Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Δημήτρη Ζωδιάτη, Αρ. Αγωγής: 2736/07, 28.3.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2736/07 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγοντες -και- Δημήτρη Ζωδιάτη Εναγομένου -------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 25.4.2007 για προσωρινό διάταγμα HMEΡΟΜΗΝΙΑ: 28.3.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές-Ενάγοντες: κα Παρτασίδου Για τον Καθ'ου η Αίτηση-Εναγόμενο: κα Κ. Γεωργιάδου ---------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο διεκδικούν εναντίον του Εναγομένου ποσό ΛΚ43.495,10 πλέον τόκους δυνάμει γραπτής σύμβασης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 10.12.1997 και/ή τραπεζικής διευκόλυνσης και/ή δυνάμει του Σχεδίου Εθνοεπενδυτής. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης στις 18.2.1997 οι Ενάγοντες, κατόπιν αιτήσεως του Εναγόμενου για συμμετοχή του στο Εθνικό Σχέδιο Επενδυτή, παραχώρησαν στον Εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω τραπεζιτικού λογαριασμού με πιστωτικό όριο ΛΚ20.000 με αποκλειστικό σκοπό αγορά και πώληση χρηματιστηριακών αξιών το οποίο αποδέχθηκε ο Εναγόμενος στις 14.2.1997 και στις 17.2.1997 διόρισε και πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του το Χρηματιστηριακό γραφείο CLR Stockbrokers. Επίσης 17.2.1997 για περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση έναντι των Εναγόντων υπέγραψε και παρέδωσε στους Ενάγοντες έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών. Στις 6.5.1999 οι Ενάγοντες μετά από αίτηση του Εναγόμενου παραχώρησε σε αυτό βάσει του πιο πάνω σχεδίου αύξηση του ορίου από ΛΚ20.000 σε ΛΚ30.
- Στις 16.8.1999 οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τον Εναγόμενο όπως: (α) το ενέχυρο υπέρ των Εναγόντων σε αξίες ή κατάθεση μετρητών το οποίο παρέχεται ως πρόσθετη ασφάλεια του εγκρινόμενου ορίου πιστωτικών διευκολύνσεων αυξηθεί από 30% σε 40% του ύψους των πιστωτικών διευκολύνσεων. (β) το περιθώριο ασφάλειας αυξηθεί από 120% σε 130%. Ο λογαριασμός που ανοίχθηκε με βάση την πιο πάνω συμφωνία στις 10.8.2006 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους ΛΚ41.490,
- Ο Εναγόμενος παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις δεν ανταποκρίθηκε. Οι Ενάγοντες σε διάφορες ημερομηνίες προχώρησαν σε πώληση διαφόρων αξιών, πιστώνοντας με συμψηφισμό τον επίδικο λογαριασμό και στις 10.8.2006 τερμάτισαν την πιστωτική διευκόλυνση και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους ο Εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει το ποσό που απαιτεί με την αγωγή. Με την παρούσα αίτηση ζητείται προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει και εμποδίζει τον Εναγόμενο από του να πωλήσει, διαθέσει, μεταβιβάσει με οποιοδήποτε τρόπο να υποθηκεύσει και επιβαρύνει τα ακίνητα (α) με αρ. εγγραφής 7/1375 Φ/Σχ. 60/010103 τεμάχιο 978 τμήμα 7, διαμέρισμα 6ο όροφο, Τοποθεσία Σκάλα Ουμ Χαράμ στη Λάρνακα και (β) το υπ' αρ. εγγραφής 0/29898 Φ/Σ 30/02 τεμάχιο 407 τμήμα Ο, τοποθεσία Αγία στο Παλιομέτοχο Λευκωσίας. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 4,5 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.1-4,8 και 9 και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται με την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Χριστοφή υπάλληλου των Εναγόντων, ο οποίος αφού προσδιορίζει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αξίωση των Εναγόντων επισυνάπτοντας επίσης προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρισμών του και τα Τεκμήρια Α-Θ, υποστηρίζει ότι με βάση έρευνα που έγινε στο Κτηματολόγιο διαπιστώθηκε ότι ο Εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής 7/1375 Φ/Σχ. 60/010103, Τεμάχιο 978, Τμήμα 7, διαμέρισμα στον 6ο όροφο αρ. 8, Τοποθεσία Σκάλα Ουμ Χαράμ στη Λάρνακα αξίας, σύμφωνα με εκτίμηση εκτιμητού ΛΚ33.000 και η καταναγκαστική του αξία ΛΚ26.000 και του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής 0/29898, Φ./Σχ. 30/02, Τεμάχιο 407, Τμήμα 0, Τοποθεσία Αγιά στο Παλιομέτοχο, Λευκωσία, αξίας ΛΚ47.000 και η καταναγκαστική του αξία ΛΚ38.000 Είναι ισχυρισμός του ότι η απαίτηση της Ενάγουσας βρίσκεται σε ψηλά επίπεδα ενώ δεν υπάρχει οποιαδήποτε εξασφάλιση για το σύνολο του διεκδικούμενου ποσού μετά την πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών. Κάτω από τις περιστάσεις τυχόν αποξένωση της ακίνητης περιουσίας που ο Εναγόμενος έχει στο όνομα του και περιγράφεται στην παράγραφο (Α) της υπό κρίση αίτησης θα καταστήσει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας δύσκολη αν και όχι αδύνατη. Με την παρούσα αίτηση οι Ενάγοντες ζητούν την προστασία των δικαιωμάτων τους μέχρι και την τελική εκδίκαση της υπόθεσης αφού ο Εναγόμενος ανά πάσα στιγμή μπορεί να προχωρήσει σε αποξένωση του ακινήτου που έχει στο όνομα του, καθιστώντας έτσι αδύνατη την εκτέλεση τυχόν εκδοθείσας απόφασης υπέρ τους. Αναφέρει επίσης ότι έχει βάσιμες υποψίες ότι ο Εναγόμενος- Καθ'ου η Αίτηση προτίθεται να προχωρήσει σε μεταβίβαση των πιο πάνω αναφερομένων ακινήτων. Εάν ο Εναγόμενος δεν εμποδιστεί με το παρόν διάταγμα από του να αποξενώσει τα υπό αναφορά ακίνητα υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που οι Ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε την υπό κρίση αίτηση για τους λόγους που αναφέρονται στη σχετική απόφαση του έδωσε οδηγίες για την επίδοση της στην άλλη πλευρά. Ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση η οποία στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 6 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στον περί Πωλήσεως Γης (ειδική εκτέλεση) Νόμο Κεφ. 232 άρθρα 2 και 3, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, θ.1-4 και 9, Δ.64 και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης έχουν ως ακολούθως: (α) Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. (β) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (γ) Δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα οι Ενάγοντες να δικαιούται σε θεραπεία. (δ) Οι Ενάγοντες δεν έχουν καλή βάση αγωγής και/ή δεν έχει αποκαλύψει ξεκάθαρα τις αιτίες και τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή τους. (ε) Δεν έχει αποδειχθεί ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν θα είναι δυνατό να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (στ) Δεν έχει αποδειχθεί το επείγον και/ή ειδικές περιστάσεις δια την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. (ζ) Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει σοβαρότατες βλάβες και/ή ζημιές στον Καθ'ου η Αίτηση-Εναγόμενο που θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να αποκατασταθεί. (η) Οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα (θ) Η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή ως μη γενόμενη και/ή ανύπαρκτη. (ι) Οι Ενάγοντες δεν ήρθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και προσπάθησαν να παραπλανήσουν αυτό, κρύβοντας την αλήθεια. Ο Εναγόμενος με ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αρνείται τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην ένορκο δήλωση και προβάλλει την υπεράσπιση του και αρνείται ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ως προς την υπεράσπιση του αν και δεν αμφισβητεί την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι αυτή υπεγράφη κατόπιν αθέμιτου επηρεασμού και πιέσεων κατά παράβαση και κατάχρηση εμπιστοσύνης τόσο από την CLR STOCKBROCKERS όσο και από τους Ενάγοντες και ενώ η CLR STOCKBROCKERS μέλος του ΧΑΚ και χρηματιστής του ιδίου αντιπροσώπευε τους Ενάγοντες και ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων με σκοπό την λήψη της υπογραφής του επί της επίδικης συμφωνίας. Ήταν περαιτέρω ισχυρισμός του ότι δεν του εξηγήθηκαν οι όροι και οι σχετικοί κίνδυνοι και τον παρότρυναν να υπογράψει τις επίδικες συμφωνίες. Η υπεράσπιση του εμπλέκει ως αναφέρει άμεσα και την CLR STOCKBROCKERS LTD αφού πέραν από την ακύρωση του παρανόμως χρεωθέντος ποσού ο ίδιος δικαιούται να ζητήσει και την ακύρωση των συναλλαγών που έγιναν με το καθεστώς αυτό και τα ποσά που πληρώθηκαν για τις πιο πάνω συναλλαγές να ανακτηθούν από την εταιρεία CLR. Είναι επίσης η θέση του ότι η πιο πάνω εταιρεία του έδιδε παραπλανητικές συμβουλές για αγορά μετοχών παρόλο ότι ήταν σε γνώση τους ότι μεγαλομέτοχοι των εν λόγω εταιρειών προέβαιναν σε μαζικές πωλήσεις. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι ο λογαριασμός του χρέωνετο παράνομα με τόκους και δικαιώματα από τους Ενάγοντες. Παράνομα επίσης εκποιήθηκαν οι ενεχυριασμένες μετοχές του που είχε ως κάλυψη του χρέους του προτού τερματισθεί η συμφωνία. Οι εν λόγω μετοχές πωλήθηκαν σε πολύ χαμηλή τιμή με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά για την οποία ευθύνονται οι Ενάγοντες. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες ενώ στο διαρρεύσαντα χρόνο μειώθηκε το περιθώριο κάλυψης μέχρι και τον τερματισμό της συμφωνίας παρέμειναν σιωπηροί και ουδεμία ειδοποίηση απέστειλαν προς τον ίδιο η οποία να δεικνύει πρόθεση τερματισμού και οι Ενάγοντες εμποδίζοντο να τερματίσουν την συμφωνία. Ως προς τα ακίνητα για τα οποία ζητείται η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων δέχεται ότι είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι του όμως ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες έχουν κοντά τους εκχωρημένα συμβόλαια για το ½ μερίδιο οικίας στην περιοχή Μενεού για το οποίο οι Ενάγοντες παραχώρησαν δάνειο για την αγορά της η αξία της οποίας είναι £550.000 περίπου (τιμή αγοράς £150.000 το 2000 ενώ το υπόλοιπο £79.640,95). Υπάρχει επίσης και άλλη εξασφάλιση προς τους Ενάγοντες για οικία που αγοράσθηκε το 2000 για ποσό £80.
- Τέλος αναφέρει ότι έχει ήδη εκχωρήσει και ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής ύψους £95.
- Είναι ισχυρισμός του ότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης των πιο πάνω κτημάτων, έχει περιουσία η οποία μπορεί να ικανοποιήσει τους Ενάγοντες και οι Ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα. Με συμπληρωματική ένορκο δήλωση του κ. Α. Χριστοφή αμφισβητείται ότι οι Ενάγοντες έχουν ήδη εξασφαλισθεί με τα εκχωρητήρια έγγραφα για αγορά δύο κατοικιών στο Μενεού σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον τους και ισχυρίζεται ότι τα εν λόγω κτήματα δεν είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι του Εναγομένου αλλά στο όνομα Α. Akathiotis Developers και τα εκχωρητήρια δεν έχουν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Με βάση τα πιο πάνω δεν διαφυλάσσεται η έγκαιρη μεταβίβαση των ακινήτων στο όνομα του Εναγομένου ούτε η εξόφληση του χρέους αφού εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των ακινήτων είναι η πιο πάνω εταιρεία ενώ το άλλο ακίνητο μόνο το ½ ανήκει στον Εναγόμενο και το άλλο ½ στη σύζυγο του που δεν έχει σχέση με την παρούσα αγωγή. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος ζήτησε όπως τα εκχωρητήρια ακυρωθούν όταν εξοφλήσει τα στεγαστικά δάνεια του, πράγμα που υποδηλοί πρόθεση του Εναγόμενου για αποξένωση της πιο πάνω περιουσίας του. Σε σχέση με την εκχώρηση του ασφαλιστήριου ζωής του εναγόμενου αυτό μπορεί να εξαργυρωθεί, μόνο μετά το θάνατο του ασφαλισμένου και όχι για την κάλυψη της τυχόν εκδοθείσας απόφασης. Ο Εναγόμενος με συμπληρωματική ένορκο δήλωση του αμφισβήτησε τους πιο πάνω ισχυρισμούς και ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες με επιστολή τους κατέστησαν σαφές ότι δεν προτίθενται να αποδεσμεύσουν τα εκχωρητήρια έγγραφα των συμβολαίων αγοράς πριν την αποπληρωμή της επίδικης αξίωσης τους και ότι πλέον μετά που ο ίδιος έχασε πολύ καλή ευκαιρία πώλησης της μίας εκ των δύο οικιών στο Μενεού λόγω αδράνειας των Εναγόντων να απαντήσουν έγκαιρα σε σχετικό αίτημα του ο ίδιος δεν έχει πρόθεση πλέον αποξένωσης της εν λόγω οικίας. Δεν αντεξετάσθηκε κανένας από τους ομνύοντες και οι δύο πλευρές καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις. Στις γραπτές αγορεύσεις των δύο πλευρών γίνεται εκτεταμένη αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης καθώς επίσης και στη σχετική νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στις διάφορες εισηγήσεις των δύο πλευρών πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιάντη και Hellenic Bank (Investments) Ltd, Πολιτική Έφεση 10914, ημερ. 18.12.01). Στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 9 έπαυσε να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο αφού η αίτηση επιδόθηκε και η εναγομένη έλαβε γνώση. Το άρθρο 4 εφαρμόζεται εκεί που η έκδοση συντηρητικού διατάγματος έχει σκοπό την προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής (Βλ. Cyprus Palestine Plantation Co Ltd v. Oliver & Co (Cyprus) Ltd 16 CLR 122) που δεν είναι η περίπτωση στην παρούσα υπόθεση. To άρθρο 32 του Ν.14/60 αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε και από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων (δέστε Acropol Shipping Co. Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 CLR 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, National Bank of Greece SA v. Motovia Ltd
(1987)1 CLR 583, 599-602, Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) ΑΑΔ 282, Louis Vuitton v. Dermosak Ltd κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453), αλλά θα προχωρήσω στις ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (
- i)H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (
- ii)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία. (iii) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ("visible chance of success"). Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το Διάταγμα (δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) AAΔ.788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1 (G) ΑΑΔ 1791, Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading, Πολιτική Έφεση 9789, ημερ. 28.1.1998). To πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες δηλώσεις. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (δέστε Hadjikyriacos Co. Ltd. v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 CLR 263, 267-268). Ωστόσο τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 CLR 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Το Άρθρο 5
(1)και
(2)του Κεφ. 6 προβλέπει τα ακόλουθα: «
(1)Οποιοδήποτε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις, μπορεί, οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση της αγωγής, με διάταγμα του να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδισθεί από του να αποχωρισθεί τόσο μέρος της ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται γραμμένη στο όνομα του ή για την οποία έχει δυνάμει νόμου δικαίωμα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα είναι αρκετό να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα του στην αγωγή.
(2)Κανένα τέτοιο διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο είναι πιθανό ότι ο ενάγοντας μπορεί να παρεμποδισθεί στο να επιτύχει ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου αν αυτή εκδιδόταν υπέρ του». Για να ενεργοποιείται αυτή η δυνατότητα του ενάγοντα πρέπει το αγώγιμο δικαίωμα να αφορά χρέος ή αποζημιώσεις. Ζητείται βασικά η απαγόρευση της πώλησης ή μεταβίβασης της ακίνητης περιουσίας του Εναγομένου. Τίθενται από το νόμο δύο προϋποθέσεις: (α) Καλή βάση αγωγής: Στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ έχει τεθεί με καθαρότητα ότι ο όρος αυτός (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση Συντηρητικού Διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στο άρθρο 32. Και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεση (arquable cause) ως προϋπόθεση στην έκδοση Συντηρητικών Διαταγμάτων. (β) Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί βάσει του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6 είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα. Στην υπόθεση Phasarias Art Centre Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνίκ Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 αναφέρθηκε ότι η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα «να παρεμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα. (γ) Επίσης υπάρχει αναγκαιότητα προσδιορισμού ή συγκεκριμενοποίησης κατά το δυνατόν της ακίνητης περιουσίας για την οποία ζητείται η δέσμευση. Σύμφωνα με το σαφές κείμενο του άρθρου 5 του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει ή διαθέσει τόσο μέρος της ακινήτου ιδιοκτησίας του, όσο κατά την γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του, ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντος. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Τίθεται επομένως το ερώτημα κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ. 6 που είναι ειδικός νόμος και του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρισμένου δικογράφου. Στην παρούσα υπόθεση με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο οι Ενάγοντες παραθέτουν πλήρη στοιχεία και λεπτομέρειες για την αξίωση τους για το ποσό των ΛΚ43.405,10, πλέον τόκους και έξοδα, που αφορά υπόλοιπο από λογαριασμό δυνάμει επενδυτικού σχεδίου. Ο εναγόμενος πήρε πιστωτικές διευκολύνσεις από τους Ενάγοντες για επενδύσεις στο ΧΑΚ, επένδυσε χρήματα στο ΧΑΚ και ο λογαριασμός του παρουσιάζει το πιο πάνω υπόλοιπο το οποίο παραμένει οφειλόμενο μέχρι σήμερα. Οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου για ευθύνη του χρηματιστή του και των Εναγόντων και τους άλλους ισχυρισμούς του που προβάλλονται ως υπεράσπιση του καθώς και ύπαρξη ανταπαίτησης του δεν μπορούν να οδηγήσουν άνευ ετέρου στην εξαφάνιση κάθε προοπτικής και πιθανότητας ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες. Μέσα από το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και τα γεγονότα που παρέχονται στην αίτηση και την ένορκη δήλωση του Α. Χριστοφή αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Εκείνο που χρειάζεται σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το γεγονός και μόνο ότι ο Εναγόμενος δέχεται ότι υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες δυνάμει των οποίων του παρασχέθηκε πιστωτική διευκόλυνση για επένδυση στο ΧΑΚ και ότι παρέμεινε υπόλοιπο στον επίδικο λογαριασμό από τις αγοραπωλησίες μετοχών, καταδεικνύει ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
- Κρίνω επίσης ότι με βάση τη μαρτυρία που έθεσαν ενώπιον μου οι Αιτητές, έχουν αποκαλύψει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Από την μαρτυρία του κ. Α. Χριστοφή περιλαμβανομένων των διαφόρων τεκμηρίων που έχουν επισυναφθεί εξάγεται αυτή η ορατή πιθανότητα επιτυχίας στη βάση ότι καταδεικνύεται το βάσιμο της αξίωσης χωρίς να χρειάζεται οτιδήποτε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων σε αυτό το στάδιο. Οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου ως προς την υπεράσπιση, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν αναιρούν το αγώγιμο δικαίωμα και θα εξετασθούν κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής. Άλλωστε σύμφωνα με την νομολογία το παρόν στάδιο δεν είναι το ορθό στάδιο για ουσιαστική αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας ώστε να υπάρχει κατάληξη επί γεγονότων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή της πιθανότητας παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ των Εναγόντων, ο ενόρκως δηλών ανέφερε ότι η απαίτηση βρίσκεται σε ψηλά επίπεδα ενώ δεν υπάρχει οποιαδήποτε εξασφάλιση για το σύνολο του διεκδικούμενου ποσού μετά την πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών και κάτω από τις περιστάσεις τυχόν αποξένωση της ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγομένου θα καταστήσει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης που δυνατό να εκδοθεί υπέρ των Εναγόντων δύσκολη αν όχι αδύνατη. Ο Εναγόμενος ανά πάσα στιγμή μπορεί να προχωρήσει σε αποξένωση της ακίνητης περιουσίας του καθιστώντας αδύνατη την εκτέλεση τυχόν εκδοθείσας απόφασης υπέρ τους. Η πλευρά του Εναγομένου με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στον αντίποδα των ισχυρισμών της πλευράς των Εναγόντων ισχυρίζεται ότι υπάρχουν εκχωρημένα συμβόλαια αγοράς για το ½ οικίας και δεύτερης ολόκληρης οικίας στο Μενεού πολύ μεγαλύτερης αξίας από το συγκεκριμένο αξιούμενο ποσό και έχει επίσης εκχωρήσει ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής ύψους £95.000 και είναι καλυμμένη η πιο πάνω απαίτηση και ότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης των επιδίκων κτημάτων, ούτε οι Ενάγοντες προτίθενται με την πληρωμή του δανείου για την αγορά των εκχωρημένων συμβολαίων να αποδεσμεύσουν αυτά πριν την πληρωμή της επίδικης απαίτησης τους. Ως προς τα πιο πάνω οι Ενάγοντες αμφισβητούν ότι η επίδικη αξίωση είναι εξασφαλισμένη με τα εκχωρητήρια έγγραφα για αγορά δύο κατοικιών στο Μενεού σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση αφού τα εν λόγω κτήματα δεν είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι του Εναγόμενου αλλά στο όνομα της κατασκευαστικής εταιρείας και δεν διασφαλίζεται η έγκυρη μεταβίβαση των ακινήτων στο όνομα του Εναγομένου ούτε την εξόφληση του χρέους και το ½ της μιας οικίας ανήκει στη σύζυγο του η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Επίσης αμφισβητήθηκε ότι μπορεί να εξασφαλισθεί με την εκχώρηση του ασφαλιστηρίου ζωής αφού αυτό μπορεί να εξαργυρωθεί μετά τον θάνατο του. Είναι φανερό κατά την αντίληψη μου με βάση τα πιο πάνω δεδομένα ως αναφέρονται από τον Α. Χριστοφή ότι τα εκχωρητήρια έγγραφα των οικιών στο Μενεού αφορούν συμβόλαια αγοράς των πιο πάνω οικιών και ουδεμία σχέση έχουν με την επίδικη συμφωνία ούτε μπορούν να καλύψουν αυτή ούτε η εκχώρηση του ασφαλιστήριου ζωής μπορεί να τον καλύψουν και χωρίς την έκδοση των υπό συζήτηση διαταγμάτων υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι μια μελλοντική απόφαση προς όφελος της πλευράς των Εναγόντων θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν διαλανθάνει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου ότι παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δηλώνει πως δεν είχε πρόθεση αποξένωσης ακίνητης ιδιοκτησίας του που αφορά τα εκχωρημένα συμβόλαια αγοράς, εκδήλωσε ενδιαφέρον για πώληση της μια εξ αυτών αφού βρήκε αγοραστή και ζήτησε την αποδέσμευση της με την εξόφληση του εν λόγω δανείου. Ανεξάρτητα με τα πιο πάνω με βάση τις αρχές της νομολογίας που έθεσε για το ζήτημα της πρόθεσης ή μη αποξένωσης και επιβάρυνσης της περιουσίας αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ανάγκη προσαγωγής μαρτυρία για πρόθεση του Εναγομένου για αποξένωση της περιουσίας. Στην υπόθεση Φασαρίας (Αutomotive Centre) Λτδ ν. Σκυροποιϊα Λεωνίκ Λτδ Πολιτική Έφεση 11013 ημερομηνίας 13.6.2001, αφού προβαίνει σε μια γενική επισκόπηση της νομολογίας επί του ζητήματος υποδείχθηκε: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του Εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον, γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Λακαταμίτης, ανωτέρω στη σελ. 525)..... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στην Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 54 εκδίδεται διάταγμα ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων. Τα ίδια και στην Τσολάκκη κ.α ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785 εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος.» Το υπό συζήτηση διάταγμα επιδιώκει κατ' ουσία να διατηρήσει την κατάσταση των πραγμάτων η οποία ίσχυε πριν από την έναρξη της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Ο Εναγόμενος δεν στερείται του δικαιώματος του να αξιοποιήσει τα επίδικα κτήματα που του ανήκουν κατά τον τρόπο που το χρησιμοποιούσε προηγουμένως. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Φρίξος Μιχαήλ ν. Πρεβίνος Λτδ
(1969)1 CLR σελ. 578: «The object of an order under the section is as a rule to preserve the position under which the dispute arose and to preserve the property involved pending the hearing and determination of the action or until further order.» Στην υπόθεση Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR, 670 υποδείχθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα για το ζήτημα: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το Δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αναφορές, υπό το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, καταλήγω ότι είναι πραγματικά δίκαιη και πρόσφορη η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού στην περίπτωση που οι Ενάγοντες-Αιτητές αποτύχουν στην αξίωση τους η πλευρά του Εναγομένου, με βάση όσα ο ίδιος έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου δεν θα αντιμετωπίσει ιδιαίτερα προβλήματα. Στην περίπτωση όμως που οι Ενάγοντες-Αιτητές επιτύχουν στις διεκδικήσεις τους και η πλευρά του Εναγόμενου στο μεταξύ δεν εμποδιστεί να αποξενώσει τα πιο πάνω κτήματα, τότε ο κίνδυνος να παραμείνει ανικανοποίητη η όποια απόφαση προς όφελος των Εναγόντων είναι ορατή. Στο σημείο αυτό και πριν από την κατάληξη του Δικαστηρίου είναι χρήσιμο πιστεύω να σχολιαστεί η θέση της πλευράς του Εναγομένου-Καθ'ου η Αίτηση ότι η πλευρά των Αιτητών δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. Σημειώνω εδώ ότι στην αίτηση αυτή, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου να επιδοθεί, ακολουθήθηκε η διαδικασία αίτησης δια κλήσεως και δεν εξετάζεται ως μονομερής αίτηση με υποχρέωση αποκάλυψης που υπάρχει σε αυτού του είδους αιτήσεων αφού δίνεται η δυνατότητα να ακουσθεί και η άλλη πλευρά προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις τέθηκαν στην απόφαση της ολομέλειας στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd, (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου υπ' αρ. 157/90 ημερομηνίας 30.5.1996). Στην υπόθεση Resola ο κ. Πικής Π., ανέφερε μεταξύ άλλων: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd, (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου υπ' αρ. 157/90 - 30.5.1996), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσίας του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι σημασία έχει η αποκάλυψη γεγονότων, εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπό συζήτηση περίπτωση η μη αποκάλυψη των εκχωρητηρίων εγγράφων αγοράς των οικιών στο Μενεού και του ασφαλιστηρίου ζωής και τα γεγονότα όπως έχουν διαπιστωθεί πιο πάνω δεν αφορούν τις επίδικες συμφωνίες και είναι άσχετα με την υπό εκδίκαση υπόθεση. Στο πλαίσιο του συνόλου των πραγματικών περιστατικών που φαίνεται να περιβάλλουν την υπό συζήτηση αίτηση, δεν φαίνεται τα ανωτέρω να αποτελούν γεγονότα εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασία για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου δεν βρίσκω ότι έγινε οποιαδήποτε απόκρυψη γεγονότων που να ήταν σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω αισθάνομαι ότι υπάρχει το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων το οποίο στοιχειοθετεί την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και των προϋποθέσεων που αυτό θέτει σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του Κεφ. 6 και ως εκ τούτου εκδίδονται τα διατάγματα ως οι παράγραφοι (α) και (β) της αίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε λόγο γιατί δεν θα πρέπει κατ' εφαρμογή του βασικού για τα έξοδα, κανόνα, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων-Αιτητών και εναντίον του Εναγομένου-Καθ'ου η Αίτηση όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ......... Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο