Επί τοις αφορώσι τον Νίκο Ανδρέου, Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης: 2/08, 28.3.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης: 2/08 Εν Πτώχευσει Επί τοις αφορώσι τον Νίκο Ανδρέου, εκ Λατσιών Χρεώστης -------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 16.1.2008 δια παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης ημερ. 7.1.2008 HMEΡΟΜΗΝΙΑ: 28.3.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Χρεώστη-Αιτητή: κ. Α. Δανός Για τον Πιστωτή-Καθ'ου η Αίτηση: κα Ζαχαρίου ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε την 16.1.2006 απόφαση στην αγωγή υπ' αρ. 3606/05 υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου δια το ποσό των ΛΚ6.680 με τόκο προς 8% ετησίως από 15.9.2005 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΛΚ380,50 έξοδα της αγωγής με τόκο 8% επί ποσού ΛΚ359,00 από 15.9.2005 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Την 7.1.2008 ο Πιστωτής (η Ενάγουσα στη ρηθείσα αγωγή), καταχώρησε μέσω δικηγόρου την αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης συνοδευόμενη από ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του Χρεώστη (Εναγομένου). Ο Χρεώστης ενίσταται στην έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης και καταχώρησε ένορκη δήλωση στις 16.1.2008 εγείροντας τους πιο κάτω λόγους: α) Η εναντίον του απόφαση εξεδόθη ερήμην και υπό συνθήκες-περιστάσεις παραπλανήσεως του εκ μέρους των αιτητών, οι οποίοι ενώ τον διαβεβαίωσαν ότι θα απέσυραν την αγωγή, προχώρησαν εις έκδοση αποφάσεως. β) Καταχώρησε αίτηση ακυρώσεως-παραμερισμού της αποφάσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή, αποστερώντας του το αναφαίρετο δικαίωμα να ακουσθεί. γ) Έχει καταχωρήσει καλόπιστως και με καλές προϋποθέσεις επιτυχίας την Έφεση 45/2007 η οποία και εκκρεμεί. δ) Είχε και έχει την πρόθεση να εγείρει ανταπαίτηση εναντίον των αιτητών για ψευδείς παραστάσεις ή πλάνη ή παραπλάνηση του για το ισόποσο της αξιώσεως, κάτι το οποίο δεν ηδυνήθην να πράξει ένεκα της παραπλανήσεως του. ε) Η εκδοθείσα ειδοποίηση πτωχεύσεως είναι παράτυπος και/η δεν συνάδει προς αναγκαστικάς-επιτακτικάς προνοίας των πτωχευτικών κανονισμών και δεν δύναται να προχωρήσει η επιτύχει εις καμίαν περίπτωση. στ) Η επιδοθείσα εις αυτό ειδοποίηση είναι παράτυπος και δεν συνάδει προς επιτακτικάς πρόνοιας των πτωχευτικών κανονισμών, μεταξύ των οποίων και ο Κανονισμός 40. ζ) Αρνείται ότι οφείλει προς την αιτήτρια εταιρεία το αξιούμενο ποσό πλέον τόκους και έξοδα και εγείρει ανταπαίτηση και/ή ανταξίωση εναντίον της αιτήτριας εταιρείας για το ίδιο ποσό δια ζημιάς τας οποίας υπέστη ένεκα πράξεως και/ή παραλείψεως της αιτήτριας. η) Επομένως η αίτηση είναι εκδικητική και ενοχλητική. θ) Η αίτηση παράτυπος και/ή δεν αναφέρει τους νόμου και/η τους κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται. ι) Η παρούσα ειδοποίηση πτωχεύσεως αποτελεί-συνιστά κατάχρηση των εξουσιών του Δικαστηρίου καθότι καταχωρίσθη ωσαύτως και η ειδοποίηση 866/07 και ακολούθως η αίτηση πτωχεύσεως 464/07 η οποία εγκαταλειφθείσα απερρίφθη. ια) Η σχετική νομοθεσία ή διατάξεις του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 που προβλέπουν την διάπραξη πράξης Πτωχεύσεως σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την ειδοποίηση Πτωχεύσεως είναι αντίθετοι και δεν συνάδουν με τις διατάξεις του άρθρου 9 του Συντάγματος. Στην υπό κρίση αίτηση δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία, δεν ζητήθηκε η αντέξεταση του ενόρκως δηλούντα και έτσι η υπόθεση εκδικάστηκε με βάση το συνοπτικό περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων όπως αυτές έχουν καταχωριστεί. Πριν προχωρήσω στην εξέταση των εγειρόμενων θεμάτων θα ήθελα να υποδείξω ότι οι Κανονισμοί 40
(2)και 41 των περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικών Κανονισμών (Bankruptcy Rules) προβλέπουν ότι η ειδοποίηση πτώχευσης μπορεί να παραμερισθεί με καταχώρηση ενόρκου δηλώσεως εκ μέρους του Χρεώστη, όπως έπραξε αυτός με την παρούσα αίτηση, μια και η καταχώρηση μιας τέτοιας ενόρκου δηλώσεως λειτουργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης. Οι λόγοι οι οποίοι μπορούν να προβληθούν σύμφωνα με το άρθρο 3 εδάφιο 1 (ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 και τον Κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικών Κανονισμών είναι ότι ο χρεώστης έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό το οποίο διατάχθηκε να πληρώσει και το οποίο δε μπορούσε να είχε εγείρει στην αγωγή ή την διαδικασία στην οποία δόθηκε η απόφαση ή η διαταγή. Με αυτά κατά νου, στρέφομαι προς τις πιο πάνω διατάξεις και βρίσκω ότι οι μόνοι λόγοι που προβάλλονται στην ένορκο δήλωση του Χρεώστου και μπορούν να εξετασθούν στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας είναι αυτοί που αναφέρονται υπό στοιχεία (δ) και (ζ). Στο σύγγραμμα του Williams & Hunter on Bankruptcy 19η έκδοση αναφέρεται στις σελίδες 37-38 ότι ο χρεώστης θα πρέπει να καταχωρήσει ένορκη δήλωση, που να δεικνύει με εύλογο βαθμό λεπτομέρειας τη φύση και το ποσό του ισχυριζόμενου συμψηφισμού, ανταπαίτησης ή ανταξίωσης, έτσι που να ικανοποιήσει το λεκτικό του Bankruptcy Rule 139 ότι «sufficient cause is shown». Ο κανονισμός αυτός είναι παρόμοιος με τον Κανονισμό 41 των κυπριακών πτωχευτικών κανονισμών. Στην υπόθεση The Debtor v. National Westminister Bank Plc
(1984)1 WLR 353, στη σελίδα 362, όπου αναφέρεται ότι το βάρος της απόδειξης εναπόκειται στο χρεώστη. Όπως το έθεσε το Δικαστήριο αναφορικά με την ανταξίωση, που εφαρμόζεται και για την ανταπαίτηση: "First, the affidavit or affidavits must show that he has a cross-demand against the creditor which is genuine. To satisfy that requirement, the cross-demand against the creditor which is genuine. To satisfy that requirement, the cross-demand must be put forward in good faith and must have a reasonable probability of success, or as it has also been expressed, must give rise to a triable issue. In the latter respect, there is no hard and fast rule as to the degree of proof required. It depends in each case on the particular facts and circumstances of that case." Στην ίδια υπόθεση το Δικαστήριο λέχθηκε στη σελίδα 364 τη θέση ότι η ανταπαίτηση μπορούσε να εγερθεί με ξέχωρη αγωγή, αλλά πρόσθεσε ότι η ανταπαίτηση, ανταξίωση ή αίτημα συμψηφισμού πρέπει να είναι τέτοια που να μην υπόκειται το ίδιο σε απόρριψη αν ο πιστωτής έχει ο ίδιος ανταπαίτηση. Η ανταπαίτηση του χρεώστη θα πρέπει να έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας. Τέλος η ανταπαίτηση που εγείρεται πρέπει να συνδέεται με την αρχική απαίτηση του πιστωτή και να αναφέρεται σε αυτόν με την ίδια ιδιότητα που έλαβε την απόφαση (βλ. Halsbury's Law of England, 3η έκδοση, τόμος 2, σελίδα 282, παρά 525 και την υπόθεση Re Molesworth
(1907)51 Sol. J. 563, CA). Θα πρέπει όμως τα γεγονότα τα οποία ο χρεώστης θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου να είναι τέτοια που να τοποθετούν την απαίτηση του μέσα στο πλαίσιο των κανονισμών και των αρχών της νομολογίας που διατυπώθηκαν πιο πάνω. Εφαρμόζοντας τις ποιο πάνω αρχές, είναι φανερό ότι ο χρεώστης στην παρούσα περίπτωση καμία λεπτομέρεια δεν έθεσε στην ένορκη δήλωση, που είναι η μοναδική μαρτυρία που μπορεί να ληφθεί υπόψη που να δείχνει γιατί έχει ανταπαίτηση. Απλά αναφέρει γενικά και αόριστα ότι εγείρει ανταπαίτηση και ή ανταξίωση για το ίδιο ποσό για ζημιές που υπέστηκε συνεπεία πράξεως και/ ή αμέλειας των αιτητών. Δεν καθορίζει ποιες είναι αυτές οι πράξεις των αιτητών ούτε παραλείψεις, ούτε τις ζημιές και πότε αυτές προέκυψαν και αν η διαφορά προκύπτει από τα γεγονότα που αφορούν την επίδικη απόφαση. Με αυτά τα δεδομένα οι ισχυρισμοί του Χρεώστη παρέμειναν μετέωροι και επομένως δεν έχει αποσείσει το βάρος που έχει στους ώμους του για απόδειξη των ισχυρισμών του. Το άλλο ίχνος αναφοράς είναι ο ισχυρισμός του χρεώστη ότι έχει την πρόθεση να εγείρει ανταπαίτηση εναντίον των αιτητών για ψευδείς παραστάσεις και για εξαπάτηση. Κανένα στοιχείο δεν δίνει για την εξαπάτηση, πότε έγινε, πώς έγινε και ούτε πώς προκύπτει το ποσό για το οποίο θα εγείρει στην ανταπαίτηση. Περαιτέρω ο χρεώστης δεν έχει καν αποδείξει ότι έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που να μπορούσε να εγερθεί με ανταπαίτηση. Αν η παραπλάνηση αφορά την έκδοση της απόφασης εναντίον του εν όψει του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε αυτούς τους ισχυρισμούς σε αίτηση παραμερισμού και η εν λόγω απόφαση δεν έχει ανατραπεί από το Εφετείο, σημαίνει ότι δεν έχει δημιουργηθεί καν δικαίωμα του χρεώστη για οποιαδήποτε διεκδίκηση και δεν μπορεί να προβάλλεται στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα να εξετάσει τον παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης πάνω σε λόγους οι οποίοι δεν προβλέπονται από τον Κανονισμό 40
(2), όμως σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να υποβληθεί αίτηση παραμερισμού (motion) και όχι ένορκη δήλωση όπως έχει καταχωρηθεί στην παρούσα περίπτωση. Η αρχή αυτή εκτίθεται στο Williams and Muir Hunter The Law and Practice in Bankruptcy 19 έκδοση στη σελίδα 38 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "Setting aside Bankruptcy notice on grounds other than set off." The debtor may apply by motion (i.e. not by the summary affidavit procedure of the B.R. 139) to set aside the notice on other grounds e.g. irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of debt etc." Σε δική μου μετάφραση: Ο χρεώστης δύναται να υποβάλει αίτηση (με άλλα λόγια όχι με την συνοπτική διαδικασία της ενόρκου δηλώσεως του Κανονισμού Πτώχευσης 139) δια να παραμερίσει την ειδοποίηση δια άλλους λόγους, π.χ. παρατυπία, κακή επίδοση, πληρωμή (ή όπως νόμιμη προσφορά πληρωμής) του χρέους κλπ. Τι είναι "motion" ορίζεται στο Pocket Law Lexicon ως "Αn application made to the Court by the parties or their counsel, in order to obtain some rule or order, either in the progress of a cause or summarily, as in the case of a motion for a writ of habeas corpus.. As to notice of motion and procedure generally see R.S.C. Ord. L II". Δεν θα επεκταθώ σε ανάλυση του θέματος αυτού. Είναι αρκετό να παραπέμψω στο Annual Practice 1959 και ειδικά στη σελίδα 1268 όπου κάτω από τον υπότιτλο "Practice Originating Notice of Motion" περιγράφεται η διαδικασία η οποία είναι παρόμοια με τις δικές μας αιτήσεις. Μια και στους δικούς μας περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς δεν υπάρχει αντίστοιχη διάταξη, θα πρέπει επομένως να εφαρμοστεί η Διαταγή 48 αφού σύμφωνα με τον Κανονισμό 188 των περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικών Κανονισμών, εκεί που δεν υπάρχει πρόνοια σχετικά με ένα θέμα που εγείρεται σε διαδικασίες πτωχεύσεων εφαρμόζονται οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί σε όση έκταση δεν είναι αντίθετοι με τους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς. Είναι όμως φανερό από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ότι ο Χρεώστης εφόσον βασίζει την ένσταση του σε λόγους άλλους από τους Κανονισμούς 40
(2)και 41 στους οποίους έχω αναφερθεί πιο πάνω θα πρέπει η ένσταση του να απορριφθεί (βλέπε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νίκος Λάρκος ν. Ελένη Παναγή Κατσαρή, Πολιτική Έφεση 10610 ημερ. 23.10.2000) αφού στην περίπτωση αυτή ο Χρεώστης θα έπρεπε να είχε καταχωρήσει τη σχετική αίτηση, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Δια όλους τους ως άνω λόγους η αίτηση παραμερισμού της Ειδοποίησης Πτώχευσης δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Πιστωτού και εις βάρος του Χρεώστου-Αιτητού όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Ο χρόνος για την ολοκλήρωση της πράξης πτώχευσης συνεχίζει να προσμετρά από σήμερα. (Υπ.) .......... Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο