΄Αννας Βιολάρη ν. Θεοφάνη Θρασυβούλου, Αρ. Αγωγής: 872/05, 28 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 872/05 Μεταξύ ΄Αννας Βιολάρη, από την Κακοπετριά Ενάγουσας Και Θεοφάνη Θρασυβούλου, από την Αγγλία και τώρα Κακοπετριά Εναγόμενου Ημερομηνία: 28 Μαρτίου,
- Αίτηση υπό Ενάγουσας ημερ. 15-11-07 για τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαιτήσεως ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Α. Λεμονάρης Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ν. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση της η Ενάγουσα αιτείται άδεια τροποποίησης της ΄Εκθεσης Απαίτησης της και συγκεκριμένα να επιτραπεί η προσθήκη νέας παραγράφου (υπ' αρ. 7Α) με το εξής περιεχόμενο: «7(Α) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με απόφαση του στην αγωγή 6883/72 η οποία ηγέρθηκε από την Ενάγουσα και τους γονείς της Ελισάβετ Θρασύβουλου και Θρασύβουλο Ιωάννου εναντίον του Εναγόμενου και άλλου και η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πολιτική ΄Εφεση με αριθμό 5216 ανεγνώρισε δικαίωμα διαβάσεως πλάτους 6 ποδών μέσω του κτήματος του Εναγόμενου με αριθμό τεμαχίου 679, τότε τεμάχιο 92/3/1, προς όφελος του τεμαχίου της Ενάγουσας το οποίο τότε είχε τον αριθμό εγγραφής 4673 τεμάχια 92/2 και 92/3/2, και ήτο εγγεγραμμένο επ' ονόματι της μητέρας της Ενάγουσας Ελισάβετ Θρασυβούλου. Σε μεταγενέστερο στάδιο το κτήμα με αριθμό εγγραφής 4673 μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα από τη μητέρα της Ελισάβετ Θρασυβούλου και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ευρίσκεται εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Ενάγουσας. Το δουλεύον κτήμα με αριθμό τεμαχίου 679, πρώην τεμάχιο 92/3/1 εξακολουθεί να ευρίσκεται εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Εναγόμενου.» Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας στην οποίαν ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι λόγω του μακρού χρονικού διαστήματος που έχει διαρρεύσει καθώς και του θανάτου των γονέων της, η ίδια είχε ξεχάσει το γεγονός της αναγνώρισης δικαιώματος διαβάσεως προς όφελος του κτήματος της στην αγωγή 6883/72, το οποίο μάλιστα επικυρώθηκε και από το Εφετείο (΄Εφεση αρ. 5216). Η ύπαρξη της απόφασης ανιχνεύθηκε από το δικηγόρο της όταν άρχισε να μελετά το θέμα για την ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγής. Ο Εναγόμενος καταχώρισε ένσταση στηριζόμενη στην ίδια διαταγή των θεσμών, προβάλλοντας 8 λόγους ένστασης και συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του αντιπροσώπου του στην Κύπρο κ. Νικόλα Θρασυβούλου. Μεταξύ άλλων ενίσταται διότι εισάγεται νέα αιτία αγωγής, η όλη αγωγή καθίσταται άνευ αντικειμένου επειδή η τροποποίηση ισοδυναμεί με αίτημα προς το Δικαστήριο να καταστεί το ίδιο Εφετείο άλλου Δικαστηρίου, η ύπαρξη απόφασης δημιουργεί δεδικασμένο, υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, η αίτηση είναι κακόπιστη καθώς και ότι επιφέρει αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του Εναγόμενου. Στην ένορκη του δήλωση ο κ. Νικόλας Θρασυβούλου ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι οι αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες δεν μπορούν να προωθηθούν και για αυτό υποβάλλει την αίτηση αλλά είναι ανεπίτρεπτο να το πράττει για σκοπό άλλο από του να ισχυριστεί την ύπαρξη δεδικασμένου. Με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο τίθεται σε κίνδυνο να αποφασίσει διαφορετικά από ότι το Ε.Δ. Λευκωσίας στην αγωγή 6883/
- Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή του θέματος της τροποποίησης δικογράφων υπάρχει όντως πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τη θεώρηση της προκύπτει ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας κάποιας διαφοράς και προς αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη ή αδικία στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα ή εκεί όπου κρίνεται ότι ο αιτητής ενεργεί κακόπιστα (βλ. υποθ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βεβαίως ότι δεν προκαλείται βλάβη στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα. Είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν πρόσφατα στην υπ. Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.α., Πολ. Εφ. 96/06 ημερ. 27.7.07 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ' έφεσιν: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι , σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Στην παρούσα περίπτωση και σύμφωνα με την ΄Εκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος είναι αδέλφια και είναι ιδιοκτήτες των συνορευόντων τεμαχίων 678 και 679 στην Κακοπετριά τα οποία αποτελούσαν ένα ενιαίο τεμάχιο παλαιότερα, όταν αυτά ευρίσκοντο στην κυριότητα της μητέρας τους Αλισαβούς Χριστοδούλου. Επί του μέρους που απέκτησε η Ενάγουσα (Τεμ. 678) υπήρχαν από το 1925 τρία καταστήματα στο ισόγειο και μια κατοικία στο ανώγειο ενώ επί του άλλου μέρους (τεμ. 679 υπήρχε ισόγεια οικοδομή η οποία χρησιμοποιείτο ως καφενείο από τους γονείς των διαδίκων. Από το 1925, που κτίστηκε η κατοικία στο τεμ. 678, η αυλή στο πίσω μέρος του τεμ.679 χρησιμοποιείτο από τους γονείς των διαδίκων αλλά και τους ίδιους τους διαδίκους ως διάβαση από και προς την κατοικία αυτή. Το Τεμάχιο 678 παραδόθηκε προς χρήση στην Ενάγουσα από το 1950 και μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της το 1978, η οποία επίσης χρησιμοποιούσε μέχρι πρόσφατα την αυλή του τεμ. 679 για πρόσβαση στην κατοικία της. Όπως επίσης ισχυρίζεται η Ενάγουσα, περί τον Οκτώβριο του 2000, ο Εναγόμενος προέβη στην ανέγερση τοίχου κατά μήκος του συνόρου των δύο τεμαχίων παρεμποδίζοντας την ελεύθερη διάβαση της. ΄Ετσι ήγειρε την παρούσα αγωγή ισχυριζόμενη ότι λόγω της συνεχούς, αδιάλειπτης και ειρηνικής διέλευσης της ίδιας ή των προκατόχων της από το 1925, απέκτησε δικαίωμα διάβασης και αξιώνει σχετική αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου, καθώς και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος να αποκαταστήσει την ελεύθερη διάβαση της. Παράλληλα ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί ταλαιπωρίες ως αποτέλεσμα της παράνομης επέμβασης στο δικαίωμα διαβάσεως της και για αυτό διεκδικεί τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ειδικότερα η Ενάγουσα στην ΄Εκθεση Απαίτησης της αξιώνει τα εξής: Α) Δήλωση ότι από το 1925 η Ενάγουσα και οι προκάτοχοι της ήσκησαν δικαίωμα διαβάσεως συνεχώς και αδιαλείπτως. Β) Δήλωση ότι απέκτησε δικαίωμα διάβασης. Γ) Δήλωση με την οποία να αναγνωρίζεται και να διατάσσεται η εγγραφή δικαιώματος διάβασης ως αποτέλεσμα της άσκησης τέτοιου δικαιώματος για την πλήρη περίοδο κατοχής. Δ) Απόφαση με την οποίαν να διατάσσεται ο Εναγόμενος να αποκαταστήσει την ελεύθερη διάβαση της και να παύσει να επεμβαίνει στο δικαίωμα διάβασης της. Ε) Αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στο δικαίωμα διάβασης της. Υπεράσπιση Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται προδικαστικά ότι με δεδομένη την ύπαρξη άλλης διόδου προς το κτήμα της Ενάγουσας, η ίδια δεν δικαιούται στις αξιούμενες θεραπείες. Άνευ βλάβης του πιο πάνω ισχυρισμού και διαφόρων άλλων ισχυρισμών που αφορούν την προϊστορία των τεμαχίων 678 και 679 ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο χώρος που βρισκόταν πίσω από το καφενείο δεν χρησιμοποιείτο ως δίοδος και ως χώρος για μετάβαση στο τεμ. 678 λόγω της ύπαρξης διόδου μέσω του ακινήτου της μητέρας τους, με πρόσβαση στον δημόσιο δρόμο. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ένα εκ των τριών καταστημάτων που υπάρχουν σήμερα στο τεμ. 678 αποτελούσε δίοδο. Στις 17-10-07, όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο συνήγορος της Ενάγουσας ζήτησε αναβολή επικαλούμενος ότι κατά την προετοιμασία του πληροφορήθηκε την ύπαρξη απόφασης του Εφετείου με την οποίαν είχε αναγνωριστεί δικαίωμα διάβασης για το ίδιο ακίνητο, σε προκάτοχο της Ενάγουσας και δη τον πατέρα της. Πρόκειται για την υπόθ. Aristofanis Thrasyvoulou and Another v. Elisavet Thrasyvoulou
(1984)1 C.L.R. 411, η οποία αφορούσε έφεση εναντίον απόφασης στην αγωγή 6883/72. Την αγωγή είχαν καταχωρίσει η μητέρα, η αδελφή και ο πατέρας του Εναγόμενου (στην παρούσα) εναντίον του αλλά και εναντίον του πεθερού του, (ως αντιπροσώπου) αξιώνοντας: (
- i)Διάταγμα απαγορεύον στους Εναγόμενους να επεμβαίνουν στο δικαίωμα διάβασης τους διά μέσου της αυλής του Εναγόμενου το οποίο κατ' ισχυρισμόν ασκείτο από τους Ενάγοντες και τους προκατόχους τους συνεχώς από το 1922 και (
- ii)Διάταγμα απομάκρυνσης κάθε αντικειμένου (οικοδομής) που είχε τοποθετηθεί στην αυλή εμποδίζοντας τη διέλευση. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε πως η μητέρα του Εναγόμενου είχε αποκτήσει δικαίωμα διόδου έξι ποδών δυνάμει του άρθρου 11
(1)(β) του Κεφ. 224 ασκώντας το από το 1938 και εξέδωσε την σχετική απόφαση και διάταγμα εναντίον του Εναγόμενου. Το Εφετείο επικύρωσε την πιο πάνω απόφαση στις 30-7-84. Είναι προφανές πως με την επιδιωκόμενη προσθήκη της νέας παραγράφου 7(Α) η Ενάγουσα επιθυμεί να αναφερθεί στο γεγονός ότι ήδη αναγνωρίστηκε το δικαίωμα διάβασης με τελεσίδικη απόφαση, που είχε εξασφαλίσει η προκάτοχος της. Μεγάλο μέρος της έκθεσης απαίτησης της καλύπτει ακριβώς τους ισχυρισμούς της για τη δημιουργία και υποχρέωση αναγνώρισης του δικαιώματος διάβασης. Πλην όμως στην ΄Εκθεση Απαίτησης εγείρονται και άλλα θέματα. Συγκεκριμένα προωθούνται ισχυρισμοί για ανέγερση τοίχου στο μέρος της διόδου (παρ. 8 της Ε/Α), για ενέργεια του Εναγόμενου να αποκόψει τη διάβαση (παράγραφος 9 της Ε/Α), για ταλαιπωρίες συνεπεία της παράνομης επέμβασης στο δικαίωμα διάβασης (παράγραφος 12 της Ε/Α) ενώ παράλληλα αξιώνονται τιμωρητικές αποζημιώσεις για τη συνεχιζόμενη παράβαση (παράγραφος 13 της Ε/Α). Όλα αυτά καλύπτονται εν δυνάμει και από τις αιτούμενες θεραπείες υπό (Δ) και (Ε) όπως έχουν καταγρφεί πιο πριν. Δεν συμφωνώ συνεπώς ότι εισάγεται νέα αιτία αγωγής καθότι η αγωγή εξαρχής αφορούσε δύο θέματα, ήτοι αφενός τον ισχυρισμό για ύπαρξη δικαιώματος διάβασης και αφετέρου τον σεβασμό του από τον Εναγόμενο. Η νέα παράγραφος αφορά προφανώς το πρώτο θέμα και τον τρόπο απόδειξης του από την Ενάγουσα. Είναι γεγονός πως πρόκειται για ισχυρισμόν ο οποίος δεν είχε περιληφθεί καθόλου στο αρχικό δικόγραφο της Ενάγουσας, αλλά αυτό δεν είναι αποτρεπτικό αφ' εαυτού όσον αφορά την έγκριση της αίτησης. Λογικά όντως θα ανέμενε κάποιος από την Ενάγουσα να γνωρίζει την απόφαση του 1984 και να την αναφέρει στο δικόγραφο της στηρίζοντας σ' αυτήν και μόνο την αξίωση της. Ισχυρίζεται ότι αυτό διέφυγε από την μνήμη της και δεν έχει αντεξεταστεί. Από την άλλη θα ήταν παράλογο να θεωρήσει κάποιος ότι το ενθυμείτο αλλά παρέλειψε να το αναφέρει, δεδομένου ότι είναι κάτι που (εάν αποδειχθεί) διευκολύνει την υπόθεση της. Συνεπώς τα πραγματικά ζητήματα εξακολουθούν να είναι το κατά πόσον υπάρχει δικαίωμα διάβασης και κατά πόσον αυτό παραβιάζεται από τον εναγόμενο. Όπως προκύπτει από τις σχετικές κατευθυντήριες αρχές (βλ. ειδικότερα την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Ltd
(1979)1 C.L.R. 542) η βασική αποστολή των Δικαστηρίων είναι να κρίνουν τα δικαιώματα των διαδίκων και όχι να τους τιμωρούν αποφασίζοντας εναντίον των δικαιωμάτων τους, λόγω σφαλμάτων που διέπραξαν. Από τη στιγμή λοιπόν που διαπιστώνεται ότι η λανθασμένη δικογράφηση δεν θα οδηγήσει σε δικαστική κρίση του πραγματικού ζητήματος και της πραγματικής διαφοράς των μερών υπάρχει αντίστοιχο δικαίωμα διόρθωσης του σφάλματος, νοουμένου πάντοτε ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά. Δεν συμφωνώ επίσης ότι προκαλείται οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στην πλευρά του Εναγόμενου, η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, δεδομένου ότι είναι δυνατή πάντοτε η έκδοση της κατάλληλης διαταγής για τα έξοδα. Σίγουρα πρόκειται για μια αργοπορημένη τοποθέτηση των αιτητών που δυνατόν να οφείλεται και σε αμέλεια αλλά είναι ακριβώς αυτές τις περιπτώσεις που η νομολογία καλύπτει, όταν θέτει ως αρχή ότι μια αίτηση τροποποίησης, όσο καθυστερημένη και αν είναι, μπορεί να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, υπό τον όρο ότι δεν έχει επιδειχθεί κακή πίστη ή επηρεάζονται τα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 λέχθηκε ότι η τροποποίηση είναι εφικτή όποτε κρίνεται αναγκαία για το βέβαιο προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και την αποτροπή πολλαπλότητας των διαδικασιών, προϋποθέσεις που πιστεύω ότι συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση εγκρίνεται και δίδεται άδεια τροποποίησης της ΄Εκθεσης Απαίτησης ως η παράγραφος Α. Τροποποιημένη ΄Εκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος και να ακολουθήσει τροποποιημένη υπεράσπιση εντός περαιτέρω 15 ημερών. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και όσα παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται προς όφελος του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση συν Φ.Π.Α., ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............ Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο