Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γαβριήλ Κύρρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2997/07, 17 Απριλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2997/07 Μεταξύ Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Ενάγοντα και 1. Γαβριήλ Κύρρη 2. Πάρη Ιωάννου Εναγομένων Αίτηση παραμερισμού ημερ. 23.10.2007 Ημερομηνία: 17 Απριλίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές - Εναγόμενους: κ. Α. Πατσαλίδης Για Καθ' ου η Αίτηση - Ενάγοντα: κ. Α. Παπαλοϊζου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές-εναγόμενοι ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση που εκδόθηκε στις 27.9.2007 εναντίον τους στην παρούσα αγωγή. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, με την αγωγή του, που αφορά γραπτή σύμβαση ημερομηνίας 1.1.1986 για μίσθωση από τον ενάγοντα στους εναγόμενους ακινήτου στο Γέρι (στο εξής «η σύμβαση»), ο ενάγοντας ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση έχει δεόντως τερματισθεί με την επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 12.4.2007, διατάγματα του Δικαστηρίου αφενός για ακύρωση της σύμβασης συνεπεία παράβασης από τον εναγόμενο των ουσιωδών όρων αυτής και αφετέρου για εκκένωση και παράδοση του ακινήτου στον ενάγοντα καθώς και αποζημιώσεις για την απώλεια χρήσης του ακινήτου από τον τερματισμό της σύμβασης μέχρι την παράδοση του ακινήτου στον ενάγοντα. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης που είναι καταχωρημένη στο φάκελο ιδιώτης επιδότης επέδωσε επίσημο αντίγραφο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Δ.2 θ.1) της αγωγής στον εναγόμενο 1 προσωπικά και στον εναγόμενο 2 μέσω του εναγόμενου 1 ως συνεταίρου και εξουσιοδοτημένου παραλαβής εγγράφων στο χώρο της εργασίας του, στις 10.5.2007 έναντι της υπογραφής του εναγόμενου 1. Λόγω του ότι οι εναγόμενοι δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία, μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης στις 5.6.2007, καταχωρήθηκε στις 11.9.2007 μονομερής αίτηση από τον ενάγοντα για έκδοση απόφασης και στις 27.9.2007 κατόπιν απόδειξης εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 23.10.2007. Νομικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10 και Δ.48 θ.9(
- h)και υποστηρίζεται από ένορκες δηλώσεις πανομοιότυπου περιεχομένου, ημερομηνίας 23.10.2007, των δυο αιτητών-εναγομένων. Τόσο ο αιτητής- εναγόμενος 1 όσο και ο αιτητής- εναγόμενος 2 υποστηρίζουν ότι στις 10.5.2007 τους επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής και αφού προέβησαν σε διάφορες ενέργειες, παρουσίασαν και/ή εξασφάλισαν διάφορα πιστοποιητικά (βλ. δέσμη εγγράφων ως Τεκμήριο 1) από τα οποία φαίνεται σαφώς ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε μετά από απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων από το Δικαστήριο. Από το Τεκμήριο 1 φαίνεται ότι η φάρμα επαναλειτούργησε με κωδικό εκμετάλλευσης CYS 1024062, είχε παραμείνει εκτός λειτουργίας μετά από οδηγίες των κτηνιατρικών υπηρεσιών λόγω τρομώδους νόσου και παρόλο που από 28.10.2006 είχε λειτουργήσει κανονικά, οι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν επιστολές ακύρωσης της σύμβασης. Η επίδικη απόφαση λήφθηκε λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους τους αλλά ο λόγος που δεν καταχώρησαν εμφάνιση είναι ότι όλες οι αρμόδιες υπηρεσίες τους βεβαίωσαν ότι η υπόθεση θα αποσύρετο. Όπως γνωρίζουν και τους συμβουλεύει ο δικηγόρος τους έχουν καλή υπεράσπιση και η επίδικη απόφαση εκδόθηκε παράτυπα και είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης αυτή να παραμεριστεί. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης του καθ΄ ου η αίτηση- ενάγοντα που καταχωρήθηκε στις 6.12.2007 έχει ως νομικό υπόβαθρο τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14 και Δ.48 θ.θ.1-9, τα άρθρα 30 και 35 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προάσπισης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τη διακριτική ευχέρεια, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ενώ οι λόγοι της ένστασης είναι ότι η αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή αποτελεί εσφαλμένο ένδικο μέσο για παραμερισμό της απόφασης, ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική βάση και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκρισή της, ότι οι ένορκες δηλώσεις των αιτητών είναι παράτυπες και/ή αντικανονικές και/ή ανεπαρκείς με γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ότι οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν καλόπιστη και/ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και οι αιτητές κωλύονται να ζητούν το υπό αναφορά διάταγμα, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα χωρίς να δικαιολογείται η καθυστέρηση και οι αιτητές επέδειξαν αδιαφορία προβάλλοντας αναληθείς και ατεκμηρίωτους λόγους και ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Αβραάμ Αβραάμ, που υπηρετεί στο Τμήμα Γεωργίας του Υπουργείου Γεωργίας και Περιβάλλοντος και όντας πλήρως εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην ένορκη του δήλωση, γνωρίζοντας τα γεγονότα προσωπικά, ο ενόρκως δηλών διαφωνεί με τους ισχυρισμούς των αιτητών- εναγομένων και ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και κακόπιστα με επίκληση ανεδαφικών και ψευδών ισχυρισμών. Δεν υπάρχει απόκρυψη στοιχείων εκ μέρους του ενάγοντα ενόσω, παρόλο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αιτητών η φάρμα είχε λειτουργήσει κανονικά από τις 28.10.2006, ο τερματισμός της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και η λήψη δικαστικών μέτρων οφείλετο στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι παρά τις συστάσεις του Τμήματος Γεωργίας διατηρούσαν το ακίνητο σε άθλια υγειονομική κατάσταση, δηλαδή σ' αυτό δεν εκτρέφοντο μηρυκαστικά ζώα και υπήρχαν άχρηστα αντικείμενα, όπως γεωργικά και άλλα μηχανήματα, που δεν είχαν σχέση με την κτηνοτροφία. Το γεγονός ότι η αξιοποίηση των κτηνοτροφικών οικοπέδων δεν γινόταν σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης μίσθωσης επιβεβαιώνεται σε επιστολή προς τον ενάγοντα, Τεκμήριο 1, που στάληκε κατόπιν επίσκεψης στα ακίνητα στις 6.11.2007 Λειτουργών του Τμήματος Γεωργίας και η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε με βάση τα πραγματικά γεγονότα που τέθηκαν και υπάρχουν ενώπιον του. Ο ισχυρισμός των αιτητών-εναγομένων για τον λόγο που δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης όχι μόνο είναι αναληθής και ανυπόστατος αλλά και αόριστος εφόσον γίνεται γενικά αναφορά σε αρμόδιες υπηρεσίες που δήθεν βεβαίωσαν τους εναγόμενους ότι θα αποσύρετο η υπόθεση, χωρίς να εξειδικεύεται από ποια Τμήματα ή πρόσωπα καθώς και πότε και με ποιο τρόπο οι εναγόμενοι έλαβαν τέτοιες διαβεβαιώσεις. Το αίτημα των αιτητών-εναγομένων υποβάλλεται καθυστερημένα δεδομένου ότι από τις 10.5.2007, που τους επιδόθηκε η αγωγή μέχρι τις 23.10.2007, που καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, για διάστημα δηλαδή πέραν των πέντε μηνών, δεν έλαβαν οποιαδήποτε ενέργεια ούτε και διερωτήθηκαν αν όντως η αγωγή αποσύρθηκε. Δεν δικαιολογείται επίσης η αδιαφορία και η αργοπορία που οι αιτητές επέδειξαν ούτε και προβάλλουν υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης, ως πιστεύει ο ενόρκως δηλών, και το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί να μην εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθότι αν εκδοθεί θα στερηθεί ο ενάγοντας των έννομων αποτελεσμάτων της εκδοθείσας απόφασης υπέρ του. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν. Αγόρευσαν μόνο οι συνήγοροι, οι οποίοι αφού αναφέρθηκαν στις νομικές αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης του Δικαστηρίου υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις των μερών παραπέμποντας στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις θέσεις αυτές. Στη νομολογία γίνεται διάκριση σε σχέση με τις αιτήσεις παραμερισμού όσον αφορά τις αρχές που εφαρμόζονται ανάλογα με το κατά πόσο η απόφαση εκδόθηκε κανονικά ή όχι. Όταν πρόκειται περί αντικανονικά εκδοθείσας απόφασης (irregular judgment), όπου δηλαδή αποδεικνύεται ότι η επίδοση της αγωγής έγινε με αντικανονικό τρόπο ή όταν αναφύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε αντικανονικότητας που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης ως παράτυπης "ex debito justitiae" δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση χωρίς οποιοδήποτε όρο σχετικά με τα έξοδα (βλ. Γιωργαλλίδη ν. Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 247, Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. Ι. Κυριακίδη κ.α.,
(2000)1 ΑΑΔ 601, Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους
(2004)1 ΑΑΔ 700). Περαιτέρω, όταν πρόκειται για κανονικά εκδοθείσα απόφαση (regularly obtained judgment), ο παραμερισμός απόφασης που εκδίδεται ερήμην του εναγομένου είναι ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα ακύρωσης/παραμερισμού απόφασης έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 CLR 204. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης, χωρίς να γίνεται αξιολόγηση από το Δικαστήριο οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για την ορθότητα των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του. Το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει δύο ουσιαστικούς παράγοντες στην απονομή της δικαιοσύνης: της ανάγκης αφενός να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και της ανάγκης αφετέρου να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής εργασίας. Το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του επίσης τη συμπεριφορά του αιτητή. Αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση (βλ. Evans v. Bartlam
(1973)2 All E.R. 646, Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)CLR 317, Christoforou v. Kyriakoullis
(1963)2 CLR 159, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26, K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415 και Ζήνωνας Μερκή ν. Yiannoukkas Holiday Inns Ltd
(1994)1 AAΔ 736). Οι νομολογιακές αρχές επαναλήφθηκαν σε πληθώρα μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στη Μούγης ν. Σπανούδη
(1996)1 ΑΑΔ 997, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, Eros Travel and Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 AAΔ 712 και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818, Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793). Τονίστηκε δε στην πρόσφατη νομολογία ότι τόσο η αποκάλυψη εκ μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης όσο και η ικανοποιητική εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης αλλά και η μη ύπαρξη αδικαιολόγητης καθυστέρησης του αιτητή να αποταθεί για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, αποτελούν παράγοντες που καθορίζουν την απόφανση του Δικαστηρίου σε αιτήσεις αυτής της φύσεως (βλ. και Κ. Χριστοφόρου κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 86, Λουκαϊδου ν. Γερολέμου
(2000)1 ΑΑΔ 333, F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 2054, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Τ. Γεωργίου Μαλιετζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616). Ο αιτητής έχει το βάρος απόδειξης των πιο πάνω παραγόντων σε σχέση με τα γεγονότα που πρέπει να αποδειχθούν (βλ. Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528). Όπως έχει νομολογηθεί για να ακυρωθεί εκδοθείσα απόφαση ο αιτητής οφείλει να πείσει πως διαθέτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 1094). Στην απόφαση Γ. Φρ. Γιωργαλλίδη ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1101, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «To Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. (Ιδε Χρυσάνθου ν. Mariala Construction Ltd, Πολιτική Εφεση 9153, ημερ. 31.10.96)». Λέχθηκε ακόμη ότι ο αιτητής πρέπει να παρουσιάζει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Στην παρούσα υπόθεση εν όψει των δεδομένων επιδιώκεται ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε κανονικά και ως εκ τούτου η αίτηση θα κριθεί υπό το φως των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη όταν πρόκειται για κανονικά εκδοθείσες αποφάσεις. Αρχικά επισημαίνεται ότι οι αιτητές-εναγόμενοι επικαλούνται ότι έχουν υπεράσπιση στην εναντίον τους απαίτηση του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα. Η θέση τους είναι η φάρμα επαναλειτούργησε κανονικά δεδομένου ότι είχε παραμείνει εκτός λειτουργίας για χρονικό διάστημα 6 ετών από τις 4.7.2000 κατόπιν οδηγιών των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών λόγω τρομώδους νόσου, παρόλο δε που από 28.10.2006 είχε λειτουργήσει κανονικά οι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν στις 12.4.2007 επιστολή ακύρωσης της σύμβασης. Εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα αντικρούεται η θέση αυτή με το αιτιολογικό ότι οι εναγόμενοι διατηρούσαν το ακίνητο σε άθλια κατάσταση παραβαίνοντας τους όρους της σύμβασης και εξακολουθώντας το ακίνητο να είναι μετά την έκδοση της απόφασης στην ίδια κατάσταση, όπως φαίνεται και από το περιεχόμενο της επιστολής του Τμήματος Γεωργίας ημερομηνίας 7.11.2007 (βλ. Τεκμήριο 1 της ένστασης), φαίνεται ότι δεν έχουν υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Χωρίς να αξιολογείται η μαρτυρία που αναφέρεται σχετικά με την ύπαρξη υπεράσπισης προκύπτει ότι οι αιτητές-εναγόμενοι δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου πλήρη στοιχεία σε σχέση με τους ισχυρισμούς τους, ενόσω μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου τους αποδέχονται ότι από τον Ιούλιο του 2006 υπήρχε δυσκολία επαναλειτουργίας της μονάδας. Θεωρώ ότι, ενόψει των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι αιτητές-εναγόμενοι θα μπορούσαν να δώσουν στο Δικαστήριο ικανοποιητικές λεπτομέρειες σε σχέση με τα μέτρα που έλαβαν για συμμόρφωση τους με την σύμβαση μετά την προειδοποίηση ημερομηνίας 22.5.2006 του αρμοδίου Τμήματος για παραβιάσεις συγκεκριμένων όρων της σύμβασης δεδομένου ότι έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ότι στα πλαίσια επαναλειτουργίας της φάρμας παρέλαβαν ζώα από άλλη εκμετάλλευση. Η ανεπάρκεια ικανών στοιχείων και λεπτομερειών που να καταδεικνύουν την ορθότητα των ισχυρισμών των αιτητών οδηγεί το Δικαστήριο στην αντίληψη ότι δεν αποκαλύπτεται γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (βλ. K.C.P. Commission Agents and Importers Ltd κ.α. ν. Α. Μιχαήλ (πιο πάνω)). Συνάγεται ότι οι αιτητές δεν έχουν αποσείσει υπό τις περιστάσεις το βάρος να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση του καθ΄ ου η αίτηση-ενάγοντα και καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση. Περαιτέρω, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι προβληθέντες ισχυρισμοί δημιουργούν κάποια πιθανότητα να έχουν οι αιτητές-εναγόμενοι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση του ενάγοντα, η αίτηση τους δεν μπορεί να επιτύχει λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην ενεργοποίηση ή προβολή δικαιώματος τους (βλ. Γερολέμου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818, Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793). Ως προς το θέμα της παράλειψης των αιτητών-εναγομένων να εμφανιστούν και να λάβουν μέρος στη διαδικασία και την εξήγηση που προβάλλουν προκύπτει ότι δεν δίδεται ικανοποιητική εξήγηση για την παράλειψη τους να εμφανιστούν στη διαδικασία. Επισημαίνεται αρχικά, επειδή το θέμα θίγεται από τον συνήγορο των αιτητών, ότι, σύμφωνα με τους δικονομικούς θεσμούς, οι εναγόμενοι όφειλαν να καταχωρήσουν εμφάνιση εντός 10 ημερών από την επίδοση σ΄ αυτούς του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ενόσω λόγω της μη εμφάνισης τους στην αγωγή δεν υπήρχε υποχρέωση του ενάγοντα να τους επιδώσει την έκθεση απαίτησης (βλ. Δ.17 θ.11). Οι αιτητές-εναγόμενοι επικαλούνται γενικά και αόριστα, όπως ορθά υποδείχθηκε εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα, ότι ελάμβαναν διαβεβαιώσεις ότι δεν θα προχωρούσε η αγωγή εναντίον τους, χωρίς όμως να παρουσιάζουν οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία για τον ισχυρισμό τους αυτό. Η θέση αυτή παρέμεινε αόριστη και όσα αναφέρει σχετικά ο συνήγορος των αιτητών στην γραπτή του αγόρευση για την συμπεριφορά του Τμήματος Γεωργίας δεν αξιολογούνται καθότι αποτελούν γεγονότα που δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με τον ορθό τρόπο ώστε να απαντηθούν και από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα. Η αοριστία του εν λόγω ισχυρισμού δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκαν οι αιτητές δεδομένου ότι δεν τέθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία προς υποστήριξη της θέσης αυτής των αιτητών, οι οποίοι έχουν το βάρος απόδειξης της. Συνεπώς ο προβληθείς ισχυρισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για την μη εμφάνιση των αιτητών-εναγομένων στη διαδικασία. Προκύπτει ότι οι αιτητές-εναγόμενοι, ακόμα και αν υπήρχαν στοιχεία υπέρ της θέσης τους ότι δεν παρέβησαν την επίδικη σύμβαση, όπως ισχυρίζονται σε αυτό το στάδιο, παντελώς αδικαιολόγητα δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία έγκαιρα για να προβάλουν την ισχυριζόμενη υπεράσπιση τους. Καταλήγω ότι τα γεγονότα καθιστούν απροσδιόριστη και αμφίβολη την προβληθείσα θέση των αιτητών-εναγομένων, σε αντίθεση με αυτή του καθ΄ ου η αίτηση-ενάγοντα αλλά και αναιτιολόγητη, υπό τις περιστάσεις, τη μη εμφάνιση τους στη διαδικασία. Δεν αποκαλύπτεται κατ΄ επέκταση όχι μόνο σοβαρός και εύλογος λόγος αλλά ούτε και οποιαδήποτε ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης των αιτητών-εναγομένων στο Δικαστήριο εν καιρώ, οπότε θα είχαν την ευκαιρία να προβάλλουν τυχόν υπεράσπιση τους. Όσον αφορά την καθυστέρηση καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης φαίνεται ότι δεν δίδεται ικανοποιητική εξήγηση και δικαιολόγηση για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 23.10.2007 ενόσω είναι αναμφισβήτητο ότι οι αιτητές-εναγόμενοι γνώριζαν για την ύπαρξη της αγωγής από τον Μάιο του 2007. Δεν έχει επεξηγηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο πού οφείλεται η καθυστέρηση που παρατηρείται σε σχέση με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και η στάση των αιτητών-εναγομένων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτοί αδιαφόρησαν για την τύχη της εναντίον τους αγωγής. Όπως επισημαίνεται εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα, οι αιτητές δεν έλαβαν καμία ενέργεια κατά το διάστημα αυτό για την παρούσα αγωγή ούτε και ενδιαφέρθηκαν να μάθουν αν πράγματι αυτή αποσύρθηκε σύμφωνα με τις κατ' ισχυρισμόν διαβεβαιώσεις που είχαν. Το ενδιαφέρον τους εμφανίστηκε όταν αντιλήφθηκαν ότι ο ενάγοντας προχώρησε με την λήψη μέτρων για την εκτέλεση της επίδικης απόφασης εναντίον τους με την επίδοση της σ' αυτούς, επιθυμώντας προφανώς να αποφύγουν τις συνέπειες της (βλ. Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού "Βοθροτέξ" Λτδ ν. Πρ. Φαντάκη
(2001)1 ΑΑΔ 339). Η συμπεριφορά των αιτητών-εναγομένων βάσει των πιο πάνω δεδομένων καταδεικνύει την αδιαφορία τους για τη δικαστική διαδικασία και τα δικαιώματα του αντιδίκου τους που φθάνει στο σημείο να θεωρηθεί περιφρονητική, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Eros Travel and Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd (πιο πάνω), Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω), Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. Ελ. Ιακώβου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 457 και Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Τ. Γεωργίου Μαλιετζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (πιο πάνω): «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» [βλ. και Χρ. Πίττας ν. UNIGOODS TRADING COMPANY LTD,
(2004)1 ΑΑΔ 1761, Μαρία Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 229]. Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη μου την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάριν του δημοσίου συμφέροντος αφενός και το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί αφετέρου και αφού συνεκτίμησα τους καθοριστικούς προαναφερθέντες παράγοντες άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια εναντίον των αιτητών. Θεωρώ την κατάληξη αυτή ως αρμόζουσα προς αποτροπή υπονόμευσης της απονομής της δικαιοσύνης, που θα εθεωρείτο το επανάνοιγμα της υπόθεσης υπό τα δεδομένα που υπάρχουν. Εν όψει των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση-ενάγοντα και σε βάρος των αιτητών-εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο