της COB προς την εταιρεία, ημερομηνίας 26.6.2002, με τις οποίες πληροφορείται η τελευταία ότι τα εισπρακτέα ποσά εκχωρήθηκαν στις 18.6.2002 στους αιτητές και όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 14 οι επιστολές αυτές έφτασαν στον προορισμό τους. Όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 15 οι αιτητές κατέβαλαν προς τη COB ένα χρηματικό ποσό ως αντιπαροχή για την εκχώρηση των οφειλών της εταιρείας προς αυτή. Ως Τεκμήριο 16 κατέθεσε συμφωνία ημερομηνίας 7.6.2006 μεταξύ των αιτητών, της IPB και της COB, στην οποία φαίνεται ότι το εισπρακτέο από την εταιρεία ποσό δυνάμει της πρώτης συμφωνίας ανερχόταν σε US$3.277.972,84 και βάσει της δεύτερης συμφωνίας σε US$6.279.774,
- Η εταιρεία μετά την εκχώρηση των οφειλών της προς τους αιτητές προέβηκε σε κάποιες πληρωμές συνολικού ποσού US$541.682,50 (Τεκμήριο 17). Από τον Ιούλιο του 2002 και μεταγενέστερα η εταιρεία δεν κατέβαλε άλλο χρηματικό ποσό κατά παράβαση των υποχρεώσεων της και των συμφωνημένων χρονοδιαγραμμάτων που τέθηκαν δυνάμει των δύο συμφωνιών. Λόγω της καθυστέρησης και παράλειψης της εταιρείας να πληρώσει τις οφειλόμενες δόσεις της προς τους αιτητές, αυτοί της απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 19.5.2003 καλώντας την να πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά μέχρι τότε (Τεκμήριο 18), στην οποία δεν υπήρξε ανταπόκριση από την εταιρεία, στάση που τήρησε και σε μεταγενέστερη παρόμοια επιστολή ημερομηνίας 4.10.2004 (Τεκμήριο 19). Ακολούθησε νέα επιστολή ημερομηνίας 10.8.2005 (Τεκμήριο 20) που παραλήφθηκε από τον διευθυντή της εταιρείας στις 20.9.2005 και επειδή ούτε σε αυτήν υπήρξε ανταπόκριση οι αιτητές ανέθεσαν την υπόθεση στους δικηγόρους τους στην Κύπρο και στις 21.2.2006 επιδόθηκε στην εταιρεία με παράδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της μια γραπτή απαίτηση των αιτητών ημερομηνίας 13.2.2006 (Τεκμήριο 21). Δεν υπήρξε ανταπόκριση της εταιρείας εντός 21 ημερών με αποτέλεσμα αυτή να λογίζεται αναξιόχρεη και ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, οφείλουσα στις 31.1.2006 στους αιτητές το αναφερόμενο στην αίτηση ποσό (Τεκμήριο 22) και γι' αυτό είναι ορθό και δίκαιο να διαλυθεί, έχοντας γίνει και οι δημοσιεύσεις τις οποίες διέταξε το Δικαστήριο (Τεκμήρια 23 και 24). Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα των αιτητών προέκυψε ότι δεν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον της εταιρείας υπέρ των αιτητών για τις ισχυριζόμενες οφειλές ούτε και υπέρ της IPB και της COB. Έγινε επίσης αποδεκτό από τον μάρτυρα ότι στις 2.10.2006 οι αιτητές καταχώρησαν αγωγή εναντίον της εταιρείας ενώπιον του Δικαστηρίου της Πράγας για ποσό 651.847,57 τσέχικες κορώνες (Τεκμήριο 25), που αφορά ποσά σχετικά με τις δύο συμφωνίες και ακόμη εκκρεμεί, ενώ όπως διευκρινίστηκε στην επανεξέταση το ποσό αυτό ισοδυναμεί με US$30.000 περίπου. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας σκοπός των αιτητών είναι να πιέσουν την εταιρεία με την υπό κρίση αίτηση να πληρώσει τα χρέη της. Η εταιρεία δεν υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία με τους αιτητές, οι οποίοι ουδέποτε την χρηματοδότησαν. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι δεν έχει προσωπική γνώση για τις καταχωρήσεις που αφορούν τα οφειλόμενα ποσά στα λογιστικά βιβλία της IPB και της COB αλλά δεν συμφώνησε ότι δεν εκχωρήθηκαν νομότυπα τα ποσά βάσει των δύο συμφωνιών προς τους αιτητές. Παρόλο που δεν καταχώρησε ο ίδιος τα στοιχεία στο ηλεκτρονικό σύστημα λογιστηρίου των αιτητών μπορούσε να πάρει τα σχετικά στοιχεία και δεν συμφώνησε ότι οι καταστάσεις που αφορούν τα χρέη της εταιρείας είναι λανθασμένες. Εκ μέρους της εταιρείας δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων της και οι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι συνήγοροι των αιτητών στη γραπτή τους αγόρευση εισηγήθηκαν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όπως προκύπτει από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τη νομολογία επί του θέματος, σχολιάζοντας δε τους λόγους ένστασης, τονίζοντας επίσης ότι η ένσταση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ούτε και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της εταιρείας κατά την ακροαματική διαδικασία, υπέδειξαν ότι όλοι είναι αβάσιμοι και ανυπόστατοι όπως είναι πρόδηλο από τα γεγονότα και θα πρέπει να απορριφθούν. Οι συνήγοροι της εταιρείας στη γραπτή τους αγόρευση εισηγήθηκαν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και με αναφορά στα γεγονότα και τη νομολογία υπέδειξαν ότι οι αιτητές δεν απέδειξαν ότι είναι πιστωτές της εταιρείας καθότι δεν προσήχθη αποδεκτή επί του θέματος μαρτυρία εκ μέρους τους ενόσω η προσαχθείσα μαρτυρία δεν επιβεβαιώνει τη θέση τους αυτή, ούτε και απέδειξαν το ισχυριζόμενο χρέος της εταιρείας προς αυτούς καθόσον μάλιστα δεν προέκυψε ότι η εταιρεία αμέλησε να πληρώσει το αξιούμενο από τους αιτητές ποσό. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία έχει προκύψει ότι η εταιρεία των αιτητών έχει διαλυθεί και εφόσον οι αιτητές έχουν κινήσει αγωγή στη Τσεχία εναντίον της εταιρείας υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Ως προς τη νομική πτυχή, με το άρθρο 211 του Νόμου παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την εκκαθάριση μιας εταιρείας για έναν από τους έξι λόγους που καθορίζονται σ' αυτό. Σύμφωνα με την παράγραφο (ε) διάταγμα εκκαθάρισης μπορεί να εκδοθεί όταν η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο (α) του άρθρου 212 του ίδιου Νόμου εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, αν πιστωτής που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις £500, επέδωσε σ' αυτήν παραδίδοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της, απαίτηση υπογραμμένη απ' αυτόν με την οποία απαιτείται από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το εν λόγω ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή (βλ. σχετικά, GIP Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμ. Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 ΑΑΔ 14 και M. Moulettaris Machin. Co. Ltd v. Ζήνωνος
(2001)1 ΑΑΔ 1649). Στην υπό κρίση αίτηση οι αιτητές, μέσω του μάρτυρα που παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κατέθεσαν σωρεία εγγράφων προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι η εταιρεία τους οφείλει το ποσό US$9.113.653,86, που απορρέει από τα δάνεια και/ή τρεχούμενους λογαριασμούς και/ή ποσά που παραχωρήθηκαν στην εταιρεία βάσει των δύο συμφωνιών, ως περιγράφεται στην αίτηση. Πρόκειται για σειρά πολυσέλιδων και πολύπλοκων συμφωνιών, με πολλούς όρους, που διέπονται ως επί το πλείστον από το δίκαιο της Τσεχίας και οδήγησαν σύμφωνα με τους αιτητές στο να εκχωρηθούν σ' αυτούς οι οφειλές της εταιρείας προς την IPB, με την οποία η εταιρεία είχε συμβληθεί αρχικά. Πέραν ωστόσο των πασιφανών διαφορών που παρατηρούνται στα αξιούμενα από τους αιτητές ποσά έναντι της εταιρείας με βάση τα κατατεθέντα Τεκμήρια και την μαρτυρία του μάρτυρα των αιτητών, κατέστη σαφές κατά την αντεξέταση του ότι ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση για τις καταχωρήσεις που αφορούν τις οφειλές της εταιρείας προς την IPB και την COB, από την τελευταία των οποίων οι αιτητές κατέστησαν ως ισχυρίζονται με εκχώρηση πιστωτές της εταιρείας. Είναι επίσης αναντίλεκτο ότι η εταιρεία δεν αποτελεί μέρος των συμφωνιών εκχώρησης υπέρ των αιτητών των οποιωνδήποτε οφειλών της προς την IPB με την οποία είχε συνάψει τις δυο συμφωνίες, Τεκμήρια 5-6 και 10. Και στο Τεκμήριο 20 ακόμη διαφαίνεται ότι οι αιτητές απευθύνονται προς την εταιρεία αξιώνοντας ποσά προερχόμενα από παραβάσεις υποχρεώσεων της βάσει όρων των συμφωνιών. Αναμφίβολα παράβαση συμφωνίας δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα αλλά και θα πρέπει να διαπιστωθεί μέσω της δέουσας δικαστικής διαδικασίας. Όπως ορθά εισηγήθηκαν οι συνήγοροι της εταιρείας ελλείπει αποδεκτή μαρτυρία για την απόδειξη του προς τους αιτητές χρέους της εταιρείας σε βαθμό που δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές εύρημα του Δικαστηρίου τόσο για την ύπαρξη του όσο και για το ύψος του, θέματα που αμφισβητήθηκαν στην παρούσα διαδικασία εκ μέρους της εταιρείας. Στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για εκκαθαρισμένο χρέος είτε βάσει δικαστικής απόφασης είτε άλλως πως, ενόσω η νομιμοποίηση των αιτητών ως πιστωτών αλλά και το ύψος των τυχόν προς αυτούς οφειλομένων ποσών πρέπει να συναχθεί από τις προσαχθείσες συμφωνίες, σε κάποιες από τις οποίες η εταιρεία δεν είναι μέρος (βλ. Τεκμήρια 7, 8, 9, 11 και 16) και προφανώς τίθεται θέμα ερμηνείας τους και καθορισμού των υποχρεώσεων της εταιρείας που πηγάζουν από τις συμφωνίες αυτές (βλ. In re Brikent Estates Company Ltd
(1980)7 JSC 127). Η μαρτυρία του μάρτυρα των αιτητών εκ της φύσης της και εφόσον ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε γνώση για τα οφειλόμενα και πληρωτέα ποσά εκ μέρους της εταιρείας προς την IPB βάσει των συμφωνιών αλλά και προς την COB, δεν είναι ικανοποιητική για απόδειξη του τυχόν υπάρχοντος και αξιούμενου χρέους και του ύψους του προς τους αιτητές (βλ. A.L.Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 156 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Σαλούμη κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 1347). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Loukos Manufacturers Ltd.
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2226, στην έννοια του πιστωτή, ο οποίος μπορεί να αιτηθεί την εκκαθάριση εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 213 του Νόμου, δεν μπορεί να περιληφθεί πιστωτής του οποίου το ύψος της πίστωσης δεν είναι καθορισμένο (Re Pen-Van Colieri [1877] 6 Ch.D. 477) και ένας πιστωτής εταιρείας μπορεί να καταχωρήσει αίτηση για διάλυση της εταιρείας νοουμένου ότι η οφειλή είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη (Re James Millward & Co. Ltd. [1940] Ch. 333 και σύγγραμμα Palmer' s «Company Precedents» , Part 2, Winding Up 17th Ed., p. 39). Στο σύγγραμμα L.G.B.Gower «Modern Company Law», στη σελίδα 721 αναφέρεται ότι παρόλο που, σε περίπτωση που δεν αποδειχθεί ότι η εταιρεία δεν συμμορφώθηκε σε τρεις εβδομάδες στην γραπτή απαίτηση του πιστωτή για πληρωμή, το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί άλλη μαρτυρία για απόδειξη της ανικανότητας της εταιρείας να πληρώσει το χρέος της, δεν θα επιτρέψει την αίτηση να προχωρήσει αν το χρέος αμφισβητείται σοβαρά. Σημειώνεται, επίσης, ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, πέραν του ότι είναι πρόδηλο ότι η ενόρκως δηλούσα αντλεί την γνώση της από δεδομένα και στοιχεία που δεν καταχώρισε η ίδια σε σχέση πάντα με την επίδικη οφειλή, μη ούσα και αξιωματούχος των αιτητών, δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα αναφορικά με την ύπαρξη και το ύψος της οποιασδήποτε οφειλής της εταιρείας, υπό τις περιστάσεις που εκτέθηκαν πιο πάνω. Περαιτέρω, όπως ορθά εισηγήθηκαν οι συνήγοροι της εταιρείας, δεν έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία εμπειρογνώμονα επί του δικαίου της Τσεχίας από την οποία να αποδεικνύεται η νομιμοποίηση των αιτητών ως πιστωτών της εταιρείας ενόψει των συμφωνιών που αυτοί επικαλούνται, βάσει των οποίων τους εκχωρήθηκαν κατά τον ισχυρισμό τους τα οφειλόμενα προς την IPB από την εταιρεία ποσά (βλ. Bank of Scotland v. Geodrill Ltd κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 753). Οι συνέπειες της έλλειψης αποδεκτής μαρτυρίας για το θέμα αυτό δεν μεταβάλλονται από το περιεχόμενο της επιστολής της εταιρείας προς τους αιτητές, Τεκμήριο 4Β, που όπως θα επεξηγηθεί πιο κάτω δεν μπορεί να εκληφθεί ως παραδοχή της εταιρείας για την οφειλή της. Εφόσον η εταιρεία δεν αποτελεί μέρος οποιασδήποτε συμφωνίας εκχώρησης, η όποια γνώση της για το θέμα αυτό προήλθε από την πληροφόρηση της από τους αιτητές (βλ. Τεκμήρια 12-13 και 18-19) και οι αναφορές της εταιρείας στο Τεκμήριο 4Β δεν απαλλάσσουν τους αιτητές από την απόδειξη των θέσεων τους στην παρούσα διαδικασία. Ακόμη και η πληρωμή κάποιου ποσού από την εταιρεία προς τους αιτητές σύμφωνα με το Τεκμήριο 17, το οποίο όπως ανέφερε ο μάρτυρας των αιτητών δεν προήλθε από δικές του καταχωρήσεις, δεν σημαίνει αποδοχή εκ μέρους της εταιρείας ότι οφείλει το αξιούμενο από τους αιτητές ποσό. Χωρίς να μου διαφεύγουν οι θέσεις των συνηγόρων της εταιρείας για την αποδεκτότητα του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4Α, ακόμη και αν δεν αμφισβητείτο αυτό εκ μέρους της εταιρείας, από το γεγονός ότι οι αιτητές είναι δικαιούχοι επιβαρύνσεων επί δυο πλοίων της εταιρείας δεν εξάγεται άνευ ετέρου ότι η εταιρεία συναινεί στο ότι οφείλει το αξιούμενο από αυτούς ποσό καθόσον δεν έχει προσαχθεί κατάλληλη μαρτυρία προς απόδειξη της θέσης ότι η εγγραφή των επιβαρύνσεων έγινε από την εταιρεία και όχι από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο που έχει συμφέρον σ' αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 91 του Νόμου ούτε και προκύπτει από το Τεκμήριο αυτό η αιτία των εγγεγραμμένων επιβαρύνσεων υπέρ των αιτητών. Συνάγεται κατ' επέκταση ότι οι αιτητές δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης του οφειλόμενου προς αυτούς κατ' ισχυρισμόν ποσού, όπως απαιτείται σε αιτήσεις τέτοιας φύσης. Η μη προσαγωγή οποιασδήποτε μαρτυρίας εκ μέρους της εταιρείας υπό τα δεδομένα της υπόθεσης είτε υπό μορφή ένορκης δήλωσης είτε προφορικής δεν επενεργεί εναντίον της, σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση Re Davis Investments (East Ham) Ltd [1961] 3 All E.R. 926, καθόσον σε αιτήσεις τέτοιας φύσης εναπόκειται στους αιτητές να αποδείξουν την απαίτηση τους και την συνδρομή των προϋποθέσεων για το αιτούμενο διάταγμα εναντίον της εταιρείας. Όπως εξειδικεύεται στην αίτηση η εταιρεία θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της σύμφωνα με το άρθρο 211(ε) του Νόμου, λόγω του ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 212(α) του Νόμου καθότι σύμφωνα με την νομολογία η απόδειξη των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού δημιουργεί τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής χρεών, ενόσω δεν προωθήθηκε η θέση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 212(γ) του Νόμου (βλ. GIP Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμ. Κοινωνικών Ασφαλίσεων (πιο πάνω) και Pan-Aman Hotels Ltd v. Εφόρου ΦΠΑ
(2002)1 ΑΑΔ 1796). Η θέση αυτή των αιτητών αμφισβητήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την αντεξέταση του μάρτυρα τους, ο οποίος ευθαρσώς δήλωσε ότι σκοπός των αιτητών είναι με την υπό κρίση αίτηση να πιέσουν την εταιρεία να πληρώσει τα χρέη της. Η αναφορά αυτή του μάρτυρα ενόψει και του αναμφισβήτητου γεγονότος ότι εκκρεμεί από το έτος 2006 ενώπιον του Δικαστηρίου της Πράγας αγωγή των αιτητών εναντίον της εταιρείας πηγάζουσα από τις δυο συμφωνίες (βλ. Τεκμήριο 25) δείχνει την έλλειψη της γνησιότητας των θέσεων των αιτητών. Όπως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω, η αξιούμενη οφειλή δεν αποδείχθηκε ούτε είναι αδιαμφισβήτητη και ως εκ τούτου τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία δεν μπορούν να οδηγήσουν στο εύρημα ότι η εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της ώστε να κριθεί ανίκανη να τα πληρώσει, σύμφωνα με το άρθρο 211(ε) του Νόμου. Η μη ανταπόκριση δε της εταιρείας στα αποσταλέντα σ' αυτήν Τεκμήρια 20 και 21 δεν οδηγούν υπό τις συνθήκες της υπόθεσης στο συμπέρασμα ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της ούτε και απαλλάσσει τους αιτητές από το βάρος που έχουν στην παρούσα αίτηση. Η θέση του μάρτυρα των αιτητών και η αντίστοιχη εισήγηση των συνηγόρων των αιτητών, επίσης, ότι οι λόγοι ένστασης της εταιρείας στην παρούσα αίτηση είναι αντίθετοι με το περιεχόμενο της επιστολής του Διευθυντή της εταιρείας, Τεκμήριο 4Β, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 4Β, η εταιρεία, αν και στις 5.9.2002 με την εν λόγω επιστολή της προς τους αιτητές, επικαλείτο και κάποιες οικονομικές δυσκολίες ρευστότητας, ήγειρε θέματα αδικίας κάποιων όρων των συμφωνιών έναντι της και αιτήθηκε υπό τα δεδομένα αλλαγή τόσο του χρονοδιαγράμματος αποπληρωμής όσο και άλλων όρων των συμφωνιών, προβάλλοντας ότι ενδέχεται να μην είναι δυνατόν να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της για αποπληρωμή των ποσών μέσα στα προνοούμενα χρονικά πλαίσια για τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή της. Συνεπώς δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί δίχως άλλο βάσει του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής αφενός ότι η εταιρεία δήλωσε πλήρη αποδοχή των οφειλών της προς τους αιτητές και αφετέρου ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τις οφειλές της, ως είναι η σχετική εισήγηση των συνηγόρων των αιτητών. Δεν μου διαφεύγει επίσης η επισήμανση των συνηγόρων της εταιρείας ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 οι αιτητές έχοντας διαλυθεί στις 31.12.2007 δεν υφίστανται πλέον ως νομικό πρόσωπο. Ωστόσο ενόψει των προαναφερθέντων ως προς την ουσία της αίτησης, οποιαδήποτε ενασχόληση με το θέμα δεδομένου ότι κατά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης οι αιτητές ήταν υπαρκτό πρόσωπο, θα είχε θεωρητική πλέον σημασία. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν αποδείχθηκαν από τους αιτητές οι προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης, η οποία και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ της εταιρείας και εναντίον των αιτητών. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο