← Κύπρος

Latouros Winner Cars Ltd ν. Houssam Khanji., Αρ. Αγωγής: 339/05., 31 Μαρτίου, 2008

Latouros Winner Cars Ltd ν. Houssam Khanji., Αρ. Αγωγής: 339/05., 31 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 339/

  1. Μεταξύ: Latouros Winner Cars Ltd Εναγόντων. και Houssam Khanji. Εναγόμενου. --------------------- Ημερομηνία: 31 Μαρτίου,
  2. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Χρ. Χριστοδούλου. Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Α. Ιακώβου. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες απαιτούν από τον εναγόμενο ποσό Λ.Κ.90.000 (€153.774,13), ως απολεσθέντα μελλοντικά κέρδη λόγω μη πώληση προς τρίτους δύο αυτοκινήτων που οι ενάγοντες είχαν παραγγείλει από τον εναγόμενο για αυτό το σκοπό, τον Οκτώβριο του
  3. Είναι παραδεχτό από τη δικογραφία ότι: (α) Ο εναγόμενος είναι Λιβάνιος υπήκοος και ασχολείται με το εμπόριο μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, συναλλασσόμενος, μεταξύ άλλων, με τις εμπορικές ονομασίες Monza Cars, Monza Cars Khanji for Cars και United Auto / Monza Export. (β) Ο εναγόμενος συμφώνησε με τους ενάγοντες τον Οκτώβριο του 2004 (η αναφορά στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης σε «Οκτώβριο 204», οφείλεται πασιφανώς σε τυπογραφικό λάθος), να τους πουλήσει δύο αυτοκίνητα τύπου Hammer H2, pick up, τα οποία θα μεταφέρονταν από το Λίβανο στην Κύπρο έναντι του ποσού των Η.Π.Α.$128.000 («τα αυτοκίνητα»). Είναι εκδοχή των εναγόντων (όπως εκφράστηκε δια στόματος Αντώνη Γεωργίου (ΜΕ1), του μοναδικού μάρτυρα που κατάθεσε στη δίκη), ότι αποτελούν εταιρεία νομίμως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με το εμπόριο μεταχειρισμένων αυτοκινήτων και ότι η συμφωνία του Οκτωβρίου 2004, για την πώληση των αυτοκινήτων προέβλεπε, ανάμεσα σε άλλα, ότι αυτά, παρόλο που θα ήταν αριστεροτίμονα, θα είχαν τις προϋποθέσεις για μετατροπή σε δεξιοτίμονα ώστε να μπορούν να κυκλοφορούν στην Κύπρο και ότι θα μπορούσαν να εγγραφούν στη χώρα μας ικανοποιώντας όλες τις νομικές και κανονιστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται γι΄ αυτά τα θέματα. Με βάση τη συμφωνία, πλήρωσαν στον εναγόμενο στις 25.10.04, Η.Π.Α.$10.000 (βλ. Τεκμήρια 1 και 2), στις 19.11.04, Λ.Κ.6.482,95 (βλ. Τεκμήριο 3) και στις 10.12.04, Λ.Κ.15.000 (βλ. Τεκμήριο 4). Όταν τα αυτοκίνητα ήρθαν στην Κύπρο φάνηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να μετατραπούν σε δεξιοτίμονα παρά τις περί του αντιθέτου ρητές διαβεβαιώσεις του εναγόμενου με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να μη μπορούν να τα εμπορευθούν στην κυπριακή αγορά και ενώ θα πουλούσαν το καθένα προς Λ.Κ.75.000, πριν τη φορολογία, τώρα η τιμή τους στο εμπόριο ανέρχεται μόλις στις Λ.Κ.25.000, πριν τη φορολογία, αφού θα πρέπει να πουληθούν στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να χάσουν ποσό Λ.Κ.45.000, από κάθε αυτοκίνητο, ήτοι συνολικώς το ποσό των Λ.Κ.90.000, που αξιώνουν. Η υπεράσπιση δεν πρόσφερε προφορική μαρτυρία, όπως εξάλλου είχε κάθε δικαίωμα να πράξει. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά του μάρτυρα (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων

(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Κατά τις αγορεύσεις, ο κ. Χριστοδούλου εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα των εναγόντων θα πρέπει να αξιολογηθεί ως αξιόπιστη και επαρκής για στοιχειοθέτηση της αξίωσης. Πρότεινε ότι το ποσό των Λ.Κ.90.000, που ζητείται στην παράγραφο 11(α) της Έκθεσης Απαίτησης αφορά σε αποζημιώσεις για ψευδείς παραστάσεις και παράβαση σύμβασης εκ πλευράς εναγόμενου και όχι μόνον για τη φερόμενη απώλεια των Λ.Κ.45.000, ανά αυτοκίνητο λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του τελευταίου. Επιχειρηματολόγησε επίσης για το ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης και των εκεί απαιτούμενων θεραπειών αν κρίνει ότι έτσι επιτάσσει η ύπαρξη επαρκούς προς τούτο πραγματικού υποβάθρου και ότι, στα πλαίσια αυτής της αντίκρισης, το Δικαστήριο θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να εκδώσει απόφαση υπέρ των εναγόντων (σε περίπτωση που απόρριπτε την αξίωση για την επιδίκαση του ζητούμενου ποσού στη βάση της απώλειας μελλοντικών κερδών) βάσει της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως εκ της συμπεριφοράς που περιγράφθηκε και, αν μη τι άλλον, να διατάξει επιστροφή του ποσού που πληρώθηκε από τους ενάγοντες για την αγορά των αυτοκινήτων λόγω ολοκληρωτικής αποτυχίας αντιπαροχής. Προς ενίσχυση των θέσεων του παρέπεμψε, γενικώς, σε πρόνοιες του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου 10(Ι)/94 και σε νομολογία. Ο κ. Ιακώβου, εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του Αντώνη Γεωργίου (ΜΕ1), θα πρέπει να κριθεί ως αναξιόπιστη, όπως εξάλλου και το σύνολο της προβαλλόμενης εκδοχής, λόγω της αντιφατικότητας που τη χαρακτηρίζει σε συσχετισμό και με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Συγκεκριμενοποίησε το επιχείρημα με αναφορά στον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι μετά την επίτευξη της αρχικής συμφωνίας τον Οκτώβριο του 2004, τα συμβαλλόμενα μέρη κατέληξαν σε δεύτερη συμφωνία με βάση την οποία οι ενάγοντες θα κρατούσαν το ένα από τα δύο αυτοκίνητα για σκοπούς πώλησης του στο εξωτερικό (συμφωνία που τελικώς δεν προχώρησε), γεγονός που μεταβάλλει άρδην τη βάση της αγωγής, καθιστώντας την, υπό τις περιστάσεις, απορριπτέα. Είπε επίσης ότι ποσώς η μαρτυρία που δόθηκε εκ πλευράς εναγόντων δεν αρκεί για να οδηγήσει στην επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού προς όφελος τους, νοουμένου ασφαλώς ότι θα θεωρηθεί ότι απέδειξαν με επάρκεια την ουσία της αξίωσης, κάτι που δεν έγινε. Τέλος, εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν την εταιρική τους υπόσταση (η οποία αμφισβητήθηκε στην Υπεράσπιση και κατά την αντεξέταση), με αποτέλεσμα η αξίωση να παραμένει μετέωρη και ασύνδετη με τους ενάγοντες και κατ' επέκταση απορριπτέα και για αυτό το λόγο. Αξιολόγησα όλα τα επιχειρήματα των συνηγόρων. Ο Αντώνης Γεωργίου (ΜΕ1), μου δημιούργησε μέτρια εντύπωση. Σε κάποια μέρη της μαρτυρίας του δεν είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο ενώ σε κάποια άλλα ήταν πολύ γενικόλογος και αόριστος, σε βαθμό που καμιά βαρύτητα δε μπορεί να προσδοθεί στα λεχθέντα του. Πιο συγκεκριμένα, περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις αναφορικά με την έκδοση της επιταγής - Τεκμήριο 6, στο όνομα του δικηγόρου του εναγόμενου στις 2.3.05, για το ποσό των Λ.Κ.11.650 και δη, σε σχέση με το κατά πόσον υπήρχαν ή δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια για να επιτρέψουν την εξαργύρωση της, λέγοντας από τη μια, ότι υπήρχαν επαρκή κεφάλαια και από την άλλη, ότι θα πρέπει να υπήρχαν επαρκή κεφάλαια και ότι, μάλιστα, θα προσκόμιζε προς τούτο σχετική μαρτυρία από την τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή για να παραθέσει σχετική μαρτυρία, κάτι που δεν έγινε. Το ποσό αυτό θα πληρωνόταν στη βάση μιας δεύτερης και ξεχωριστής προφορικής συμφωνίας από την αρχική (η οποία δε δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης, αναφέρεται όμως στην Υπεράσπιση), όπως περιγράφεται σε επιστολή (χωρίς ημερομηνία), του Αντώνη Γεωργίου (ΜΕ1) προς τον εναγόμενο και η οποία στάλθηκε μετά την επίτευξη της πρώτης συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 5). Με βάση τη δεύτερη αυτή συμφωνία, οι ενάγοντες θα πλήρωναν προς τον εναγόμενο ποσό Λ.Κ.11.650 (δηλαδή, το ποσό της επιταγής - Τεκμήριο 6), για να συμπλήρωναν την τιμή αγοράς του ενός από τα δύο αυτοκίνητα με σκοπό να το κρατήσουν και να το πουλήσουν στην Αγγλία. Αυτό όμως δεν υλοποιήθηκε αφού ο δικηγόρος του εναγόμενου δεν ικανοποιήθηκε κατά τη στιγμή παραλαβής της επιταγής ότι αυτή θα είχε αντίκρισμα αλλά και γιατί ούτε ο Αντώνης Γεωργίου (ΜΕ1), ήταν πειστικός κατά το χρόνο παράδοσης της στο Λιμάνι Λεμεσού ότι, πράγματι, θα τιμούνταν, με αποτέλεσμα και τα δύο αυτοκίνητα να επιστραφούν στον εναγόμενο. Σε ό,τι αφορά στις ασάφειες και αοριστολογίες του μάρτυρα, αυτές εντοπίζονται στο μέρος εκείνο της μαρτυρίας του που σχετίζεται με το κατά πόσον είχε ή δεν είχε βρει αγοραστή στην Αγγλία για την πώληση των αυτοκινήτων (αναφερόμενος αρχικώς και στα δύο αυτοκίνητα, όπως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης και ακολούθως, σε ένα αυτοκίνητο), αλλά και για το σε ποια τιμή θα πουλούσε το αυτοκίνητο αυτό, λέγοντας ότι αν και είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένη τιμή, δε μπορούσε να τη θυμηθεί και να την προσδιορίσει, όπως παρομοίως δε μπορούσε να αιτιολογήσει σε οποιοδήποτε βαθμό πειστικότητας τις αναφορές του για ζημιές που κατ' ισχυρισμόν υπέστηκε ως αποτέλεσμα της μη υλοποίησης της συμφωνίας διότι, πράγματι, τα αυτοκίνητα δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε δεξιοτίμονα, χωρίς μάλιστα να έχει ικανοποιήσει, έστω και και κατά το ελάχιστο, ότι είχε και την κατάλληλη εμπειρογνωμοσύνη ή έστω επαρκή γνώση για αυτά που συζητούσε και στα οποία αντεξετάστηκε και αμφισβητήθηκε από το δικηγόρο υπεράσπισης. Απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή του Αντώνη Γεωργίου (ΜΕ1), ως αναξιόπιστη, πάνω στις πτυχές που προαναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω, ενώ δέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του που σχετίζεται με την επίτευξη και περιεχόμενο της πρώτης συμφωνίας του Οκτωβρίου 2004, τη μεταγενέστερη συμφωνία για την αγορά του ενός από τα δύο αυτοκίνητα, την πληρωμή των ποσών που καταβλήθηκαν από τους ενάγοντες προς τον εναγόμενο και για το ότι ο εναγόμενος δεν επέστρεψε τα λεφτά αυτά δεδομένης της μη υλοποίησης και της δεύτερης συμφωνίας παρόλες τις οχλήσεις προς αυτόν. Πάνω σε αυτές τις πτυχές ο μάρτυς έδωσε τη μαρτυρία του με ευθύτητα και ειλικρίνεια. Με προϋπόθεση την πλήρη και επαρκή αιτιολογία, η ευχέρεια του Δικαστηρίου να δέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ως αξιόπιστο και να απορρίπτει άλλο μέρος της ως αναξιόπιστο, είναι καλώς εμπεδωμένη στο δίκαιο μας, χωρίς να σημαίνει ότι η δυνατότητα αυτή είναι απόλυτη και ανεξέλεγκτη (βλ. πιο πρόσφατα, Αντωνίου v. Xρίστου
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 888). Το ζήτημα που έθεσε η υπεράσπιση σε σχέση με τη μη απόδειξη της εταιρικής υπόστασης των εναγόντων θα πρέπει να αποφασιστεί πριν από οτιδήποτε άλλο, αφού ως θέμα λογικής συνέπειας, τούτο κρίνεται ως πρωταρχικής σημασίας διότι τυχόν αποδοχή των θέσεων του εναγόμενου ενδεχομένως να οδηγήσει και σε απόρριψη της αξίωσης. Είναι γεγονός ότι στην Υπεράσπιση ο εναγόμενος «αγνοεί και συνεπώς αρνείται» τον ισχυρισμό στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης ότι «η ενάγουσα είναι εταιρεία νομίμως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία.». Παραδέχεται όμως με την παράγραφο 3 της Υπεράσπισης, μέρος τού περιεχομένου της παραγράφου 3 της Έκθεσης Απαίτησης ότι δηλαδή, τον Οκτώβριο του 2004, συμφώνησε με τους ενάγοντες για την αγοραπωλησία των αυτοκινήτων. Επιπλέον, δεν αμφισβητήθηκε η πληρωμή εκ πλευράς εναγόντων προς τον εναγόμενο των ποσών που αναφέρονται στα Τεκμήρια 1, 3 και 4, στα οποία γίνεται ρητή αναφορά στην εταιρική ιδιότητα των εναγόντων. Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι οι ενάγοντες λειτουργούσαν με την ιδιότητα της εταιρείας καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους. Δεν ήταν αναγκαία υπό τις περιστάσεις η προσαγωγή μαρτυρίας ότι η εταιρεία ήταν δεόντως εγγεγραμμένη. Η μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με τη λειτουργία της ήταν αρκετή για την έγερση του μαχητού νομικού τεκμηρίου της κανονικότητας, το οποίο δεν αντικρούστηκε από τους ενάγοντες. Υπό αυτά τα δεδομένα βρίσκω ότι οι ενάγοντες συναλλάχθηκαν με τον εναγόμενο ως εταιρεία νομίμως εγγεγραμμένη (βλ. K.N.G. Autoparts Ltd v. Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 689). Ο εναγόμενος μπορούσε αν ήθελε (και τούτη φαίνεται να είναι η ορθή διαδικασία για την αμφισβήτηση της νομικής οντότητας των εναγόντων και κατ' επέκταση της ύπαρξής τους ως διαδίκων), να καταχωρούσε αίτηση για διαγραφή της αγωγής, κάτι που βέβαια δεν έγινε (βλ. Lioufis and Co. Ltd v. Ανδρονίκου και Άλλου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 773). Η εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Προκύπτει ως αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι ενάγοντες πλήρωσαν προς τους εναγόμενους όλα τα προαναφερθέντα ποσά και ότι αυτά ουδέποτε πληρώθηκαν πίσω σε αυτούς παρά τις σχετικές οχλήσεις του εναγόμενου. Αναφορικώς με την εισήγηση των εναγόντων ότι δικαιούνται σε θεραπεία στη βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αυτή δεν ευσταθεί, διότι θα έπρεπε να είχε δικογραφηθεί εξειδικευμένα στην Έκθεση Απαίτησης, κάτι που δεν έγινε. O αδικαιολόγητος πλουτισμός, αν και δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής (βλ. Minerva Finance & Investment Ltd. v. Γεωργιάδη
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2173), εντάσσεται στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου (βλ. Beatson, The Use and Abuse of Unjust Enrichment, 1991, σελ. 244 - 259), και παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας (βλ. Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα των Τ/Κ Περιουσιών
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1077). Το άρθρο 70 του Κεφ. 149, κωδικοποιεί, σε κάποιο βαθμό, την υποχρέωση προσώπου που προσπορίζεται όφελος από μη χαριστική πράξη. Είναι πάνω στις πρόνοιες του άρθρου αυτού που φαίνεται, από το περιεχόμενο της αγόρευσης του, να βασίζει την εισήγηση του ο δικηγόρος των εναγόντων. Το άρθρο αυτό είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 70 του Ινδικού Περί Συμβάσεων Νόμου (The Indian Contract Act 1872), περί του οποίου το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας στην υπόθεση Palliwal v. Union of India AIR 1977 SC 2082, αποφάσισε ότι δε θα πρέπει να επιτρέπεται η επίκληση για σκοπούς απόδοσης θεραπείας χωρίς να γίνεται προς τούτο ρητή αναφορά στη δικογραφία (βλ. Singhal and Subrahmanyan, The Indian Contract Act, 3η εκδ., 1989, Τόμ 2, σελ. 72). Οι ενάγοντες όμως, δικαιούνται στην επιστροφή του καταβληθέντος ποσού, στη βάση ανακύψαντος χρέους ως εκ της πληρωμής χρημάτων για τα οποία υπήρξε παντελής αποτυχία αντιπαροχής αφού είναι φανερό από το τι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων μετά την αρχική συμφωνία (η οποία αντικατάστησε την πρώτη, όπως παραδέχθηκε και ο Αντώνης Γεωργίου (ΜΕ1), σε γενική σύμπνοια με το περιεχόμενο της Υπεράσπισης), ότι το αντικείμενο της έπαψε να υφίσταται, με την επιστροφή των αυτοκινήτων στον εναγόμενο. Τα γεγονότα αυτά ισοδυναμούν με αμοιβαία ακύρωση και της δεύτερης συμφωνίας. Στο σύγγραμμα Chitty Οn Contracts, 25η Εκδ., Τομ. 1, παρ. 1482 - 1483, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: «1482. Where the contract is executory on both sides, that is to say, where neither party has performed the whole of his obligations under it, it may be rescinded by mutual agreement, express or implied (Morris v. Baron & Co
(1918)A.C. 1, Rose & Frank Co. v. Crompton
(1925)A.C. 445). The consideration for the discharge is found in the abandonment by each party of his right to performance or his right to damages, as the case may be (Scarf v. Jardine
(1882)7 App. Cas. 345, 351)». «1483. A contract which is rescinded by agreement is completely discharged and cannot be revived (Andre et Compagnie S.A. v. Marine Transocean Ltd
(1981)QB 694). The parties will usually make express provision for the restoration of money paid or for payment for services performed under the contract prior to rescission. But in the absence of such provision (express or implied) money paid in pursuance of the abortive contract can by recovered by an action for money had and received (Towers v. Barratt
(1786)1 Term Rep. 133), although it is more doubtful whether a claim could be made for payment not yet due in respect of services rendered (Lamburn v. Cruden
(1841)2 M&G 253). » Σε ελεύθερη μετάφραση: «
  1. Όπου η σύμβαση είναι εκτελεστέα και από τα δύο μέρη, δηλαδή, όπου κανένα μέρος δεν έχει εκπληρώσει το σύνολο των υποχρεώσεων του δυνάμει αυτής, (η σύμβαση) δύναται να ακυρωθεί δι' αμοιβαίας συμφωνίας, ρητής ή εξυπακουομένης. Η αντιπαροχή για την απαλλαγή στηρίζεται στην εγκατάλειψη από εκάτερο των μερών του δικαιώματος του για εκτέλεση ή του δικαιώματος του για αποζημιώσεις, ως θα είναι η περίπτωση.» «
  2. Σύμβαση η οποία ακυρώνεται διά συμφωνίας καταργείται τελείως και δεν μπορεί να αναβιώσει. Τα μέρη συνήθως θα κάνουν ρητή πρόνοια για την επιστροφή πληρωθέντων χρημάτων ή την πληρωμή για εκτελεσθείσες υπηρεσίες δυνάμει της σύμβασης πριν την ακύρωση. Αλλά στην απουσία τέτοιας πρόνοιας (ρητής ή εξυπακουομένης) χρήματα πληρωθέντα δυνάμει της ανεπιτυχούς σύμβασης μπορούν να ανακτηθούν με αγωγή για χρέος (money had and received), παρόλο ότι είναι περισσότερο αμφίβολο κατά πόσο θα μπορούσε να γίνει απαίτηση για πληρωμή η οποία ακόμη δεν είναι οφειλόμενη αναφορικά με παρασχεθείσες υπηρεσίες.» Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει νομιμοποιητικός λόγος γιατί οι ενάγοντες να πρέπει να παραμείνουν ζημιωμένοι με το ποσό που ήδη πλήρωσαν στον εναγόμενο και ο εναγόμενος να προσπορισθεί το αντίστοιχο όφελος χωρίς να παραδώσει αυτά που συμφωνήθηκαν. Η πρώτη συμφωνία δεν υλοποιήθηκε λόγω παράβασης ουσιώδους όρου της εκ πλευράς εναγόμενου, δηλαδή λόγω του ότι τα αυτοκίνητα θα έπρεπε να μπορούσαν να μετατραπούν σε δεξιοτίμονα, κάτι που τελικώς αποδείχτηκε ανέφικτο όπως είπε (και γίνεται δεκτό), ο Αντώνης Γεωργίου (ΜΕ1), χωρίς να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, χωρίς να αποδίδει στον εναγόμενο (και χωρίς να προκύπτουν από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου), ψευδείς παραστάσεις ή άλλη παρόμοια επιλήψιμη συμπεριφορά (ασχέτως του αν στην ΄Εκθεση Απαίτησης οι ενάγοντες δεν έδωσαν, καθώς όφειλαν, λεπτομέρειες των παραστάσεων αυτών). Τούτα όμως δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία διότι τα συμβαλλόμενα μέρη κατέληξαν στη δεύτερη συμφωνία η οποία όμως και πάλιν δεν υλοποιήθηκε για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, με υπαιτιότητα και των δύο μερών τα οποία αντίκρισαν το όλο θέμα με προχειρότητα. Οι μεν ενάγοντες θα έπρεπε να παρέδιδαν στον αντιπρόσωπο του εναγόμενου στο Λιμάνι Λεμεσού το συμφωνηθέν τίμημα προς συμπλήρωση της αξίας αγοράς του ενός από τα δύο αυτοκίνητα με τρόπο που να μην άφηνε αμφιβολίες ως προς το αξιόπιστο της πληρωμής, δηλαδή, είτε με την πληρωμή του ποσού σε μετρητά είτε με εγγυημένη τραπεζική επιταγή (και τούτο θίχτηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα ως ζήτημα που απασχόλησε τα συμβαλλόμενα μέρη κατά την επίτευξη της δεύτερης συμφωνίας, χωρίς αντίκρουση με αποτέλεσμα ο τρόπος αποπληρωμής, μέσα από αυτό τα φακό, να καθίσταται μη ουσιώδης όρος της συμφωνίας), ο δε εναγόμενος να μεριμνούσε, ίσως, για την ύπαρξη τέτοιων μηχανισμών που να επέτρεπαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, την επιβεβαίωση εκ πλευράς του, του φερέγγυου της πληρωμής. Ούτε το ένα έγινε, ούτε το άλλο. Είναι γεγονός ότι η θεραπεία της επιστροφής του καταβληθέντος ποσού δεν προσδιορίστηκε στην απαίτηση, αυτό όμως δεν αποτελεί κώλυμα στην απόδοση της εφόσον αυτό, βρίσκω, δικαιολογείται από τα γεγονότα που στοιχειοθετούνται στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 400). Κρίνω ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε επιστροφή των καταβληθέντων ποσών, ένεκα ολοκληρωτικής αποτυχίας αντιπαροχής εκ πλευράς εναγόμενου (βλ. Benjamin's Sale of Goods, 4η εκδ., παρ. 12-065). Είναι παραδεχτό ότι στην τιμή πώλησης περιλαμβάνονταν και τα έξοδα μεταφοράς των αυτοκινήτων προς την Κύπρο (βλ. Τεκμήριο 1) και ότι στην ορθότερη και δικαιότερη διάσταση των πραγμάτων, τα έξοδα μεταφοράς από και προς την Κύπρο θα έπρεπε να επιβαρύνουν τους ενάγοντες και όχι τον εναγόμενο. Δεν αναφέρθηκε κάτι το σχετικό στην κυρίως εξέταση του Αντώνη Γεωργίου (ΜΕ1), ούτε και αντεξετάστηκε πάνω σε αυτή την πτυχή ο μάρτυς αλλά ούτε και οι συνήγοροι έστρεψαν με οποιονδήποτε τρόπο την προσοχή του Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση. Υπό τις περιστάσεις, με δεδομένο ότι οι ενάγοντες δικαιούνται στην επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος, αυτό θα επιστραφεί ολόκληρο. Κάθε άλλη προσέγγιση, στην απουσία πραγματικού υποβάθρου, θα ήταν αυθαίρετη. Με βάση τα πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για ποσό €36.705,80 (Λ.Κ.21.482,95) και Η.Π.Α $10.000 ή το αντίστοιχο σε Ευρώ, κατά τη μέρα καταβολής του στις 25.10.04, με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα που εμπίπτει το ποσό της απόφασης, μειωμένα όμως κατά 2/3 αφού, πρώτον, ο μάρτυς των εναγόντων κρίθηκε ως μερικώς αναξιόπιστος επί ουσιωδών πτυχών της απαίτησης του (βλ. Λοφίτης v. Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1402)[1] και δεύτερον, διότι η απόφαση εκδίδεται πάνω σε διαφορετική βάση από αυτήν που δικογραφήθηκε, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, αλλά και γιατί οι δικηγόροι των εναγόντων (ασχέτως του ότι δε χειρίστηκαν την υπόθεση από την αρχή), θα μπορούσαν με το κατάλληλο δικονομικό διάβημα να δικογραφούσαν (ή να επιδίωκαν την δικογράφηση), στην Έκθεση Απαίτησης των αναγκαίων εκείνων ισχυρισμών που θα επέτρεπαν την ομαλότερη εκδίκαση της υπόθεσης σε ό,τι αφορά στη δυνατότητα επιστροφής του καταβληθέντος τιμήματος. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. [1]«Έχει τονιστεί ότι η επιδίκαση εξόδων ασκείται πάντα με κύριο γνώμονα την έκβαση της δίκης. (Ιδε Αρέστη v. Λαδόκονου
(1996)1 Α.Α.Δ. 646). Παρέκκλιση από την πιο πάνω αρχή «δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρος της». (Ιδε Θρασυβούλυ v. Arto Estates Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 12). Όταν εξετάζει το θέμα των εξόδων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη μεταξύ άλλων και τη συμπεριφορά των διαδίκων και των μαρτύρων τους έτσι που μια δυσμενής άποψη για την αξιοπιστία τους να οδηγήσει στην έκδοση ανάλογου διατάγματος ως προς τα έξοδα. (Ιδε Baylis Baxter Ltd. v. Sabath [1958] 2 All E.R. 209). Μια τέτοια ενέργεια θεωρείται ότι συνδέεται με την υπόθεση, αφού βασίζεται σε γεγονότα που το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια να παρατηρήσει κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας. (Ιδε Donald Cambell and Co. Ltd. v. Pollak
(3)[1927] A.C. 732). Στην παρούσα περίπτωση η μη επιδίκαση εξόδων υπέρ ή εναντίον οιουδήποτε διαδίκου θεωρείται ορθή έχοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί και από τις δύο πλευρές. (Ιδε Baylis Baxter Ltd. v. Sabath (πιο πάνω). » Βλ. επίσης, Ultraframe (UK) Ltd and Others v. Fielding and Others
(2007)2 All E.R. 983). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.