← Κύπρος

Μιχάλη Παναγιωτίδη ν. CLR Stockbrokers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 10636/02, 17/4/2008

Μιχάλη Παναγιωτίδη ν. CLR Stockbrokers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 10636/02, 17/4/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10636/02 Μεταξύ: Μιχάλη Παναγιωτίδη Ενάγοντα -και-

  1. CLR Stockbrokers Ltd
  2. Λαϊκή Υπεραγορά Ορφανίδη Λτδ Εναγομένων --------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17/4/2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Λαμπίδης Για Εναγόμενους 1: κα Ανδρέου Για Εναγόμενους 2: κος Χ"Πέτρου ------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων αξιώνει το ποσό των ΛΚ7.650 που αποτελεί τη ζημιά που υπέστη λόγω αμέλειας και/ή παραβάσεως συμφωνίας υπό των εναγομένων για τη μη έγκαιρη πώληση των μετοχών του. Η εναγόμενη 1 είναι το χρηματιστηριακό γραφείο στο οποίο έδωσε εντολή να αγοράσουν για λογαριασμό του μετοχές της εναγόμενης
  3. Λόγω της καθυστέρησης στην έκδοση των μετοχών, ο ενάγοντας δεν μπόρεσε έγκαιρα να τις πωλήσει με αποτέλεσμα να υποστεί την πιο πάνω ζημιά. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως ήταν ρητός όρος της συμφωνίας και της εντολής του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι θα εξέδιδαν τους τίτλους και/ή θα του μεταβίβαζαν τις μετοχές εντός των καθορισμένων υπό του Νόμου χρονικών ορίων. Ήταν επίσης εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας και της εντολής του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι θα ενεργούσαν και θα ελάμβαναν όλα τα απολύτως αναγκαία μέτρα διά τη μεταβίβαση και παράδοση των τίτλων των μετοχών εντός των καθορισμένων πλαισίων του Νόμου. Κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας οι εναγόμενοι απέτυχαν ένα εκδώσουν και να παραδώσουν τους τίτλους άμεσα, ως η μεταξύ τους συμφωνία. Είναι η θέση του ότι υπέστη ζημιά από την πτώση της αξίας των μετοχών που οφείλεται αποκλειστικά στην αμέλεια των εναγομένων και/ή λόγω παραβάσεως της συμφωνίας και εντολής που έδωσε προς τους εναγόμενους. Αναφέρονται τέλος οι λεπτομέρειες αμέλειας που καταλογίζει εις έναν έκαστο εκ των εναγομένων. Οι εναγόμενοι 1 αρνούνται ότι φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη γιατί η αποπεράτωση της πράξης εξαρτάτο από το ΧΑΚ και τους εναγόμενους
  4. Είναι ακόμα η θέση τους ότι κατέθεσαν έγκαιρα το σχετικό έγγραφο μεταβίβασης μετοχών, αλλά επιστράφηκε πίσω γιατί δεν εντοπιζόταν ο προηγούμενος μέτοχος και πωλητής των επίδικων μετοχών. Είναι ακόμα η θέση τους ότι το Συμβούλιο του ΧΑΚ και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την 9.12.99 απάλλαξαν την εναγόμενη 2 από την υποχρέωση έκδοσης τίτλων και ως εκ τούτου οι τίτλοι μπορούσαν να πωληθούν. Τέλος, αρνούνται ότι φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη ή αμέλεια, ως οι ισχυρισμοί του ενάγοντα. Οι εναγόμενοι 2 απορρίπτουν κάθε ισχυρισμό του ενάγοντα γιατί δεν ήταν μέρος της συμφωνίας του ενάγοντα με τους εναγόμενους
  5. Είναι ακόμα η θέση τους πως την 8.11.99 έλαβαν επιστολή από τον ενάγοντα για την αγορά των 2000 μετοχών και σε έρευνα που έγινε διεφάνη ότι η αγορά του ενάγοντα ήταν προβληματική και άκυρη γιατί οι επίδικες μετοχές δεν ανήκαν στο πρόσωπο από το οποίο της αγόρασε και έτσι δεν μπορούσε να προωθηθεί. Όταν διευθετήθηκαν τα προβλήματα οι τίτλοι δόθηκαν στον χρηματιστή του ενάγοντα. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας για την υπόθεσή του, το 1999 ήταν επενδυτής στο ΧΑΚ. Τη 18.8.99 έδωσε προφορική εντολή στο χρηματιστή του, που ανήκει στην εταιρεία CLR, να του αγοράσει 2000 μετοχές της εταιρείας Ορφανίδης. Ήταν ονομαστικής αξίας 0,50σ και τις αγόρασε προς ΛΚ1,
  6. Ο χρηματιστής τον πληροφόρησε ότι αγόρασε τις μετοχές, όπως γινόταν και με τις προηγούμενες πράξεις που έκαμναν μαζί. Του είπε ότι θα περνούσε από το σπίτι για να του πάρει το contract note και τους τίτλους και να τον πληρώσει. Τον επισκέφθηκε σε 5-6 ημέρες και του έφερε το contract note και του είπε ότι, λόγω φόρτου εργασίας, τους τίτλους θα τους έφερνε σε λίγες ημέρες. Του έκδωσε την επιταγή, ευελπιστώντας ότι θα έπαιρνε τους τίτλους σε λίγες ημέρες. Στις προηγούμενες συναλλαγές, μεταξύ τους, σε 7 ημέρες έπαιρνε τους τίτλους. Αρχές Σεπτεμβρίου τηλεφώνησε στο χρηματιστή και αυτός του είπε να περιμένει ακόμα λίγο. Ξανατηλεφώνησε και του είπε ότι οι τίτλοι ήταν προβληματικοί. Πήγε στα γραφεία των χρηματιστών και είδε το διευθυντή, τον κ. Τουμπουρή, και του ανέφερε το πρόβλημα. Ο κ. Τουμπουρής του είπε ότι οι τίτλοι του ήταν προβληματικοί και η εταιρεία τους δεν είχε να κάμει τίποτε και να πάει στη Λαϊκή Επενδυτική που διαχειρίζεται πλέον τα θέματα αυτά. Πήγε στη Λαϊκή Επενδυτική και του είπαν ότι οι τίτλοι είναι προβληματικοί και να αναμένει ώσπου να τον ενημερώσουν για την εκκαθάρισή τους. Δεν είχε άλλη εκλογή αλλά πήγε και σε δικηγορικό γραφείο και εξέφρασε την επιθυμία να πωλήσει τις μετοχές την ημέρα εκείνη γιατί η τιμή ήταν ψηλή αλλά δεν μπορούσε να το πράξει. Αργότερα έλαβε ένα έντυπο από την εταιρεία Ορφανίδη (Τεκμήριο 4), αλλά δεν πώλησε τις μετοχές γιατί η τιμή είχε πέσει σημαντικά. Αντεξεταζόμενος από την κα Ανδρέου ανέφερε ότι πλήρωσε το χρηματιστή στις 24.8.99 με επιταγή. Ο χρηματιστής του είπε ότι λόγω φόρτου εργασίας η έκδοση των τίτλων θα καθυστερούσε. Αν του έλεγε ότι οι τίτλοι ήταν προβληματικοί και θα υπήρχε καθυστέρηση 5-6 μήνες ίσως να μην πλήρωνε. Πιστεύει ότι ο χρηματιστής δεν γνώριζε ότι οι τίτλοι ήταν προβληματικοί και γνωρίζει ότι για μια περίοδο το ΧΑΚ ήταν κλειστό, και ίσως από 15.11.99 μέχρι 3.12.99 οι μετοχές της Ορφανίδης να ήταν εκτός ΧΑΚ. Δεν αναζήτησε να βρει ποιο ήταν το πρόβλημα των τίτλων. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Χ"Πέτρου κατέθεσε ότι δεν γνώριζε αν πωλητής των μετοχών που αγόρασε ήταν κάποιος Ιωάννης Λεοντιάδης. Δεν γνώριζε επίσης αν ο Λεοντιάδης που προσπάθησε να του πωλήσει τις μετοχές δεν μπορούσε να τις πωλήσει γιατί δεν του ανήκαν. Δεν γνώριζε ακόμα ότι και η δική του αγορά επιστράφηκε από το ΧΑΚ γιατί δεν μπορούσε να διεκπεραιωθεί, μέχρι να διεκπεραιωθεί η πράξη του Λεοντιάδη. Δέκτηκε ότι μέχρι και τα μέσα Δεκεμβρίου δεν ήταν ιδιοκτήτης των μετοχών. Δεν γνώριζε αν οι τίτλοι εκδόθηκαν στο όνομά του την 17.12.99 ούτε και αν η εταιρεία Ορφανίδης απέστειλε τους τίτλους μόλις διεκπεραιώθηκε η συναλλαγή του. Για τους εναγόμενους 1 έδωσε μαρτυρία ο Παναγιώτης Χριστοφόρου, Λειτουργός Εκκαθάρισης Συναλλαγών στο Χρηματιστήριο. Καταχώρισε σειρά εγγράφων που αφορούν το ιστορικό της αγοράς των μετοχών του ενάγοντα (Τεκμήρια 5(α)-(στ)), καθώς και σειρά άλλων εγγράφων που αφορούν το ιστορικό των συγκεκριμένων μετοχών από τον πωλητή που είναι κάποιος κ. Λεοντιάδης (Τεκμήρια 7(α)-(στ)). Δεν θα αναφερθώ στις επί μέρους εξηγήσεις που έδωσε επί των εγγράφων, στην πορεία και όπου χρειαστεί, ως αναγκαίο, θα γίνει ειδική αναφορά. Τα μόνα ίσως που θα μπορούσαν να λεχθούν εδώ είναι ότι για τον ενάγοντα τις μετοχές τις αγόρασε για λογαριασμό του η εναγόμενη 1 εταιρεία απο άλλη χρηματιστηριακή εταιρεία, την Λαική Επενδυτική. Η συναλλαγή καταρτίστηκε την 18.8.99 για 2000 μετοχές και τη 13.10.99 επαναϋποβλήθηκαν τα έγγραφα στο ΧΑΚ ως προβληματικά. Η συναλλαγή τελειώθηκε με την έκδοση των τίτλων την 20.12.
  7. Έδωσε, ως λέχθηκε, μαρτυρία και για την παράλληλη πορεία των μετοχών του πωλητή με τελική τελείωση της συναλλαγής με την έκδοση των τίτλων την 20.12.
  8. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Λαμπίδη εξήγησε ότι με την τότε ισχύουσα νομοθεσία, ο εκδότης είχε υποχρέωση να εκδώσει τον τίτλο εντός 5 εργάσιμων ημερών, από την ημέρα παραλαβής των εγγράφων από το ΧΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση η συναλλαγή του Λεοντιάδη στάληκε πίσω ως προβληματική αλλά δεν είχε στοιχεία γιατί τελειώθηκε την 14.10.
  9. Σε ερώτηση αν η εναγόμενη 1 γνώριζε ότι η συναλλαγή του Λεοντιάδη ήταν προβληματική εξήγησε ότι πιθανόν να μην γνώριζε, αλλά δεν είχε στοιχεία για να δώσει περισσότερες εξηγήσεις. Εξήγησε ακόμα ότι τους τίτλους τους παίρνουν οι χρηματιστές από το ΧΑΚ και τους δίνουν στους πελάτες τους. Η συναλλαγή του Λεοντιάδη καταρτίστηκε στις 16.7.99 και στάληκε από το ΧΑΚ στις 28.7.99 στον εκδότη. Όταν επιστράφηκε πίσω ως προβληματική ενημερώθηκε το υπαίτιο μέλος, αλλά δεν είχε στοιχεία μαζί του για να γνωρίζει ποιο ήταν το υπαίτιο μέλος. Στην ερώτηση αν μεταξύ της 16.7.99 και 18.8.99, δηλαδή μεταξύ της πρώτης και δεύτερης συναλλαγής θα έπρεπε η εναγόμενη 1 να γνώριζε ότι οι μετοχές διαπραγματεύονταν χωρίς τίτλο, απάντησε ότι αν δεν ήταν το υπαίτιο μέλος πιθανόν να μην γνώριζε ότι η συναλλαγή ήταν προβληματική. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Χ"Πέτρου εξήγησε ότι μόνο το υπαίτιο μέλος ενημερώνεται για το πρόβλημα για να το επιλύσει και όχι οποιοσδήποτε χρηματιστής και ο αντισυμβαλλόμενος χρηματιστής δεν ενημερώνεται. Η συναλλαγή του Τεκμηρίου 5 δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί αν δεν ολοκληρωνόταν πρώτα η συναλλαγή του Τεκμηρίου
  10. Ο κ. Λαμπίδης στην αγόρευσή του στηρίζει την απαίτηση στα άρθρα 2, 31 και 32 του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμο Ν.10

(1)/94, και στην υποχρέωση του πωλητή να παραδώσει τα αγαθά, δηλαδή τους τίτλους των μετοχών εντός της προβλεπόμενης υπό του Νόμου προθεσμίας, η δε παρέλευση 5 μηνών από τη σύναψη της συμφωνίας συνιστά παράβαση της συμβάσεως και καθυστέρηση στην εκπλήρωση, και κατά συνέπεια ο ενάγων δικαιούται να αποζημιωθεί. Η κα Ανδρέου όσο και ο κ. Χ"Πέτρου, για τους εναγόμενους 1 και 2, στις αγορεύσεις τους εστιάζονται ουσιαστικά στην καταλογιζόμενη αμέλεια και είναι η θέση τους ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι ήσαν αμελείς. Ειδικότερα η θέση του κ. Χ"Πέτρου είναι ότι η απαίτηση που αφορά τους εναγόμενους 2 δεν μπορεί να έχει ως βάση τη σύμβαση, αφού οι εναγόμενοι 2 ποτέ δεν είχαν συμβληθεί με τον ενάγοντα. Κρίνω ότι το πιο πάνω θέμα, που ήγειρε ο κ. Χ"Πέτρου, αποτελεί αφετηριακό σημείο, κυρίως γιατί η εισήγηση του κ. Λαμπίδη είναι ότι στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Νόμου Ν.10
(1)/
  1. Υπό τύπο σχολίου θα πρέπει να λεχθεί ότι ο κ. Λαμπίδης δεν έκαμε καμιά αναφορά στην αγόρευσή του στην ισχυριζόμενη αμέλεια των εναγομένων, όπως τουλάχιστον καταγράφεται με λεπτομέρειες στην έκθεση απαιτήσεως, κάτι που θα μπορούσε ενδεχομένως να εκληφθεί ότι έχει εγκαταλειφθεί. Αντίθετα όλο το βάρος της αγόρευσης επικεντρώνεται στις υποχρεώσεις του πωλητή να παραδόσει τα αγαθά στον αγοραστή, και ότι στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζονται οι αρχές που ισχύουν για αποζημιώσεις σε παράβαση μιας σύμβασης λόγω καθυστέρησης στην εκπλήρωση. Από την άλλη η ορθή, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εισήγηση του κ. Χ"Πέτρου περιορίζει την απαίτηση καθόσον αφορά τους εναγόμενους 2 μόνο στο ζήτημα της αμέλειας. Να υπενθυμίσω ότι η εναγόμενη 2 είναι ο εκδότης των μετοχών οι οποίες και διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ. Σε κανένα στάδιο, ούτε από τη μαρτυρία του ενάγοντα, ούτε από τα κατατεθέντα τεκμήρια, δεν έχει καταδειχθεί κάποια συμβατική σχέση μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης
  2. Η αποστολή δε της επιστολής Τεκμήριο 3 προς τους εναγόμενους 2 με κανένα τρόπο δεν δημιουργεί κάποια συμβατική σχέση μεταξύ τους. Όμως, έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία του ενάγοντα καθώς και τα σχετικά τεκμήρια, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι ούτε και οι εναγόμενοι 1 μπορούν να θεωρηθούν ως πωλητές των τίτλων οπότε και θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι εφαρμόζονται τα σχετικά άρθρα του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου που εισηγήθηκε ο κ. Λαμπίδης. Σχετική είναι η μαρτυρία του ΜΥ
  3. Κατ΄ αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι ειδικά ο ΜΥ1 άφησε άριστες εντυπώσεις στο Δικαστήριο και κρίνεται ως ανεξάρτητος και αξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή. Χάριν δε αποφυγής επαναλήψεως, εξάγονται εξ αυτής σχετικά συμπεράσματα τα οποία ευθέως γίνονται και ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Πωλητής των τίτλων ήταν, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΥ1, κάποιος Λεοντιάδης και όχι οι εναγόμενοι
  4. Αντίθετα, η νομική σχέση μεταξύ των εναγομένων 1 και του ενάγοντα ήταν εκείνη του αντιπροσώπου και όχι σχέση πωλητή αγοραστή. Ο ενάγων, ως κατέθεσε, αγόρασε τους επίδικους τίτλους μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου που διατηρούσαν οι εναγόμενοι
  5. Ήταν με άλλα λόγια χρηματιστές και αγόραζαν ή αναλόγως της περιπτώσεως πωλούσαν για λογαριασμό και στη βάση εντολών των πελατών τους μετοχές που διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ. Σύμφωνα με τους Περί Χρηματιστηρίων Νόμους 1993-2007, στο άρθρο 2, χρηματιστηριακή συναλλαγή σημαίνει συναλλαγή που καταρτίζεται είτε στο χώρο των συναλλαγών, είτε κατόπιν προσφορών που διαβιβάζονται στο χρηματιστήριο από μέλη εκτός τους χώρου των συναλλαγών. Χρηματιστής σημαίνει μέλος χρηματιστηρίου που, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Νόμου, καταρτίζει χρηματιστηριακές συναλλαγές μέσω χρηματιστηριακών εκπροσώπων. Χρηματιστηριακές, τέλος, συναλλαγές, σύμφωνα με το άρθρο 22 είναι, μεταξύ άλλων, η αγορά και πώληση κινητών αξιών. Συναφές προς τούτο είναι το Τεκμήριο 2 που είναι το contract note που συνιστά την οδηγία ή εντολή του πελάτη-ενάγοντα προς το χρηματιστηριακό γραφείο των εναγομένων 1 που περιλαμβάνει και τη σχετική προμήθεια των εναγομένων
  6. Το σύγγραμμα Pennington´s Company Law, 7η έκδοση, σελ. 155, τους χρηματιστές (brokers) τους εντάσσει κάτω από τον ευρύτερο τίτλο των αντιπροσώπων (agents) ενώ το contract note, όπως εξηγείται στη σελ. 467 επ. είναι ουσιαστικά η εντολή που διενεργεί για λογαριασμό του πελάτη του ο χρηματιστής και αποστέλλεται στο χρηματιστήριο. Οι εναγόμενοι 1 ποτέ δεν συμβλήθηκαν ως πωλητές με τον ενάγοντα για να του πωλήσουν, ως ιδιοκτήτες, κάποιες μετοχές. Ενέργησαν εκ μέρους του ως χρηματιστές δυνάμει της εντολής που έλαβαν για να αγοράσουν για λογαριασμό του τις συγκεκριμένες μετοχές. Στην ουσία αντισυμβαλλόμενος του ενάγοντα, ως προς την αγορά των μετοχών, είναι ο πωλητής δια του χρηματιστή του που συμβλήθηκε με τους εναγόμενους
  7. Και όπως διεφάνη από τη μαρτυρία τόσο του ενάγοντα, όσο και κυρίως του ΜΥ1, αντισυμβαλλόμενος χρηματιστής των εναγομένων 1 ήταν η Λαϊκή Επενδυτική στην οποία μάλιστα τον παρέπεμψε ο διευθυντής των εναγομένων
  8. Πρωτού προχωρήσω να αναφέρω ότι απο την μαρτυρία του ενάγοντα δεν συνάγεται ότι συμφώνησε με τον εκπρόσωπο των εναγομένων ότι θα του προσκόμιζε τον τίτλο των μετοχών μέσα σε 5 - 6 ημέρες, αλλά όπως κατέθεσε, σε άλλες συναλλαγές που είχαν του έφερνε τους τίτλους μέσα σε 7 ημέρες και ο εκπρόσωπος των εναγομένων ακριβώς σε αυτά τα πλαίσια του είπε ότι θα έφερνε τους τίτλους σε λίγες ημέρες. Να παρεμβάλω εδώ ότι, σύμφωνα με τους Περί Χρηματιστηρίου Κανονισμούς 38 και 39, η τελείωση της χρηματιστηριακής συναλλαγής διενεργείται με την έκδοση πιστοποιητικού μεταβιβάσεως και τα μέλη οφείλουν να ενεργούν προς τελείωση της συναλλαγής μέσα σε 3 εργάσιμες ημέρες που έπεται της χρηματιστηριακής πράξης και ο εκδότης μέσα σε 5 εργάσιμες ημέρες από την ημέρα έκδοσης του πιστοποιητικού μεταβιβάσεως. Θα αναφερθώ σε περισσότερη λεπτομέρεια όταν θα εξετάζεται η απαίτηση υπό το φως της μαρτυρίας του ΜΥ
  9. Αλλά και αν ετίθετο θέμα σύμβασης πώλησης μετοχών μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 1 προβάλλει άμεσα το θεμελιακό ερώτημα όπως το θέτει η κα Ανδρέου, με αναφορά στις υποθέσεις Καταφυγιώτης ν. Χρυσοστομής
(1997)1 ΑΑΔ 1745 και Metaxas, Loizidis, Syrimis κ.α. & Co ν. L.K. Globalsoft Com. Ltd, Πολ. Έφεση 250/05, ημερ. 19.1.07, αν τερματίστηκε η μεταξύ τους σύμβαση, οπότε και να τίθεται το ζήτημα της αναζήτησης αποζημιώσεων από το αναίτιο μέρος. Και βεβαίως με βάση τη μαρτυρία η σύμβαση ποτέ δεν τερματίστηκε, με κανένα, βέβαια, τρόπο η επιστολή Τεκμήριο 3 δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τερματισμός της συμφωνίας, αλλά αντίθετα από το γεγονός και μόνο ότι οι μετοχές εξακολουθούν και κατέχονται από τον ενάγοντα, αποδεχόμενος τους τίτλους, αναδεικνύει ότι η συμφωνία ποτέ δεν τερματίστηκε. Όπως τέθηκε στην Καταφυγιώτης (ανωτέρω): "Ως ζήτημα γενικής αρχής, το αναίτιο μέρος το οποίο, κατόπιν τερματισμού διεκδικεί αποζημιώσεις, δεν δικαιούται να διατηρεί στο εξής ωφελήματα που του παρέχονται μόνο στη βάση της ισχύος της σύμβασης". Στη Syrimis επί του ιδίου θέματος εξηγήθηκε το ατελέσφορο και αντινομικό τέτοιας απόδοσης αποζημιώσεων, αφού αυτό στην πράξη θα ισοδυναμούσε με απόδοση αποζημίωσης με την ταυτόχρονη κατακράτηση του αγαθού, των μετοχών, και στο μέλλον την πώλησή τους με κέρδος επιπρόσθετο των αποζημιώσεων που θα λάμβαναν. Εν πάση περιπτώσει στην παρούσα υπόθεση δεν νομίζω ότι τίθεται τέτοιο θέμα, αφού ο ενάγων ποτέ δεν τερμάτισε την όποια συμφωνία είχε με τους εναγόμενους 1, ούτε και κατ' επέκταση μπορεί να τεθεί θέμα για καθυστέρηση εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης. Εξάλλου και είναι και τούτο ορθό, όπως το θέτουν οι δικηγόροι των εναγομένων, σε τέτοια περίπτωση το αναίτιο μέρος υπέχει καθήκον προς μείωση της ζημιάς του. Το βάρος αποδείξεως ότι ο ενάγων απέτυχε να λάβει εύλογα μέτρα προς μετριασμό της ζημιάς του, το φέρει ο εναγόμενος (McGregor on Damages, 15η έκδοση, σελ. 172). Στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 1131, εξηγείται ότι δεν απαιτείται από τον εναγόμενο να δικογραφήσει γεγονότα προς μετριασμό των ζημιών και παρά το γενικό κανόνα ότι όλα τα γεγονότα πρέπει να δικογραφούνται, θέματα μετριασμού των ζημιών δεν απαιτείται να δικογραφούνται. Η αρχή είναι ότι ο ενάγων οφείλει να λάβει εύλογα μέτρα για μετριασμό της ζημιάς που υπέστηκε από την παράβαση της σύμβασης και αποκλείεται να αξιώνει αποζημιώσεις ή μέρος αυτών για τις οποίες είχε καθήκον να τις μειώσει (British Westing House Electric and Manufacturing Co v. Underground Electric Railways of London
(1912)KB 673, 689). Με αναφορά στο Τεκμήριο 1 που είναι ο πίνακας των μετοχών της εναγόμενης 2 εταιρείας και ανεξάρτητα αν ο ενάγων έλαβε τις μετοχές την 20.12.99 ή την 20.1.00, και δεν έχω λόγω να μην αποδεχτώ τη θέση του, η τιμή που διαπραγματευόταν η μετοχή ήταν ψηλότερη από ΛΚ1,85 που την είχε αγοράσει. Και ακριβώς εδώ εστιάζεται και το αντινομικό του πράγματος, να κατέχει μέχρι και σήμερα τις μετοχές και να απαιτεί αποζημιώσεις, τουλάχιστον φαίνεται να τις περιορίζει ο κ. Λαμπίδης στην αγόρευσή του, αποδεχόμενος έμμεσα την αρχή της μείωσης της ζημιάς, που συνίσταται στη διαφορά της αξίας της μετοχής που διαπραγματευόταν την 8.11.99 που είναι η ημερομηνία αποστολής της επιστολής, από τη διαφορά της αξίας που είχε είτε την 20.12.99 είτε την 20.1.
  1. Εν τούτοις, ως έχει ήδη λεχθεί, όταν έλαβε τους τίτλους είχε κάθε ευκαιρία να τις πωλήσει, όχι με ζημιά εν σχέσει προς την τιμή αγοράς, αλλά με λιγότερο κέρδος. Αυτό, τουλάχιστο με βάση το τεκμήριο
  2. Και ούτε αυτό το έπραξε. Προστίθεται ακόμα πως δεν υπάρχει μαρτυρία για την αξία της μετοχής είτε κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής είτε ακόμα και σήμερα. Για να υπάρχει, αν μη τι άλλο μια συνολική εικόνα της αξίας της μετοχής. Αναγκαία αναφορά θα πρέπει να γίνει και σε ορισμένα άλλα σημεία από τη μαρτυρία του ΜΥ
  3. Έχει καταθέσει ως Τεκμήριο 5 τη συναλλαγή 373633 που καταρτίστηκε την 18.8.99 και αφορά 2000 μετοχές της εναγόμενης
  4. Είναι η επίδικη συναλλαγή. Αγοραστής χρηματιστής ήταν η εναγόμενη 1, ενώ το Τεκμήριο 7 αφορά τη συναλλαγή του πωλητή, που ήταν κάποιος Λεοντιάδης, με αντισυμβαλλόμενο χρηματιστή για τον πωλητή, ως κατέθεσε ο ΜΥ1, τη Λαϊκή Επενδυτική. Από τη μαρτυρία του ΜΥ1 εκείνο που εξάγεται και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι η συναλλαγή του Λεοντιάδη παρουσίασε πρόβλημα και είχε ως αποτέλεσμα η αγορά των επίδικων μετοχών να μην μπορούσε να ολοκληρωθεί. Από τη μαρτυρία του εξάγεται ακόμα ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιο ήταν το υπαίτιο μέλος το οποίο είναι και το μόνο που ενημερώνεται και καλείται για να το επιλύσει. Δεν υπάρχει δηλαδή σαφής και συγκεκριμένη μαρτυρία ότι υπαίτιο μέλος ήταν η εναγόμενη 1 ή ακόμα και η εναγομένη
  5. Και σημειωτέο ότι το βάρος ήταν στον ενάγοντα να αποδείξει τέτοια ευθύνη ή αμέλεια των εναγομένων. Από το Τεκμήριο 7 που αποτελεί τη συναλλαγή του πωλητή, δηλαδή του Λεοντιάδη, όπως εξήγησε ο ΜΥ1, αγόρασε τους τίτλους την 16.7.99 και στις αμέσως επόμενες τρεις εργάσιμες ημέρες, την 27.7.99, έγινε διακανονισμός (settlement). Ακολούθως στις πέντε επόμενες εργάσιμες ημέρες θα έπρεπε ο εκδότης, δηλαδή η εναγόμενη 2, να παραδώσει στο ΧΑΚ τη συναλλαγή και αν ήταν τελειωμένη να παραδώσει τους τίτλους είτε αν ήταν προβληματική να επιλυθούν οι τίτλοι. Οι πιο πάνω κανονισμοί του ΧΑΚ, που έχει γίνει αναφορά, είναι σχετικοί. Ακριβώς καθορίζουν τις υποχρεώσεις και τα όρια ευθύνης των χρηματιστών κατα τον καταρτισμό μιας συναλλαγής. Από την παράλληλη πορεία της αγοράς των μετοχών του ενάγοντα, το Τεκμήριο 5, συνάγεται ότι η συναλλαγή δόθηκε στους εναγόμενους 2 προς τελείωση την 30.8.99 και στις 13.10.99 επαναϋποβλήθηκαν στο ΧΑΚ. Αυτό, ως εξήγησε ο ΜΥ1, υποδηλώνει ότι τα έγγραφα της συναλλαγής επέστρεψαν πίσω στο ΧΑΚ ως προβληματικά και τελικά η συναλλαγή τελείωσε και εκδόθηκαν οι τίτλοι την 20.12.
  6. Όπως κατέθεσε αντεξεταζόμενος απο τον κ. Λαμπίδη τα προβλήματα που συνήθως αντιμετώπιζαν την εποχή εκείνη ήταν το short selling, δηλαδή, η πώληση μετοχών δεν κατεχωρείτο και στην προκειμένη περίπτωση πωλητής ήταν άλλη χρηματιστηριακή εταιρεία που πιθανό να κλήθηκε για άλλη χρηματιστηριακή εταιρεία για να επιλύσει το πρόβλημα και όχι η εταιρεία που προέβηκε στη αγορά. Δηλαδή η εναγομένη
  7. Όταν η επίδικη συναλλαγή στάληκε απο το ΧΑΚ στον εκδότη, δηλαδή την εναγομένη 2, επιστράφηκε πίσω στο ΧΑΚ ως προβληματική και ενημερώθηκε το υπαίτιο μέλος για να επιλύσει το πρόβλημα. Όταν επιλύθηκε αποστάληκαν ξανά στην εναγομένη 2 για να εκδόσει τους τίτλους. Εξήγησε ότι ο Λεοντιάδης ως πωλητής παρέδωσε τελικά ένα τίτλο προς διεκπεραίωση της συναλλαγής για 4000 μετοχές, ενώ η αγορά του ενάγοντα ήταν μόνο για 2000 μετοχές, με αποτέλεσμα ο εκδότης, η εναγόμενη 2, να εκδώσει νέο τίτλο με το υπόλοιπο των μετοχών που απέμεναν στο όνομα του Λεοντιάδη, και ένα τίτλο στο όνομα του ενάγοντα. Να εδώ υποδείξω ότι η εξήγηση αυτή δεν λέχθηκε ως λόγος της καθυστέρησης ή ως μέρος του προβλήματος, αλλά ως επεξήγηση του τεκμηρίου 5 (ε). Είναι σαφές εκ της μαρτυρίας ότι το πρόβλημα εστιάζεται στο πότε ο Λεοντιάδης ως πωλητής παρουσίασε τον τίτλο των 4000 μετοχών που κατείχε, εκ των οποίων πώλησε 2000 μετοχές στον ενάγοντα μέσω των εναγομένων
  8. Εννοείται, μέσω των χρηματιστών του, την Λαϊκή Επενδυτική. Από τα μέχρι τώρα προκύπτοντα συνάγεται ότι η πράξη, καθόσον αφορά την επίδικη συναλλαγή από την πλευρά των εναγομένων, δεν ήταν εκτός των χρονικών προθεσμιών και περιορισμών που τάσσουν οι πιο πάνω σχετικοί Περί Χρηματιστηρίου Κανονισμοί. Παρεμβάλλω πως τα θέματα αυτά, παρόλο που δεν ηγέρθηκαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στα δικόγραφα από την πλευρά του ενάγοντα, ή στην αγόρευση του κ. Λαμπίδη, εξετάζονται στα ευρύτερα πλαίσια της καταλογιζόμενης αμέλειας των εναγομένων και στα πλαίσια της Περί Χρηματιστηρίου Νομοθεσίας και Κανονισμών. Ερωτήθηκε ο ΜΥ1 κατά πόσο η εναγόμενη 1 εταιρεία γνώριζε για τα προβλήματα που παρουσίασε η συναλλαγή του Λεοντιάδη. Ανέφερε ότι, πιθανό να μην γνώριζε γιατί στην προκειμένη περίπτωση πωλητής ήταν άλλη χρηματιστηριακή εταιρεία, ως λέχθηκε η Λαϊκή Επενδυτική, που πιθανό να κλήθηκε για άλλη χρηματιστηριακή εταιρεία να επιλύσει το πρόβλημα και όχι η εναγόμενη 1, πλην όμως δεν είχε περαιτέρω στοιχεία. Όταν η συναλλαγή επιστράφηκε στο ΧΑΚ ως προβληματική ενημερώθηκε το υπαίτιο μέλος για να επιλύσει το πρόβλημα. Ανέφερε ότι η εναγόμενη 1 μπορούσε, αν ήταν το υπαίτιο μέλος, να ενημερωθεί μέχρι την έκδοση του τίτλου, σε ποια φάση βρισκόταν η ολοκλήρωση της συναλλαγής. Επ΄ αυτού ρωτήθηκε από τον κ. Χ"Πέτρου και διευκρίνισε με έμφαση ότι μόνο το υπαίτιο μέλος ενημερώνεται για το πρόβλημα της συναλλαγής και ο λόγος είναι για να το επιλύσει και όχι οποιοσδήποτε άλλος χρηματιστής. Και αυτό μάλιστα, γίνεται κατόπιν εορτής. Δηλαδή, γιατί επέμεινε επ' αυτού ο κ. Χ΄Πέτρου στην αντεξέταση, ενημερωνόταν μετά που ο χρηματιστής καταχωρούσε τη συναλλαγή στο σύστημα και όχι απο προηγουμένως. Ο αντισυμβαλλόμενος όμως χρηματιστής δεν ενημερωνόταν αφού δεν υπήρχε λόγος να ενημερωθεί επειδή, όπως εμφαντικά το έθεσε, δεν έφερε ευθύνη. Εξήγησε ακόμα το εξής σημαντικό. Ότι το υπαίτιο μέλος θα μπορούσε να γνωρίζει αν μια μελλοντική συναλλαγή στηριζόταν σε αληθείς ενδείξεις, ότι δηλαδή ο πελάτης του πριν πωλήσει όντως κατείχε τις μετοχές. Από τη μαρτυρία αυτή, σε συνάρτηση με τα Τεκμήρια 5 και 7 καθώς ακόμα και από το γεγονός ότι χωρίς την αυτονόητη ολοκλήρωση της συναλλαγής του Λεοντιάδη δεν θα μπορούσε να τελειωθεί η συναλλαγή του ενάγοντα, αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι υπαίτιο μέλος, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι ο αγοραστής. Ή για να το θέσω διαφορετικά το πρόβλημα εντοπιζόταν στον πωλητή του τίτλου και προφανώς όχι στον αγοραστή. Υπήρχε με άλλα λόγια και σε απλούς όρους πρόβλημα με τον τίτλο του πωλητή. Πώλησε μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας από την οποία αγόρασαν οι εναγόμενοι 1 τους τίτλους για λογαριασμό του ενάγοντα, χωρίς να έχει τον τίτλο των μετοχών που πωλούσε. Πρόβλημα το οποίο οι εναγόμενοι 1, ως αβίαστα εξάγεται εκ της μαρτυρίας, δεν γνώριζαν όταν αγόραζαν τους τίτλους των μετοχών, ούτε και ενημερώθηκαν από το ΧΑΚ για το πρόβλημα κατά τον χρόνο της αγοράς τους, ούτε και βεβαίως έφεραν κάποια ευθύνη γι' αυτό. Ο μόνος που θα έπρεπε ή όφειλε να γνωρίζει ήταν ο πωλητής και ο χρηματιστής του και όχι οι εναγόμενοι
  9. Η κα Ανδρέου αναφέρθηκε στην υπόθεση Στιβαδώρου κ. ά ν. Χ"Κώστα κ.ά
(2002)1 Α.Α.Δ. 497, σύμφωνα με την οποία η παράδοση του τίτλου των μετοχών είναι απαραίτητη για την ολοκλήρωση της σύμβασης για την πώλησή τους. Και είναι φανερό από τα μέχρι τώρα εξαγόμενα ως προκύπτοντα εκ της μαρτυρίας και τα τεκμήρια ότι ο πωλητής, ή καλύτερα ο αντισυμβαλλόμενος των εναγομένων 1, πώλησε τις μετοχές χωρίς τίτλο. Γι΄ αυτό και έχω ήδη αναφέρει ότι σε κάθε περίπτωση οι εναγόμενοι 1 δεν μπορούν να κριθούν ως το υπαίτιο μέλος της συναλλαγής. Είναι ακόμα σημαντικό να λεχθεί ότι στην πιο πάνω υπόθεση κρίθηκε ότι η παράλειψη του πωλητή να παραδώσει τις μετοχές μέσα σε εύλογο χρόνο, δικαιολογούσε τον αγοραστή να αρνηθεί να τις παραλάβει μεταγενέστερα, γιατί η σύμβαση απώλεσε το αντικείμενό της. Και ως ήδη έχει λεχθεί, ο ενάγων όχι μόνο δεν τερμάτισε τη σύμβαση, αντίθετα παρέλαβε τους τίτλους και είχε κάθε ευκαιρία, αν ήθελε να τους πωλήσει, έστω και με λιγότερο κέρδος, και εξακολουθεί ακόμα μέχρι σήμερα να τους κατέχει. Και είναι ακριβώς επί της ισχύος της σύμβασης που απαιτεί αποζημιώσεις. Πόσο μάλλον βέβαια οι εναγόμενοι 2 δεν μπορούν να κριθούν ως υπαίτιο μέλος, που ήταν οι εκδότες των τίτλων, που σημειωτέον ούτε πώλησαν ούτε και αγόρασαν μετοχές, απλώς κλήθηκαν να διεκπεραιώσουν την αγοραπωλησία και την μεταβίβαση μετοχών δια της εκδόσεως των τίτλων επί προβληματικών τίτλων του πωλητή. Ο κ. Χ"Πέτρου έκαμε αναφορά στην υπόθεση Μακρίδης ν. ΧΑΚ κ.α., Πολ. Έφεση 251/05, ημερ. 17.12.07, στην οποία λέχθηκε, επί παρόμοιων γεγονότων με την παρούσα, ότι ήταν αδύνατο να ολοκληρωθούν 4 πράξεις με ταχύτητα, αφού οι πωλητές των μετοχών δεν είχαν στην πραγματικότητα τους τίτλους που πωλούσαν. Και συμφωνώ ότι οι πιο πάνω κρίσεις εφαρμόζονται απόλυτα και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η οποία να σημειωθεί ότι αφορούσε, όπως και η παρούσα, αμέλεια και παράβαση των καθηκόντων των εναγομένων γιατί λήφθηκαν καθυστερημένα οι τίτλοι με αποτέλεσμα να μειωθεί η αξία τους. Γιατί όπως και στην Μακρίδης, έτσι και εδώ, ο πωλητής στην πραγματικότητα δεν είχε τον τίτλο των μετοχών όταν τις πωλούσε μέσω των χρηματιστών του στους εναγόμενους
  1. Με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια αλυσιδωτή αντίδραση με ανάλογη καθυστέρηση για την οποία ουδεμίαν ευθύνη έφεραν οι εναγόμενοι. Προστίθεται στα πιο πάνω ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 1 που είναι ο πίνακας τιμών της εναγομένης 2, την περίοδο απο την 15.11.99 μέχρι και την 3.12.99 ήταν εκτός διαπραγμάτευσης απο το ΧΑΚ. Και δεν υπάρχει μαρτυρία για πιο λόγο ήταν εκτός διαπραγμάτευσης, σε σχέση βέβαια με την εξεταζόμενη πιθανή ευθύνη ή αμέλεια των εναγομένων. Έχω εξετάσει την πιθανή ευθύνη ή αμέλεια και των δύο εναγομένων υπό το πρίσμα των Περί Χρηματιστηρίου Νόμων και Κανονισμών. Έχω επίσης εξετάσει την πιθανή ευθύνη των εναγομένων υπό το πρίσμα των καταλογιζομένων στην έκθεση απαιτήσεως λεπτομερειών αμελείας. Οι μεν εναγόμενοι 1 δεν ήταν πωλητές των τίτλων ώστε να φέρουν κατ΄ αρχήν ευθύνη ως υπαίτιο μέλος για την εξασφάλιση του τίτλου των μετοχών, ούτε και παρέλειψαν να λάβουν επαρκή μέτρα γιά τη συμπλήρωση όλων των αναγκαίων εγγράφων εντός των καθορισμένων χρονικών ορίων, όπως τους καταλογίζονται στην έκθεση απαιτήσεως. Αντίθετα απο τη μαρτυρία και τα τεκμήρια, εξάγεται ότι εκτέλεσαν και διεκπεραίωσαν τη συναλλαγή που τους έδωσε εντολή ο ενάγων. Έχω επίσης ενδιατρίψει, έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία και τα έγγραφα και υπό το φως των πιο πάνω συμπερασμάτων και ευρημάτων του Δικαστηρίου, παρόλο που δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη προς τούτο εισήγηση, στο κατά πόσο έχει στοιχειοθετηθεί κάποιου άλλου είδους αμέλεια των εναγομένων 1 κατά την εκτέλεση της εντολής που έλαβαν από τον ενάγοντα. Αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου με βάση όλα όσα έχουν εκτεθεί ενώπιόν μου ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε και έχει στοιχειοθετηθεί τέτοια αμέλεια. Τα ίδια, χάριν αποφυγής επαναλήψεων, ισχύουν και για τους εναγόμενους
  2. Επιπλέον και σε σχέση με τις καταλογιζόμενες σε αυτούς λεπτομέρειες αμελείας, δεν έχει στοιχειοθετηθεί ότι έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη ή και αμέλησαν να εκδώσουν τους τίτλους στο όνομα του ενάγοντα εντός των καθορισμένων προθεσμιών, ούτε και υπήρξαν ένοχοι παράλογης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης τόσο στην έκδοση όσο και στην αποστολή των τίτλων, για ακριβώς τους ίδιους πιο πάνω λόγους. Προστίθεται πως εν πάση περιπτώσει ούτε και η μαρτυρία του ενάγοντα, την οποία και δεν έχω λόγο να μην την αποδεκτώ, περιείχε οτιδήποτε από άποψη ουσίας ως προς την καταλογιζόμενη αμέλεια των εναγομένων. Ακόμα και το γεγονός ότι ο διευθυντής των εναγομένων 1 τον παρέπεμψε στη Λαϊκή Επενδυτική, επιβεβαιώνει όσα ο ΜΥ1 κατέθεσε για το υπαίτιο μέλος. Σημειώνω ακόμα ότι πήγε, όπως ο ίδιος κατέθεσε στη Λαϊκή Επενδυτική και του είπαν ότι οι μετοχές που αγόρασε ήταν προβληματικές και να αναμένει μέχρι να τον ενημερώσουν για την εκκαθάριση των τίτλων. Όπως το έθεσε δεν είχε άλλη εκλογή και ανέμενε, πήγε όμως και σε δικηγόρο και απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 3 και ακολούθως δεν έκαμε τίποτε άλλο και απλώς ανέμενε. Σύμφωνα με την Στιβαδώρου, ανωτέρω, είχε κάθε δικαίωμα, αν ήθελε, να ακυρώσει τη συναλλαγή και να αρνηθεί να παραλάβει τους τίτλους, αξιώνοντας βασίμως πλέον αποζημιώσεις. Είναι ακόμα χαρακτηριστικό ως κατέθεσε αντεξεταζόμενος από την κα Ανδρέου πως αν γνώριζε ότι οι τίτλοι ήταν προβληματικοί και θα καθυστερούσαν 5 μήνες ίσως να μην πλήρωνε. Δεν έθεσε καν θέμα ακύρωσης της συναλλαγής, αλλά μόνο πληρωμής, παρόλο που πιστεύει ότι οι εναγόμενοι 1 δεν γνώριζαν ότι οι τίτλοι ήταν προβληματικοί. Εδώ και ανεξάρτητα από όσα έχουν ήδη λεχθεί, τίθεται και ένα γενικότερο ερώτημα, που χρήζει σχολιασμού, που είναι το εξής. Αν ο Λεοντιάδης που όπως αναντίλεκτα συνάγεται από την μαρτυρία πώλησε τις επίδικες μετοχές χωρίς στην πραγματικότητα να κατέχει τους τίτλους, παρεμβάλλω πως δεν υπάρχει μαρτυρία αν ο πωλητής των επίδικων τίτλων στον Λεοντιάδη, κάποιος Κωνσταντίνου (βλπ τεκμήριο 7 (β) ), κατείχε τίτλο, προφανώς όμως ούτε και αυτός κατείχε τίτλο κατά τον επίδικο χρόνο, γιατί, εν τοιαύτη περιπτώσει, να μην μπορούσε και ο ενάγων να τις πωλήσει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο τις αγόρασε. Δεν υπάρχει βεβαίως επί τούτου μαρτυρία, σε κάθε πάντως περίπτωση εκείνο που εξάγεται είναι ότι τον επίδικο χρόνο διεκπεραιώνονταν αγοραπωλησίες μετοχών χωρίς να υπάρχουν οι σχετικοί τίτλοι. Επρόκειτο για το short selling που ανέφερε ο ΜΥ
  3. Θεωρώ πως εν όψει ακριβώς του τρόπου με τον οποίο ο ενάγων απέκτησε τις μετοχές, το βάρος ήταν στους ώμους του να αποδείξει ότι όντως δεν μπορούσε να τις πωλήσει. Εν κατακλείδι και στη βάση όλων των ενώπιόν μου τεθέντων στοιχείων δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε αμέλεια των εναγομένων στη συναλλαγή αγοράς των επίδικων τίτλων του ενάγοντα, ούτε και έχει καταδειχθεί, ότι είτε οι εναγόμενοι 1 είτε και οι εναγόμενοι 2 ήταν το υπαίτιο μέλος στην καθυστέρηση έκδοσης των τίτλων ή έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη ή παράβαση ή και άλλης μορφής αμέλεια. Ως αποτέλεσμα η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος ενός εκάστου εναγομένου ξεχωριστά, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.