Cyprus Investment Securities Corporation Ltd ν. Στέλιου Παύλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2134/04, 31 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2134/04 Μεταξύ Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd Εναγόντων και
- Στέλιου Παύλου
- Γρηγόρη Γρηγορίου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 22.2.2008 Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές- Ενάγοντες: κα Μαλέκκου Για Καθ' ου η Αίτηση- Εναγόμενο 1: κα Άνιφτου Για Καθ' ου η Αίτηση- Εναγόμενο 2: κ. Πέτσας Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές-ενάγοντες επιζητούν τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης του κλητηρίου εντάλματος, έτσι ώστε στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης να διαγραφεί η ημερομηνία 21.6.2000 και στη θέση της να γραφεί η ορθή ημερομηνία που είναι 19.4.
- Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.Θ.1-3 και 5-6 και Δ.48 Θ.Θ.1-3 και 8(v). Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της Δήμητρας Ττοφή, γραμματέως στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές-ενάγοντες, η οποία όντας δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη της δήλωση υποστηρίζει ότι εκ παραδρομής και/ή εκ λάθους ανεγράφη στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης η ημερομηνία 21.6.2000 αντί της ορθής ημερομηνίας. Σύμφωνα με νομική συμβουλή που έχει, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, δεδομένου ότι η προτεινόμενη τροποποίηση ζητείται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Πιστεύοντας ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν παραβλάπτει ούτε εμποδίζει τα συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων αλλά αποβλέπει στην ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης, η ενόρκως δηλούσα ζητά από το Δικαστήριο την έγκριση της αίτησης. Στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 1 που καταχωρήθηκε στις 13.3.2008 και έχει ως νομική βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.Θ.1-5 και Δ.48 Θ.Θ.1-4 και 7-9 καθώς και τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική των Δικαστηρίων, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης. Ότι το αίτημα των αιτητών-εναγόντων προβάλλεται πολύ καθυστερημένα, δηλαδή τέσσερα χρόνια μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος και αφού ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία, έχοντας γίνει στο μεταξύ διάφορες αιτήσεις στην υπόθεση, ότι δεν προβάλλεται καμία εξήγηση ούτε και ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για να δικαιολογείται η έγκριση του, ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα με σκοπό να εισαχθούν στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμοί που αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και ουσιαστικά θα δημιουργηθεί νέα βάση αγωγής υπό το μανδύα του τυπικού λάθους, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση παραβλάπτονται τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 1 με τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, ότι δεν τηρούνται οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την έγκριση του αιτήματος, ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι παράτυπες και αντικανονικές, ότι η αίτηση δεν βασίζεται στην ορθή νομική βάση, ότι ο ενόρκως δηλών για τους αιτητές-ενάγοντες αναφέρει αβάσιμους και παραπλανητικούς ισχυρισμούς για να παραπλανήσει το Δικαστήριο και ότι οι αιτητές-ενάγοντες προσπαθούν να παραποιήσουν στοιχεία και τεκμήρια για να καλύψουν συναλλαγές για τις οποίες δεν υπήρχαν εξουσιοδοτήσεις. Αυτούς τους λόγους ανέπτυξε ουσιαστικά και ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος 1, στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 13.3.2008 που συνοδεύει την ένσταση του, όπου, περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι κανένα λάθος δεν έγινε καθόσον η ημερομηνία που αναγράφεται στην έκθεση απαίτησης συνέπιπτε με την ημερομηνία του πληρεξουσίου που στάληκε στη δικηγόρο του, το οποίο και αποκαλύφθηκε με ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους των αιτητών-εναγόντων, χωρίς να προκύψει θέμα λανθασμένης αναγραφής στην ημερομηνία. Με την εισήγηση ότι οι αιτητές-ενάγοντες επιδιώκουν να παραποιήσουν το σχετικό πληρεξούσιο και την ημερομηνία του παρουσιάζοντας ως λανθασμένη την αναγραφή και ότι με την παραποίηση στοιχείων θα δημιουργήσουν νέα βάση αγωγής για να καλύψουν την αδυναμία της υπόθεσης τους και να φέρουν τον ίδιο αντιμέτωπο με μια νέα εικόνα άσχετη με τη βάση των καταχωρηθέντων δικογράφων, ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος 1 ζητά την απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Αγόρευσε μόνο προφορικά η συνήγορος των αιτητών-εναγόντων και καταχωρήθηκε γραπτή αγόρευση εκ μέρους της συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση-εναγομένου 1, ενόσω εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 2 δεν υπήρξε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Οι συνήγοροι των διαφωνούντων διαδίκων με αναφορά στη σχετική νομολογία για το θέμα και αναπτύσσοντας τους ισχυρισμούς της κάθε πλευράς υποστήριξαν τις θέσεις τους αντίστοιχα. Οι αρχές που διέπουν το επιτρεπτό ή μη του αιτήματος για τροποποίηση σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι πολύ καλά γνωστές. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της. Όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και αν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από ταλαιπωρία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistolia
(1969)1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 237). Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223). Βασική αρχή που διέπει την τροποποίηση είναι η κατά κανόνα έγκρισή της με ευκολία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ όταν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και οι διάδικοι προσφέρουν ενόρκως τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου η τροποποίηση δεν γίνεται με τόση ευκολία δεκτή. Είναι νομολογημένο ότι όταν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν έκδηλη από καιρό ή σαφώς φανερή αλλά δεν είχε ζητηθεί, η τροποποίηση δεν θα επιτραπεί όχι μόνο επειδή θα δημιουργήσει περισσότερη καθυστέρηση αλλά και λόγω του ότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη δικογραφία τους με την απαραίτητη προσοχή και ενδελέχεια και να καταγράφουν από την αρχή τις συγκεκριμένες θέσεις τους, τις οποίες έπρεπε ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν ή ήταν γνωστές σε αυτούς. Όσο πιο καθυστερημένα γίνεται η αίτηση τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του αιτητή που πρέπει να αποσείσει για να επιτραπεί η τροποποίηση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με μεγάλη φειδώ μετά την έναρξη της δίκης όταν πλέον το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης και τις επιπτώσεις που θα επιφέρει μια τέτοια καθυστερημένη αίτηση στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456 όπου αναλύεται ο αντίστοιχος Αγγλικός Θεσμός Ο.28 r.1, αναφέρεται το εξής: «But the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity for which was abundantly apparent months ago, and then not asked for (Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. p. 361)». Αχρείαστες ή άσχετες τροποποιήσεις, επίσης, δεν πρέπει να επιτρέπονται και το Δικαστήριο πάντοτε εξετάζει το ουσιώδες της προς εισαγωγή τροποποίησης. Χωρίς να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων είναι πρόδηλο ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να είναι σχετική με το επίδικο θέμα (βλ. Alexandra Rent a Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Όπως προκύπτει από τον δικογραφικό φάκελο, η αγωγή που αφορά απαίτηση των εναγόντων για το ποσό των £27.519,11, πλέον τόκων και εξόδων, συνεπεία αγορών και πωλήσεων μετοχών που διενήργησαν οι ενάγοντες για λογαριασμό και με οδηγίες των εναγομένων, μέσα στα πλαίσια των εργασιών τους παρέχοντας συμβουλές για χρηματιστηριακές συναλλαγές, καταχωρήθηκε στις 3.3.2004, ακολούθησε η καταχώρηση σημειωμάτων εμφάνισης στις 28.4.2004 και στις 19.4.2004 για τους εναγόμενους 1 και 2 αντίστοιχα και στις 20.12.2004 και στις 18.11.2004 η καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2 αντίστοιχα. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 4.2.2005 και στις 9.2.2005 και στη συνέχεια για ακρόαση στις 6.10.
- Ενόσω υποβλήθηκε αίτηση του εναγόμενου 1 στις 3.10.2005 για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους των εναγόντων και εκδόθηκε σχετικό διάταγμα, ακολούθησαν ορισμοί της αγωγής για οδηγίες σε διάφορες ημερομηνίες και για ακρόαση στις 10.11.
- Αφού έγινε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους των εναγόντων στις 8.12.2006 μετά από παράταση του χρόνου για την αποκάλυψη, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες σε διάφορες ημερομηνίες και για ακρόαση στις 14.11.2007 και στις 20.2.2008, οπότε και άρχισε η ακροαματική διαδικασία, με την κατάθεση μόνο γραπτής δήλωσης του πρώτου μάρτυρα των εναγόντων. Προτού καταχωρηθούν τα Τεκμήρια από τον μάρτυρα, η συνήγορος των εναγόντων αιτήθηκε αναβολής της περαιτέρω ακρόασης με σκοπό να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 22.2.
- Η αγωγή που ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης στις 18.3.2008 αναβλήθηκε μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αίτησης. Εξετάζοντας με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαφωνούντων διαδίκων όπως προβάλλουν από την αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων τους, θεωρώ ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης. Όπως φαίνεται από τα γεγονότα, η αναγκαιότητα της τροποποίησης ανέκυψε κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας όταν διαπιστώθηκε το λάθος που σύμφωνα με τους αιτητές-ενάγοντες είναι δακτυλογραφικό και τυπικό. Συμφωνώντας με την συνήγορο των αιτητών-εναγόντων, θεωρώ ότι με την αιτούμενη διόρθωση δεν επαναπροσδιορίζονται τα επίδικα θέματα ούτε αλλοιώνεται η βάση της αγωγής. Όπως προβάλλει από την έκθεση απαίτησης, στο επίδικο πληρεξούσιο οι ενάγοντες βασίζουν την εξουσιοδότηση τους από τον εναγόμενο 1 για την διενέργεια των αγορών και πωλήσεων μετοχών αξιώνοντας από αυτόν το με την αγωγή τους απαιτούμενο ποσό. Στην υπεράσπιση του εναγόμενου 1, πέραν της γενικότερης άρνησης των ισχυρισμών των εναγόντων, περιέχεται άρνηση υπογραφής από αυτόν του εν λόγω πληρεξουσίου και διαζευκτικά προβάλλεται ότι το πληρεξούσιο έγινε μεταγενέστερα και/ή για άλλες συναλλαγές, χωρίς να τις γνωρίζει ο ίδιος. Με τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να ευσταθήσει η εισήγηση της συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 1 ότι δημιουργείται νέα βάση αγωγής και ότι ο εναγόμενος 1 θα υποστεί τεράστια ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Ανεξάρτητα από το πότε έγιναν οι επίδικες συναλλαγές, που σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης διενεργήθηκαν σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο και αποτελούν την αιτία του διεκδικούμενου από τους ενάγοντες ποσού, οι τελευταίοι φέρουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και αν το πληρεξούσιο υπογράφηκε ή όχι από τον εναγόμενο 1 και πότε, θα κριθεί μετά από αξιολόγηση της μαρτυρίας που θα προσφερθεί κατά την ακροαματική διαδικασία, όπου ο τελευταίος θα έχει την δυνατότητα να αναπτύξει την σχετική θέση του. Συνεπώς δεν τίθεται σ' αυτό το στάδιο θέμα παραπλάνησης του Δικαστηρίου αν επιτραπεί η τροποποίηση καθότι δεν μπορεί να κριθεί η αυθεντικότητα και αποδεκτότητα των σχετικών με την υπόθεση εγγράφων. Ούτε και γεννάται θέμα καταστροφικής ζημιάς του εναγόμενου 1 σ' αυτό το στάδιο εφόσον θα έχει τη δυνατότητα να καταχωρήσει τροποποιημένη υπεράσπιση. Δεν μου διαφεύγει ακόμη ότι στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους των εναγόντων αναφέρεται το πληρεξούσιο έγγραφο χωρίς ημερομηνία και δεν υπάρχει οτιδήποτε σ' αυτό το πρόωρο στάδιο της δίκης από το οποίο να συνάγεται παραποίηση στοιχείων. Όπως η νομολογία υποδεικνύει, η αμέλεια, η απροσεξία ή η αβλεψία που δεν οφείλεται σε κακοπιστία δεν μπορεί να στερήσει τους ενάγοντες από τη δυνατότητα να προβάλουν ουσιώδεις ισχυρισμούς τους για την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Και θα ήταν αυθαίρετο να λεχθεί ότι, υπό τις περιστάσεις, υπήρξε κακοπιστία στην παρούσα υπόθεση λόγω της φύσεως του λάθους που επιδιώκεται να διορθωθεί όπως υποστηρίζει η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των αιτητών-εναγόντων, η οποία δεν αντεξετάστηκε και η θέση της παρέμεινε αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόσω η τροποποίηση που ζητείται είναι σχετική και ουσιώδης. Απόρριψη της αίτησης υπό τα δεδομένα της υπόθεσης θα ισοδυναμούσε με άρνηση να ακουστούν οι ενάγοντες στη βάση των πραγματικών γεγονότων κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Από την άλλη, έχει προβληθεί εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 1 ότι αυτός θα υποστεί βλάβη ή ζημιά αν εγκριθεί η αίτηση. Η οποιαδήποτε ζημιά που θα υποστεί ή ταλαιπωρία, όπως ήδη επεξηγήθηκε, μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ του, όπως γίνεται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Ως προς δε το στάδιο που επιζητείται η τροποποίηση, δεν είναι τέτοιο που θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της δίκης. Το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι παράγων που μπορεί να ληφθεί υπόψη υπέρ της έγκρισης της αίτησης, δεδομένου ότι έχει αρχίσει μεν η ακροαματική διαδικασία αλλά μόλις διαπιστώθηκε το λάθος ζητήθηκε η αναβολή της και δεν διαφάνηκε ότι η καταχώρηση της αίτησης έγινε με αποκλειστικό σκοπό την καθυστέρηση. Η αίτηση υποβλήθηκε μόλις έγινε αντιληπτό ότι το δικόγραφο περιείχε την λανθασμένη ημερομηνία του πληρεξουσίου εγγράφου, γεγονός που παρέμεινε αναμφισβήτητο ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόσω δεν ολοκληρώθηκε καν η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα των εναγόντων. Όπως έχει επισημανθεί, είναι υποχρέωση κάθε διαδίκου να θέτει με πολλή προσοχή τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου στα δικόγραφα που καταχωρεί και στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αμέλεια, η οποία ωστόσο μπορεί να διορθωθεί σε αυτό το στάδιο της δίκης. Έχει λεχθεί εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 1 ότι δεν εξηγήθηκε η καθυστέρηση εκ μέρους του αιτητών-εναγόντων, ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε και προηγουμένως, θεωρώ το λόγο που προβλήθηκε, σε σχέση με την φύση του λάθους, ικανοποιητικό για επεξήγηση της καθυστέρησης, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης. Ως προς δε τη θέση ότι επιζητείται να δημιουργηθεί νέα βάση αγωγής δεν συμφωνώ καθότι ουδόλως μεταβάλλεται η βάση της αγωγής με την σκοπούμενη διόρθωση δεδομένης και της θέσης του εναγόμενου 1 ότι δεν υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο, όπως προαναφέρθηκε. Εξάλλου σύμφωνα με τη νομολογία όταν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις ακόμη και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Άννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(1999)1 ΑΑΔ 11). Προφανώς δε, η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Γραμμές Στρίντζη v. Επίσ. Παραλήπτη (πιο πάνω), λόγω του ότι στην υπόθεση εκείνη η αίτηση τροποποίησης είχε υποβληθεί σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, αφού είχαν ακουστεί μάρτυρες για τους ενάγοντες και εναγόμενους και μετά από πάροδο πολλών ετών αφού καταχωρήθηκε η αγωγή. Αλλά και από την υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, διαφοροποιείται η παρούσα υπόθεση καθότι δεν προέκυψε ότι ζητήθηκαν επανειλημμένα αναβολές για να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης ώστε να τίθεται θέμα παράβασης εκ μέρους των εναγόντων της αρχής της διεξαγωγής της δίκης εντός ευλόγου χρόνου σύμφωνα με την Συνταγματική επιταγή. Όπως τονίστηκε στην πρόσφατη απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α., Πολ.Εφ.Αρ. 96/2006, ημερομηνίας 27.7.2007, το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στις αιτήσεις τροποποίησης είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και τελικά ο κρίσιμος παράγων, από τους παράγοντες στους οποίους το Δικαστήριο βασίζει την απόφαση του, είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή, όταν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα θέματα τα οποία εγείρει. Ενόψει όλων των πιο πάνω που έχω εξηγήσει, η αίτηση είναι επιτρεπτή και εγκρίνεται ως προς την αιτούμενη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης του κλητηρίου εντάλματος ενόψει του συνόλου των περιστάσεων και της αντίληψης ότι δεν θα προκληθεί αδικία στον καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο 1 καθόσον αυτός ικανοποιείται στο στάδιο αυτό με την καταβολή των εξόδων. Τα έξοδα που περιλαμβάνουν τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και όσα καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγόντων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1 και 2, ανάλογα με τα όσα έλαβαν χώρα διαδικαστικά για τον καθένα από αυτούς και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Δίδονται συνεπώς οδηγίες όπως το κλητήριο ένταλμα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος ενώ οι τροποποιημένες υπερασπίσεις των εναγομένων 1 και 2 να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από την επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Αίτηση για σύνταξη του διατάγματος να γίνει εντός 3 ημερών από σήμερα. Η αγωγή που είναι ορισμένη σήμερα για οδηγίες ακολουθώντας την αίτηση, ορίζεται για συνέχιση της ακρόασης ώστε να καταχωρηθούν και ανταλλαγούν στο μεταξύ τα τροποποιημένα δικόγραφα, στις 7.5.2008 και ώρα 11.30 π.μ. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο