Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστού της Εταιρείας AVAX FURNITURE CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4848/95, 14 Απριλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4848/95 Μεταξύ Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστού της Εταιρείας AVAX FURNITURE CO LTD.
- Μιχαλάκη Αργυρού
- Αναστασίας Αργυρού
- Χριστόφορου Στεφανή
- Παναγιώτας Χριστοφόρου Εναγομένων Αίτηση παραμερισμού ημερ. 27.11.2006 Ημερομηνία: 14 Απριλίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη 5: κ. Βρυωνίδης Για Καθ' ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κ. Μ. Στυλιανού Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια-εναγόμενη 5 ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση που εκδόθηκε στις 27.9.1995 εναντίον της στην παρούσα αγωγή και όπως υπερασπιστεί άνευ όρων. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, η αγωγή που αφορά απαίτηση ποσού £7.278,48 πλέον τόκων και εξόδων οφειλομένου από όλους τους εναγόμενους στους ενάγοντες δυνάμει συμφωνίας δανείων και/ή πιστώσεων υπό τύπο τρεχούμενου λογαριασμού και/ή άλλου λογαριασμού και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων στους εναγόμενους 1 ενόσω οι λοιποί εναγόμενοι ήταν εγγυητές, είχε καταχωρηθεί στις 30.5.
- Σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης που είναι καταχωρημένες στο φάκελο ιδιώτης επιδότης επέδωσε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής στην εναγόμενη 5 μέσω του εναγόμενου 4 συζύγου της που διέμεναν μαζί, στις 15.6.1995 έναντι της υπογραφής του. Λόγω του ότι όλοι οι εναγόμενοι δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία καταχωρήθηκαν στις 16.6.1995 και στις 29.6.1995 μονομερείς αιτήσεις από τους ενάγοντες για έκδοση απόφασης και στις 27.9.1995 κατόπιν απόδειξης εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 27.11.
- Προηγήθηκαν αιτήσεις μηνιαίων δόσεων εναντίον των εναγομένων 2-5 και πιο συγκεκριμένα ενδιαφέρει ότι στις 22.6.1998 καταχωρήθηκε αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον των εναγομένων 4 και 5, η οποία ορίστηκε στις 14.9.1998 οπότε η εναγόμενη 5 εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δήλωσε, σύμφωνα με το σχετικό πρακτικό, ότι ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυήτρια. Στις 6.10.1998 η αίτηση μηνιαίων δόσεων αποσύρθηκε άνευ βλάβης εναντίον της εναγομένης 5 και απορρίφθηκε ενώ για τον εναγόμενο 4 ορίστηκε περαιτέρω για ακρόαση. Στις 19.6.2006 καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες αίτηση για πώληση σε δημόσιο πλειστηριασμό κτήματος επ' ονόματι της εναγομένης 5, που καλύπτεται από το Memo ΕΒ730/06 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας και για διάταγμα έκδοσης εντάλματος κατάσχεσης ακινήτου για την πώληση σε δημόσιο πλειστηριασμό του εν λόγω κτήματος προς εξόφληση των οφειλομένων ποσών, η οποία ακόμα εκκρεμεί ενόψει της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης παραμερισμού. Νομικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.26 και Δ.48 θ.θ.1-10 και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20.11.2006 της αιτήτριας-εναγομένης
- Η αιτήτρια γνωρίζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης αναφέρεται στο ιστορικό της αγωγής, από έρευνα του φακέλου από τον δικηγόρο της, μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα ουδέποτε έλαβε γνώση της επίδοσης της αγωγής, εφόσον την αγωγή παρέλαβε για λογαριασμό της ο εναγόμενος 4, σύζυγος της, ο οποίος για δικούς του λόγους δεν την ενημέρωσε σχετικά και ως εκ τούτου η ίδια δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει οποιοδήποτε μέτρο δεδομένου ότι ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο με την ενάγουσα τράπεζα και ουδεμία σχέση είχε με την παρούσα υπόθεση. Για πρώτη φορά έλαβε γνώση της υπόθεσης στις 7.9.1998 που της επιδόθηκε προσωπικά αίτηση μηνιαίων δόσεων με την οποία κλήθηκε να παρευρίσκεται στο Δικαστήριο στις 14.9.
- Πράγματι στις 14.9.1998 εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δήλωσε ότι ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυήτρια και δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την παρούσα υπόθεση και μετά την αναβολή της αίτησης για διερεύνηση εκ μέρους των δικηγόρων των εναγόντων του ισχυρισμού της, στις 6.10.1998 αποσύρθηκε η αίτηση εναντίον της και η ίδια θεώρησε ότι το όλο θέμα είχε διευθετηθεί. Στις 29.9.2006 παρέλαβε αίτηση για πώληση σε δημόσιο πλειστηριασμό χωραφιού της που βρίσκεται στο Παλιομέτοχο ενόσω από τον Οκτώβριο του 1998 μέχρι την επίδοση της προαναφερθείσας αίτησης ουδεμία όχληση είχε από οποιονδήποτε και ουδέποτε πέρασε από το μυαλό της ότι η συγκεκριμένη υπόθεση βρισκόταν σε ισχύ σε σχέση με την ίδια. Επαναλαμβάνει ότι ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυήτρια και συνεπώς έχει πάρα πολύ καλή υπεράσπιση ενώ ο μοναδικός λόγος που δεν έλαβε νωρίτερα τα αναγκαία μέτρα για παραμερισμό της εναντίον της απόφασης ήταν η εντύπωση ότι η υπόθεση αποσύρθηκε εναντίον της από το
- Σύμφωνα πάντα με την ένορκη της δήλωση η αιτήτρια προτίθεται, αν το Δικαστήριο της δώσει τη δυνατότητα να υπερασπιστεί στην αγωγή, να προβεί σε άμεση καταγγελία στις αστυνομικές αρχές εφόσον είναι ξεκάθαρο ότι έχει πλαστογραφηθεί η υπογραφή της. Είναι φανερό ότι ουδεμία γνώση είχε για την ύπαρξη της παρούσας απόφασης αλλά και δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Η ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση-εναγόντων που καταχωρήθηκε στις 6.3.2007 έχει ως νομικό υπόβαθρο τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17, και Δ.48 θ.θ.1-4 και 9 και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ενώ οι λόγοι της ένστασης είναι ότι δεν δικαιολογείται η υπό κρίση αίτηση, ότι καμία αιτιολογία δεν υπάρχει στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας που να δικαιολογεί παραμερισμό της απόφασης, ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, η οποία στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση καθόσον η αιτήτρια δεν αποκάλυψε κάτι τέτοιο στην ένορκη της δήλωση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της Σόφης Παπαμιχαήλ, Λειτουργού στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών των εναγόντων, μεταξύ των καθηκόντων της οποίας είναι η παρακολούθηση των λογαριασμών των πελατών τους. Γνωρίζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω της θέσης της και από έγγραφα που έχει στην κατοχή της και όντας κατάλληλα εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια δεν μπορεί να ζητά παραμερισμό της επίδικης απόφασης, για την οποία έλαβε γνώση πριν από αρκετά χρόνια. Παρόλο που η αιτήτρια γνωρίζει ότι ο εναγόμενος 4 παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα δεν προβάλλει οποιοδήποτε λόγο μη ορθής επίδοσης και δεν αναφέρει πότε πληροφορήθηκε ότι ο σύζυγος της παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα. Η ενόρκως δηλούσα διερωτάται γιατί η αιτήτρια δεν καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης στις 7.9.1998, που ως αναφέρει έλαβε γνώση της παρούσας υπόθεσης όταν της επιδόθηκε προσωπικά αίτηση μηνιαίων δόσεων. Το γεγονός ότι η αιτήτρια δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 14.9.1998 ότι δεν υπέγραψε ως εγγυήτρια δεν έχει σχέση με τον παραμερισμό εφόσον το θέμα αυτό δεν θα εξεταζόταν στα πλαίσια της αίτησης μηνιαίων δόσεων. Από το γεγονός ότι η αίτηση μηναίων δόσεων αποσύρθηκε άνευ βλάβης εναντίον της αιτήτριας φαίνεται ότι οι ενάγοντες δεν είχαν πρόθεση να αποσύρουν την υπόθεση εναντίον της και συνεπώς η αιτήτρια λανθασμένα εξέλαβε ότι η υπόθεση αποσύρθηκε λόγω της ισχυριζόμενης απ' αυτήν πλαστογραφίας. Δεδομένου ότι η παρούσα υπόθεση εκκρεμεί εναντίον της αιτήτριας από το 1995 και δεν υπάρχει δικαιολογία για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης ούτε και δίδεται υπεράσπιση που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της, η ενόρκως δηλούσα ζητά την απόρριψη της αίτησης. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε εκ μέρους της αιτήτριας συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 6.3.2007 στην οποία αυτή αναφέρει ότι μετά την εμφάνιση της ενώπιον του Δικαστηρίου και τη δήλωση που έκανε στις 14.9.1998, οι ενάγοντες την κάλεσαν και μετέβη στα γραφεία τους όπου έλαβαν δείγματα των υπογραφών της. Μετά από σχετική έρευνα και σύγκριση της υπογραφής που αφορούσε την παρούσα υπόθεση με τα δείγματα της υπογραφής της, στις 6.10.1998 οι ενάγοντες, επιβεβαιώνοντας τους ισχυρισμούς της, απέσυραν την αίτηση μηνιαίων δόσεων που εκκρεμούσε εναντίον της. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν. Αγόρευσαν μόνο οι συνήγοροι, οι οποίοι αφού αναφέρθηκαν στις νομικές αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης του Δικαστηρίου υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις των μερών παραπέμποντας στις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν τις θέσεις αυτές. Στη νομολογία γίνεται διάκριση σε σχέση με τις αιτήσεις παραμερισμού όσον αφορά τις αρχές που εφαρμόζονται ανάλογα με το κατά πόσο η απόφαση εκδόθηκε κανονικά ή όχι. Όταν πρόκειται περί αντικανονικά εκδοθείσας απόφασης (irregular judgment), όπου δηλαδή αποδεικνύεται ότι η επίδοση της αγωγής έγινε με αντικανονικό τρόπο ή όταν αναφύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε αντικανονικότητας που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης ως παράτυπης "ex debito justitiae" δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση χωρίς οποιοδήποτε όρο σχετικά με τα έξοδα (βλ. Γιωργαλλίδη ν. Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 247, Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. Ι. Κυριακίδη κ.α.,
(2000)1 ΑΑΔ 601, Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους
(2004)1 ΑΑΔ 700). Περαιτέρω, όταν πρόκειται για κανονικά εκδοθείσα απόφαση (regularly obtained judgment), ο παραμερισμός απόφασης που εκδίδεται ερήμην του εναγομένου είναι ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα ακύρωσης/παραμερισμού απόφασης έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 CLR 204. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης, χωρίς να γίνεται αξιολόγηση από το Δικαστήριο οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για την ορθότητα των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του. Το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει δύο ουσιαστικούς παράγοντες στην απονομή της δικαιοσύνης: της ανάγκης αφενός να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και της ανάγκης αφετέρου να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής εργασίας. Το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του επίσης τη συμπεριφορά του αιτητή. Αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση (βλ. Evans v. Bartlam
(1973)2 All E.R. 646, Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)CLR 317, Christoforou v. Kyriakoullis
(1963)2 CLR 159, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26, K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415 και Ζήνωνας Μερκή ν. Yiannoukkas Holiday Inns Ltd
(1994)1 AAΔ 736). Οι νομολογιακές αρχές επαναλήφθηκαν σε πληθώρα μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στη Μούγης ν. Σπανούδη
(1996)1 ΑΑΔ 997, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, Eros Travel and Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 AAΔ 712 και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818, Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793). Τονίστηκε δε στην πρόσφατη νομολογία ότι τόσο η αποκάλυψη εκ μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης όσο και η ικανοποιητική εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης αλλά και η μη ύπαρξη αδικαιολόγητης καθυστέρησης του αιτητή να αποταθεί για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, αποτελούν παράγοντες που καθορίζουν την απόφανση του Δικαστηρίου σε αιτήσεις αυτής της φύσεως (βλ. και Κ. Χριστοφόρου κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 86, Λουκαϊδου ν. Γερολέμου
(2000)1 ΑΑΔ 333, F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 2054, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Τ. Γεωργίου Μαλιετζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616). Ο αιτητής έχει το βάρος απόδειξης των πιο πάνω παραγόντων σε σχέση με τα γεγονότα που πρέπει να αποδειχθούν (βλ. Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528). Όπως έχει νομολογηθεί για να ακυρωθεί εκδοθείσα απόφαση ο αιτητής οφείλει να πείσει πως διαθέτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 1094). Στην απόφαση Γ. Φρ. Γιωργαλλίδη ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1101, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «To Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. (Ιδε Χρυσάνθου ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1130)». Λέχθηκε ακόμη ότι ο αιτητής πρέπει να παρουσιάζει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Στην παρούσα υπόθεση εν όψει των δεδομένων επιδιώκεται ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε κανονικά και ως εκ τούτου η αίτηση θα κριθεί υπό το φως των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη όταν πρόκειται για κανονικά εκδοθείσες αποφάσεις. Αρχικά επισημαίνεται ότι η αιτήτρια-εναγόμενη 5 επικαλείται ότι έχει υπεράσπιση στην εναντίον της απαίτηση των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων. Η υπεράσπιση της είναι ότι ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυήτρια στην επίδικη συμφωνία που αποτελεί τη βάση της απαίτησης των εναγόντων και η υπάρχουσα υπογραφή της είναι αποτέλεσμα πλαστογραφίας. Είναι αναμφισβήτητο, αλλά και από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει, ότι αυτή ήταν η θέση της αιτήτριας-εναγομένης 5 όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου για την παρούσα υπόθεση, συγκεκριμένα κατά την διαδικασία μηνιαίων δόσεων. Προκύπτει, επίσης, από την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία ότι μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και ενόψει της προβολής του ισχυρισμού αυτού της αιτήτριας, η αίτηση αναβλήθηκε επανειλημμένα για να διερευνηθεί ο εν λόγω ισχυρισμός της μέσω καταγγελίας στην Αστυνομία και δηλώθηκε από τους συνηγόρους και των δυο πλευρών ότι το αποτέλεσμα της γραφολογικής εξέτασης της υπογραφής της αιτήτριας επί της επίδικης συμφωνίας θα είναι καθοριστικό για την πορεία της παρούσας αίτησης. Περαιτέρω, όπως ορθά υπέδειξε ο συνήγορος της αιτήτριας, με αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 15.10.2007 επιστράφηκε σ' αυτούς η επίδικη συμφωνία, που είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη της αγωγής και έκδοση της επίδικης απόφασης, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί από την Αστυνομία για την εξέταση της καταγγελίας της αιτήτριας-εναγομένης 5 περί πλαστογραφίας. Παρεμβάλλεται εδώ ότι η δυνατότητα του Δικαστηρίου να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου σε αιτήσεις όπως η παρούσα, αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1 ΑΑΔ 1938). Παρά το ότι είναι αποδεκτό εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων ότι υπάρχει πόρισμα του γραφολόγου, που από αυτό σύμφωνα με την δήλωση του συνηγόρου της αιτήτριας προκύπτει ότι η υπογραφή της είναι πλαστογραφημένη, ο συνήγορος τους δήλωσε ότι δεν είναι ικανοποιημένοι από το πόρισμα. Χωρίς να αξιολογείται η μαρτυρία που αναφέρεται σχετικά με την ύπαρξη υπεράσπισης προκύπτει ότι από την θέση και στάση της αιτήτριας σε όλα τα στάδια της υπόθεσης αποκαλύπτεται γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ισχυρισμός περί πλαστογραφίας υπογραφής αποτελεί σύμφωνα με την νομολογία υπεράσπιση που δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης σε κατάλληλες περιπτώσεις (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (πιο πάνω) και Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (πιο πάνω)). Συνάγεται ότι η αιτήτρια έχει αποσείσει υπό τις περιστάσεις το βάρος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση των καθ΄ ων η αίτηση και καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση. Περαιτέρω, θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο η αίτηση μπορεί να επιτύχει λόγω της αντικειμενικά μεγάλης καθυστέρησης, των 11 περίπου ετών, που παρατηρείται στην παρούσα υπόθεση από την έκδοση της επίδικης απόφασης μέχρι την ενεργοποίηση ή προβολή δικαιώματος της αιτήτριας μέσω της αίτησης της αυτής (βλ. Γερολέμου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818, Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793). Ως προς το θέμα της παράλειψης της αιτήτριας-εναγομένης 5 να εμφανιστεί και να λάβει μέρος στη διαδικασία και την εξήγηση που αυτή προβάλλει, προκύπτει ότι παρόλο που δεν υπάρχει εισήγηση εκ μέρους της ότι η επίδοση της αγωγής δεν έγινε νομότυπα, δεν έχει αμφισβητηθεί ουσιαστικά εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν έλαβε γνώση για την ύπαρξη της αγωγής αρχικά, μετά δηλαδή την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο σύζυγο της. Όπως αναφέρει η αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση, πληροφορήθηκε ότι της έγινε επίδοση της αγωγής, μέσω του συζύγου της, μετά από έρευνα του φακέλου που διεξήγαγε ο δικηγόρος της. Αυτή η θέση της παρέμεινε αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου καθότι δεν ζητήθηκε αυτή να αντεξεταστεί και μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική δικαιολογία για την μη εμφάνιση της αιτήτριας-εναγομένης 5 στη διαδικασία. Η γνησιότητα της θέσης της αιτήτριας φαίνεται και από το γεγονός ότι αυτή εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όταν της επιδόθηκε στις 7.9.1998, προσωπικά ως εμφαίνεται από το σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης που υπάρχει στο φάκελο της υπόθεσης, η αίτηση μηνιαίων δόσεων. Η θέση της συνεπώς ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη της αγωγής προγενέστερα φαίνεται να επιβεβαιώνεται τόσο από την άμεση εμφάνιση της μετά την προσωπική επίδοση της αίτησης μηνιαίων δόσεων όσο και από την δήλωση της ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εμφάνιση της τότε. Είναι η αντίληψη μου ότι δεν μπορεί να κριθεί ότι παντελώς αδικαιολόγητα η αιτήτρια δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία έγκαιρα για να προβάλλει την ισχυριζόμενη υπεράσπιση της. Συνάγεται ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και ειδικότερα ενόψει του αναμφισβήτητου γεγονότος ότι η αιτήτρια δεν έλαβε γνώση της ύπαρξης της αγωγής όταν έγινε επίδοση στο σύζυγο της, δίδεται ικανοποιητική εξήγηση για την παράλειψη της αιτήτριας να εμφανιστεί στη διαδικασία εγκαίρως και να προβάλλει την υπεράσπιση της πριν την έκδοση της επίδικης απόφασης. Καταλήγω ότι τα γεγονότα καθιστούν αποδεκτή την προβληθείσα θέση της αιτήτριας-εναγομένης 5 για την μη εμφάνιση της στη διαδικασία και αποκαλύπτουν σοβαρό και εύλογο λόγο και ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης της στο Δικαστήριο εν καιρώ, οπότε θα είχε την ευκαιρία να προβάλλει την υπεράσπιση της. Σχολαστική ενασχόληση και ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην παρούσα υπόθεση, που θεωρώ ότι είναι ιδιάζουσα και κρίνεται βεβαίως αποκλειστικά με βάση τα δικά της δεδομένα, αναφορικά με την πολύ μακρά καθυστέρηση καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης σε σχέση τόσο με τον χρόνο έκδοσης της επίδικης απόφασης όσο και με τον χρόνο που η αιτήτρια-εναγομένη 5 έλαβε γνώση της ύπαρξης της απόφασης αυτής εναντίον της. Είναι η αντίληψη μου, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια, ότι δίδεται ικανοποιητική εξήγηση και δικαιολόγηση για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 27.11.2006, παρόλο που είναι αναμφισβήτητο ότι η αιτήτρια πληροφορήθηκε από τον Σεπτέμβριο του 1998 για την ύπαρξη της υπόθεσης αυτής και για το γεγονός ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε εναντίον της στις 27.9.1995. Η αιτήτρια έχει εξηγήσει πού οφείλεται η καθυστέρηση που παρατηρείται σε σχέση με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και η στάση της, σε συνδυασμό πάντοτε με την αντιμετώπιση που έτυχε η αιτήτρια από τους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτή αδιαφόρησε για την τύχη της εναντίον της αγωγής. Εύλογα μπορούσε να εκληφθεί από την συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση ότι δεν θα προχωρούσαν εναντίον της προς εκτέλεση της εξασφαλισθείσας υπέρ τους και εναντίον της απόφασης. Ορθά κατά την αντίληψη μου η αιτήτρια εξέλαβε ότι, μετά την απόσυρση της αίτησης μηνιαίων δόσεων ενόψει της δήλωσης της και της διερεύνησης του ισχυρισμού της από τους ενάγοντες, αυτοί πείσθηκαν ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την επίδικη συμφωνία. Αυτή της δε η πεποίθηση επιβεβαιώθηκε από την άπρακτη πάροδο 8 περίπου ετών από την απόσυρση της αίτησης μηνιαίων δόσεων εναντίον της από τους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες, ενόσω δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοσδήποτε λόγος για την τόσο καθυστερημένα επανέναρξη εκ μέρους τους, με την αίτηση τους ημερομηνίας 19.6.2006, της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης όσον αφορά την αιτήτρια. Το γεγονός δε της απόσυρσης της αίτησης μηνιαίων δόσεων άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των εναγόντων σε σχέση με την αιτήτρια δεν διαφοροποιεί τα πράγματα καθόσον παραμένει αναντίλεκτο, σύμφωνα με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αιτήτριας, ότι οι ενάγοντες μετά την δήλωση της ενώπιον του Δικαστηρίου στις 14.9.1998 ότι ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυήτρια, την κάλεσαν και μετέβη στα γραφεία τους όπου έλαβαν δείγματα υπογραφών της ενώ στην αμέσως επόμενη δικάσιμο απέσυραν την αίτηση. Ουδόλως μπορεί να συναχθεί ότι το ενδιαφέρον της αιτήτριας εμφανίστηκε μόνο όταν αυτή ήρθε αντιμέτωπη με την εκτέλεση της επίδικης απόφασης εναντίον της, επιθυμώντας αποκλειστικά να αποφύγει τις συνέπειες της, όπως είχε κριθεί ότι συνέβη, μεταξύ άλλων υποθέσεων, και στην υπόθεση Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού "Βοθροτέξ" Λτδ ν. Πρ. Φαντάκη
(2001)1 ΑΑΔ 339. Η συμπεριφορά της αιτήτριας-εναγομένης 5 βάσει των πιο πάνω δεδομένων δεν καταδεικνύει την αδιαφορία της για τη δικαστική διαδικασία και τα δικαιώματα των αντιδίκων της ώστε να θεωρηθεί περιφρονητική, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Eros Travel and Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd (πιο πάνω), Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω), Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. Ελ. Ιακώβου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 457 και Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Τ. Γεωργίου Μαλιετζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (πιο πάνω) το Δικαστήριο μπορεί βάσιμα να απορρίψει αίτηση παραμερισμού της απόφασης όταν διαπιστώσει την «.. άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης...» [βλ. και Χρ. Πίττας ν. UNIGOODS TRADING COMPANY LTD,
(2004)1 ΑΑΔ 1761, Μαρία Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 229]. Στην υπό κρίση υπόθεση η αιτήτρια-εναγομένη 5 θεώρησε πεπλανημένα ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν τη θέση της ότι δεν υπέγραψε ως εγγυήτρια στο επίδικο συμβόλαιο εφόσον απέσυραν το πρώτο μέτρο εκτέλεσης και δεν προχώρησαν επί 8 χρόνια με οποιοδήποτε διάβημα εκτέλεσης εναντίον της. Παρόλο που οι καθ' ων η αίτηση επικαλούνται καθυστέρηση της αιτήτριας να αιτηθεί τον παραμερισμό της απόφασης δεν αιτιολογείται η δική τους απραξία για τόσα χρόνια, με δεδομένη την απόσυρση του μόνου μέτρου εκτέλεσης που έλαβαν προηγουμένως έστω και άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους. Στην υπόθεση Μούγης ν. Σπανούδη (πιο πάνω) λέχθηκε ότι τα δικαστήρια έχουν την ευθύνη να διασφαλίζουν συμμόρφωση με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και να προστατεύουν τους διαδίκους από υπερβολικές καθυστερήσεις για να μην τίθεται σε κίνδυνο η αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της δικαιοσύνης και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αίτηση παραμερισμού καθόσον ο αιτητής δεν είχε εξηγήσει με οποιοδήποτε τρόπο την καθυστέρηση του και την αδράνεια του, παρά τα επτά διαβήματα που είχε λάβει ο ενάγοντας σε διάστημα τριών περίπου ετών αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης για την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. Εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης οφείλεται και είναι αποτέλεσμα της στάσης των εναγόντων έναντι της αιτήτριας και δεν υποδηλώνει ότι η αιτήτρια επέδειξε ασυγχώρητη αμέλεια ή ασέβεια προς την δικαστική διαδικασία (βλ. Λευκίδου ν. Κανναουρίδης (πιο πάνω). Σταθμίζοντας την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάριν του δημοσίου συμφέροντος αφενός και το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί αφετέρου και συνεκτιμώντας τους καθοριστικούς προαναφερθέντες παράγοντες άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως ασκηθεί η διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αιτήτριας. Θεωρώ την κατάληξη αυτή ως αρμόζουσα υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης καθότι διαφορετικά θα εστερείτο η αιτήτρια-εναγομένη 5 του συνταγματικού της δικαιώματος να ακουστεί από το Δικαστήριο για λόγους που δεν ανάγονται σε αδιαφορία της για την δικαστική διαδικασία και τα δικαιώματα των εναγόντων. Κατά συνέπεια η αίτηση επιτυγχάνει. Τίθεται ωστόσο ως όρος για την επαναφορά της υπόθεσης λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, η πληρωμή από την αιτήτρια-εναγομένη 5 των εξόδων που επωμίσθηκαν οι καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες για την έκδοση της επίδικης απόφασης (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (πιο πάνω), Ιωάννου ν. Γεωργιάδη
(1999)1ΑΑΔ 1411 και Κουδουνάς ν. ΣΚΥΜΕ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 967). Ως προς τα έξοδα της αίτησης και χωρίς να μου διαφεύγει ο λόγος παραμερισμού της επίδικης απόφασης, συνεπεία της παρόδου ιδιαίτερα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την έκδοση της υπό τα δεδομένα που εκτέθηκαν, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο να υπάρξει απόκλιση από τον κανόνα επιδίκασης τους υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου. Εκδίδεται κατά συνέπεια διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 27.9.1995 αναφορικά με την αιτήτρια-εναγομένη 5, χωρίς καμία διαταγή ως προς τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Εμφάνιση και υπεράσπιση της εναγομένης 5 να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από σήμερα, υπό τον όρο ότι αυτή θα καταβάλει στους καθ' ων η αίτηση- ενάγοντες εντός της προθεσμίας αυτής τα έξοδα έκδοσης της παραμερισθείσας απόφασης. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο